Ποιµένες καὶ λύκοι

«εἰσελεύσονται... λύκοι βαρεῖς, μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου» (Πράξ. 20, 29-30)

Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ

ΚΑΙΡΙΑ σηµασία γιὰ τὴν ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἔχουν αὐτὰ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου, ποὺ µᾶς παρέδωσε ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς στὸ βιβλίο τῶν «Πράξεων». Μὲ τὸν θεῖο φωτισµὸ του ὁ Ἀπόστολος προδιαγράφει τὴν πορεία τῆς Ἐκκλησίας, τὶς περιπέτειές της µέσα στὸν κόσµο. Καὶ τονίζει ἀπερίφραστα ὅτι τὸ µεγαλύτερο κακὸ θὰ εἶναι ἡ ἐµφάνιση τῶν «λύκων», ποὺ θὰ τολµοῦν θρασύτατα νὰ παίρνουν τὴν θέση τῶν Ποιµένων.
Ποιµένες καὶ «λύκοι» παρουσιάζονται παράλληλα ἀπὸ τὸν Ἀπ. Παῦλο, γιὰ νὰ φανεῖ ἡ οὐρανοµήκης διαφορά τους.


Ποιµένες τῆς ποίµνης τοῦ Χριστο

Πνευµατοπρόβλητοι ἐπίσκοποι τοῦ ποιµνίου εἶναι οἱ γνήσιοι Ποιµένες. Ἐπιφορτισµένοι δηλαδὴ µὲ τὴν ἀδιάκοπη φροντίδα καὶ τὴν ἐπίβλεψη τῶν πιστῶν, γιὰ νὰ µείνουν µέσα στὸ Σῶµα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ σωθοῦν. Ὅ,τι περισσότερο βαρύνει στὴ συνείδηση τῶν Ποιµένων εἶναι, ὅτι τὸ ποίµνιο, τὸ σύνολο τῶν πιστῶν, δὲν ἀνήκει σ᾽ αὐτούς, δὲν εἶναι δικό τους, ἀλλὰ τοῦ ΜΟΝΟΥ Μεγάλου Ποιµένος, τοῦ Χριστοῦ. Σῶµα δικό Του εἶναι ἡ Ἐκκλησία. Γι᾽ αὐτὸ καὶ λέγεται «σῶµα Χριστοῦ» καὶ ὄχι «σῶµα χριστιανῶν». Γιατί αὐτὸς ἔσωσε τὴν Ἐκκλησία καὶ τὴν κατέστησε σῶµα Του µὲ τὸ πανάγιο Αἷµα Του. Γι᾽ αὐτὸ µὲ «προσοχή», µὲ στοργὴ καὶ ἀγάπη, φροντίζουν οἱ Ποιµένες γιὰ τὸ ποίµνιο, ποὺ ὁ Χριστὸς τοὺς ἐµπιστεύθηκε (πρβλ. Ἰωάν. κα´ 15 ἑ.), πρόθυµοι πάντα νὰ θυσιασθοῦν γι᾽ αὐτό, γιὰ τὴν προκοπή του.
Οἱ ἅγιοι Πατέρες, µικροὶ καὶ µεγάλοι, γνωστοὶ καὶ ἄγνωστοι, ἔχουν τὴν συνείδηση, ὅτι τὸ ἔργο τους στὴν Ἐκκλησία εἶναι πνευµατικό, ἀναγεννητικὸ καὶ ὄχι ἁπλῶς διοικητικὸ ἢ ἐξουσιαστικό. Κεκαθαρµένοι καὶ φωτισµένοι ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦµα οἱ ἴδιοι, γνωρίζουν ὅτι ἐτάχθησαν φρουροὶ τῆς πνευµατικῆς ὑγείας τοῦ ποιµνίου, γιατροὶ καὶ θεραπευτές του. Γι᾽ αὐτὸ δὲν µεταδίδουν µιὰ διανοητικὴ πίστη, ποὺ ἐξαντλεῖται σὲ εὐσεβεῖς στοχασµοὺς καὶ θρησκευτικὲς ὡραιολογίες, ἀλλὰ ὁδηγοῦν στὴν θεραπεία, τὴν κάθαρση καὶ τὸν ἁγιοπνευµατικὸ φωτισµό. Θέτουν σὲ λειτουργία τὸν ἀδρανοποιηµένο ἀπὸ τὴν πτώση νοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ βοηθοῦν τὸν πιστὸ νὰ προχωρήσει ἀπὸ τὴν πράξη (τήρηση τῶν ἐντολῶν καὶ κάθαρση παθῶν) στὴ θεωρία (φωτισµό, ποὺ ὁδηγεῖ στὴ θέωση), καὶ παράλληλα φροντίζουν γιὰ τὴν κοινωνία καὶ ἑνότητα, τῶν πιστῶν στὴν Ἀλήθεια καὶ Ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ στὴνικαιοσύνη Του. Εἰσάγουν, ἔτσι τὸ ποίµνιο στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ποὺ εἶναι ἡ συνέχεια τῆς ζωῆς της, µέσα στὴ Χάρη καὶ στὶς ἐµπειρίες τοῦ Ἁγ. Πνεύµατος. Τελικὸς δὲ σκοπός τους δὲν εἶναι νὰ δηµιουργήσουν καλοὺς καὶ «εὔχρηστους» πολίτες ἢ «ἠθικὲς προσωπικότητες», ἀλλὰ Πνευµατοφόρους ἀνθρώπους, ποὺ δὲν ἔχουν στόχο ἁπλῶς τὴν ἠθικότητα, ἀλλὰ πῶς θὰ ὁδηγηθοῦν στὴν θέωση. Σ᾽ἀντίθεση ὅµως µὲ τοὺς γνήσιους Ποιµένες οἱ ἐνσυνείδητα, ἢ καὶ ἀσυνείδητα ἀκόµη, διαστροφεῖς τοῦ ποιµαντικοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας εἶναι Ο λύκοι,
ποὺ µὲ τόση ἀγωνία ἀναφέρει ὁ Παῦλος. Εἶναι ὅλοι οἱ ψευδοδιδάσκαλοι, οἱ διεφθαρµένοι διδάσκαλοι, οἱ πλάνοι καὶ δόλιοι, ποὺ λαθραῖα εἰσέρχονται στὴν ποίµνη τοῦ Χριστοῦ ἢ ποὺ ζοῦν καὶ δροῦν µέσα στὴν Ἐκκλησία ὄντας «λύκοι» µως. Τὰ λόγια τοῦ Παύλου γι᾽ αὐτοὺς εἶναι καθαρὰ προφητικά. Στὶς Ποιµαντικές του Ἐπιστολὲς µνηµονεύονται τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι. Τὸ ἔργο τους εἶναι αὐτόχρηµα σατανικό. Ἀντιποιοῦνται τὴν θέση τοῦ γνησίου Ποιµένος καὶ ἐµφανίζονται µὲ τὸ ἔνδυµά Του καὶ γι᾽ αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα ἐπικίνδυνοι. Οἰκειοποιοῦνται τὸ ποίµνιο καὶ τὸ ἐκµεταλλεύονται, πνευµατικὰ καὶ ὑλικά, σὰν νὰ ἦταν φέουδό τους. ∆ὲν ἐργάζονται, οὔτε ἀγωνιοῦν γιὰ τὴν ἑνότητα τοῦ Σώµατος τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ µεταβάλλουν τοὺς πιστοὺς σὲ ὀπαδούς τους, καὶ σχηµατίζουν ἰδιαίτερες ὁµάδες, ὄχι πιὰ µὲ πιστοὺς στὸν Χριστό, ἀλλὰ µὲ ὀπαδοὺς δικούς τους. «Ὁ γὰρ τῶν αἱρετικῶν σκοπὸς σπουδάζει περιποιῆσαι ἑαυ- τοῖς λαόν, οὐ τῷ Κυρίῳ ἵνα ἑαυτοῖς ἐγκαυχῶνται» (Ἀµµώνιος).
Ἡ ὁµαδοποίηση τῶν πιστῶν πάντα ὁδηγεῖ στὴν ὀπαδοποίησή τους, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἔχουν καταδικασθεῖ ἐπίσηµα ὡς αἱρετικὲς αὐτὲς οἱ ὁµάδες. Ὅπως ὅµως οἱ Ποιµένες, ἔχουν ὡρισµένες ἐσωτερικὲς πνευµατικὲς προϋποθέσεις, τὸ ἴδιο ἔχουν, κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρες, καὶ οἱ ἀντιποιµένες, οἱ «λύκοι», τὶς δικές τους προϋποθέσεις. Καὶ ὅταν ἀσυνείδητα ἀκόµη φθάνουν στὴν κατάσταση τοῦ «λύκου», ὀπαδοποιώντας χωρὶς ἴχνος γνησιότητος τοὺς πιστούς, στεροῦνται τῆς πνευµατικῆς ἐµπειρίας τῶν γνησίων Ποιµένων. ∆ὲν ἔχουν οἱ ἴδιοι περάσει ἀπὸ τὴν πνευµατικὴ θεραπεία τῆς Ἐκκλησίας, καὶ παρ᾽ ὅλα αὐτὰ ἀναλαµβάνουν τὸ ἔργο τῆς «θεραπείας» τῶν ἄλλων! Οἱ ἅγιοι Πατέρες ἔχουν κοινὲς ἐσωτερικὲς ἐµπειρίες, γιατί ἔχουν ὅλοι τὸν ἴδιο φωτισµό. Γι᾽ αὐτὸ µένουν ἑνωµένοι µὲ τὸν Χριστὸ καὶ κρατοῦν καὶ τὸ ποίµνιο τοῦ Χριστοῦ ἑνωµένο. Οἱ διάφοροι ὅµως «λύκοι», ἀντὶ γιὰ ἅγιο Πνεῦµα καὶ φωτισµό, ἔχουν µέσα τους τὴν πονηρία καὶ τὰ πάθη τους. Στὴ χειρότερη περίπτωση, εἰσέρχονται στὸ ποίµνιο, γιὰ νὰ «θύσουν καὶ ἀπολέσουν», ὄντες ὄχι ποιµένες, ἀλλὰ «κλέπται» (Ἰωάν. ι´ 10). Ἔτσι, δὲν βλέπουν τὴν ἀποστολή τους ὡς συνεχῇ προσφορὰ καὶ θυσία ὑπὲρ τοῦ ποιµνίου, ἀλλὰ ὡς στάδιο κοσµικῆς καριέρας καὶ κέρδους. Στὴν καλύτερη περίπτωση, µπορεῖ νὰ ἔχουν τὴ θέληση νὰ ἐργασθοῦν γιὰ τὸ ποίµνιο. ∆ὲν µποροῦν ὅµως νὰ τοῦ προσφέρουν κάτι, γιατί µέσα τους δὲν ἔχουν αὐτὸ ποὺ πρέπει νὰ προσφέρουν, Πνεῦµα δηλαδὴ Ἅγιο καὶ Ἀλήθεια. Εἶναι ἴσως ἠθικοὶ (ἐξωτερικὰ) - καὶ γι᾽ αὐτὸ ἀσφαλῶς καὶ ἠθικολόγοι, ποὺ µαστιγώνουν ἀνελέητα τὴν διαφθορὰ τῶν ἄλλων. ∆ὲν εἶναι ὅµως (ἐσωτερικὰ) κεκαθαρµένοι καὶ φωτισµένοι, καὶ γι᾽ αὐτὸ δὲν µποροῦν νὰ γίνουν ποτὲ γιατροί, ἀλλὰ µένουν ἀδέξιοι «κοµπογιαννίτες», ποὺ ἠθικολογοῦν, ἀλλὰ δὲν ὁδηγοῦν στὴν θεραπεία τὸ ποίµνιό τους, κρατώντας το στὸ ἐπίπεδο τῆς εἰδωλολατρίας καὶ ἀθεΐας. Εἰδωλολατρίας, γιατί τὸ µαθαίνουν νὰ θαυµάζει καὶ νὰ πιστεύει στὸν «ἐνάρετο» καὶ «καθαρὸ» ἑαυτό του (πρβλ. τοὺς «πεποιθότας ἐφ᾽ ἑαυτοῖς» Φαρισαίους, Λουκ. ιη´ 9)· καὶ «ἀθεΐας», γιατί, µὴ προχωρώντας διὰ τῆς ἐσωτερικῆς καθάρσεως στὸν ἁγιοπνευµατικὸ φωτισµό, δὲν γνωρίζει ποτὲ τὸν Ἀληθινὸ Χριστὸ καὶ µένει στὸ σκοτάδι τῆς τυπολατρίας.
Μόνον ο Ἅγιοι Πατέρες
ὅλων τῶν αἰώνων, ὡς γνήσιοι Ποιµένες, συνεχίζουν τὸ ἔργο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, καὶ ἐφαρµόζουν τὶς ὁδηγίες του γιὰ τὴν προφύλαξη τῆς Ποίµνης τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τοὺς διαφόρους λύκους. Μὲ τὸν θεῖο Λόγο καὶ τὴν «σφενδόνα τοῦ Πνεύµατος» ἀποµακρύνουν «τοὺς βαρεῖς καὶ λοιµώδεις λύκους». Μὲ τὴν ἀνύστακτη φροντίδα τους καὶ τὰ δάκρυα τῆς ἀγάπης τους νουθετοῦν, παρακαλοῦν, διορθώνουν. Βλέποντας τὴν Ἐκκλησία ὡς Ποίµνη τοῦ Χριστοῦ - καὶ ὄχι δική τους- δὲν ἐπιβαρύνουν κανένα, ἀλλὰ προσφέρουν στὸ Ποίµνιο τὰ πάντα, πνευµατικὰ καὶ ὑλικά, ὅσα ἔχουν. Γίνονται αὐτοὶ φτωχοὶ (ὑλικά), γιὰ νὰ πλουτίζουν πνευµατικὰ τοὺς ἄλλους. Μποροῦν νὰ διακηρύττουν: «ἀργυρίου ἢ χρυσίου ἢ ἱµατισµοῦ οὐδενὸς ἐπεθύµησα». Πλούσιοι σὲ Πνεῦµα, βλέπουν τὰ ὑλικὰ ὡς µέσο διακονίας τῶν πνευµατικῶν τους παιδιῶν καὶ ὄχι πλουτισµοῦ δικοῦ τους... Μιλοῦµε συχνὰ γιὰ λιµὸ πίστεως, γιὰ πτώση τῆς χριστιανικότητος στοὺς καιρούς µας. Εἶναι, γιατί, ἐνῶ εἴµαστε τόσο πλούσιοι σὲ «λύκους», εἴµαστε τόσο φτωχοὶ δυστυχῶς σὲ ποιµένες.




Ορθόδοξος Τύπος, 22/5/2015

0 comments:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top