Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Συνέντευξη του μητροπολίτη Χαλκηδόνος Εμμανουήλ για την επικείμενη συνάντηση Πάπα - Οικουμενικού Πατριάρχη

 

Ερ.: Ποια είναι η ιστορική και θεολογική σημασία της Α’ Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας για την Εκκλησία και ποια είναι η επιδραστικότητά της σήμερα στο πλαίσιο και του σύγχρονου θεολογικού διαλόγου μεταξύ Ανατολής και Δύσης;

Απ.: «Η Πρώτη Οικουμενική Σύνοδος υπερβαίνει τον χαρακτήρα ενός μουσειακού εκθέματος ή μιας απλής χρονολογικής σύμπτωσης που μας καλεί σε επετειακούς πανηγυρισμούς, καθώς μια τέτοια προσέγγιση θα οδηγούσε σε αποτυχία κατανόησης του “γιατί” της επιβίωσής της μέσα στον χρόνο.

Εκεί, χίλια επτακόσια χρόνια πριν, η Εκκλησία διατύπωσε έναν τρόπο υπάρξεως αντί μιας ιδεολογίας, τολμώντας να ορίσει την αλήθεια ως κοινωνία ζωής και ως έμπρακτη συμπόρευση, μια στάση που αποτελεί υπέρβαση της νομικής κατοχύρωσης μιας ατομικής πεποίθησης. Αυτό το “ομοούσιον”, που σε κάποιους ακούγεται ίσως ως μια ξερή δογματική διατύπωση, στην πραγματικότητα αποτελεί τη μόνη αντίσταση απέναντι στην κονιορτοποίηση της ανθρώπινης υπάρξεως.

Σήμερα, λοιπόν, σε έναν κόσμο που ταλαντεύεται ανάμεσα στον φονταμενταλισμό και την ισοπεδωτική εκκοσμίκευση, η επιστροφή σε εκείνο το λίκνο της κοινής μας πίστεως λειτουργεί ως καθρέφτης, αναγκάζοντάς μας να δούμε αν η θεολογία μας είναι ζώσα εμπειρία ή αν έχει εκπέσει σε μια αμυντική θωράκιση βεβαιοτήτων.

Η επιδραστικότητα της Νικαίας έγκειται ακριβώς στο ότι η αλήθεια κινδυνεύει κυρίως από τον εγωκεντρισμό μας και από την αδυναμία μας να σχετιστούμε, ενώ ο διάλογος Ανατολής και Δύσης αποτελεί την οδυνηρή αλλά σωτήρια αναγνώριση ότι η ενότητα βρίσκεται πολύ ψηλότερα από τη διπλωματική ουδετερότητα. Είναι, θα λέγαμε, η επιμονή της Εκκλησίας να θεωρεί τη διαίρεση ως αφύσικη κατάσταση των πραγμάτων».

Ερ.: Η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’ αποτελεί ένα μήνυμα συμφιλίωσης και συνεργασίας των πλέον κορυφαίων ποιμένων του Χριστιανισμού προς το πλήρωμα της Εκκλησίας, στο πλαίσιο του διαλόγου που βρίσκεται σε εξέλιξη από το 1980 μεταξύ Ορθοδοξίας και Ρωμαιοκαθολικισμού. Ποιοι είναι οι στόχοι και οι προσδοκίες όσον αφορά στην εξέλιξη του διαλόγου αυτού; Ποιο μήνυμα στέλνει η κοινή παρουσία των δύο προκαθημένων;

Απ.: «Αντίθετα με την εσφαλμένη αντίληψη περί μιας εύκολης διαδικασίας ή “ευγενούς” ανταλλαγής φιλοφρονήσεων, ο διάλογος της αληθείας είναι επίπονος, συχνά αργόσυρτος και απαιτεί μια κένωση, ένα άδειασμα από τις προκαταλήψεις που χτίσαμε αιώνες τώρα. Η συνάντηση του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου με τον Πάπα Λέοντα ΙΔ’ στη Νίκαια κουβαλάει ένα ιλιγγιώδες θεολογικό φορτίο, αποτελώντας πράξη αντίστασης στην ευκολία της αυτάρεσκης απομόνωσης και υπερβαίνοντας την απλή εθιμοτυπία.

Πολλοί, οχυρωμένοι πίσω από μια ιδεολογική “καθαρότητα” και την ασφάλεια που παρέχει η απόσταση, φοβούνται αυτή τη συνάντηση, ωστόσο, η άρνηση της συνομιλίας ισοδυναμεί τελικά με φυγομαχία. Οι προσδοκίες μας αφορούν μια πορεία πέρα από φανταστικές λύσεις για τα τραύματα χιλίων ετών, καθώς ο δρόμος είναι ανηφορικός.

Στόχος είναι να φανερωθεί πως η Εκκλησία υπάρχει για να μαρτυρεί τη σχέση. Κοιτάζοντας πίσω, είναι σαφές πως έχουμε διανύσει μια μακρά πορεία, περνώντας πλέον από τον αρχικό “Διάλογο της Αγάπης” στον απαιτητικότερο “Διάλογο της Αλήθειας”, μια μετάβαση που μας επιτρέπει να ψηλαφίσουμε τα θεολογικά ζητήματα επί της ουσίας και με τη σοβαρότητα που απαιτεί η ιστορία, μακριά από βιασύνες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο διάλογος εξελίσσεται σε ένα κλίμα αμοιβαίου σεβασμού και ειλικρινούς διάθεσης να κατανοήσουμε τον άλλον, χωρίς να υπάρχει καμία πίεση χρόνου ή κάποιο ασφυκτικό χρονοδιάγραμμα που να μας αγχώνει. Αντίθετα, προχωράμε με την πεποίθηση ότι η προσέγγιση καρποφορεί όταν υπάρχει υπομονή, αφήνοντας χώρο στην προσευχή, ώστε ο Παράκλητος να είναι Εκείνος που θα φωτίσει τις σκέψεις και τις καρδιές όλων μας για το καλό της Εκκλησίας.

Και είναι ακριβώς αυτή η στάση που νοηματοδοτεί τη συνάντηση στη Νίκαια, καθώς η κοινή παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη και του Πάπα Ρώμης ξεπερνάει τα όρια μιας απλής εικόνας και δηλώνει πως η πίστη είναι μια διαρκής έξοδος προς τον άλλον, υπερβαίνοντας την ιδιωτική υπόθεση δικαίωσης. Έτσι, το μήνυμα είναι σαφές: σε μια εποχή που οι άνθρωποι χτίζουν τείχη, οι Ποιμένες οφείλουν να γκρεμίζουν τις βεβαιότητες που μας κρατούν χωρισμένους, αναζητώντας εκείνη την ενότητα που είναι “σύνδεσμος της τελειότητος” (Κολ. 3, 14). Το ζητούμενο, πιστεύω, είναι η κοινή υποταγή στην Αλήθεια που ελευθερώνει».

Ερ.: Σεβασμιώτατε, ζούμε σε μία εποχή πολέμων και αλληλοσπαραγμού. Πολλοί είναι εκείνοι που βλέπουν συνθήκες ανάλογες με εκείνες που επικρατούσαν πριν από τους δύο Παγκόσμιους Πολέμους. Ποιο είναι το μήνυμα που θα στείλουν οι δύο προκαθήμενοι για την υπέρβαση των αντιπαραθέσεων εδώ στη γειτονιά μας στη Μέση Ανατολή, βορειότερα στην Ουκρανία, αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο;

Απ.: «Η τρέχουσα πραγματικότητα γύρω μας μοιάζει να διαψεύδει κάθε ελπίδα, καθώς ο κόσμος σπαράσσεται από μια βία που είναι ταυτόχρονα στρατιωτική και βαθύτατα υπαρξιακή. Βλέπουμε τις “σκληρυμένες δομές” ενός πολιτισμού που, ενώ επαγγέλλεται την πρόοδο, διολισθαίνει στον παραλογισμό του αίματος, όπου από τη Μέση Ανατολή μέχρι τις πεδιάδες της Ουκρανίας, η ανθρώπινη ζωή ευτελίζεται και μετατρέπεται σε απλό στατιστικό δεδομένο, με αποτέλεσμα να συνηθίζουμε τρομακτικά εύκολα τον θάνατο.

Σχετικά με αυτό, η παρουσία των δύο Προκαθημένων λειτουργεί διαφορετικά από μια “πολιτική παρέμβαση” κοσμικής έννοιας, καθώς, στερούμενοι μεραρχιών, κομίζουν την υπενθύμιση ότι η ειρήνη είναι η παρουσία του Θεού στις σχέσεις των ανθρώπων. Το μήνυμά τους είναι μια δυνατή φωνή ενάντια στην ύβρη της ισχύος.

Σήμερα, το αδιέξοδο βιώνεται ως αγωνία στον καθημερινό βίο των ανθρώπων που βλέπουν τα σπίτια τους να γίνονται συντρίμμια. Η Εκκλησία, λοιπόν, οφείλει να λειτουργήσει σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου: “ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει· ἐὰν δὲ ἀποθάνῃ, πολὺν καρπὸν φέρει” (Ιωάν. 12, 24). Ζωή μπορεί να βλαστήσει μόνον εάν πεθάνει ο εθνοφυλετισμός και ταφεί η αλαζονεία της ισχύος.

Είναι ίσως παράδοξο για τη λογική του κόσμου, αλλά η υπέρβαση των αντιπαραθέσεων περνάει μέσα από την ταπείνωση, καθώς όσοι επενδύουν στην υπεροχή της δικής τους φυλής ή του δικού τους δίκιου, καταλήγουν να υπηρετούν το μίσος. Οι δύο θρησκευτικοί ηγέτες θα υπενθυμίσουν ότι ο Θεός υπερβαίνει τα εθνικά σύμβολα και η μαρτυρία τους είναι πως η μόνη νίκη που αξίζει είναι αυτή εναντίον του θανάτου.

Σε έναν κόσμο που αποχαυνώνεται από τη βία, η Εκκλησία έχει ως μοναδικό όπλο τον Χριστό και την αγάπη “τοῖς ἐγγὺς καὶ τοῖς μακράν”. Κι αν αυτό ακούγεται αδύναμο μπροστά στα όπλα, ας θυμηθούμε πως η ιστορία συχνά κρίνεται από εκείνα που φαντάζουν “μωρία” στα μάτια των ισχυρών».

Ερ.: Αναλογιζόμενοι τη δική σας προσωπική εμπειρία τόσο από τα ευρωπαϊκά εκκλησιαστικά όργανα όσο και από τον διαχριστιανικό, διαθρησκευτικό και διαπολιτισμικό διάλογο, πώς θα γίνει πιο αποτελεσματική η συνεργασία μεταξύ των Εκκλησιών του ενός Χριστού σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο;

Απ.: «Έχει αποδειχθεί εμπειρικά πως οι θεσμοί, όσο απαραίτητοι κι αν είναι, κινδυνεύουν συχνά να εγκλωβιστούν σε μια γραφειοκρατική αυτοαναφορικότητα, καθώς τείνουμε να συγχέουμε την κινητικότητα με την πρόοδο. Η αποτελεσματικότητα θα προκύψει πέρα από τη δημιουργία νέων επιτροπών ή τη σύνταξη περίτεχνων κειμένων που διαβάζονται από λίγους μυημένους.

Επομένως, το ζήτημα είναι βαθύτερο και αφορά στην ταυτότητά μας, καθώς έχουμε υποβαθμίσει στη συνείδησή μας το μέγεθος της ευθύνης μας απέναντι στον κόσμο. Η συνεργασία θα γίνει ουσιαστική μόνο όταν δούμε τον διάλογο ως μέσο επικοινωνίας και αλληλοκατανόησης, περνώντας από την καχυποψία στην εμπιστοσύνη, παρά τα ιστορικά βαρίδια. Πρέπει να αναγνωρίσουμε πως η ευρωπαϊκή και παγκόσμια πραγματικότητα απαιτεί μια κοινή μαρτυρία ως συνέπεια της πίστης μας και λιγότερο ως στρατηγική επιβίωσης.

Οι Εκκλησίες οφείλουν να μιλήσουν με μία γλώσσα για την πίστη στον Χριστό και την Ανάσταση, για τον πόνο του σύγχρονου ανθρώπου, για τη φτώχεια, για την κλιματική κρίση, ώστε να παραμείνουν ζωντανοί οργανισμοί. Η συνεργασία απαιτεί την τόλμη να βγούμε από τα στεγανά μας και να συναντηθούμε στο πρόσωπο του πάσχοντος ανθρώπου, εκεί που κρίνεται τελικά η αξιοπιστία όλων μας».



ΠΗΓΗ: https://www.nyxthimeron.com/2025/11/blog-post_968.html

ΤΗ ΑΥΤΗ ΗΜΕΡΑ: ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ


 

Τι να πρωτοθαυμάσει κανείς από τον βίο του ιερού Χρυσοστόμου όπου και εορτάζει σήμερα κατά το Π.Η.;
Το απόσπασμα από την περιγραφή της τελευταίας εξορίας του.

«Μετά τήν ἐκλογή τοῦ τόπου ἐξορίας ὁ ̓Αττικός, ἄνθρωπος ἐπιδέξιος, πῆρε προφυλάξεις για το ταξίδι τοῦ φυλακισμένου. Φοβόντουσαν ὅτι τό πέρασμά του θα ξεσήκωνε τήν ὀργή ἤ τόν οἶκτο στούς λαούς ἀπό τούς ὁποίους θά περνοῦσε. Συμφώνησαν ν' ἀποφύγουν τίς πόλεις ἀνάμεσα στήν ̓Αραβισσό καί τήν Πιτυούντα, κυρίως ἐκεῖνες, ὅπου γνώριζαν ὅτι θά συναντοῦσαν ἐπισκόπους λιγότερο ἤ περισσότερο ευνοϊκούς στήν ὑπόθεσή του καί διοικητές πονετικούς. Ἔπειτα ἀποφάσισαν νά μήν ξαναπέσουν στο λάθος πού διέπραξαν κατά τήν πρώτη του ἐξορία, δίνοντάς του φρουρά ἀπό πραιτωριανούς. Ὁ Χρυσόστομος εἶχε σαγηνεύσει τους άξιωματικούς κι αὐτοί ἔγιναν περισσότερο ὑπηρέτες παρά φρουροί του. Ὁ ̓Αττικός καί ὁ Σεβηριανός συνεννοήθηκαν γι' αὐτό τό θέμα μέ τόν στρατιωτικό ἀρχηγό ἤ τόν πραίτωρα, πού τούς ἔδωσε ὅ,τι ἐπιθυμοῦσαν, ὅ,τι σκληρότερο καί ἀγριότερο γιά τήν περίσταση. Στούς δυό ἀξιωματικούς τῆς φρουρᾶς ὑποσχέθηκαν μιά ἀξιόλογη προαγωγή, ἄν ἐκτελοῦσαν καλά τήν ἀποστολή τους. Ἄφησαν μάλιστα να ἐννοηθεῖ ὅτι τούς ἦταν ἐντελῶς ἀδιάφορο ἄν θά ἔφθανε ὁ φυλακισμένος τους μέχρι τήν Πιτυούντα. Ὁ θάνατός του ἀπό τίς ταλαιπωρίες τοῦ ταξιδιοῦ θά ισοδυναμοῦσε μέ πλήρη ἐκτέλεση τῆς ἀποστολῆς τους. Ἐξάλλου αὐτό θά ἐξέθετε λιγότερο τόν αὐτοκράτορα. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί βάδισαν βιαστικά πρός τό φρούριο τῆς ̓Αραβισσοῦ. Ἔφθασαν στα μέσα ἤ στο τέλος τοῦ Ἰουνίου.
Η παρουσία τους κοντά στόν ἐξόριστο εἶχε κάτι τό απαίσιο. Φαίνονταν νά ἐπιδεικνύουν τή βαναυσότητά τους κι ἐπαναλάμβαναν στόν καθένα περαστικό ὅτι ἤθελαν να κερδίσουν τήν προαγωγή, πού τούς εἶχαν ὑποσχεθεί. Διατυμπάνιζαν μάλιστα πώς, ἂν αὐτός ὁ ἰσχνός καί ἄρρωστος ἄνθρωπος δέν ἔφθανε στον προορισμό του, λίγο τούς ἔνοιαζε, ἀφοῦ αὐτοί δέν θά ἔχαναν τήν ἀμοιβή τους. Αν τά λόγια αὐτά ἔφθασαν στ' αὐτιά τοῦ Χρυσοστόμου, θα χρειάστηκε τέλεια υποταγή στο θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιά νά ἐνισχύσει τήν καρδιά του. Μέ τέτοιους οιωνούς καί τέτοιους οδηγούς ξεκίνησε το ταξίδι του μετά την κοινοποίηση τῆς διαταγής.
Από τήν ̓Αραβισσό πρός τήν Πιτυούντα ὁ δρόμος περνοῦσε ἀρχικά ἀπό τή Σεβάστεια, πρωτεύουσα της Μεγάλης Αρμενίας. Επειτα ἔκλινε πρός τή δύση, διέσχιζε τά ὅρια τῆς ἐπαρχίας τοῦ Πόντου καί κατέληγε στα Κόμανα, μιά ἀπό τίς μεγάλες πόλεις αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας. ̓Από κεῖ ἔστριβε δεξιά, παράλληλα πρός τήν ὄχθη τοῦ Εὔξεινου Πόντου κι ἔφθανε στους πρόποδες τοῦ Καυκάσου. Τά Κόμανα βρίσκονταν στο ένα τρίτο σχεδόν τῆς ἀπόστασης ἀνάμεσα στην Ἀραβισσό καί τήν Πιτυούντα. Ο δρόμος ἦταν ἀπό τούς πιό τραχεῖς καί ἐπικίνδυνους τῆς ̓Ασίας. Σε μεγάλο μέρος τῆς διαδρομῆς σκαρφάλωναν σέ ψηλά βουνά, συναντοῦσαν σχεδόν σέ κάθε βῆμα ποταμούς ἤ χειμάρρους συχνά ξεχειλισμένους. Ὁ Χρυσόστομος ταξίδευε τόν περισσότερο καιρό μέ τά πόδια.
Αν εἶναι ἀληθινό αὐτό πού ἀναφέρει ὁ σύγχρονός του ιστορικός Παλλάδιος, εἴτε ἐπειδή οἱ δυσκολίες τοῦ δρόμου ἦταν ὑπέρμετρες εἴτε λόγῳ τῆς πολύ μεγάλης του κόπωσης, χρειάστηκαν τρεῖς μῆνες, γιά νά πᾶνε ἀπό τήν ̓Αραβισσό στα Κόμανα. Οἱ ὁδηγοί του ἄλλωστε προσπαθοῦσαν νά τοῦ κάνουν τό ταξίδι ὅσο γινόταν πιό κουραστικό. Η φαντασία τους, γόνιμη σε βασανιστήρια, τά πολλαπλασίαζε πάνω στόν ἄτυχο δέσμιό τους. Ἔβρεχε καταρρακτωδῶς; Διάλεγαν αὐτόν τόν καιρό, γιά νά προχωρήσουν καί συνέχιζαν, ὥσπου να μουσκευτοῦν τά ροῦχα τοῦ ἐξορίστου σε τέτοιο σημεῖο, πού τό στῆθος καί ἡ πλάτη κολυμποῦσαν, θα λέγαμε, στο νερό. ̓Αντίθετα, ἄν ἔφθαναν σέ κάποια πεδιάδα πού ἔκαιγε κάτω ἀπό ἕναν ἀσυννέφιαστο ουρανό, εἶχαν τήν ἄγρια εὐχαρίστηση νά τόν βάζουν να περπατά με γυμνό κεφάλι κάτω ἀπό τόν ἥλιο τίς πιό ζεστές ὧρες τῆς μέρας. Ὁ Χρυσόστομος ἦταν φαλακρός ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος, μᾶς λέει ὁ Παλλάδιος, κι αὐτό τό βασανιστήριο τοῦ ἦταν θανάσιμο. Τέτοια ἦταν τά μέσα πού ἐπινοοῦσαν οἱ ἄθλιοι, γιά νά πετύχουν γρηγορότερα τά ἀξιώματά τους.
Ὅταν διέσχιζαν μιά πόλη, ὅπου ὁ ἐξόριστος θα μποροῦσε να ἀναπαυθεῖ καί νά πάρει ένα λουτρό τόσο ἀναγκαῖο, τη στιγμή που ὁ πυρετός τόν ἔκαιγε ἐσωτερικά ὅπως ὁ ἥλιος ἐξωτερικά, τό ἀπόσπασμα ἀρνοῦνταν να σταματήσει. Οι στάσεις γίνονταν σε ασήμαντα χωριά καί σ' ἔρημους τόπους, ὅπου δέν μποροῦσαν νά τοῦ παρέχουν καμία ανακούφιση. Κάθε επιστολή ἦταν ἀπαγορευμένη, κάθε ἐπικοινωνία με οποιονδήποτε εἶχε καταργηθεῖ. Ὁ ἕνας ἀπό τούς ἀξιωματικούς ἦταν τόσο ἄγριος, ὥστε τόν ἔπιανε μανία κάθε φορά πού οἱ περαστικοί σπλαγχνίζονταν τόν κρατούμενό του ἤ τοῦ ἀπηύθυναν παρηγορητικά λόγια. Απειλοῦσε, χτυποῦσε, σάν νά εἶχαν βρίσει τόν ἴδιο. Ὁ ἄλλος ἀξιωματικός φαινόταν λιγότερο κακός. Ἡ πραότητα καί ἡ καρτερία τοῦ Χρυσοστόμου τόν εἶχαν συγκινήσει. Τοῦ ἔδειχνε τή συμπάθειά του αλλά μυστικά. Φοβόταν τον σύντροφό του καί ἤθελε ἐπίσης να κερδίσει τήν προαγωγή.
Τρεῖς μῆνες, κατά τόν Παλλάδιο, βάδιζαν ἔτσι, διασχίζοντας βουνά και λαγκάδια, περνώντας ἀπό πεδιάδες καί ποτάμια, μέχρι πού ἔφθασαν στα Κόμανα. Ο Χρυσόστομος μόλις πού σερνόταν. Το πρόσωπό του ἦταν σαν καμένο. Ὁ βιογράφος του Παλλάδιος κάνει μια φοβερή παρομοίωση. Μέ τό κεφάλι κατακόκκινο, κρεμασμένο στο στῆθος του, ἔμοιαζε σαν ὥριμος καρπός, πού πρόκειται να πέσει ἀπό τό κλαδί. Τά Κόμανα τά ὀνόμαζαν ἐπίσης Κόμανα Ποντικά, γιά νά τά διακρίνουν ἀπό τά ἄλλα Κόμανα τῆς Καππαδοκίας. Ήταν μεγάλη πόλη, συνηθισμένος σταθμός τῶν ταξιδιωτῶν, ὅπου ἔβρισκαν κάθε εἴδους προμήθειες καί ἀνάπαυση. ̓Αλλά ὁ ἄσπλαχνος ἀξιωματικός ἔδωσε σῆμα να προχωρήσουν παραπέρα καί διέσχισαν τήν πόλη, ὅπως περνᾶ κανείς μιά γέφυρα", προσθέτει ὁ ἴδιος ἱστορικός.
Σέ ἀπόσταση δέκα ἤ ἕντεκα χιλιομέτρων από κεῖ βρισκόταν μικρός ἔρημος ναός, ὅπου οἱ ἀξιωματικοί διέταξαν να σταθμεύσει ή φρουράς. Ο Χρυσόστομος ἐξαντλημένος τοποθετήθηκε σ' ἕνα ἀπό τα παραρτήματα τοῦ ναϊδρίου. Τό ἐξωκλήσι αὐτό ἦταν ἀφιερωμένο στόν ἅγιο μάρτυρα Βασιλίσκο. Ἐκεῖ μέσα βρισκόταν κι ὁ τάφος του. Ὁ Βασιλίσκος ἦταν ἐπίσκοπος Κομάνων τόν 3ο αιώνα. Διώχθηκε για τήν πίστη στήν ̓Αντιόχεια μαζί μέ τόν μάρτυρα Λουκιανό κατά τό διωγμό τοῦ Μαξιμίνου Δάια. Κατά τη διάρκεια τῆς νύχτας ὁ Χρυσόστομος εἶδε ἕνα ὄραμα. Τοῦ φάνηκε ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Βασιλίσκος στεκόταν ὄρθιος μπροστά του καί τοῦ ἀπηύθυνε τά ἑξῆς λόγια: «Ἔχε θάρρος, Ἰωάννη, ἀδελφέ μου• αὔριο θα εἴμαστε μαζί». Τήν ἴδια νύχτα ἤ τήν προηγούμενη ὁ ἱερέας, ὁ καθορισμένος γιά τή συντήρηση τοῦ ναοῦ καί τή φύλαξη τοῦ τάφου, εἶδε παρόμοιο ὅραμα. Ο μάρτυρας τοῦ εἶχε πεῖ: «Ετοίμασε θέση γιά τόν ἀδελφό μας Ἰωάννη. Πρόκειται νά ἔλθει». Αὐτός ὁ ἱερέας βεβαίωσε ἀργότερα τήν ἀλήθεια τοῦ ὁράματος. Ὁ Χρυσόστομος μέ τή σιγουριά ὅτι πῆρε ἐντολή ἀπό τόν Θεό, προσπάθησε τήν επομένη τό πρωί νά ἐμποδίσει τήν ἀναχώρησή τους. «Μείνετε, σᾶς ἱκετεύω», παρακαλοῦσε τούς ἀξιωματικούς, «μείνετε τουλάχιστον ὡς τήν πέμπτη ὥρα». Αναμφίβολα πίστευε ὅτι ἡ ὥρα αὐτή τοῦ ὑποδείχθηκε μέ τρόπο ὑπερφυσικό. Αλλά οἱ πραιτωριανοί, ἀντί νά ὑποχωρήσουν, ἐπιτάχυναν τήν ἀναχώρηση.
Εἶχαν βαδίσει περίπου πέντε χιλιόμετρα, ὅταν ὁ ἐξόριστος κυριεύθηκε ἀπό ἕνα παραλήρημα πυρετοῦ, πού ἔθεσε σε κίνδυνο τή ζωή του. Τρομαγμένοι μήπως τόν δοῦν νά πεθαίνει στα χέρια τους, πάνω στο δρόμο, οἱ στρατιῶτες γύρισαν πίσω καί ξαναμπῆκαν στό ἐξωκλήσι, πού εἶχαν ἀφήσει λίγες ώρες πρίν. Ὁ Χρυσόστομος, δίχως να μπορεῖ πιά νά στηριχθεῖ, ὁδηγήθηκε κοντά στήν ἁγία Τράπεζα. Από τόν φύλακα ἱερέα τοῦ ναοῦ ζήτησε να φορέσει όλόλευκα ἄμφια. Ἔνιωθε ὅτι πλησιάζει το τέλος του. Ὁ ἱερέας τοῦ τά ἔφερε κατά τήν ἐπιθυμία του. Κι ὁ Χρυσόστομος ντύθηκε, ἀφοῦ πρῶτα μοίρασε ὅλα ὅσα εἶχε, ἀκόμη καί τά παπούτσια του, στούς παρευρισκομένους. Στη συνέχεια, θέλησε να κοινωνήσει τά ἄχραντα μυστήρια ἀπό τά χέρια τοῦ ἱερέα. Μετά τή θεία Κοινωνία προσευχήθηκε μέ θέρμη. Αποτέλειωσε την τελευταία του προσευχή με ἐκείνη τή φράση, πού συχνά ἀνέβαινε στα χείλη του: «Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν. ̓Αμήν!». Ἔκανε τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ κι ἔγειρε πάνω στο πλακόστρωτο, γιά νά μήν ξανασηκωθεῖ πιά».


ΠΗΓΗ: ''Αγιος Ιωάννης Χρυσόστομος - Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς''.