Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

Κυριακή της Απόκρεω: Ἑρμηνεία εἰς τὸ κατὰ Ματθαῖον Εὐαγγέλιον - Νικηφόρου Θεοτόκη (Απόδοση στην Νεοελληνική)

 

Καμία ευαγγελική δογματική διδασκαλία δεν είναι πιο καθαρή, ούτε πιο φοβερή, από την υπόθεση του Ευαγγελίου που διαβάστηκε σήμερα. Ο Μονογενής Υιός και Λόγος του Θεού έρχεται πάλι στη γη όχι όπως την πρώτη φορά, αθέατος και χωρίς δόξα, αλλά με πολλή δόξα και με τη θεϊκή μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα. Και έρχεται όχι για να σώσει τον κόσμο, όπως προηγουμένως, αλλά για να κρίνει όλους τους ανθρώπους από καταβολής κόσμου, ζωντανούς και νεκρούς, και να αποδώσει στους μεν που έπραξαν τα καλά τη Βασιλεία, στους δε που έκαναν τα κακά την κόλαση. Και τόσο η Βασιλεία όσο και η κόλαση είναι αιώνιες και ατελεύτητες. Αυτήν τη διδασκαλία τη διδάσκει με κάθε σαφήνεια και καθαρότητα το σημερινό Ευαγγέλιο· από αυτήν συνίσταται και το άρθρο της Πίστεως που περιέχεται στο άγιο Σύμβολο και πιστεύεται και ομολογείται από όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, δηλαδή το «και πάλι ερχόμενο να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, του οποίου η Βασιλεία δεν θα έχει τέλος».
Άραγε λοιπόν ο φοβερός και δικαιότατος Κριτής εκείνη την ημέρα θα εξετάσει μόνο όσα αφορούν την ελεημοσύνη και θα δώσει στους ελεήμονες την αιώνια Βασιλεία και στους ανελεήμονες την ατελεύτητη κόλαση; Αν έτσι έχουν τα πράγματα, ο φόβος δεν είναι τόσο μεγάλος, γιατί ο καθένας εύκολα μπορεί να γίνει ελεήμων και να σωθεί. Ακούστε όμως πρώτα την ερμηνεία των ευαγγελικών λόγων που διαβάστηκαν σήμερα και έπειτα ακούστε και τη λύση της απορίας που τίθεται.

«Εἶπεν ὁ Κύριος· Ὅταν ἔλθῃ ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὑτοῦ, καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ».

Δεν μας φανέρωσε ο Θεάνθρωπος ούτε σε ποιο μέρος της γης πρόκειται να έλθει ούτε πού θα στήσει τον θρόνο της δόξας, επάνω στον οποίο θα καθίσει για να κρίνει τον κόσμο. Μερικοί όμως, ακούγοντας τον Προφήτη Ιωήλ να λέει «καὶ θὰ συναθροίσω τότε δλα τὰ ἔθνη καὶ θὰ τὰ κατεβάσω εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφατ καὶ θὰ κριθῶ μαζὶ τοὺς ἐκεῖ διὰ τὸν λαόν μου  … Ἄς ἐγερθοῦν καὶ ἂς ἀναβοῦν ὅλα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ ἐγὼ θὰ στήσω τὸ δικαστήριόν μου, διὰ νὰ κρίνῳ καὶ δικάσω ὅλα τὰ γύρω ἔθνη.», είπαν ότι ο τόπος στον οποίο πρόκειται να κατέβει ο Κύριος και να στήσει τον θρόνο της δόξας και της φοβερής Του κρίσεως είναι η κοιλάδα του Ιωσαφάτ, που είναι αυτός ο χείμαρρος ή το φαράγγι των Κεδρών, όπως ονομάζεται στα Ιεροσόλυμα.
Σε αυτό εύκολα πείθεται ο καθένας, αν διαβάσει τα προφητικά λόγια του τρίτου κεφαλαίου του Ιωήλ και κατανοήσει την αλληγορία που περιέχουν. Ο Θεάνθρωπος φανέρωσε τη δόξα με την οποία έρχεται πάλι, για να μη νομίσουμε ότι και η Δευτέρα Του Παρουσία θα είναι ταπεινή και άγνωρη, όπως η πρώτη. Στην πρώτη φάνηκε βρέφος σπαργανωμένο, τοποθετημένο σε φάτνη άλογων ζώων· στη δεύτερη θα εμφανιστεί ως Θεός υπερβολικά ένδοξος, καθισμένος «επάνω σε θρόνο» κρίσεως. Τη δόξα και τη λαμπρότητα της Δευτέρας Παρουσίας Του την περιγράφει εκτενέστερα ο άγιος προφήτης Δανιήλ, εμπνέοντας μεγάλο φόβο στην καρδιά κάθε πιστού ανθρώπου. «Έβλεπα», λέει, ««Παρατηροῦσα ὅλα αὐτὰ μὲ προσοχήν, μέχρις ὅτου ἐστήθησαν δικαστικοὶ θρόνοι καὶ ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, ὁ προαιώνιος καὶ ἄναρχος Θεὸς Πατήρ, ἐκάθησεν εἰς τὸν θρόνον του. Τὸ ἔνδυμά του ἦταν κατάλευκον ὡσὰν τὸ χιόνι καὶ οἱ τρίχες τῆς κεφαλῆς του ἦσαν ὡσὰν καθαρὸν ἄσπρο μαλλί· ὁ θρόνος του ἦταν ἀπὸ φλόγες φωτιᾶς, καὶ οἱ τροχοὶ τοῦ θρόνου ἦσαν ἀναμμένη φωτιά, ποὺ ἔβγαζε φλόγες. · Πύρινος ποταμὸς ἔτρεχεν ἐνώπιόν του. Χιλιάδες χιλιάδων ἀγγέλων τὸν ὑπηρετοῦσαν καὶ μυριάδες μυριάδων (ἄπειρα πλήθη, ἀνυπολόγιστος ἀριθμός) ἀγγέλων ἐστέκοντο πλησίον του. Κριτήριον ἐστήθη καὶ βιβλία, ποὺ κατέγραφαν τὶς πράξεις τῶν κρινομένων, ἀνοίχθηκαν». (Δαν.ζ΄ 9-10)

«Καὶ συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη· καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων, ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων. Καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὑτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων.»

«Όλα τα έθνη», δηλαδή όλοι οι άνθρωποι από καταβολής κόσμου, όσοι γεννήθηκαν από τον Αδάμ μέχρι εκείνη την ώρα, αφού συγκεντρωθούν, θα σταθούν μπροστά στο φοβερό βήμα του Δικαίου Κριτή, περιμένοντας τη δίκαιη απόφασή Του. Αυτό ακριβώς κήρυττε και ο θεοκήρυκας Απόστολος Παύλος, λέγοντας: «Όλοι μας πρέπει να φανερωθούμε μπροστά στο βήμα του Χριστού, για να λάβει ο καθένας σύμφωνα με όσα έπραξε διά του σώματος, είτε αγαθό είτε κακό». Τότε ο Κριτής χωρίζει τους Δικαίους από τους αμαρτωλούς, όπως ο ποιμένας χωρίζει τα πρόβατα, εξαιτίας του πράου και ήμερου χαρακτήρα τους, στα δεξιά, ενώ τους αμαρτωλούς, τους οποίους ονόμασε «ερίφια» εξαιτίας του άγριου και ατάκτου χαρακτήρα τους, στα αριστερά Του. Έπειτα ανακοινώνει και την απόφαση, διακηρύσσοντας και τον λόγο της αποφάσεώς Του.

«Τότε ἐρεῖ ὁ Βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὑτοῦ· Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με· ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με· ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με».

Και η ονομασία των Δικαίων είναι γεμάτη χαρά και δόξα· «ευλογημένοι» ονομάζονται από τον Θεό και Πατέρα του Κυρίου Ιησού Χριστού. Και η λέξη «κληρονομήσατε» είναι θαυμαστή και εξαιρετικά τιμητική, γιατί φανερώνει τη συγγένεια και την οικειότητα του Θεού με τους Δικαίους. Δεν είπε «λάβετε», διότι και οι ξένοι λαμβάνουν ως δωρεά, αλλά είπε «κληρονομήσατε», επειδή οι συγγενείς και οι οικείοι κληρονομούν τα αγαθά των συγγενών τους. Αλλά και η φράση «τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για εσάς από καταβολής κόσμου» φανερώνει πολλή αγαθότητα και μεγαλοπρέπεια, διότι δείχνει όχι μόνο την απέραντη φιλανθρωπία του Θεού, αλλά και την τιμή και το μεγαλείο του ανθρώπου. Διότι αυτή η ετοιμασία της Βασιλείας για τον άνθρωπο από την πρώτη δημιουργία του κόσμου τι άλλο σημαίνει, παρά τη βασιλική αξία του ανθρώπου και την υπεροχή του πάνω σε όλα τα άλλα επίγεια κτίσματα; «Ελάτε», λέει προς τους Δικαίους ο Κριτής που κάθεται με δόξα, «κληρονομήστε τη Βασιλεία που ετοιμάστηκε για σας από την αρχή του κόσμου».
Αφού διατύπωσε αυτή την απόφαση για τους Δικαίους, προσθέτει και τον λόγο για τον οποίο εξέδωσε τέτοια απόφαση υπέρ τους. Διότι, λέει, με θρέψατε όταν πεινούσα, με ποτίσατε όταν διψούσα, με φιλοξενήσατε όταν ήμουν ξένος, με ντύσατε όταν ήμουν γυμνός, με επισκεφθήκατε όταν ήμουν άρρωστος και ήρθατε σε μένα όταν βρισκόμουν στη φυλακή. Σημείωσε ότι αυτά τα έξι είδη φιλανθρωπίας και ελέους οι Δίκαιοι τα ασκούν όχι μόνο υλικά αλλά και πνευματικά, ευεργετώντας με τον λόγο τις ψυχές των ανθρώπων. Διότι με την ηθική διδασκαλία τρέφουν τις ψυχές όσων πεινούν όχι για ψωμί, αλλά για να ακούσουν τον λόγο του Θεού, και με τη δογματική κατήχηση ποτίζουν όσους διψούν με τα λόγια της ζωής και με το ζωντανό και σωτήριο νερό. Με το κήρυγμα της Πίστης συγκεντρώνουν στην Εκκλησία του Θεού τους ξένους και απομακρυσμένους από αυτήν, και με την υπόσχεση των μελλοντικών αγαθών ντύνουν με το ένδυμα της χαράς και τον χιτώνα της σωτηρίας όσους είναι γυμνοί από καλά έργα. Με τις συμβουλές τους στηρίζουν και ενδυναμώνουν τους αδύναμους, σηκώνοντας τις αδυναμίες τους, και φωτίζουν όσους βρίσκονται στο σκοτάδι της αμαρτίας με το φως της νουθεσίας τους. Τι απαντούν όμως σε αυτά οι Δίκαιοι προς τον Κριτή;

«Τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι, λέγοντες· Κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα, καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα, καὶ ἐποτίσαμεν; πότε δέ σε εἴδομεν ξένον, καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνόν, καὶ περιεβάλομεν; πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ, ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρὸς σέ; Καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Βασιλεύς, ἐρεῖ αὐτοῖς· Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε».

Η αρετή της ταπεινοφροσύνης παραμένει ανεξάλειπτη και μετά τον θάνατο· γι’ αυτό οι Δίκαιοι, όπως έκρυβαν τις αρετές τους από τους ανθρώπους, έτσι και ενώπιον του Θεού ταπεινώνονται και δεν θέλουν να πουν ότι υπήρξαν ελεήμονες. Και ακόμη κι αν γνώριζαν ότι η ευεργεσία προς τους φτωχούς αναφέρεται στον Θεό, ωστόσο αποποιούνται λέγοντας ότι ποτέ δεν θρέψαμε, ούτε ποτίσαμε, ούτε δείξαμε κάποια άλλη φροντίδα προς εσένα, τον Βασιλιά της δόξας και Κύριο. Ο δε Θεάνθρωπος, με θεία οικονομία, έβαλε στο στόμα των Δικαίων αυτά τα λόγια ταπεινοφροσύνης, για να μάθουμε από τη δική του απάντηση ότι ο φτωχός παριστά το θείο του πρόσωπο· και ό,τι κάνουμε στον φτωχό, το κάνουμε στον ίδιο τον Χριστό. «Αλήθεια σας λέω· εφόσον το κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους αδελφούς μου, σε μένα το κάνατε».
Άκουσε μάλιστα με πόση έμφαση το επιβεβαιώνει αυτό· «Αλήθεια σας λέω», δηλαδή σας το λέω ως βέβαιο και αναμφισβήτητο, ότι ό,τι κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελάχιστους αδελφούς μου, σε μένα το κάνατε. Και αδελφούς ονόμασε τους φτωχούς, επειδή «Ἐπειδὴ δὲ τὰ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, ἔχουν πάρει ὅλα τὴν ἀσθενῆ καὶ φθαρτὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, σάρκα καὶ αἷμα, διὰ τοῦτο καὶ αὐτὸς κατὰ παρόμοιον τρόπον ἐπῆρε σάρκα καὶ αἷμα» (Εβρ. 2,14), πράγμα που σημαίνει ότι επειδή έγινε άνθρωπος και αγίασε την ανθρώπινη φύση, γι’ αυτό «δεν ντρέπεται να τους ονομάζει αδελφούς, λέγοντας·  «Θὰ διακηρύξω τὸ ὄνομά σου στοὺς ἀδελφούς μου» (Εβρ. 2,12). Τους ονόμασε δε ελάχιστους, είτε για την ταπεινή τους σωματική κατάσταση είτε για το ταπεινό τους φρόνημα και τρόπο ζωής, καθώς και ο ίδιος «ταπείνωσε τὸν ἑαυτό του μὲ τὸ νὰ γίνῃ ὑπάκουος μέχρι θανάτου, μάλιστα θανάτου σταυρικοῦ» (Φιλ. 2,8). Αυτά λοιπόν αποφάσισε και είπε ο Κύριος για τους Δικαίους· ας ακούσουμε τώρα τι αποφασίζει και για τους αμαρτωλούς.

«Τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· Πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον, τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ· ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν· ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με· ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με· γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με· ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπισκέψασθέ με».

Τρεις μορφές τιμωρίας δείχνει η απόφαση του Θεού για τους αμαρτωλούς: τον χωρισμό από τον Θεό («Πηγαίνετε μακριά από μένα, εσείς οι καταραμένοι»), το ατελείωτο πυρ («στο αιώνιο πυρ») και τη συγκατοίκηση με τους πονηρούς δαίμονες («που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του»). Και οι τρεις αυτές τιμωρίες είναι αφόρητες λόγω της βαρύτητάς τους, βασανιστικές λόγω της έντασής τους, παρατεινόμενες στον χρόνο, και φοβερές, γι’ αυτό και ονομάζονται «καταραμένοι», ώστε ούτε ο νους να μπορέσει να τις κατανοήσει ούτε η γλώσσα να τις περιγράψει σωστά.
Δείτε πώς ο φιλάνθρωπος Θεός από την αρχή του κόσμου προετοίμασε για τους ανθρώπους τη Βασιλεία Του και όχι την κόλαση και την τιμωρία. Την κόλαση την ετοίμασε για τους δαίμονες. «Πηγαίνετε», είπε, «στο αιώνιο πυρ, που έχει ετοιμαστεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του». Όταν οι άνθρωποι γίνονται άσπλαχνοι, όπως οι δαίμονες, και δεν ελεούν τους πτωχούς με κανέναν τρόπο, τότε καταδικάζονται και αυτοί μαζί με τους άσπλαχνους δαίμονες στο αιώνιο πυρ.
Γι’ αυτό λέει ο δίκαιος Κριτής προς τους ανελέητους: «Σας καταδικάζω, διότι πεινούσα και δεν μου δώσατε να φάω· διψούσα και δεν με ποτίσατε· ήμουν ξένος και δεν με φιλοξενήσατε· ήμουν άρρωστος και φυλακισμένος και δεν με επισκεφθήκατε». Τι απαντούν σ’ αυτά οι αμαρτωλοί;
Τότε κι αυτοί θα Του απαντήσουν λέγοντας: «Κύριε, πότε σε είδαμε πεινασμένο ή διψασμένο, ή ξένο, ή γυμνό, ή άρρωστο, ή φυλακισμένο, και δεν σε υπηρετήσαμε;» Τότε Εκείνος θα τους πει: «Αλήθεια σας λέω, όσο δεν το κάνατε σε έναν από τους μικρούς αυτούς, ούτε σε μένα το κάνατε».
Δεδομένου ότι οι άπιστοι κρίθηκαν εκ των προτέρων άξιοι της κόλασης λόγω της απιστίας τους σύμφωνα με το «ο δε μη πιστεύων ήδη κέκριται, ότι μη πέπιστευκεν εις το όνομα του μονογενούς Υιού του Θεού» (Ιωάννης γ’ 18), οι ασεβείς εκείνη τη μέρα ανασταίνονται όχι για να κριθούν, αλλά για να καταδικαστούν. Γι’ αυτό λέει ο Προφήτης: «Δεν θα αναστηθούν οι ασεβείς στην κρίση» (Ψαλμός α’ 5).
Αυτοί λοιπόν, που απαντούν στον Κριτή, είναι παράνομοι και αμαρτωλοί, αλλά όχι άπιστοι, αφού παραμένουν πιστοί. Ποιος, όμως, είναι ο πιστός που δεν άκουσε ποτέ τα λόγια του σημερινού Ευαγγελίου; Ποιος από τους πιστούς αγνοεί ότι ο πτωχός απεικονίζει το πρόσωπο του Ιησού Χριστού και ότι όποιος ελεεί τον πτωχό, ελεεί τον ίδιο τον Χριστό; Κανείς.
Η απάντηση λοιπόν των αμαρτωλών είναι μια ψεύτικη και δόλια πρόφαση. Σ’ εκείνο όμως το φοβερό και αλάθητο κριτήριο δεν έχει καμία δύναμη ούτε το ψέμα ούτε ο δόλος· γι’ αυτό η πρόφαση των αμαρτωλών μένει ανενέργητη, ενώ η δίκαιη απόφαση του Θεού εκτελείται πλήρως.

«καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.»

Με το «αυτοί θα πάνε», δηλαδή οι αμαρτωλοί, σφραγίζει το στόμα αυτών που λανθασμένα ισχυρίζονται ότι η κόλαση έχει τέλος, γιατί το «αιώνιο» σημαίνει ακριβώς το ατελεύτητο. Όπως η ευσπλαχνία του Θεού εισάγει τους δίκαιους στην αιώνια Βασιλεία για τον πρόσκαιρο μόχθο της αρετής τους, έτσι η δικαιοσύνη Του τιμωρεί αιώνια τους αμαρτωλούς για την πρόσκαιρη ηδονή της αμαρτίας τους.
Αιώνιο είναι το βραβείο της αρετής λόγω της ευσπλαχνίας του Θεού, αιώνια και η τιμωρία της αμαρτίας λόγω της δικαιοσύνης Του. Αν ο Θεός δόξαζε αιώνια και τιμωρούσε πρόσκαιρα, τότε ενεργούσε μόνο η ευσπλαχνία Του και η δικαιοσύνη Του παρέμενε αδρανής· κάτι που είναι αδύνατο, γιατί όσο ο Θεός είναι φιλάνθρωπος, τόσο είναι και δίκαιος. Η ευσπλαχνία Του είναι άπειρη και η δικαιοσύνη Του είναι άπειρη. Όταν λοιπόν και η Βασιλεία και η κόλαση είναι αιώνιες, τότε ενεργεί ταυτόχρονα και η ισότητα της ευσπλαχνίας με την κρίση και της δικαιοσύνης με το έλεος, όπως λέει ο ιεροψάλτης: «
Τὴν εὐσπλαγχνίαν σου καὶ τὴν δικαιοκρισίαν σου θὰ ὑμνολογήσω πρὸς δόξαν σου, Κύριε. Θὰ σε δοξολογήσω. Κύριε, καὶ θὰ κατανοήσω ποιὸς εἶναι ὁ ἄμωμος τρόπος καὶ δρόμος τῆς ζωῆς μου» (Ψαλμός 100:1-2).




ΠΗΓΗ: Ο ΜΕΓΑΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ



ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''





Λόγος εἰς κοιμηθέντας ἐν Χριστῷ ἀδελφούς - Αγίου Ἀναστασίου τοῦ Σιναΐτου (Απόδοση στην Νεοελληνική)

Τι είναι αυτό που συμβαίνει σήμερα, αγαπητοί μου, και έχουμε συγκεντρωθεί όλοι με τόση προθυμία; Μας κάλεσαν εκείνοι οι αδελφοί μας που έφυγαν από κοντά μας και πήγαν κοντά στον Χριστό. Γι’ αυτό ας πλησιάσουμε κι εμείς με χαρά για να υμνήσουμε τον Χριστό, επειδή αυτοί μας ξεσήκωσαν για δοξολογία πάνω στη γη, ενώ οι ίδιοι δοξολογούν μαζί με τους Αγγέλους στον ουρανό. Έστησαν για μας πνευματικό χορό και μας παρέθεσαν πνευματική τράπεζα, αυτοί που ήδη χορταίνουν από την τρυφή του Παραδείσου, που έχουν γεμίσει από την ανάπαυση και την παρηγοριά εκείνης της ζωής. Άναψαν φώτα, γιατί πρώτα φώτισαν τις καρδιές τους και έτρεξαν προς το άδυτο φως.
Οι όσιοι έφυγαν από ανάμεσά μας και ενώθηκαν με τους αγίους του Χριστού. Αυτοί που κάποτε βρίσκονταν μαζί μας μετατέθηκαν αλλού καλώς για το ταξίδι προς τον Θεό. Μας άφησαν σαν ορφανούς και πήγαν στην αληθινή τους πατρίδα. Άφησαν τη φθορά και ανέβηκαν στην αφθαρσία. Έφυγαν από τον κόσμο και ανέτειλαν προς τον Χριστό. Βγήκαν από την καλύβα και κατοίκησαν στην άνω Ιερουσαλήμ. Εγκατέλειψαν τη ματαιότητα της ζωής και έφτασαν στην ουράνια μακαριότητα. Άφησαν τη σύγχυση και βάδισαν σε τόπους ειρηνικούς. Βγήκαν από τον χειμώνα και την τρικυμία του κόσμου και έδεσαν στα γαλήνια λιμάνια. Εγκατέλειψαν τη μάταιη σκιά του κόσμου και έτρεξαν προς τον Ήλιο της δικαιοσύνης.
Κι όταν ακόμη ήταν μαζί μας, ήταν σαν να μην ήταν· γιατί ο νους τους ήταν πάντοτε στραμμένος στον Θεό. Ζούσαν στη γη, αλλά το πολίτευμά τους ήταν στους ουρανούς. Ζούσαν μέσα στο σώμα, αλλά δεν ήταν σαρκικοί. Δεν είχαν εδώ μόνιμη πόλη, αλλά προσδοκούσαν την άνω Ιερουσαλήμ. Δεν επένδυαν σε πρόσκαιρο πλούτο, αλλά στον ουράνιο. Ήταν ξένοι και περαστικοί, όπως όλοι οι πατέρες τους, ξένοι προς τον κόσμο και τα έργα του, γιατί στόλιζαν διαρκώς την ψυχή τους με σκέψεις ουράνιες. Επιθυμούσαν τις εκεί κατοικίες, τα εκεί κάλλη, τους ουράνιους χορούς και τις ατέλειωτες εορτές, τα αιώνια αγαθά και τα χαρίσματα του Θεού. Προς αυτά κοίταζαν, προς αυτά έτρεχαν, γι’ αυτό και τα πέτυχαν. Κοπίασαν και μπήκαν στον φωτεινό νυμφώνα. Πόνεσαν και τώρα χαίρονται. Δεν αμέλησαν, γι’ αυτό αναπαύονται. Σοφά φέρθηκαν, γιατί καταφρόνησαν τα πράγματα του κόσμου.
Έφυγαν από τον κόσμο και πήγαν στην αγία και αιώνια χώρα. Πέταξαν ξαφνικά σαν γλυκόλαλα χελιδόνια, σαν καθαρές ερημικές τρυγόνες. Χωρίστηκαν από το ποίμνιό μας σαν άκακα αρνιά. Έφυγαν από τη μάνδρα και τα πρόβατα στενάζουν. Άφησαν τη φωλιά μας και εμείς φωνάζουμε σαν μικρά πουλιά τους. Ένα μέλος αποσπάστηκε και τα υπόλοιπα μέλη λυπούνται. Κλαίμε γιατί χωριστήκαμε από τη συντροφιά σας. Στενάζουμε γιατί δεν βλέπουμε τα πρόσωπά σας. Πονάμε για τον ξαφνικό χωρισμό και γιατί κι εμείς σιγά σιγά φεύγουμε. Θλιβόμαστε καθώς θυμόμαστε την αρετή σας.
Γυρίζουμε τα μάτια γύρω μας και δεν βλέπουμε την αγάπη σας. Κλαίμε, γιατί ακόμη και τα ζώα λυπούνται όταν χωρίζονται από τα όμοιά τους. Τα βόδια μουγκρίζουν ζητώντας το ταίρι τους, τα χελιδόνια φωνάζουν όταν τους παίρνουν τα μικρά τους, τα αρνιά βελάζουν όταν χωρίζονται από τα αδέλφια τους. Για σας ο θάνατος έγινε κέρδος, για μας όμως λύπη. Το μαρτύριό σας έγινε για σας επιθυμητό, για μας όμως έγινε θλίψη. «Πολύτιμος στα μάτια του Κυρίου είναι ο θάνατος των οσίων του, ενώ των αμαρτωλών ο θάνατος είναι φοβερός».
Γι’ αυτό έλεγε ο Προφήτης: «Γιατί να φοβηθώ σε ημέρα κακή; Η ανομία των σφαλμάτων μου θα με κυκλώσει». Έρχεται, αδελφοί, ημέρα και ώρα, και δεν θα λείψει, όταν ο άνθρωπος θα αφήσει τα πάντα και όλους και θα φύγει μόνος, γυμνός και αβοήθητος, ανυπεράσπιστος, αν βρεθεί απροετοίμαστος σε ημέρα και ώρα που δεν γνωρίζει. Όσο χαίρεται και θησαυρίζει, όσο ευημερεί και δεν φροντίζει για την ψυχή του, ξαφνικά έρχεται μία ώρα και όλα τελειώνουν. Ένας μικρός πυρετός, ένας πόνος, και όλα μηδενίζονται. Μία νύχτα βαθιά, σκοτεινή και οδυνηρή, και οδηγείται σαν κατάδικος εκεί όπου τον πηγαίνουν.
Χρειάζεσαι, άνθρωπε, πολλούς οδηγούς και πολλές προσευχές εκείνη την ώρα του χωρισμού της ψυχής. Μεγάλος ο φόβος, μεγάλο το μυστήριο, μεγάλη η μετάβαση προς τον άλλο κόσμο. Αν όταν φεύγουμε για μια άλλη χώρα έχουμε ανάγκη από οδηγούς, πόσο περισσότερο όταν πορευόμαστε προς τον ατελείωτο αιώνα, από όπου κανείς δεν επέστρεψε. Εκείνη η ώρα είναι μοναδική, γέφυρα χωρίς επιστροφή, το τέλος όλων και ο κοινός φόβος. Σκληρό το πέρασμα, αλλά όλοι από εκεί περνάμε. Στενός ο δρόμος, αλλά όλοι από εκεί διαβαίνουμε. Πικρό το ποτήρι, αλλά όλοι αυτό πίνουμε. Μεγάλο και ανείπωτο το μυστήριο του θανάτου, και κανείς δεν μπορεί να μας το εξηγήσει, γιατί όσα βλέπει τότε η ψυχή είναι φοβερά, και τα γνωρίζουν μόνο όσοι τα έζησαν.
Όταν καθόμαστε δίπλα σε ετοιμοθάνατους αδελφούς, βλέπουμε πράγματα φοβερά. Πώς ταράζονται και στενάζουν, πώς ιδρώνουν κρύο ιδρώτα, πώς στρέφουν τα μάτια εδώ κι εκεί, πώς τρίζουν τα δόντια και τρομάζουν, πώς ανασηκώνονται από το κρεβάτι θέλοντας να φύγουν και δεν μπορούν, γιατί βλέπουν όσα ποτέ δεν είδαν και ακούν όσα ποτέ δεν άκουσαν. Ζητούν λυτρωτή και δεν υπάρχει· ζητούν συνοδό και δεν βρίσκεται· παρακαλούν και κανείς δεν τολμά. Κι εμείς τρέχουμε, κλαίμε, κρατούμε τα χέρια τους, σκουπίζουμε τον ιδρώτα, βρέχουμε τη γλώσσα τους με νερό και ρωτάμε με αγωνία: «Πώς είσαι, αδελφέ; Μη φοβάσαι, ο Θεός είναι φιλάνθρωπος».
Και όμως, όταν φτάνουν οι δεσποτικές δυνάμεις και οι φοβερές στρατιές, όταν οι αμείλικτοι υπηρέτες παίρνουν την ψυχή για το Κριτήριο, τότε ο άνθρωπος, ακόμη κι αν είναι βασιλιάς ή κοσμοκράτορας, τρέμει σαν φύλλο στον άνεμο. Σπαράσσεται βλέποντας μορφές άγνωστες και αυστηρές, πρόσωπα φοβερά, τάξη που ποτέ δεν είχε δει. Και μέσα του λέει: Ευλογημένος είναι ο μόνος αθάνατος και αιώνιος Βασιλιάς.
Τι αξία έχει μπροστά σε αυτά τα ουράνια βασίλεια η επίγεια βασιλεία; Τι είναι η ανθρώπινη εξουσία, αυτή η μάταιη και συχνά απάνθρωπη δύναμη; Να, οι αληθινές ουράνιες στρατιές· να, οι φοβερές μορφές του μόνου φοβερού· να, οι ισχυροί υπηρέτες του μόνου δυνατού Θεού. Κι εκείνος που τότε οδηγείται, βλέποντας αυτά, δεν κοιτά πια εμάς, αλλά τις δυνάμεις που τον καλούν· μένει εκστατικός, και ίσως ψιθυρίζει κάποιες δεήσεις, όσο του επιτρέπει η γλώσσα του, παρακαλώντας τους. Από τα λίγα λόγια και τις εκφράσεις του καταλαβαίνουμε πολλές φορές πως βλέπει τις δεσποτικές Δυνάμεις, κι εμείς όλοι συγκλονισμένοι τρέμουμε και λέμε μεταξύ μας: ησυχάστε, μη συγχύζετε τον ετοιμοθάνατο· κρατήστε την ειρήνη, μην τον ενοχλείτε· σωπάστε, για να μην τον ταράξετε· μη θρηνείτε δυνατά, για να μην τον αναστατώσετε. Προσευχηθείτε να φύγει η ψυχή του με ειρήνη· δεηθείτε να βρει τόπο αναπαύσεως· παρακαλέστε να έχει φιλάνθρωπους Αγγέλους· πέστε στα γόνατα, για να βρει τον Δεσπότη πράο· θυμιατίστε, γιατί είδε αγγελική παρουσία· ικετεύστε, γιατί τώρα στέκεται μπροστά σε μεγάλο αγώνα. Και σκεφτείτε πως κι εσείς θα περάσετε το ίδιο· κοιτάξτε προσεκτικά αυτό το Μυστήριο και φροντίστε από τώρα για εκείνη την ώρα.
Τι είναι ο άνθρωπος; Τίποτα· σκουλήκι, στάχτη, σκιά και όνειρο. Να, πέρασε και έφυγε· σώπασε και σίγησε εκείνος ο ισχυρός, ο γενναίος, ο τύραννος, ο άρχοντας, ο υψηλός, ο φοβερός για όλους· τώρα κείτεται σαν πρόβατο. Έφυγε σαν να μην υπήρξε ποτέ· γεννήθηκε και είναι σαν να μην γεννήθηκε· αυτός που ξεχώριζε ανάμεσα σε πολλούς έγινε σαν να μην ήταν κανείς. Δέθηκε και τον οδηγούν· «εκείνη την ημέρα θα χαθούν όλοι οι λογισμοί του».
Τότε οι Άγγελοι παραλαμβάνουν την ψυχή και περνούν μέσα από τον αέρα, όπου στέκονται Αρχές και Εξουσίες και οι κοσμοκράτορες των εναντίων δυνάμεων, οι πικροί κατήγοροι, οι σκληροί τελώνες και λογοθέτες που εξετάζουν και ζητούν λογαριασμό. Φέρνουν μπροστά τους τα αμαρτήματα του ανθρώπου, τα γραμμένα της νεότητας και του γήρατος, τα εκούσια και τα ακούσια, όσα έγιναν με έργα, με λόγια και με σκέψεις. Μεγάλος ο φόβος και ο τρόμος της άθλιας ψυχής· ανείπωτη η ανάγκη της, καθώς την κρατούν, τη συκοφαντούν και την εμποδίζουν πλήθος εχθρών, για να μην ανέβει στους ουρανούς, για να μην κατοικήσει στο φως και στη χώρα των ζώντων.
Κι ενώ η ψυχή μεταφέρεται από τους αγίους Αγγέλους, εμείς κηδεύουμε το θνητό σώμα και, σαν κάτι ξένο από το σπίτι του, το οδηγούμε στον τάφο. Εκεί βλέπουμε ένα άλλο μεγάλο και φοβερό μυστήριο. Βλέπουμε βασιλιάδες και απλούς ανθρώπους, τυράννους και δούλους, όλους να έχουν γίνει χώμα, σκόνη και δυσωδία, μια σαπίλα και σκουλήκια. Όπως ο μαύρος, έτσι κι ο όμορφος· όπως ο νέος, έτσι κι ο γέρος· όπως ο παράλυτος, έτσι κι ο δυνατός. Όλοι έγιναν ένας σωρός χώμα, γιατί γη είναι και στη γη επιστρέφουν. Και πολλές φορές, δείχνοντας με το δάχτυλο, λέμε: να ο τάδε βασιλιάς, να ο τάδε τύραννος, να ο τάδε στρατηγός· αυτός είναι ο γιος του τάδε, αυτή η κόρη του τάδε, αυτός που κάποτε ήταν στολισμένος και νέος.
Με στεναγμό τα λέμε αυτά μπροστά στους τάφους και δακρύζουμε, βλέποντας πως κάθε ηλικία διαλύθηκε εκεί, κάθε μάτι έσβησε, κάθε γλυκόλαλο στόμα σφραγίστηκε, κάθε γλώσσα σώπασε, κάθε ομορφιά συντρίφτηκε, κάθε εξουσία έπαψε. Εκεί σταμάτησε κάθε μάταιος κόπος των ανθρώπων. Φωνάζουμε τους κεκοιμημένους με το όνομά τους και λέμε: πού πήγατε, αδελφοί μας; πώς είστε; δώστε μας μια απάντηση όπως παλιά. Η ψυχή σας βρήκε τον τόπο που της άξιζε σύμφωνα με τα έργα της; Αυτή η σκόνη που βλέπουμε στον τάφο, αυτή η δυσωδία και τα κόκαλα, είναι εκείνοι οι νέοι και οι νέες που αγαπούσατε; Αυτή είναι η σάρκα που αγκαλιάζατε και φιλούσατε με πάθος; Αυτό το πρόσωπο που τώρα είναι βρωμιά, δεν είναι εκείνο που μέρα και νύχτα καταφιλούσατε; Αυτή η φθαρτή ύλη δεν είναι εκείνη για την οποία αμαρτάνατε;
Γι’ αυτό προσέξτε καλά εσείς που ζείτε ακόμη μέσα στη σάρκα και στη μάταιη ζωή. Όταν αφήνετε τις συζύγους σας στα κρεβάτια και μπλέκεστε με πόρνες, όταν κυλιέστε στον βόρβορο, να γνωρίζετε πως όσα αγκαλιάζετε θα γίνουν δυσωδία και κοπριά. Όταν ανάβετε την επιθυμία σας γι’ αυτά, σκουλήκι και σαπίλα επιθυμείτε. Μην πλανάστε, νέοι και νέες, από το μάταιο κάλλος της νιότης. Κι εμείς, όπως αυτούς τους σαπισμένους νεκρούς που βλέπετε, κάποτε στολιστήκαμε, αγαπήσαμε, χαρήκαμε και απολαύσαμε· και τώρα όλα κατέληξαν σε πηλό και δυσωδία.
Μην πλανηθείτε λοιπόν, αλλά διδαχθείτε από εμάς που προλάβαμε και κειτόμαστε στον τάφο. Συνετιστείτε και πιστέψτε ότι υπάρχει κρίση στον Άδη και ατελεύτητη κόλαση· υπάρχει σκοτάδι χωρίς φως, γέεννα και ακοίμητο σκουλήκι· υπάρχει αδιάκοπος κλαυθμός και βρυγμός δοντιών· υπάρχει θλίψη ανίατη και κρίση αμερόληπτη, αμείλικτοι υπηρέτες και πένθος πικρό και αιώνιο. Αυτά, αν όχι με λόγια, τουλάχιστον με τα ίδια τα πράγματα μας τα διδάσκουν όσοι έφυγαν πριν από εμάς. Κι εμείς, συλλογιζόμενοι, διψάμε να μάθουμε έστω και κάτι, πού άραγε βρίσκονται οι ψυχές τους, πάνω ή κάτω, αν μας βλέπουν τώρα, αν μπορούμε να τους χαιρετούμε εκεί και αν θα γνωριστούμε ξανά.
Αλλά κανείς δεν είδε αυτά τα πράγματα, γιατί κανείς δεν γύρισε από εκεί για να μας φανερώσει πού βρίσκονται και πώς είναι. Ο Θεός τα έχει χωρίσει από εμάς και τα έχει αποκρύψει, ώσπου να φύγουμε κι εμείς και να λάβουμε ο καθένας ό,τι του ανήκει, όταν όλοι αναστηθούν από τους νεκρούς και σταθούμε μπροστά σε εκείνο το μεγάλο και ανείπωτο Κριτήριο, για να δώσουμε λόγο.
Τότε θα έλθει ο φοβερός Κριτής από τον ουρανό για να κρίνει όλη την οικουμένη, από ανατολών έως δυσμών. Θα ηχήσουν οι φωνές των φοβερών σαλπίγγων, όλη η κτίση θα συγκλονιστεί από φόβο και τρόμο, οι τάφοι θα ανοίξουν και κάθε σάρκα θα αναστηθεί γυμνή και φανερωμένη. Κάθε στόμα θα κλείσει και κάθε γλώσσα θα εξεταστεί. Ο ποταμός του πυρός θα ρέει μπροστά στον Κριτή, για τον οποίο ο προφήτης Δανιήλ λέει: «Έβλεπα ώσπου τέθηκαν θρόνοι και κάθισε Παλαιός Ημερών· ο θρόνος Του φλόγα πυρός, οι τροχοί Του πυρ φλέγον· ποταμός πυρός έτρεχε μπροστά Του· χίλιες χιλιάδες Τον υπηρετούσαν και μύριες μυριάδες στέκονταν ενώπιόν Του· το Κριτήριο κάθισε και τα βιβλία ανοίχθηκαν».
Εκείνη είναι η ημέρα για την οποία λέει ο Δαβίδ «Γιατί να φοβηθώ σε ημέρα πονηρή; Η ανομία των πταισμάτων μου θα με κυκλώσει». Εκείνη την ημέρα καταράστηκε και ο Ιώβ. «Θα την καταραστεί εκείνος που καταριέται, εκείνος που είναι έτοιμος να παλέψει με το μεγάλο θηρίο, τον Διάβολο, εκείνη την ημέρα.» Και άλλος προφήτης λέει: «Ιδού έρχεται ημέρα Κυρίου· και ποιος θα την υπομείνει;». Όταν ο Θεός φανερά έλθει και δεν θα σιωπήσει, με καταιγίδα τρομακτική γύρω Του, θα καλέσει τον ουρανό και τη γη για να κρίνει τον λαό Του.
Εκεί δεν υπάρχει μικρός ή μεγάλος, δούλος ή ελεύθερος, βασιλιάς ή υπήκοος. Όλοι ίσοι, δεμένοι, γυμνοί, τρέμοντας, αναλογιζόμενοι τι θα απολογηθούν για τα έργα τους. Πού θα είναι τότε η φαντασία των βασιλέων; Πού η υπερηφάνεια των αφρόνων; Πού η αλαζονεία της νεότητας, τα πολυτελή ενδύματα, οι δούλοι που έτρεχαν γύρω, ο χρυσός και το ασήμι, τα άλογα με τα χρυσά χαλινάρια, τα μύρα και τα θυμιάματα, τα συμπόσια με χορούς και τύμπανα; Τίποτε από αυτά δεν υπάρχει εκεί. Υπάρχει πικρό ουαί. Δεν υπάρχει πλουτισμός αλλά φρίκη· όχι ευημερία αλλά βαθύ σκοτάδι· όχι χορός αλλά θρήνος· όχι νεανική φαντασία αλλά εξορία στον Άδη· όχι παρηγοριά αλλά δίκαιη και ακριβής ανταπόδοση.
Αν όμως εδώ έδειξες συμπάθεια στους φτωχούς, τότε θα έχεις μεγάλους μάρτυρες μπροστά στον Χριστό: τους πτωχούς που ελέησες, τις χήρες και τα ορφανά, τους ξένους, τους τυφλούς και αδυνάτους, όσους βρίσκονταν σε ερημιές, φυλακές και εξορίες. Αυτοί θα γίνουν βοηθοί σου, δείχνοντας στον Χριστό όσα τους έδωσες, πώς τους σκέπασες και τους ανέπαυσες, ως αδελφούς Του. Και ο ίδιος ο Χριστός ονομάζει αδελφούς Του τους πτωχούς, όταν λέει: «Εφόσον το κάνατε σε έναν από αυτούς τους ελαχίστους αδελφούς Μου». Πόσο μακάριος είναι εκείνος που θα αξιωθεί να ονομαστεί αδελφός του Χριστού μπροστά σε Αγγέλους και ανθρώπους.
Μακάριος εκείνος που θα πλησιάσει με παρρησία, γνωρίζοντας ότι ως υιό και φίλο θα τον δεχθεί ο Χριστός, επειδή φύλαξε τις εντολές Του. Εκείνον θα τον υποδεχθεί με ιλαρό πρόσωπο και θα του πει: «Δούλε αγαθέ και πιστέ, καλώς ήλθες· ήσουν τροφεύς Μου και ξενοδόχος Μου· με ανέπαυσες στο σπίτι σου· πεινούσα και με έθρεψες, διψούσα και με πότισες, ήμουν ξένος και με δέχθηκες, ασθενής και με φρόντισες, στη φυλακή και ήλθες σε Μένα. Επειδή στα λίγα φάνηκες πιστός, σε πολλά θα σε καταστήσω· είσελθε στη χαρά του Κυρίου σου· απόλαυσε την τρυφή του Παραδείσου και την αιώνια ζωή». Και όχι μόνο θα τα πει αυτά, αλλά θα τους σηκώσει και θα τους υπηρετήσει.
Για να αξιωθούμε κι εμείς τέτοιας τιμής, ας σπεύσουμε πριν μείνουμε έξω. Ας αφήσουμε την οκνηρία και τις ψεύτικες ελπίδες. Ας μη μας εξαπατήσει ο πονηρός με το «σήμερα και αύριο», γιατί πολλοί που σχεδίαζαν για το αύριο δεν το έφτασαν. Άλλοι κοιμήθηκαν υγιείς το βράδυ και δεν είδαν το πρωί· άλλοι πέθαναν στο τραπέζι, άλλοι στον δρόμο, άλλοι στο λουτρό, άλλοι μέσα σε γαμήλια χαρά και τα ίδια ενδύματα έγιναν γαμήλια και εντάφια. Τα γνωρίζουμε όλα αυτά, και όμως αμαρτάνουμε συνειδητά. Γι’ αυτό δεν έχουμε δικαιολογία.
Ας μη γίνουμε μόνο ακροατές αλλά και ποιητές του λόγου. Όποιος, ακούγοντας αυτά, εγκαταλείψει την πορνεία και κάθε κακή συνήθεια, αυτός είναι αληθινός ακροατής. Όποιος γίνει ελεήμων και μεταδοτικός, αυτός άκουσε σωστά. Αν ο θάνατος του αδελφού σου δεν σε συνετίσει, τίποτε δεν θα σε συνετίσει. Αν βλέποντας νεκρό δεν μετανοήσεις, πότε θα επιστρέψεις;
Αυτήν την τράπεζα των θείων λόγων μάς παρέθεσαν οι αδελφοί μας που έφυγαν προς τον Χριστό. Αυτά τα ζωοποιά φαγητά μάς ετοίμασαν, αυτόν τον οίνο μάς κέρασαν, για να τα μελετούμε παντού και πάντοτε, και να απομακρυνθούμε από την αμέλεια, να επιστρέψουμε σε μετάνοια και να αποχωριστούμε από τις αμαρτίες μας. Και να παρακαλέσουμε τον Δεσπότη να μας αξιώσει της Βασιλείας των ουρανών, με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού· σε Αυτόν ανήκει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

 

                       ΑΠΟΔΟΣΗ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''