Κυριακή 20 Σεπτεμβρίου 2015

Αρχιμ. Παύλος Δημητρακόπουλος, Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦ παναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ. (3ον)


Εν Πειραιεί τη 20η Σεπτεμβρίου 2015

Ἡ προετοιμαζόμενη Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος πιστὴ διάκονος τοῦπαναιρετικοῦ Οἰκουμενισμοῦ

(Προσδοκίες-Ἱστορικὴ πορεία-Γενικὲς Ἐκτιμήσεις-Συμπεράσματα)

Ἀρχ. Παύλου Δημητρακοπούλου,
Διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου Αἱρέσεων καὶ Παραθρησκειῶν
Ἱερᾶς Μητροπόλεως Πειραιῶς
(3ον)

Προσυνοδικές Διασκέψεις

Τὸ 1976 συνεκλήθη ἡ Α΄ Πανορθόδοξος Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, στὸ ἐν Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, ἡ ὁποία ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες, πλήν τῆς Γεωργιανῆς.
Ἡ Διάσκεψη, κατόπιν μακρῶν συζητήσεων, προχώρησε σὲ ἀναθεώρηση τοῦ καταλόγου τῶν θεμάτων τῆς Α΄ Πανορθοδόξου Διασκέψεως τῆς Ρόδου, (1961), καὶ ἀπὸ τὰ θέματα αὐτὰ ἐπέλεξε μόνο δέκα, γιὰ τὴ μέλλουσα νὰ συγκληθεῖ Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδο, τὰ ἑξῆς: 1) Ὀρθόδοξος Διασπορά, 2) Τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 3) Τὸ Αὐτόνομον καὶ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 4) Δίπτυχα, 5) Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἡμερολογίου, 6) Κωλύματα γάμου, 7) Ἀναπροσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, 8) Σχέσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον, 9) Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, 10) Συμβολὴ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων.
Ἐπίσης ἡ Διάσκεψη προχώρησε σὲ γενικὴ ἐπισκόπηση καὶ ἀξιολόγηση τῆς πορείας τῶν σχέσεων καὶ τῶν διαλόγων μὲ τὶς ἄλλες χριστιανικὲς ὁμολογίες καὶ τὸ Π.Σ.Ε. (Παγκόσμιο Συμβούλιο τῶν Ἐκκλησιῶν), καὶ ἀπεφάσισε τὴν περαιτέρω προώθηση τους. Τὸ ἐκπληκτικὸ ὅμως εἶναι ὅτι δὲν περιορίσθηκε μόνο σὲ διαχριστιανικοὺς διαλόγους, ἀλλὰ προχώρησε ἀκόμη περισσότερο, στὴν υἱοθέτηση καὶ προώθηση καὶ διαθρησκειακῶν διαλόγων: «Ἡ Διάσκεψις ἐκφράζουσα τὴν ἐπιθυμίαν τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας νὰ συμβάλῃ εἰς τὴν διαθρησκειακὴν συνεννόησιν καὶ  συνεργασίαν, δι’ αὐτῆς δὲ εἰς τὴν ἀπάλειψιν τοῦ φανατισμοῦ ἀπὸ πάσης πλευρᾶς καὶ τοιουτοτρόπως εἰς τὴν συμφιλίωσιν τῶν λαῶν καὶ τὴν ἐπικράτησιν τῶν ἰδεωδῶν τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς εἰρήνης εἰς τὸν κόσμον πρὸς ἐξυπηρέτησιν τοῦ συγχρόνου ἀνθρώπου, ἀνεξαρτήτως φυλῆς καὶ θρησκεύματος, ἀπεφάσισεν, ὅπως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία συνεργασθῇ πρὸς τοῦτο μετὰ τῶν ἄλλων ἐκτὸς τοῦ Χριστιανισμοῦ θρησκευμάτων».[1] 
Τὸ 1982 συνεκλήθη ἡ Β΄ Πανορθόδοξος Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, στὸ ἐν Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, ἡ ὁποία ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἡ Διάσκεψη αὐτὴ ἀσχολήθηκε μὲ ὁρισμένα μόνο ἀπὸ τὰ δέκα θέματα,  στὰ ὁποῖα κατέληξε ἡ προηγούμενη Α΄ Προσυνοδική, τὰ ἑξῆς: 1) Κωλύματα Γάμου, 2) Ἀναπροσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, 3) Τὸ ζήτημα τοῦ κοινοῦ ἡμερολογίου. Ἀσχολήθηκε ἐπίσης καὶ μὲ ἕνα ἔκτακτο θέμα, τὸ ὁποῖο δὲν περιλαμβάνεται στὸν κατάλογο τῶν δέκα θεμάτων καὶ τὸ ὁποῖο ἔθεσε πρὸς συζήτηση ἡ Βουλγαρικὴ Ἐκκλησία, τὸ θέμα τοῦ καθορισμοῦ κατὰ πόσον εἶναι δυνατὸ στὸ μέλλον νὰ χειροτονοῦνται ἐπίσκοποι ἐκ μοναχῶν.
Σχετικὰ μὲ τὸ πρῶτο θέμα, τῶν κωλυμάτων τοῦ γάμου, ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ἡ Διάσκεψη προχώρησε σὲ καινοτομίες, διότι υἱοθέτησε κατ’ οἰκονομίαν τὴν τέλεση μικτῶν γάμων Ὀρθοδόξων μὲ ἑτεροδόξους καὶ ἑτεροθρήσκους, οἱ ὁποῖοι ὅμως ἀπαγορεύονται ρητὰ ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες:  Ὁ 14ος Κανὼν τῆς Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου ὁρίζει: «Ἐπειδὴ ἔν τισιν ἐπαρχίαις συγκεχώρηται τοῖς ἀναγνώσταις καὶ ψάλταις γαμεῖν, ὥρισεν ἡ Ἁγία Σύνοδος, μὴ ἐξεῖναί τινι αὐτῶν ἑτερόδοξον γυναῖκα λαμβάνειν ... μήτε μὴν συνάπτειν (τέκνον) πρὸς γάμον αἱρετικῷ, ἢ Ἰουδαίῳ, ἢ Ἕλληνι (εἰδωλολάτρῃ), εἰ μὴ ἄρα ἐπαγγέλλοιτο μετατίθεσθαι εἰς τὴν ὀρθόδοξον πίστιν τὸ συναπτόμενον πρόσωπον τῷ Ὀρθοδόξῳ». Ὁ 72ος Κανὼν τῆς Πενθέκτης ὁρίζει: «Μὴ ἐξέστω Ὀρθόδοξον ἄνδρα αἱρετικῇ συνάπτεσθαι γυναικί, μήτε μὴν αἱρετικῷ ἀνδρὶ γυναῖκα ὀρθόδοξον συζεύγνυσθαι. Ἀλλ’ εἰ καὶ φανείη τι τοιοῦτον ὑπό τινος τῶν ἁπάντων γινόμενον, ἄκυρον ἡγεῖσθαι τὸν γάμον, καὶ τὸ ἄθεσμον διαλύεσθαι συνοικέσιον». (Πρβλ. καὶ 10ον καὶ 31ον τῆς ἐν Λαοδικείᾳ, καὶ 29ον τῆς ἐν Καρθαγένῃ).
Ὡς πρὸς τὸ δεύτερο θέμα τῆς νηστείας ἡ Διάσκεψη δὲν κατέληξε σὲ κάποιες ἀποφάσεις, ἀλλὰ παρέπεμψε τὸ θέμα πρὸς ἐπανεξέταση στὴν ἑπομένη Γ΄ Προσυνοδική Διάσκεψη , ἀφοῦ  προηγουμένως μελετηθεῖ ἀπὸ Διορθόδοξο ΠροπαρασκευαστικὴἘπιτροπή. Τὸ τρίτο θέμα, τοῦ ἡμερολογιακοῦ  ζητήματος, συζητήθηκε ἐν ἀναφορᾷ καὶ πρὸς τὸ ἄλλο συναφὲς θέμα τοῦ κοινοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα σὲ ὁρισμένη Κυριακὴ ἀπὸ ὅλους τοὺς Χριστιανούς, Ὀρθοδόξους καὶ ἑτεροδόξους. Ἡ Διάσκεψη κατέληξε, μεταξὺ ἄλλων, στὸ συμπέρασμα ὅτι «τὸ θέμα, πολὺ πέραν τῆς ἐπιστημονικῆς ἀκριβείας, εἶναι θέμα ἐκκλησιολογικῆς αὐτοσυνειδησίας τῆς μιᾶς καὶ ἀδιαιρέτου Ὀρθοδοξίας, τῆς ὁποίας ἡ ἑνότης κατ’ οὐδένα λόγον ἢ τρόπον πρέπει νὰ διασαλευθῇ», καὶ ὅτι «ὁ πιστὸς λαὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι  ἀνέτοιμος, ἢ τουλάχιστον ἀπροπαράσκευος καὶ ἀπληροφόρητος, διὰ νὰ ἀντιμετωπίσῃ καὶ δεχθῇ μίαν ἀλλαγὴν εἰς τὸ θέμα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ Πάσχα».[2]
Τὸ 1986 συνεκλήθη ἡ Γ΄ Πανορθόδοξος Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, στὸ ἐν Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, ἡ ὁποία καὶ αὐτὴ ἐκπροσωπήθηκε ἀπὸ ὅλα τὰ Πατριαρχεῖα καὶ τὶς Αὐτοκέφαλες Ἐκκλησίες. Ἡ Διάσκεψη μεταξὺ ἄλλων ἀσχολήθηκε μὲ τέσσερα ἀκόμη θέματα ἀπὸ τὴ θεματολογία τοῦ καταλόγου τῶν δέκα θεμάτων τῆς Α΄ Προσυνοδικῆς, τὰ ἑξῆς: 1) Ἀναπροσαρμογὴ τῶν περὶ νηστείας ἐκκλησιαστικῶν διατάξεων, 2) Σχέσεις Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον,  3) Ὀρθοδοξία καὶ Οἰκουμενικὴ Κίνησις, 4) Συμβολὴ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν τῆς εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξὺ τῶν λαῶν, καὶ εἰς τὴν ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων. Στὴ συζήτηση τῶν τριῶν  τελευταίων θεμάτων ἐκφράσθηκαν δυστυχῶς θέσεις καὶ ἐλήφθησαν ἀποφάσεις ξένες πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη Παράδοση, ποὺ ἀπηχοῦν τὸ πνεῦμα τοῦ θρησκευτικοῦ συγκρητισμοῦ καὶ τὴν ἰδεολογία τῆς συγχρόνου παναιρέσεως τοῦ Διαχριστιανικοῦ καὶ Διαθρησκειακοῦ Οἰκουμενισμοῦ. Ἐκτενέστερο σχολιασμὸ ἐπὶ τῶν θέσεων καὶ ἀποφάσεων τῆς Γ΄ Προσυνοδικῆς θὰ ἐπιχειρήσουμε στὸ ἑπόμενο κεφάλαιο, τὸ ἀναφερόμενο στὴ γενικὴ ἀξιολόγηση τῆς μέχρι σήμερα πορείας τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου. Στὴν Γ΄ Πανορθόδοξο Προσυνοδικὴ ἐνεκρίθη ἐπίσης ἡ ἡμερήσια Διάταξη τῆς Δ΄  Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς, ἡ ὁποία ἐπρόκειτο νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὰ ὑπόλοιπα τέσσερα θέματα τοῦ καταλόγου, τὰ ἑξῆς: 1) Ὀρθόδοξος Διασπορά, 2) Τὸ Αὐτοκέφαλον καὶ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 3) Τὸ Αὐτόνομον καὶ τρόπος ἀνακηρύξεως αὐτοῦ, 4) Δίπτυχα. Ἡ σύγκληση τῆς Δ΄  Πανορθοδόξου Προσυνοδικῆς ὡστόσο δὲν ἔγινε στὸ ἄμεσο προσεχὲς μέλλον, ὅπως ἦταν ἀναμενόμενο, ἀλλὰ μὲ μεγάλη καθυστέρηση 23 ἐτῶν. Πραγματοποιήθηκε δηλαδὴ μόλις τὸ 2009, στὸ Ὀρθόδοξο Πατριαρχικὸ Κέντρο, στὸ Σαμπεζὺ τῆς Γενεύης, καὶ ἀσχολήθηκε μὲ ἕνα καὶ μόνο θέμα, τῆς  Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς. Ἡ ἀνακοπὴ τῆς προπαρασκευαστικῆς διαδικασίας στὴ δεκαετία τοῦ 90 ὀφείλεται στὴ σοβαρὴ ἐπιδείνωση τῶν διμερῶν σχέσεων μεταξὺ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ τοῦ Πατριαρχείου τῆς Ρωσίας, ἡ ὁποία ἔφθασε μάλιστα γιὰ ἕνα διάστημα μέχρι διακοπῆς τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο Ἐκκλησιῶν, καὶ ὀφείλεται στὴ διαφωνία, ἡ ὁποία προέκυψε ἐξ αἰτίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος τῆς αὐτονομίας τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθονίας. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τακτοποιήθηκε τελικὰ στὴ Σύναξη τῶν Προκαθημένων τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν, τὸ 2008, μὲ τὸν ἀποκλεισμὸ τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἐσθονίας ἀπὸ τὶς Προσυνοδικὲς καὶ Πανορθόδοξες Διασκέψεις.
Ἡ Δ΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη τοῦ 2009 κατέληξε σὲ κάποια συμφωνία, στὸ ἀκανθῶδες ζήτημα τῆς Ὀρθοδόξου Διασπορᾶς, ἐπὶ τῇ βάσει μελετῶν τοῦ θέματος ἀπὸ Διορθόδοξες Προπαρασκευαστικὲς Ἐπιτροπές, τὸ 1990, τὸ 1993, καὶ ἀπὸ  Συνέδριο Κανονολόγων, τὸ 1995. Ὅπως ἀναφέρεται στὸ κοινὸ ἀνακοινωθέν, ἡ Διάσκεψη ἀναγνωρίζει κατ’ ἀρχήν, ὅτι ἡ παροῦσα κατάσταση στὴν Ὀρθόδοξη Διασπορά,  κατὰ τὴν ὁποίαν ὑφίστανται πλέον τοῦ ἑνὸς ἐπίσκοποι στὸν αὐτὸν τόπον ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία καὶ τοὺς ἱεροὺς Κανόνες, (βλ. Καν. 8 Α΄ Οἰκουμενικῆς), ὡστόσο γιὰ λόγους ποιμαντικοὺς ἡ ἄμεση μετάβαση στὴν κανονικὴ κατάσταση δὲν εἶναι δυνατή. Γι’ αὐτὸ καὶ ἀποφάσισε ὡς μεταβατικὸ στάδιο τὴν ἵδρυση Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων κατὰ γεωγραφικὲς περιοχές, οἱ ὁποῖες μάλιστα καθορίστηκαν ἀπὸ τὴν Διάσκεψη. Πρόεδροι τῶν Συνελεύσεων, θὰ εἶναι «οἱ πρῶτοι ἐκ τῶν ἐπισκόπων τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἐν ἀπουσίᾳ δὲ αὐτῶν οἱ ἑπόμενοι κατὰ τὴν τάξη τῶν Διπτύχων τῶν Ἐκκλησιῶν». Μέλη τῶν Συνελεύσεων θὰ εἶναι ὅλοι οἱ ἀναγνωρισμένοι ὡς κανονικοὶ ἐπίσκοποι, καὶ ἀποστολὴ τῶν Συνελεύσεων θὰ εἶναι «ἡ ἀνάδειξη καὶ προαγωγὴ τῆς ἑνότητας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ κοινὴ ποιμαντικὴ διακονία τῶν ὀρθοδόξων πιστῶν τῆς περιοχῆς καὶ ἡ ἀπὸ κοινοῦ μαρτυρία αὐτῶν πρὸς τὸν κόσμο». Οἱ ἀποφάσεις τῶν Συνελεύσεων θὰ λαμβάνονται ὁμόφωνα. Ἡ Δ΄ Προσυνοδικὴ ἐνέκρινε ἐπίσης σχέδιο Κανονισμοῦ λειτουργίας τῶν Ἐπισκοπικῶν Συνελεύσεων καὶ ἀπεφάσισε νὰ τεθοῦν ἀμέσως σὲ λειτουργία, πράγμα τὸ ὁποῖο καὶ ἔγινε.
Τὸν Δεκέμβριο τοῦ 2009 συζητήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ ἀπὸ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ τὸ θέμα τοῦ Αὐτονόμου. Ἡ Ἐπιτροπὴ κατέληξε σὲ κάποιο κείμενο, τὸ ὁποῖο πρόκειται νὰ μελετηθεῖ στὴν προσεχῆ Πανορθόδοξο Ε΄ Προσυνοδική, ἡ ὁποία ἀναμένεται νὰ συγκληθεῖ τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 2015. Τὸν Φεβρουάριο τοῦ 2011 συζητήθηκε ἀπὸ τὴ Διορθόδοξη Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπὴ καί τὸ θέμα τῶν Ἱερῶν Διπτύχων, χωρὶς νὰ ὑπάρξει συμφωνία. Καμία συμφωνία ἐπίσης δὲν ὑπῆρξε μέχρι σήμερα καὶ στὸ θέμα τοῦ Αὐτοκεφάλου.
Ἡ Προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, ποὺ συνῆλθε στὸ Σαμπεζύ τον Φεβρουάριο τοῦ 2015 ἀσχολήθηκε μὲ ζητήματα ἐπικαιροποίησης τῶν θεμάτων: 1. «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὴν Οἰκουμενικὴν Κίνησιν», 2. «Σχέσεις τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πρὸς τὸν λοιπὸν χριστιανικὸν κόσμον», 3. Συμβολὴ τῶν κατὰ τόπους Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν εἰς τὴν ἐπικράτησιν τῶν χριστιανικῶν ἰδεωδῶν της εἰρήνης, τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἀδελφοσύνης καὶ τῆς ἀγάπης μεταξύ των λαῶν καὶ ἄρσιν τῶν φυλετικῶν διακρίσεων». Τὰ θέματα αὐτὰ εἶχαν ἐγκριθεῖ ἤδη ἀπὸ τὴν Γ΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, (1986). Καὶ τὰ τρία θέματα παρεπέμφθησαν πρὸς τελικὴ ἔγκριση στὴν προσεχῆ Ε΄ Προσυνοδικὴ Διάσκεψη, (Ὀκτώβριος 2015). Ἡ Ἐπιτροπὴ δὲν ἀσχολήθηκε ὅμως μὲ τὰ καυτὰ θέματα τοῦ Αὐτοκεφάλου καὶ τῶν Διπτύχων,  τὰ ὁποῖα σύμφωνα με νεώτερες πληροφορίες θά ἀποκλειστοῦν ἀπὸ τὴν θεματολογία  τῆς Ἁγίας καὶ μεγάλης Συνόδου. (Συνεχίζεται)



[1] Μητροπολίτου πρώην Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ, Πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην  Σύνοδον, Προβλήματα καὶ προοπτικαί, Ἀθῆναι 1990, σελ. 29. 
[2] Μητροπολίτου πρώην Ἑλβετίας Δαμασκηνοῦ, Πρὸς τὴν Ἁγίαν. . ., ὅ.π.  σελ.39-40.

Ἐπικήδειος στὸν πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο

Εἰσαγωγικὸ σημείωμα ἐπιμελητοῦ

ΜΕ συντριβή, ἀλλὰ καὶ παλμὸ Χριστιανικῆς Ἐλπίδος, τὸ ἀπορφανισθὲν ἡρωϊκὸ καὶ μαρτυρικὸ Ποίμνιο τῆς Γνησίας Ὀρθοδοξίας προέπεμψε τὸν ἀκατάβλητο Ὁμολογητὴ καὶ Ἡγέτη του Ἅγιο Πρόεδρο πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομο Καβουρίδη (+7.9.1955 π.ο.η.) στὴν τελευταία κατοικία του. Ἐπὶ 20ετίαν ὅλην, παρὰ τὸ βάρος τῆς ἡλικίας του, τὶς δεινὲς ἱστορικὲς συγκυρίες καὶ τὶς ἀπίστευτες δοκιμασίες ἐξωτερικοῦ ἀπηνοῦς διωγμοῦ καὶ ἐσωτερικοῦ θλιβεροῦ σπαραγμοῦ, ὁ ἀνυποχώρητος Πρωθιεράρχης παρέμεινε σταθερὸς ἐπὶ τὴν Πέτραν τῆς Πίστεως, γιὰ νὰ λάβη παρὰ τοῦ μισθαποδότου Σωτῆρος ἡμῶν Χριστοῦ τὸν ἀμαράντινον τῆς Νίκης Στέφανον.

floriniskhdeia

Ἡ Ἐξόδιος Ἀκολουθία του στὸν ἱστορικὸ Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὴν Κυψέλη Ἀθηνῶν ἦταν ἕνας θρίαμβος. Δεκάδες Κληρικῶν καὶ χιλιάδες πιστοῦ λαοῦ, μὲ δάκρυα λύπης καὶ ἐγκαρτερήσεως, ἀνάμικτα μὲ τὴν ἱκανοποίησι καὶ πληροφορία τῆς παρὰ Θεοῦ δικαίας ἀνταποδώσεως πλουσίου ἐλέους καὶ χάριτος στὸν Ἀγωνιστὴ τῆς Ὀρθοδοξίας ἐκλεκτὸ δοῦλο καὶ οἰκονόμο Του Χρυσόστομο Ἀρχιερέα, ἀπέδωσαν ἐγκάρδιο ἀσπασμὸ στὸ ἱερὸ Λείψανο, πρὶν ἀπὸ τὴν Ταφή του στὴν Ἱερὰ Μονὴ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου Θρακομακεδόνων Ἀττικῆς.

Ἐκφωνήθηκαν ἐκλεκτοὶ λόγοι καὶ προσφωνήσεις στὸν σεπτὸ Νεκρό. Ὁ κύριος Λόγος ἐκφωνήθηκε ἐκ μέρους τοῦ ἱεροῦ Κλήρου ἀπὸ τὸν δραστήριο καὶ φλογερὸ συνεργάτη τοῦ ἐκλιπόντος Ἀρχιμανδρίτη Χρυσόστομο Νασλίμη ἐκ Βόλου, τὸν μετέπειτα κατασταθέντα Ἐπίσκοπο Μαγνησίας (+1973). Πρόκειται γιὰ ἕνα ξεχύλισμα ψυχῆς, μὲ ρητορικότητα καὶ ζωντάνια μοναδική. Δι’ αὐτοῦ, ὁ ἀοίδιμος Πρωθιεράρχης βρῆκε ὄντως ἄξιο ἐγκωμιαστή, τὸν ὁποῖον ὅσο ζοῦσε περιέβαλε μὲ ἔκδηλη ἐκτίμησι, ἀγάπη καὶ ἐμπιστοσύνη. Εἶναι προφανές, ὅτι ἡ καρδιακὴ σχέσις του, σφραγισμένη ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ, ἔδιδε σὲ ἀμφοτέρους ψυχικὴ δύναμι καὶ εὐαισθησία, ποὺ ἐκφραζόταν μὲ ἀγάπη καὶ εἰλικρίνεια.

Εἴθε ἡ εὐχὲς ἀμφοτέρων νὰ μᾶς στηρίζουν στὸν ἀγῶνα τὸν καλόν, ἡ δὲ μνήμη Αὐτῶν εἴθε νὰ εἶναι αἰωνία καὶ ἀγήρως!

florinisvolos
Ὁ πρώην Φλωρίνης Χρυσόστομος κατὰ τὰ Ἐγκαίνια τοῦ παλαιοῦ Ναοῦ Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου στὸν Βόλο, μετὰ τοῦ τότε Ἀρχιμανδρίτου Χρυσοστόμου Νασλίμη, τὸ ἔτος 1949. Διακρίνεται μόλις καὶ ὁ ἕτερος Ἀρχιμανδρίτης τοῦ Βόλου τὴν ἐποχὴ ἐκείνη Ἐφραὶμ Καραγιάννης.


Ὁ Λόγος τοῦ Ἀρχιμανδρίτου κ. Χρυσοστόμου Νασλίμη

«Μακάριοι οἱ νεκροὶ οἱ ἐν Κυρίῳ ἀποθνήσκοντες ἀπ’ ἄρτι· ναί, λέγει τὸ Πνεῦμα, ἵνα ἀναπαύσωνται ἐκ τῶν κόπων αὐτῶν, τὰ γὰρ ἔργα αὐτῶν ἀκολουθεῖ μετ’ αὐτῶν»
(Ἀποκ. 15, 13)
Θεοφιλὴς Ὁμήγυρι,
Καὶ πάντα μὲν τὰ αἰφνίδια καὶ ἀπροσδόκητα γεγονότα παρέχουσιν ἡμῖν αἰτίαν, ἵνα πολλὰ διδαχθῶμεν τὰ ὠφέλιμα περὶ τῆς ματαιότητος καὶ ἀσταθείας τῆς παρούσης ζωῆς πραγμάτων· τοῦ θανάτου δὲ ὁ σμερδαλέος κεραυνὸς εἴπερ τι καὶ ἄλλο, ἐκτὸς τῶν μερικῶν ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πληγέντος τραυμάτων, δημιουργεῖ καὶ πολλὰ ἄλλα γενικωτέρας σημασίας ἀτυχήματα καὶ ἀφήνει κενὰ ὄντως δυσαναπλήρωτα.

Τὰς ὀδυνηρὰς συνεπείας ἑνὸς τοιούτου ἀπροσδοκήτου ἀτυχήματος ἐμβρόντητοι αἰθανόμεθα σήμερον καὶ ἡμεῖς. Τὸ θλιβερὸν ἄγγελμα τοῦ θανάτου τοῦ Πνευματικοῦ ἡμῶν Πατρὸς καὶ Ποιμενάρχου διὰ παντὸς τρόπου τοῖς μακρὰν καὶ τοῖς ἐγγὺς μεταδοθέν, συνήγαγεν ἡμᾶς σήμερον ἐπὶ τὸ αὐτὸ ἐν τῷ ἱερῷ τούτῳ Ναῷ, ἵνα τὸ τελευταῖον κατασπαζόμενοι τὸ ἱερὸν αὐτοῦ Σκῆνος, δεχθῶμεν ἐν νεκρικῇ σιγῇ τὰς θεοπειθεῖς αὐτοῦ πατρικὰς εὐχὰς καὶ εὐλογίας.

Εἰς ἐμὲ δέ, «τὸν ἐλάχιστον ἐν ἀδελφοῖς καὶ μικρότερον ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ πατρός μου», ἔλαχεν ὁ ἄχαρις κλῆρος, ἵνα ἀπευθύνω, ὡς ἐκπρόσωπος τῶν ἐν Κυρίῳ Συλλειτουργῶν, τὸν ὕστατον υἱκὸν χαιρετισμὸν καὶ προπέμψω τὸν κοινὸν Πατέρα εἰς τάφον, ἐν συνοχῇ αἱμασσούσης καρδίας, ἐπιστέφων τὴν ἱεραρχικὴν αὐτοῦ κορυφὴν δι’ ὀλίγων καὶ ἁπλῶν τινων ἀποχαιρετιστηρίων ρημάτων, ἅτινα ὡς ἄνθη εὐτελῆ ἐκ τοῦ πενιχροῦ τῆς διανοίας μου ἀγροῦ θὰ συλλέξω.

Ἀλλὰ τίς ἡ θέα αὕτη; Μήπως ἀπατῶμαι; Μήπως εἰς παραίσθησιν περιῆλθον; Μήπως ὅραμα βλέπω καὶ φενάκην ἀντικρύζω; Μήπως ἐξέστην; Εἶναι πράγματι Ἐκεῖνος, καὶ ὄντως ὁ τέως εὔλαλος καὶ ἡδύλαλος νῦν ἄλαλος; Ὁ ἀεικίνητος, ἀκίνητος; Ὁ ἀήτττητος, πεπτωκώς; Ὁ περιφρονητὴς τοῦ θανάτου, νεκρός; Ὁ πυρίπνους, ἄπνους;
Ἀμφιβάλλων εἰς ἑαυτὸν ἐρωτῶ καὶ ὑμᾶς τοὺς ἐνταῦθα ἐν ἱερᾶ ὁμηγύρει συναχθέντας· ἄρα νεκρὸς ὁ ἀείποτε ἐν Κυρίῳ ζῶν, κἄν πολλάκις τοῦ σώματος ὁ θάνατος αὐτὸν ἀπειλῶν, ἀλλὰ νὰ ἐγγίσῃ αὐτὸν μὴ τολμῶν;

Τὴν θλιβερὰν καὶ ὀδύνης ἀνάμεστον εἴδησιν λαβὼν ἔσπευσα ἀσθμαίνων, ἱδρῶτι κρύῳ καὶ ἀκατασχέτῳ περιρρεόμενος, καὶ διὰ νυκτὸς ταξιδεύων ἀπὸ τὴν πόλιν τοῦ Βόλου, τὴν τέως τόσον αὐστηρῶς ὑπὸ τῆς θείας παιδαγωγικῆς ράβδου μαστιχθεῖσαν [σ.ἐπ.: στὸν Βόλο τὸ ἔτος ἐκεῖνο συνέβη καταστρεπτικὸς σεισμός], ἐγκαταλείψας ἐκεῖ τὰ ἐρείπια καὶ τὴν πολυστένακτον συμφορὰν τῶν ἀδελφῶν, ἵνα ἐνταῦθα ἰδίαις αἰσθήσεσιν ἀντικρύσω τὴν νέαν συμφοράν, τὴν ἐκείνης δεινοτέραν, τὴν ὄχι μίαν πόλιν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν πάτριον γῆν καὶ τὴν Ἐκκλησίαν ἀνεπανορθώτως πλήξασαν.
Τίς λοιπὸν οὗτος ὁ βέλει θανάνου τρωθείς; Τίς ὁ ἀρχιερατικῇ στολῇ περικοσμούμενος καὶ σιγῇ νεκρικῇ ἀναισθητῶν; Τίς ὁ ἀγγελοειδὴς τὴν μορφὴν κἄν τὴν νέκρωσιν τῆς σαρκὸς φέρων;

Τίς ὁ τασαύτῃ αἴγλῃ ἱερᾷ λαμπρυνόμενος καὶ πάλλευκος ψυχῇ τε καὶ σώματι ἐμφανιζόμενος; Συμμαρτυρεῖτε πάντες ὅτι εἶνε Ἐκεῖνος;

Ἄφετέ με λοιπὸν νὰ τιμήσω τὸν νεκρὸν υἱοπρεπῶς ἐν βαθείᾳ τῶν γονάτων κλίσει ψυχῆς τε καὶ σώματος, καὶ ἐν σιγῇ μᾶλλον ἤ ἐν λόγοις.

Προτιμοτέρα γὰρ πολλάκις σιγή, πολλὰ ἀλαλήτως κραυγάζουσα, ἤ λόγοι βροντώδεις τὸν ἀέρα πλήττοντες, πλὴν μηδὲν ἤ ἐλάχιστα πρεπωδῶς καὶ κατ’ ἀξίαν φθεγγόμενοι.
Πῶς νὰ τολμήσω τὸ ἐπιχείρημα; Παραλύει μου ἡ γλῶσσα, συσπῶνται τὰ χείλη, κλονοῦνται οἱ πόδες, τρέμουσιν αἱ χεῖρες, συστρέφονται τὰ σπλάγχνα, θολοῦται ὁ νοῦς, ὅταν ἀτενίσω τὸν Πατέρα νεκρόν, ὅταν συναισθανθῶ ἡμᾶς αὐτοὺς ὀρφανούς, τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας ἀκέφαλον, τὸ ποίμνιον ἀποίμαντον, τὴν ὁλκάδα ἀκυβέρνητον, τὸ στράτευμα ἀστρατήγητον. Ποῖαι ἄραγε ἐν προκειμένῳ αἱ κρίσεις τοῦ Θεοῦ; Ἄβυσσος πολλή! Ποῖον τὸ μέλλον ἡμῶν καὶ τῆς Ἐκκλησίας; Τί τάχ’ ἔστ’ αὔριον; Πῶς καὶ τίνι τρόπῳ ὁ ἱερὸς τῆς πατρώας εὐσεβείας ἀγὼν θέλει συνεχίσει τὴν σταθερὰν καὶ ἀμετάτρεπτον πορείαν του μετὰ τοῦ αὐτοῦ ζήλου καὶ ἀκαταβλήτου ἐγκαρδιώσεως;
Πλὴν ταῦτα οὐ τῆς παρούσης ὥρας.

«Καιρὸς παντὶ πράγματι», λέγει ἡ Γραφή.

Δὲν προτίθεμαι νὰ ἐκθέσω τὰ τῆς περιφανοῦς οἰκογενειακῆς καταγωγῆς τοῦ σήμερον εἰς Κύριον ἐκδημήσαντος, οὔτε τὰ τῆς ἀμφιλαφοῦς καὶ πολυμεροῦς ἐξωτερικῆς αὐτοῦ μορφώσεως, οὔτε τὴν κατὰ κόσμον ὑπερβάλλουσαν δόξαν καὶ τιμήν, ἧς παγκοίνως ἀπήλαυε μεθ’ ὅλων τῶν οἰκείων του, διότι τοῦτο ἴσως θ’ ἀπετέλει κοινοτοπίαν ἐξεζητημένην καὶ τετριμμένον σύνηθες ἐπικήδειον καὶ ἐπιτάφιον ἐγκώμιον.

Πλὴν ἄν ταῦτα ὡς δευτερευούσης ὅλως σημασίας σιγῇ ἀντιπαρέλθω, τὸ καθῆκον ὅμως μοὶ ἐπιβάλλει νὰ διακηρύξω, ὅτι ἡ ζωή του ὁλόκληρος τὸν ἀπέδειξεν ἐν τοῖς ὑστέροις τούτοις χαλεποῖς χρόνοις ὡς τὸν κατάλοιπον ὄντως τῆς ἀρετῆς καὶ τῆς εὐσεβείας, καὶ ὅτι ἡ δύουσα βιοτή του θὰ ἐγείρῃ στήλην φωτοδότιδα καθοδηγοῦσαν τὰς ἐπερχομένας γενεὰς εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος τῆς πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν πλησίον ἀκραιφνοῦς ἀγάπης. Καὶ πράγματι. Τί πλέον σήμερον ν’ ἀναμνησθῶμεν;

Τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀνδρὸς τὸν ἀκέραιον, τὸν ἄκακον, τὸν στερέμνιον καὶ ἀμετάθετον, τὸν ἐν πειρασμοῖς ἀδαμάντινον, τὸν φιλάγαθον, τὸν εἰλικρινῆ, τὸν δίκαιον, τὸν ἀνιδιοτελῆ, τὸν ἀνώτερον φροντίδων κοσμικῶν καὶ χαμαιζήλων παθῶν, τὸν ἀνεξίκακον, τὸν ἔμπλεων ἀγάπης οὐ μόνον πρὸς τοὺς οἰκείους καὶ φίλους, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ διώκτας αὐτοῦ καὶ ψευδαδέλφους ὑστεροβούλους καὶ συκοφάντας, ἤ τὸν Πατέρα τὸν στοργικόν, τὸν Ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας τὸν καλόν, τὸν ἀείποτε ὑπὲρ τοῦ θεολέκτου ποιμνίου του θυσιαζόμενον, τὸν ἐν ταῖς Γραφαῖς τρανὸν ἐξηγητήν, τὸν ἐν τοῖς Κανόσι ἀκριβῆ ἑρμηνευτήν, τὸν ἐν ταῖς Ἐκκλησιαστικαῖς Παραδόσεσι καὶ ὀρθοδόξοις ἤθεσιν ἐπιμελέστατον τηρητήν, τὸν ὑπὲρ Ὀρθοδοξίας καὶ Ὀρθοπραξίας πολλὰ διδάξαντα καὶ ποιήσαντα;

Ναί. Οὗτος εἴπερ τις καὶ ἄλλος ὁμόσχημός τε καὶ ὁμότιτλος ὑπὲρ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ποιμνίου του «ἐν κόποις περισσοτέρως, ἐν πληγαῖς ὑπερβαλλόντως, ἐν δικαστηρίοις καὶ φυλακαῖς καὶ πικραῖς ἐξορίαις πολλάκις», ἐν πτωχείᾳ καὶ στερήσει, ἐν ὕβρει, μυκτηρισμῷ καὶ χλεύει, ἐκ τῶν ἔσω καὶ τῶν ἔξω, πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως δεινοπαθῶν καὶ θέατρον ἀνθρώποις καὶ ἀγγέλοις γενόμενος, συχνάκις τὰ δηλητηριώδη βέλη ἐκ τῶν νώτων καὶ ἐξ οἰκείων δεχόμενος, τὰ ὡς εἰκὸς ὀδυνηρότερον τραυματίζοντα.

Τίνος ἄλλου συγχρόνου Ποιμενάρχου ἡ πολυμερὴς δρᾶσις ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἔχει νὰ ἐπιδείξῃ τοσαύτην καὶ τοιαύτην ἔκτασιν; Τίνος ἄλλου ἥρωος ἐθνικοῦ καὶ ἐκκλησιαστικοῦ οἱ πολυετεῖς ἀγῶνες καὶ αἱ θυσίαι, αἱ μέχρις ἐσχάτων ἐξικνούμεναι, ἔχουσι σήμερον τὸν ἐφάμιλλον καὶ ἰσοστάσιον;

Ὄντως· οὐ μόνον τῶν Ἀποστόλων, διὰ τῆς Ἀρχιερωσύνης, τῶν θρόνων διάδοχος, ἀλλὰ καὶ τῶν τρόπων ἐκείνων μέτοχος καὶ κατὰ πάντα μιμητὴς ἐγένετο, τὰ στίγματα τοῦ Κυρίου ἐν τῷ σώματι αὑτοῦ περιφέρων, ἀείποτε εἰς κινδύνους καὶ εἰς θάνατον διὰ Ἰησοῦν παραδιδόμενος, καὶ στεφανίτης μάρτυς τῇ προαιρέσει καὶ θεῖος τῆς πίστεως Ὁμολογητής, καὶ τρανόφθογγος τῆς ἀληθείας καὶ τῆς δικαιοσύνης ἀπολογητὴς ἀναδεινύμενος.

Τοῦτο μαρτυρεῖ ἡ Ἴμβρος, ἐπιβεβαιοῖ τὸ Μοναστήριον, διακηρύττει ἡ Φλώρινα, διαλαλοῦν αἱ Ἀθῆναι, σύμπασα ἡ Ἀττικὴ γῆ, καὶ ἅπασαι αἱ μεγαλοπόλεις τῆς Ἑλλάδος, αἵτινες ηὐτύχησαν νὰ δεχθῶσι τὰς Ποιμαντικὰς εὐλογίας του, ν’ ἀπολαύσωσι τῆς εὐφραδοῦς γλυκορρημοσύνης τῶν κατ’ ἰδίαν καὶ ἐπ’ Ἐκκλησίαις λόγων του, καὶ νὰ ἐντρυφύσωσιν εἰς τὰ πάμπολλα βαθυστόχαστα συγγράμματά του.

Καὶ ἤδη ὑπὸ τὸ βάρος τοῦ γήρατος καμφθεὶς καὶ νόσῳ δυσιάτῳ τρυχωθεὶς ἔκλινε πρὸς τὴν δύσιν καὶ συνέστειλε τὰς τηλαυγεῖς ἀκτῖνας εἷς ἐκκλησιαστικὸς ἀστὴρ τὰ πρώτιστα ἐν τῷ νοητῷ τῆς πατρώας εὐσεβείας στερεώματι φέρων, οὐχὶ βεβαίως ἵνα παντελῶς ἐκλείψῃ, ἀλλ’ ἵνα λαμπρότερον εἰς ἀνωτέρους οὐρανίους ὁρίζοντας ἀνατείλλῃ.

Κλίνωμεν οὖν γόνυ πρὸ τοῦ ἱεροῦ τούτου Λειψάνου καὶ μετ’ εὐλαβείας ἀτενίζοντες πρὸς αὐτὸ εἴπωμεν.

Σεπτὲ Νεκρέ,
Ἆρον τὸ ὕστατον κύκλῳ τοὺς ὀφθαλμούς Σου καὶ εἰδὲ τὰ τέκνα Σου.
«Ἥκασί σοι ἀπὸ βορρᾶ καὶ νότου καὶ θαλάσσης καὶ ἑώας», ἵνα προπέμψωσί Σε εἰς τὸν αἰώνιον ἐν Οὐρανοῖς ἐν Κυρίῳ σαββατισμὸν θρηνοῦντα τὴν στέρησίν Σου.
Δὸς οὖν ἡμῖν τοῖς τέκνοις Σου τὰς ὑστάτας πατρικὰς εὐλογίας Σου, δὸς τελευταῖον λόγον συμβουλῆς καὶ νουθεσίας, εἰπὲ ἡμῖν ποῦ καταλείπεις ἡμᾶς ὀρφανοὺς καὶ ἀποιμάντους, ποῖος ὁ Σὸς τοῦ θρόνου καὶ τῆς ποιμαντορίας διάδοχος;

Ἀλλ’ ἄς μὴ ταράσσωμεν τὴν γαλήνην τοῦ ὕπνου Σου, Σεπτὲ Νεκρέ. Πλήν, τῷ οὐρανίῳ νῦν Ἀρχιποίμενι σήμερον ἐμφανιζόμενος, καὶ τῆς θεαρέστου πολιτείας Σου τὴν δικαίαν ἀντιμισθίαν κομιζόμενος καὶ τῇ Ἀρχιερατικῇ Σου μεσιτείᾳ χρώμενος, αἴτησαι τὰ δέοντα καὶ σωτήρια ὑπὲρ ἡμῶν τῶν ἀπορφανισθέντων τέκνων Σου, ἅτινα ὑπόσχονταί Σοι, ὅτι θέλουσι συνεχίσει μετὰ τῆς αὐτῆς ὡς μέχρι τοῦδε ὑπομονῆς, ζήλου καὶ αὐταπαρνήσεως τὸν ἱερὸν τῆς εὐσεβείας ἀγῶνα, ὑπὲρ οὗ καὶ Σὺ μέχρι θανάτου ἐκακοπάθησας.

Ἄρωμεν ἤδη, εὐσεβὴς ὁμήγυρι, χεῖρας ἱκέτιδας καὶ εὐχηθῶμεν, ὅπως ὁ νεκρῶν καὶ ζώντων Κυριεύων δεχθῇ τὴν ψυχὴν τοῦ πολύτλαντος τούτου τῆς Ὀρθοδόξου πίστεως καὶ λατρείας Στυλοβάτου καὶ τάξῃ αὐτὴν ἔνθα οἱ ἀπ’ αἰώνων δίκαιοι ἀναπαύονται, εἰς ἡμᾶς δὲ νὰ πέμψῃ ἄνωθεν τὴν ἀμετάπτωτον ὑπομονὴν καὶ τὴν φερέλπιδα ἐγκαρδίωσιν, καὶ ἐπὶ πᾶσι τὸν ἀντάξιον τοῦ κενωθέντος θρόνου διάδοχον, «ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαὸν τοῦ Κυρίου ἐν πάσῃ ἐπιστήμῃ», ἵνα ὑπὸ τὴν πνευματικὴν ἡγεσίαν τούτου, συνεχίσωμεν τὸν ὑπὲρ τῆς πατρώας πίστεως καὶ λατρείας Ἀγῶνα, εἰς τὰς ἀδαμαντίνους ἐπάλξεις τοῦ ὁποίου εὐόρκως καὶ ἡρωϊκῶς ὁ σεπτὸς οὗτος Νεκρὸς μέχρι τελευταίας πνοῆς κατ’ ἐνατίων μαχόμενος ἔπεσεν.

Αἰωνία Σου εἴη ἡ μνήμη καὶ ἄληστος, Σεπτὲ Νεκρέ!


(«Ἡ Φωνὴ τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀρ. φ. 215-216 / 12 Σεπτεμβρίου 1955, σελ. 12-14). 
http://www.ecclesiagoc.gr/index.php/istorika/771-epikidios-ston-prwin-florinis-xrysostomo