Θεία κλήση και ευθύνη της χειροτονίας

Διαβάζουμε στον βίο του οσίου Γρηγεντίου επισκόπου Σαφάρ ότι όταν το 526 έγιναν σφαγές χριστιανών, ο βασιλέας της Αξώμης, με την ενθάρρυνση του Ιουστινιανού του Α΄, εξεστράτευσε και επανέκτησε την χώρα, εγκατέστησε αντιβασιλέα και αναστήλωσε την χριστιανική πίστη:
«τόσος ἦταν ὁ ζῆλος του, ὥστε ἐργάσθηκε ὁ ἴδιος χειρωνακτικὰ στὴν θεμελίωση τοῦ ναοῦ ποὺ διέταξε νὰ χτίσουν στην θέση τοῦ βασιλικοῦ ἀνακτόρου τοῦ Σαφάρ (ἢ Ταφάρ), ὁ ὁποῖος ἀφιερώθηκε στην Αγία Τριάδα. Επιθυμώντας νὰ θέσει ἕναν ἐπίσκοπο ἐπικεφαλῆς τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἶχε δεινοπαθήσει καὶ ἀποδιοργανωθεῖ ἐξαιτίας τῶν διωγμῶν ποὺ ἐξαπέλυσαν οἱ Ἑβραῖοι, ἀπηύθυνε ἐπιστολὴ στὸν πατριάρχη Αλεξανδρείας Τιμόθεο Γ ́ ζητώντας του νὰ στείλει ἄνθρωπο θεοφόρο, συνετὸ καὶ πλήρη ἀποστολικοῦ ζήλου. Καθὼς δὲν ἔβρισκε ὑποψήφιο μὲ αὐτὲς τὶς ἀρετές, ὁ πατριάρχης κατέφυγε στὴν προσευχή. Παρουσιάσθηκε τότε, ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, ὁ ἅγιος Εὐαγγελιστής Μάρκος, ἱδρυτὴς καὶ προστάτης τῆς μητροπόλεως Ἀφρικῆς, καὶ τοῦ εἶπε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε ἐκλέξει τὸν νεαρὸ Γρηγέντιο, ποὺ ἐδῶ καὶ μερικὲς ἡμέρες βρισκόταν στὴν ̓Αλεξάνδρεια, φιλοξενούμενος στὴν οἰκία κάποιου χριστιανοῦ. Ὅλος χαρὰ ὁ πατριάρχης τὸν κάλεσε, τὸν ἐνημέρωσε γιὰ τὴν θεία βούληση καὶ μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἡμέρες συζητήσεων καὶ πατρικῶν νουθεσιῶν τὸν ἀνύψωσε στην κορυφὴ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας καὶ τὸν ἔστειλε μὲ ἐπαρκῆ συνοδεία στο βασίλειο τῆς Ὁμηρίτιδος....»
Αν ήθελε κανείς να σταθεί όχι στο ίδιο το κείμενο αλλά στον απόηχό του σήμερα, εύλογα θα γεννιόταν ένα σοβαρό ερώτημα για τη συνείδηση των συγχρόνων κληρικών, είτε κατέχουν χαμηλότερους είτε ανώτερους βαθμούς. Κατά πόσον μπορούν με ειλικρίνεια να βεβαιώσουν τον εαυτό τους ότι η χειροτονία τους αποτελεί καρπό θείας εκλογής και όχι απλώς αποτέλεσμα ανθρώπινων διαδικασιών, συγκυριών ή συμβιβασμών;
Βεβαίως, η πατερική εμπειρία γνωρίζει και διακηρύσσει ότι ο Θεός «Ου πάντας χειροτονεί αλλά διά πάντων ενεργεί», χάριτι του απλού πιστού λαού. Αυτό όμως δεν αίρει ούτε ελαφρύνει την προσωπική ευθύνη εκείνου που λαμβάνει τη χειροτονία, ούτε και την ευθύνη εκείνου που την τελεί. Αντιθέτως, την καθιστά βαρύτερη, γιατί η διακονία δεν στηρίζεται μόνο στη θεσμική πράξη, αλλά κυρίως στη συνείδηση ότι κανείς στέκεται ενώπιον του Θεού και της Εκκλησίας ως πραγματικός ποιμένας και όχι απλώς ως φορέας αξιώματος.

 

Η ανατροπή των βεβαιοτήτων την έσχατη ώρα....

 

Διαβάζουμε στο Συναξάρι του Αγίου Βονιφατίου και της Αγλαΐας ένα περιστατικό που συγκλονίζει και ταυτόχρονα εφιστά την προσοχή και μας παιδαγωγεί :
«Τα μέλη της συνοδείας του σκέφτηκαν ότι, καταπώς συνήθιζε, ο Βονιφάτιος θα ήταν σε κάποιο καπηλειό ή χαμαιτυπείο· ανησύχησαν για την παρατεταμένη απουσία του και άρχισαν να τον αναζητούν με αγωνία παντού. Στον δρόμο συνάντησαν τον αδελφό του δημίου που αποκεφάλισε τον Βονιφάτιο και αυτός τους είπε ότι ακριβώς την προηγούμενη είχε θανατωθεί ένας άγνωστος Ρωμαίος που ταίριαζε στην περιγραφή του συντρόφου τους. Παρότι θεωρούσαν αδιανόητο ο εν λόγω μάρτυς να είναι ο φιλήδονος και άστατος Βονιφάτιος, έσπευσαν στο αμφιθέατρο και κατάπληκτοι βρήκαν το τίμιο σκήνωμά του, το οποίο εξαγόρασαν για πενήντα λίβρες χρυσού και το μετέφεραν με μεγάλη τιμή και επισημότητα στη Ρώμη».
Το παραπάνω γεγονός μας καλεί σε βαθιά προσοχή και εγρήγορση. Εκείνοι που θεωρούν τον εαυτό τους «σεσωσμένο» οφείλουν να φοβούνται μήπως η βεβαιότητα γίνει αμέλεια, ενώ άλλοι, που κανείς δεν θα υπολόγιζε, μπορεί την ύστατη ώρα να βρουν τον δρόμο της μετανοίας, να ομολογήσουν και να στεφανωθούν. Ο Θεός σώζει όπως Εκείνος γνωρίζει, και η κρίση Του συχνά ανατρέπει τις ανθρώπινες βεβαιότητες. Η τελευταία στιγμή αποδεικνύεται η πιο αποφασιστική.....

ΟΛΟΚΛΗΡΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ:

Ο άγιος Βονιφάτιος ήταν δούλος στην υπηρεσία της Αγλαΐας, μιας πλούσιας Ρωμαίας αρχόντισσας, κόρης του ανθύπατου της πρωτεύουσας την εποχή του Διοκλητιανού (284-305). Ήταν υπεύθυνος για τη διαχείριση της περιουσίας της αφέντρας του και ζούσε βίο ακόλαστο, κατά πάντα σύμφωνο με τα έκλυτα ήθη των Ρωμαίων της εποχής του. Παραδομένος στην κραιπάλη και την πορνεία, είχε μοιχευθεί με την Αγλαΐα και δεν έδειχνε καθόλου να διακατέχεται από ενδοιασμούς και τύψεις. Ήταν πάντως κατά βάθος καλός και γενναιόδωρος, προσέφερε αφειδώς φιλοξενία στους ξένους και μοίραζε με συμπόνια ελεημοσύνη στους φτωχούς.
Μετά από χρόνια άστατου βίου και κραιπάλης, η Αγλαΐα, βασανιζομένη από τύψεις συνειδήσεως και από τον φόβο της απολογίας για τις αμαρτίες της ενώπιον του Θεού, άκουσε να λένε οι χριστιανοί ότι, όποιος τιμά και υπηρετεί τα λείψανα των αγίων μαρτύρων, χαίρει της μεσιτείας τους παρά τω Θεώ και είναι ένας τρόπος και αυτός να συγχωρούνται οι αμαρτίες του. Γεμάτη θάρρος και ελπίδα εξ αυτού, κάλεσε τότε τον Βονιφάτιο και του ανέθεσε να πάει στη Μικρά Ασία, εκεί όπου οι χριστιανοί υπέφεραν διωγμούς και μαρτύρια, να βρει τρόπο και να εξαγοράσει λείψανα και να τα φέρει στη Ρώμη. Ανίδεος και αναίσθητος ακόμη τότε στα του Θεού, ο δούλος και εραστής της την ειρωνεύτηκε: «Κι αν φέρω το δικό μου σώμα ως λείψανο, θα με τιμήσεις ως άγιο;». «Δεν είναι ώρα για ευφυολογήματα!», αποκρίθηκε η Αγλαΐα επιτιμητικά. «Πρέπει να ξεμεθύσεις και να ετοιμαστείς για το ταξίδι, γιατί εγώ η αμαρτωλή θα περιμένω ανυπόμονα την επιστροφή σου ώστε να λάβω παρά Θεού άφεση των αμαρτιών μου».
Ο Βονιφάτιος έφθασε στην Ταρσό της Κιλικίας, επικεφαλής πολυάριθμης συνοδείας εφοδιασμένης με μεγάλη ποσότητα χρυσού και με ό,τι άλλο ήταν απαραίτητο για να ταριχεύσουν και να μεταφέρουν γρήγορα τα λείψανα των αγίων. Χωρίς χρονοτριβή, κατευθύνθηκε προς το αμφιθέατρο της πόλεως, όπου παρακολούθησε κατάπληκτος το μαρτύριο μιας εικοσάδας μαρτύρων. Του ενός τα άκρα δέθηκαν σε τέσσερεις στύλους και εξαρθρώθηκαν, έναν τον κρέμασαν ανάποδα, άλλους οι δήμιοι τούς μαστίγωναν ή καταξέσχισαν τις σάρκες τους με σιδερένια άγκιστρα. Όλοι όμως οι μάρτυρες παρέμεναν τόσο απαθείς και έδειχναν τόση καρτερία, ώστε ο άσωτος και ανάλγητος Βονιφάτιος ήλθε σε κατάσταση μεγάλης κατανύξεως κι ένιωσε την καρδιά του να ραγίζει πρωτόγνωρα. Με αναφιλητά έπεσε στα πόδια τους, ασπάσθηκε με σέβας τα δεσμά τους και, αφού ζήτησε την αρωγή της προσευχής τους, διακήρυξε δημόσια ότι και εκείνος επίσης ήταν οπαδός του Χριστού. Τον συνέλαβαν αμέσως και τον πήγαν στο δικαστήριο του επάρχου, όπου ο Βονιφάτιος χλεύασε με βδελυγμία τη λατρεία των ειδώλων και ευθαρσώς ομολόγησε τον Σωτήρα Χριστό. Τον πήγαν κατόπιν στην αρένα, όπου, χάρις στις προσευχές των αγίων, υπέστη κάθε λογής βασάνους με την απάθεια ανθρώπου που έχει εξέλθει από το σαρκίο του και είναι εντελώς ξένος προς τον κόσμο. Έμπηξαν αιχμηρά καλάμια κάτω από τα νύχια του, έριξαν στο στόμα του λιωμένο μολύβι, τον έριξαν σε καζάνι με καυτή πίσσα, και κάθε φορά παρέμενε απτόητος και αβλαβής.
Την επαύριο, ο αθλητής του Χριστού πληροφορήθηκε με χαρά την καταδίκη του σε θάνατο και πριν αποκεφαλιστεί, έχοντας οπλισθεί με το σημείο του Σταυρού, ανέπεμψε στον Κύριο διάπυρη προσευχή για την ενδυνάμωση των χριστιανών που βασανίζονταν· παρακάλεσε επίσης, ο κατά μίμηση Χριστού θάνατός του να του παράσχει άφεση αμαρτιών ώστε να αξιωθεί να εισέλθει στην αιώνια χαρά του Παραδείσου σιμά στον Κύριο.
Τα μέλη της συνοδείας του σκέφτηκαν ότι, καταπώς συνήθιζε, ο Βονιφάτιος θα ήταν σε κάποιο καπηλειό ή χαμαιτυπείο· ανησύχησαν για την παρατεταμένη απουσία του και άρχισαν να τον αναζητούν με αγωνία παντού. Στον δρόμο συνάντησαν τον αδελφό του δημίου που αποκεφάλισε τον Βονιφάτιο και αυτός τους είπε ότι ακριβώς την προηγούμενη είχε θανατωθεί ένας άγνωστος Ρωμαίος που ταίριαζε στην περιγραφή του συντρόφου τους. Παρότι θεωρούσαν αδιανόητο ο εν λόγω μάρτυς να είναι ο φιλήδονος και άστατος Βονιφάτιος, έσπευσαν στο αμφιθέατρο και κατάπληκτοι βρήκαν το τίμιο σκήνωμά του, το οποίο εξαγόρασαν για πενήντα λίβρες χρυσού και το μετέφεραν με μεγάλη τιμή και επισημότητα στη Ρώμη.
Άγγελος Κυρίου παρουσιάσθηκε τότε στην Αγλαΐα και της είπε: «Σήκω και πρόστρεξε σ’ εκείνον που πρώτα ήταν δούλος σου και σύντροφος στην κραιπάλη και τώρα έγινε αδελφός μας. Δέξου τον ως αυθέντη σου, διότι χάρις σ’ αυτόν θα αφεθούν όλες σου οι αμαρτίες!». Γεμάτη αγαλλίαση η Αγλαΐα, διοργάνωσε λαμπρή πομπή και συνοδεία για να υποδεχθεί, σύμφωνα με την πρότερη ακούσια προφητεία του, το τίμιο λείψανο του αγίου Βονιφατίου, λίγο έξω από τη Ρώμη, σε τοποθεσία όπου αργότερα έβαλε να χτίσουν ωραίο και μεγάλο ναό προς τιμήν του και όπου επιτελέσθηκαν πολλά θαύματα. Απέταξε τα εγκόσμια και τη μάταιη δόξα, διαμοίρασε την περιουσία της στους πτωχούς και αφοσιώθηκε στην άσκηση και στην προσευχή με τόσο ζήλο, ώστε αξιώθηκε να λάβει το χάρισμα να επιτελεί θαύματα. Εκοιμήθη ειρηνικά εν Κυρίω δεκατρία χρόνια αργότερα, έχοντας λάβει εξ ουρανού τη διαβεβαίωση ότι όλοι οι ρύποι του παρελθόντος βίου της είχαν απαληφθεί χάρις στη μεσιτεία του αγίου Βονιφατίου.

Πώς ο αντίχριστος θα εξαπατήσει αστήριχτους ανθρώπους (ΓΕΝΕΑΛΟΓΙΑ ΚΥΡΙΟΥ Ματθ.α΄ 1-25)

 

Διαβάσαμε σήμερα το Ιερό Ευαγγέλιο, που έχει τη γενεαλογία: «Ο τάδε γέννησε τον τάδε, τον τάδε, τον τάδε». Και όμως, κανείς, κανείς δεν το έχει αναλύσει αυτό. Κανείς! Που είναι ένα στοιχείο το οποίον, προσέξτε, θα το πάρει ο αντίχριστος και θα σας γελάσει. Μη νομίζετε ότι θα σας γελάσει με τις ταυτότητες, με αυτά, δεν έχουν σχέση με τον αντίχριστο. Ο αντίχριστος πρώτα θα μας βάλει να τον αποδεχθούμε, να τον προσκυνήσουμε και μετά θα ‘ρθει και θα πει: «Βάλε τώρα και το σφράγισμα». Καταλαβαίνετε; Αλλά, για να τον προσκυνήσεις πρέπει να σε εξαπατήσει. Πώς θα μας εξαπατήσει;
Τι λέει σήμερα το Ιερό Ευαγγέλιο; «Ο τάδε γέννησε τον τάδε, τον τάδε, τον τάδε, τον Ιωσήφ». Ο Ιωσήφ κατάγεται από το γένος του Δαβίδ.
 Η Θεοτόκος; «Τον άνδρα Μαρίας». Ναι, τι με ενδιαφέρει ο άνδρας της Θεοτόκου, τι κάνει; Η Παναγία, που γέννησε τον Ιησού Χριστό άνευ ανδρός. Λέει πουθενά ότι κατάγεται από τον Δαβίδ; Κανένας δεν το έχει απαντήσει αυτό. Οι πατέρες το θεωρούσαν δεδομένο, γιατί ήταν γνωστό. Στηριζόμαστε σε προφητείες. Ε, θα πει ο αντίχριστος: «Η προφητεία αυτή είναι για μένα, δεν είναι για τον Χριστό». Γιατί το λέει η Αποκάλυψη: «Θα κάνει τον εαυτό του Θεό. Θα ποδοπατήσει κάθε ιερό και όσιο. Θα το ποδοπατήσει» (Β Θες.β΄4-5). Όχι έτσι, σαν κακός. Όχι. Με καλοσύνη και με ομορφιά. Μη νομίζετε ότι θα απορρίψει την Αγία Γραφή. Την Αγία Γραφή θα χρησιμοποιεί, όπως και οι αιρετικοί. Την Αγία Γραφή θα χρησιμοποιεί, αλλά διαστρεβλωμένη. Και θα ‘ρθει και θα σας πει: «Λέει πουθενά ότι ο Ιησούς Χριστός καταγόταν από τον Δαβίδ; Υπάρχει καμία απόδειξη; Υπάρχει. Όχι. Έτσι θέλατε εσείς να ερμηνεύετε τις προφητείες. Και έτσι το είπατε. Δεν είναι ο Ιησούς Χριστός από τον Δαβίδ». Πείτε μου σας παρακαλώ, τι επιχείρημα θα είχατε για να στηριχθείτε; Γιατί θα πει κι άλλα. Προσέξτε, θα πει κι άλλα. Και θα εμφανιστούν ψευδοπροφήτες. Τι νομίζετε θα είναι οι ψευδοπροφήτες; Παπάδες, καλόγεροι, όργανα του αντιχρίστου, γεροντάδες. Θα λέτε: «Μα είπε ο γέροντας». Αυτό είναι η κατοχύρωση; «Είπε ο Άγιος Παΐσιος». Αυτό είναι η κατοχύρωση; «Εσύ τον έκανες Άγιο, θα πει. Δεν είναι Άγιος. Εσύ τα λες αυτά. Δεν είναι έτσι όπως τα λες». Αυτό δε λένε και οι αιρετικοί; Πού θα στηριχθείτε κι εσείς και τα παιδιά σας, να πείτε: «Όχι! Όχι, δεν είναι έτσι!» Να σας πω το απλό αυτό της Υπεραγίας Θεοτόκου, πολύ απλό, που τα απαντά η Αγία Γραφή, αλλά δε διαβάζουμε Αγία Γραφή ούτε την εφαρμόζουμε στη ζωή μας. Οι θεολόγοι και οι παπάδες και όλοι λέμε, λέμε, λέμε λόγια πουθενά δεν παραπέμπουμε στην Αγία Γραφή να πούμε: «Κοίταξε αυτό που σου είπα, στήριξε το εδώ. Εγώ θα πεθάνω, θα φύγω. Αυτό θα μείνει. Θα μείνει».
Λέει, λοιπόν, η Παλαιά Διαθήκη, στο βιβλίο των Αριθμών. Αφού είχε γίνει ο νόμος του Μωυσέως, και είχε μοιράσει τη γη της Επαγγελίας και είπε ο Θεός ότι: «Κάθε φυλή θα έχει τη γη τη δική του και δε θα φεύγει να πάει σε άλλη φυλή» (Αριθ. 27,1–11). Κάθε φυλή θα έχει τη δική του γη. Έρχεται, λοιπόν, μια περίπτωσις ένας πατέρας, Σαλπάδ ονομαζόμενος, σας το έχω πει και άλλη φορά, αλλά το λέω και τώρα για να δείτε πώς ο αντίχριστος θα εξαπατήσει. Σαλπάδ, ο οποίος είχε δύο κόρες, τις οποίες έπρεπε να παντρέψει και έπρεπε να παντρέψει με αγόρι της άλλης φυλής. Ναι, αλλά άμα παντρευόταν με αγόρι της άλλης φυλής, θα έφευγε η κληρονομιά, η προίκα από εδώ και θα πήγαινε εκεί. Άρα, είχε και άλλη κόρη, θα παντρευόταν και αυτή άλλη φυλή, θα έφευγε και τι θα γινόταν; Θα μειωνόταν η κληρονομιά, που έδωσε ο Θεός. Και βγάζει νόμο ο Θεός, διά του Μωυσέως και λέει: «Όχι, όταν ένας πατέρας έχει μόνο κόρες, θα παντρεύεται από την ίδια φυλή. Για να μη χαθεί η κληρονομιά» (Αριθμ.36,6–9).
 
Το καταλάβατε; Ποιος σας το λέει αυτό; Πείτε μου ποιος σας το λέει; Και ήρθε και ο Μωυσής και το κατοχύρωσε ακόμα πιο πολύ. Κανένας δε σας το λέει, μόνο να φωνάζουμε ξέρουμε και να λέμε χίλια-δύο άλλα πράγματα.
 Και τι αποδεικνύεται; Ότι η Yπεραγία Θεοτόκος ήταν μοναχοκόρη και ως μοναχοκόρη, έπρεπε να παντρευτεί άνθρωπο της ιδίας φυλής. Ποιον; Τον Ιωσήφ, ο οποίος καταγόταν από τον Δαβίδ. Άρα, λοιπόν, δεν καταγόταν και η Υπεραγία Θεοτόκος από εκεί; Ναι. Να, η κατοχύρωση! Να, κατοχύρωση! Ο αντίχριστος θα ‘ρθει και θα πει: «Κι εγώ από Παρθένο γεννήθηκα». Λένε οι πατέρες, θα το ερμηνεύσει ως Παρθένο, είτε από πόρνη γυναίκα που δεν είχε άντρα, είτε από την κοινωνία, η οποία θα είναι αδέσποτη. Θα βρει τρόπο ερμηνείας όπως και τώρα οι αιρετικοί βρίσκουν τρόπο ερμηνείας και εξαπατούν τους ανθρώπους. Χίλια-δύο, χίλια-δύο. Πόσα δεν έχουν ειπωθεί, όλον αυτόν τον τελευταίο καιρό, που εξαπατήθηκαν πολλοί άνθρωποι, πίσω από άλλους ανθρώπους.
Ξέρετε ποιος δεν εξαπατάται, ποιος δε θα εξαπατηθεί; Όποιος είναι στηριγμένος στην Αγία Γραφή.
 Εντάξει, δε λέω να ξέρετε εσείς την Αγία Γραφή, αλλά να την ακούτε. Δεν ακούμε σήμερα Αγία Γραφή δεν ακούμε. Πόσοι έρχονται να ακούσουν τις ομιλίες που κάνω το απόγευμα, για να κατοχυρωθούν στην Αγία Γραφή από τους νέους; Εμείς οι μεγάλοι θα πεθάνουμε. Από τους νέους. Λύκειο, γυμνάσιο. Πού πάνε αυτά τα παιδιά; Συγγνώμη. Πού πάνε αυτά τα παιδιά; Μπάσκετ πηγαίνουν, βόλεϊ πηγαίνουν, αθλοπαιδίες πηγαίνουν. Πού πάνε και τα αφήνετε; Τέτοια ώρα θα έπρεπε εδώ, να είναι γεμάτο νεολαία. Πού είναι τα παιδιά σας; «Δεν έρχονται». Εμ, βέβαια! Τώρα θα ‘ρθουν; Έπρεπε να τα έχεις μάθει από μικρά. Από μικρά να τα έχεις μάθει, να έρχονται στην Εκκλησία. Πού είναι οι άντρες σας; Κοιμούνται στα κρεβάτια τους. Λένε: «Τράβα εσύ, και εγώ...» Πού είναι όλα αυτά;
Ξέρετε πόσο εύκολα θα μας εξαπατήσει ο αντίχριστος; Θαυμάσια. Και μετά, και μετά; Στο αιώνιο σκοτάδι; Μας αρέσει; Δε μας αρέσει. Αλλά, γι’ αυτό λέει: «Θα πλανήσει ει δυνατόν και τους εκλεκτούς. Θα σηκώσει την ουρά του, λέει, και θα ρίξει το τρίτο των αστέρων» (Αποκ.ιβ΄4). Αστέρες ποιοι είναι; Αυτοί που νομίζουν ότι είναι σπουδαίοι και τρανοί. Θα τους γκρεμίσει κι αυτούς.
 Δεν είναι εύκολες οι εποχές μας, αγαπητοί μου, δεν είναι εύκολες οι εποχές μας. Είναι επικίνδυνες οι εποχές, για απάτη. Άρα, λοιπόν, μην ακούτε τον καθέναν που λέει. Το λέει, ο Απόστολος Παύλος και η Αγία Γραφή το λέει, προσέξτε: «Μη παντί πνεύματι πιστεύετε, λέει. Μη παντί πνεύματι πιστεύετε». Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης: «Αλλά δοκιμάζετε τα πνεύματα, ει εκ του Θεού εστίν, ότι πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τον κόσμον» (Α΄Ιω.δ΄1). Μην πιστεύετε τον καθέναν, τι λέει. Πολλοί ψευδοπροφήτες με ένδυμα προβάτου και από μέσα είναι λύκοι. «Ο αντίχριστος δε θα έρθει καταργώντας την Αγία Γραφή, αλλά διαστρεβλώνοντάς την». Και ο Απόστολος Πέτρος λέει: «Και την του Κυρίου ημών μακροθυμίαν». Και επειδή ο Κύριος δεν απαντάει, να το θεωρήσετε ότι είναι ευλογία αυτό. «Διότι, προσέξτε, κάποιοι λέει, αυτά που έγραψε ο Απόστολος Παύλος, τα διαστρεβλώνουν. Ποιοι; Οι αμαθείς και οι αστήριχτοι». Ο Πέτρος για τον Απόστολο Παύλο, της εποχής εκείνης. Τα διαστρεβλώνουν. «Φυλαχθείτε, λοιπόν, γιατί εγώ σας τα έχω πει» (Πέτρ.γ΄15), λέει. Φυλαχθείτε, και εγώ σας τα λέω. Φυλαχθείτε. Άρα, λοιπόν, δε φταίει η Αγία Γραφή, ούτε η προφητεία, αλλά το ότι αποκόπτομαι από τα Μυστήρια, τα Μυστήρια, αποκόπτομαι από το να ακούω Λόγο Θεού, αποκόπτομαι από το να εφαρμόζω τον Λόγο του Θεού. Αφού δεν τα μαθαίνω, δεν τα ξέρω.
Άρα, λοιπόν, αγαπητοί μου, θέλετε να μην πλανηθείτε; Και τώρα, από τώρα ξεκινάει η πλάνη, μη νομίζετε τότε. Να είστε σοβαροί, σε αυτά που ακούτε. Όχι: «Έτσι μου είπε, έτσι έκανε». Απόδειξέ το από την Αγία Γραφή, που το λέει η Αγία Γραφή, άσε με τους γεροντάδες και όλους, καλοί είναι όλοι αυτοί αλλά δεν είναι ο κορμός, δεν είναι η πέτρα, είναι το κερασάκι στην τούρτα που υπάρχει. Μπορείτε να το κάνετε αυτό; Κάντε το και θα σωθείτε.
 Και εφαρμόστε αυτό που λέει ο Θεός. «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε». Έρχεστε αυτές τις μέρες έτοιμοι για να κοινωνήσετε; Έχετε εξομολογηθεί; Έχετε νηστέψει; Που καταργήσαμε και τη νηστεία! «Το γένος τούτον ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Μτθ.ιζ,21).
Τι θα πάθουμε, βρε παιδιά; Τι θα πάθουμε; Δεν παθαίνουμε τίποτα. Ο διάβολος τα κάνει έτσι. Ξέρετε πόσες φορές το βράδυ πάω να κοιμηθώ και ο διάβολος μου βάζει την αίσθηση ότι: «Πεινάς, πεινάς. Πήγαινε να φας, γιατί δε θα αντέξεις αύριο». Και σηκώνομαι το πρωί και δεν έχω τίποτα απολύτως. Κάνω την ημέρα μου μια χαρά.
 
Τι νομίζετε, ο διάβολος κάθεται; Δεν κάθεται ο διάβολος. Δουλεύει. Εμείς καθόμαστε, αμέριμνοι.
Εύχομαι, λοιπόν, να φτάσουμε στα Χριστούγεννα με καθαρές καρδιές, για να έχουμε και καθαρό σκεπτικό.