Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

''ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΟΥ ΕΠΟΙΗΣΕΝ ΑΥΤΟΝ''. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ - ΟΜΙΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Π. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΣΙΔΕΡΗ (ΚΕΙΜΕΝΟ Β΄ ΜΕΡΟΣ)

ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΑΠΟ ΕΔΩ: https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/02/blog-post_19.html

Ο άνθρωπος απλά διαχειρίζεται και είναι, θα λέγαμε, συνδιαχειριστής ή υπεύθυνος για την καλή διαχείριση του πλούτου που του παρέχει ο Θεός. Χάρη στον Κύριο, όμως, υπάρχουνε, τον Τριαδικό Θεό μας, συντηρείται ο κόσμος. Αν ο Θεός θέλει, εξαφανίζει τα πάντα, εν ριπή οφθαλμού. Κι όμως, δεν το κάνει από την άφατο αγάπη του, αλλά και διότι αν το έκανε, θα λέγαμε, θα αναιρούσε τον εαυτό του. Σκοπός, λοιπόν, του ανθρώπου στον κόσμο είναι ο εξής: Να αποκαλύπτει τον δημιουργό και κτίστη του σύμπαντος κόσμου μέσα από την κατ' εικόνα δημιουργία του και να καταστεί δυνατή η κοινωνία ελλόγου και αλόγου κτίσεως, λογικής και άλογης κτίσεως με τον Θεό. Για αυτόν τον λόγο και ο άνθρωπος εφοδιάζεται με τη λεγόμενη βασιλική ή αλλιώς την κυριαρχική ιδιότητα που αναφέραμε προηγουμένως. Αυτή όμως την ιδιότητα, η οποία είναι μέρος του κατ' εικόνα του, ενώ ο Θεός την έχει κατά φύση, ο άνθρωπος, όπως λέει η θεολογία, την έχει κατά μετοχή. Δηλαδή, την δανείζεται, την παίρνει από τον Θεό, ο οποίος του την παραχωρεί. Ο άνθρωπος, βέβαια, επειδή έχει υλικό σώμα, θα λέγαμε είναι πνευματικά κατά τι κατώτερος από τους αγγέλους. Διότι, όπως λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, όσο πιο πνευματικό είναι ένα όν, μία ύπαρξη, και όσο πνευματικότερο είναι, τόσο πιο πολύ τείνει προς το άυλο. Τελείως βέβαιος, άυλος, για τα δεδομένα τα αισθητά δικά μας, είναι ο Θεός. Για εμάς βεβαίως είναι και οι άγγελοι άυλοι. Παρά ταύτα όμως, εν συγκρίσει με τον Θεό, έχουν και αυτή κάποια παχύτητα. Ποίας φύσεως, ποίας μορφής, αυτό είναι ακατάληπτο, δεν μπορούμε να το κατανοήσουμε και ας είναι οι άγγελοι κτίσματα. Είναι πέρα από τις αντιληπτικές ικανότητες του ανθρώπου. Ο άνθρωπος, λοιπόν, είναι σε μία θέση λιγότερο πνευματική σε σχέση με τους αγγέλους, αλλά αυτό δεν είναι μειονέκτημα, ούτε είναι, θα λέγαμε, αποδοκιμασία του Θεού. Αντιθέτως, ο άνθρωπος έχει ένα μοναδικό ρόλο, ακριβώς αυτό το σύνδεσμο μεταξύ ορατής και αόρατης δημιουργίας και Θεού, τον οποίο ρόλο δεν τον έχουν ούτε οι άγγελοι. Και βεβαίως, μετά την πτώση, ο Θεός χαρίζει στον ανθρώπινο γένος και την Ιερωσύνη, η οποία είναι υπέρ αγγελική και στην οποία, βεβαίως, οι άγγελοι επιθυμούσιν παρακύψαι, όπως λένε και κάποιες ευχές και Πατέρες της Εκκλησίας μας, αλλά δεν τους έχει δοθεί αυτή η διακονία, αυτό το αξίωμα, αυτό το δώρο.
Έτσι, λοιπόν, ο άνθρωπος, με αυτές τις προϋποθέσεις, τοποθετείται σε ένα ειδικό μέρος της γης, το οποίο, όπως είπαμε, ήταν και πνευματικό αλλά και υλικό, τον Παράδεισο, τον κήπο της Εδέμ. Και από εκεί, βεβαίως, υποτίθεται ότι αν πρόσεχε, και ο Θεός αυτό ήθελε, να προσέξει, θα ζούσε μία ζωή ισάγγελη, για τα δεδομένα τα δικά του, διαρκούς κοινωνίας και σταθεροποιήσεως στο αγαθό και στην κοινωνία με τον Θεό. Όμως, το σχέδιο αυτού του Θεού, τον αρχικό προορισμό που είχε ο Θεός για τον άνθρωπο, το παρεμπόδισε ο διάβολος με το γεγονός το φοβερό και κοσμοϊστορικό της πτώσης των πρωτοπλάστων. Το γεγονός αυτό περιγράφεται στο κεφάλαιο 3 της Γενέσεως, στους στίχους 1 έως 24. Είναι λίγο πολύ γνωστό το περιστατικό, δεν θα το αναφέρουμε τώρα, δεν χρειάζεται, καθότι είναι όλο το περιστατικό γνωστό, η Εύα παρασέρνεται από το φίδι, τρώει τον καρπό από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού, παρασέρνει και τον Αδάμ, εν συνεχεία γίνεται το πρώτο δικαστήριο της ιστορίας, οι πρωτόπλαστοι δεν μετανοούν, επιρρίπτει ευθύνες ο ένας στον άλλον, ο Αδάμ στην Εύα και η Εύα στο φίδι, και τελικά ο Θεός, βλέποντας ότι αυτή η κατάσταση είναι παγιωμένη, ουσιαστικά εξάγει το αποτέλεσμα των επιλογών των ανθρώπων. Εμείς θα εστιάσουμε τώρα, στα πλαίσια της ομιλίας μας, στη βασική αιτία της πτώσεως του ανθρώπου, η οποία είναι λίγο πολύ γνωστή. Είναι η επιθυμία της ισοθεΐας αλλά θα την αναλύσουμε λίγο περισσότερο για να κατανοήσουμε την πραγματική της σημασία.
Σε πρώτο επίπεδο θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος ακολούθησε τον δρόμο που του υπέδειξε ο διάβολος, ελπίζοντας ότι θα επετύχει τον αρχικό σκοπό για τον οποίο τον είχε προορίσει ο Θεός, με τον δικό του τρόπο, με τη δική του γνώμη, με αυτό που λέμε: το γνωμικό θέλημα, και όχι με τον τρόπο που φυσικώς είχε προορίσει ο Θεός για αυτόν. Πιο συγκεκριμένα τώρα. Οι πρωτόπλαστοι, με το να πειστούν στο φίδι και να δελεαστούν από την υπόσχεση της ισοθεΐας, που τους υποσχέθηκε ψευδώς ο όφις, δηλαδή ο διάβολος μεταμορφωμένος, και ότι επίσης ο Θεός είναι αναξιόπιστος και ότι σας λέει ψέματα και σας φοβάται στην πραγματικότητα μη γίνετε κι εσείς σαν κι αυτόν, μέσω λοιπόν αυτής της παγίδας, οι πρωτόπλαστοι επειδή επιδίωξαν να γνωρίσουν τον Θεό, όχι εντός των ορίων της φύσεώς τους, αλλά να γνωρίσουν ή να κατανοήσουν κατά κάποιον τρόπο, κατά τον τρόπο μάλλον, που γνωρίζει ο Θεός ο ίδιος, δηλαδή, να γίνουν θεοί στη θέση του Θεού, να σκέπτονται όπως ο Θεός, να μπουν στη θέση του Θεού, λες και είχαν την ωριμότητα αλλά και την ικανότητα για κάτι τέτοιο. Κάτι τέτοιο όμως, σαφέστατα, θα τους εξέτρεπε από τον προορισμό τους, όπως και έγινε. Γιατί; Διότι ο άνθρωπος ως κτίσμα, ως κτιστή ύπαρξη και όχι άκτιστη, είναι φύση αδύνατον να γνωρίσει τον κόσμο όπως τον γνωρίζει ο Θεός, για το οποιοδήποτε θέμα. Αυτό δηλαδή, το οποίο θα γνώριζαν οι πρωτόπλαστοι, νομίζοντας ότι έχουν πετύχει την παγγνωσία του Θεού και τον τρόπο με τον οποίο βλέπει τα πράγματα και γνωρίζει τα πράγματα ο Θεός, δεν θα ήταν η πραγματικότητα, διότι θα ήταν αναγκαστικά εγκλωβισμένη αυτή η κατάσταση στο κτιστό όριο του ανθρώπου. Λέγοντας για κτιστό, να κάνω μία παρένθεση και να πούμε ότι ένας βασικός διαχωρισμός θεολογίας είναι των όντων σε κτιστά και άκτιστα. Άκτιστος είναι μόνο ο τριαδικός Θεός, κτιστά είναι όλα τα υπόλοιπα, λογικά και άλογα. Άγγελοι, οι δαίμονες που εξέπεσαν από Άγγελοι που ήτανε, ο άνθρωπος, τα ζώα, οι πέτρες, η θάλασσα, όλα αυτά είναι κτιστά δημιουργήματα. Δεν είναι δυνατόν, λοιπόν, το κτιστό να δει την αλήθεια και να γνωρίσει τον κόσμο όπως τον γνωρίζει ο Θεός. Είναι φύση αδύνατον. Δεν χωράει στον άνθρωπο αυτό. Και σε κάθε έλλογο ον, όπως και των Αγγέλων. Εκεί λοιπόν είναι που την πάθανε οι πρωτόπλαστοι κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας. Επιθύμησαν να γνωρίσουν τα πράγματα όπως ο Θεός και όχι όπως επιτρέπεται στην πεπερασμένη, περιορισμένη ανθρώπινη φύση τους. Η πραγματικότητα, όμως, είναι ότι ο Θεός γνωρίζεται μόνο δια του Υιού και Λόγου Του. Ο Θεός, λοιπόν, γνωρίζεται αποκαλυπτόμενος. Δεν μπορεί ο άνθρωπος μόνος να τον κατανοήσει. Και αυτό είναι το μεγάλο λάθος που κάνουν πολλοί σύγχρονοι άθεοι και κατά τα άλλα φιλοσοφούντες και, εντός εισαγωγικών «θεολογούντες» χωρίς όμως να εμπιστεύονται τη Θεία Αποκάλυψη εν τη Ορθοδόξω Εκκλησία. Προσπαθούν, επί της ουσίας, να γνωρίσουν τον Θεό μόνοι τους. Είτε δια της επιστήμης, είτε δια της φιλοσοφίας, είτε να τον απορρίψουν τελείως, κλπ. Όλοι αυτοί αστοχούν στο ότι επιδιώκουν να κάνουν κάτι το οποίο είναι πέρα από τα όρια της φύσης τους. Αυτό, όμως, το οποίο θα συναντήσει ο άνθρωπος εκεί που δεν μπορεί να πάει η φύση του, είναι μονάχα ο θάνατος. Άρα, λοιπόν, η προγονική αμαρτία, δηλαδή η αστοχία, είναι η επιθυμία του ανθρώπου για εξουσία πέρα από όρια και περιορισμούς. Είναι η αναζήτηση της θεϊκής παντοδυναμίας έξω από τα όρια της φύσεώς του και έξω από το σχέδιο του Δημιουργού, που ο ίδιος ο Δημιουργός είχε ορίσει προαιωνίως για τον άνθρωπο. Αρκεί να σκεφτούμε εδώ πέρα την περίπτωση του Θεόπτου Μωυσέως, ο οποίος σε κάποιες από τις θεοπτίες που είχε, παρακάλεσε τον Θεό να του δείξει το πρόσωπό του και του λέει ο Θεός, δεν μπορεί να δει κάποιος το πρόσωπό μου και να ζήσει. Δεν μπορείς να γνωρίσεις, Μωυσέα, τι πραγματικά είναι ο Θεός. Δεν μπορείς να γνωρίσεις την ουσία του Θεού, γιατί η ουσία του Θεού δεν χωράει σε ανθρώπινο νου. Σε κτιστό ον δεν μπορεί να γίνει γνωστή η Θεία Φύση. Γι' αυτό, και πρέπει να γνωρίζουμε επίσης, μια παρένθεση στην παρένθεση, ότι κανείς θεολόγος δεν μπορεί να ισχυριστεί ποτέ, άγιος θεολόγος εννοούμε τώρα, όχι απόφοιτος πανεπιστημίου απλά, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι γνωρίζει την ουσία του Θεού. Όποιος το πει αυτό, είναι σίγουρα πεπλανημένος. Σίγουρα. Διότι η ουσία του Θεού είναι απρόσιτη, αμέθεκτη, ακατάληπτη για τον άνθρωπο, και δεν μπορεί κανείς ποτέ να τη γνωρίσει ούτε όσο άγιος και να είναι. Ούτε οι άγγελοι τη γνωρίζουν, ούτε η Παναγία. Το πώς είναι στην πραγματικότητα ο Θεός, σε αυτό που λέμε, η αΐδια Τριάδα, είναι κάτι, ένα μυστήριο το οποίο δεν αποκαλύπτεται σε κανέναν άνθρωπο. Γι' αυτό και ο Θεός λέει ότι όποιος δει το πρόσωπό μου, δεν θα μπορέσει να αντέξει και θα πεθάνει. Για να δείξει ακριβώς ότι η Θεία Φύσις και η γνώση του Θεού, είναι κάτι το αδύνατο για τον άνθρωπο. Μόνο εν τη κτίση μέσα, δια της Θείας Αποκαλύψεως, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει και να προσεγγίσει τον Θεό. Μόνο δηλαδή με τον τρόπο, τον οποίο ο Θεός μπορεί να του αποκαλύπτει και του παραχωρεί ώστε να γνωρίσει, δηλαδή, στα πλαίσια ακριβώς της κτιστής και περασμένης φύσης του.  Για τους λόγους αυτούς, λοιπόν, εν συντομία πάντοτε, γιατί αυτά είναι τώρα κεφάλαια των Πατέρων που πιάνουν τόμους, προσπαθήσαμε να τα μαζέψουμε όσο είναι δυνατόν, με πολλή προσπάθεια.
Με δύο λόγια, λοιπόν, το παράπτωμα του Αδάμ είναι οντολογικό, δεν είναι ηθικό. Δεν είναι δηλαδή ότι ο Αδάμ απλά και η Εύα δεν έκαναν υπακοή στο Θεό και εξαιτίας μιας ανυπακοής ο Θεός τους τιμώρησε για να ικανοποιηθεί η θεία δικαιοσύνη που λένε οι Δυτικοί και όλα αυτά τα πράγματα, τα οποία δεν είναι ορθόδοξα βέβαια και εξαιτίας αυτού του πταίσματος είχε όλη την εξέλιξη την οποία είχε το ανθρώπινο γένος. Είναι οντολογικό. Είναι ένα γεγονός το οποίο δεν μπορεί να το διορθώσει η μετάνοια. Ο άνθρωπος δεν μπορούσε δια της μετάνοιας να αποκαταστήσει το κακό που έκανε ο ίδιος δια της κακής χρήσης του αυτεξουσίου του. Ούτε μπορούσε με κανένα τρόπο να διορθώσει τη ζημιά που έγινε. Άρα, οι συνέπειες της πτώσεως ήταν συνέπειες τις οποίες ο άνθρωπος έπρεπε υποχρεωτικώς να υποστεί και μόνο ο Θεός ήταν σε θέση να αναιρέσει και με τον τρόπο αυτό να αναπλάσει τον άνθρωπο. Ποιες είναι οι συνέπειες τώρα της πτώσεως, για να ολοκληρώσουμε και τον λόγο μας.
Πρώτη συνέπεια και η βασικότερη είναι η διακοπή της κοινωνίας με τον Θεό. Όπως είπαμε προηγουμένως, το κτιστό όν αδυνατεί παντελώς να γνωρίσει από μόνο του τον Δημιουργό του και έχοντας πλέον διακοπεί η κοινωνία με τον Θεό, πλέον χάνει την επαφή του και την επικοινωνία με το Θείο. Θυμάται βεβαίως, έχει ο Αδάμ την ανάμνηση του Θεού, παρά ταύτα όμως, αντιλαμβάνεται τον Θεό ως ξένο, τον φοβάται πλέον. Λέει στη Γένεση συγκεκριμένα, όταν πλησίασε ο Θεός στο δειλινό και τον άκουσε ο Αδάμ, ανθρωποπαθώς τώρα αυτό, κρύφτηκε, γιατί φοβήθηκε την παρουσία του. Πλέον ο Θεός, σου γίνεται κάτι πιο απόμακρο, πιο ξένο. Έχει συναίσθηση της πράξεώς του, δεν είναι ότι τον ξέχασε ξαφνικά, παρά ταύτα όμως δεν έχει την οικειότητα που είχε πριν. Με αυτή την έννοια λοιπόν διεκόπη η κοινωνία με τον Θεό. Αν τελείως είχε διακοπή η κοινωνία αυτή, τότε ο άνθρωπος θα έπαυε να υπάρχει αυτοστιγμή. Για να υπάρχει ακόμα και ο πλέον αμαρτωλός, σημαίνει ότι κάποια σύνδεση υπάρχει με τον Θεό, έστω και αμυδρή, έστω και στοιχειώδης, έστω και υποτυπώδης. Άρα λοιπόν, ο άνθρωπος διακόπτη την κοινωνία με τον Θεό και δεν μπορεί από μόνος του να την αποκαταστήσει. Το κατ΄ εικόνα του, στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως, αμαυρώνεται, θολώνει, με αποτέλεσμα ο άνθρωπος, αντί να ανάγει τον νου του, προς τα πνευματικά και τα ουράνια και τα νοερά, υποτάσσεται κυρίως στον υλώδη τρόπος ζωής, τον σαρκικό τρόπο ζωής. Η ανθρώπινη φύση του δεν αλλοιώθηκε μεν, δηλαδή ο άνθρωπος δεν έχασε το κατ΄ εικόνα του, αλλά είπαμε, θόλωσε αυτό, αμαυρώθηκε, και η ανθρώπινη φύση υποτάχθηκε στη φθορά και το θάνατο. Η φθορά αυτή είναι κληρονομική και αυτό είναι που αίρει το Άγιο Βάπτισμα το Ορθόδοξο, το οποίο λαμβάνουμε όλοι στην κολυμπήθρα, κυρίως όταν είμαστε μικροί.
Πρέπει να γνωρίζουμε εδώ μια βασική διαφορά με την Δυτική αντίληψη του προπατορικού αμαρτήματος, ότι το προπατορικό αμάρτημα δεν βαραίνει ηθικώς κάθε απόγονο του Αδάμ. Εμείς, δηλαδή, δεν φταίμε για την αμαρτία του Αδάμ. Δεν έχουμε κληρονομήσει την ενοχή του Αδάμ. Έχουμε κληρονομήσει το αποτέλεσμα της ενοχής του Αδάμ και της αμαρτίας του Αδάμ, που είναι η φθορά, από την οποία μας απαλλάσσει το Άγιο Βάπτισμα. Όμως, μην ξεχνάμε, όπως είπαμε προηγουμένως, ότι ο άνθρωπος είχε τεθεί ως κορωνίδα της δημιουργίας και ως συνδετικός κρίκος μεταξύ Θεού και κόσμου, υλικού κόσμου. Άρα, εκτός του ανθρώπου, αναγκαστικώς, τι άλλο σημαίνει? Σημαίνει και παρασυρμός, συμπαρασυρμός, και του ορατού κόσμου και αυτού στη φθορά και τον θάνατο. Άρα, με την πτώση του Αδάμ, συμπαρασέρνεται και ο κόσμος, και πλέον η φύσις και η ορατή δημιουργία, η άλογος, αγριεύει με όλα τα αποτελέσματα, τα οποία γνωρίζουμε μέχρι σήμερα. Αντίστοιχα, όμως, σωτηρία του ανθρώπου, τι άλλο σημαίνει? Σημαίνει και σωτηρία του ορατού, άλογου κόσμου. Άρα, ερχόμενος ο Κύριος, ο Χριστός, ως ένσαρκος Λόγος, με το πάθος, την Ανάληψη και όλο το σχέδιο της Θείας Οικονομίας, σώζει όχι μόνο τον άνθρωπο, αλλά σώζει και τον κόσμο μαζί του, ο οποίος, λόγω του ανθρώπου, έχει και αυτός παρασυρθεί και υποταχθεί στη φθορά και τον θάνατο. Βέβαια, όταν λέμε σώζει τον κόσμο, δεν σημαίνει ότι τα ζώα γίνονται αθάνατα, δεν έχει αυτή την έννοια. Έχει την έννοια ότι πλέον αναπλάθεται και ο κόσμος και πλέον μπορεί ο άνθρωπος να εκπληρώσει, μάλλον και δια της δυνατότητας του ανθρώπου, να εκπληρώσει εκ νέου το στόχο του, πλέον το καθ΄ ομοίωσιν, έτσι και ο κόσμος, αντίστοιχα, μπορεί να αναχθεί προς τον Θεό και να αγιαστεί και Αυτός.
Τώρα, όσον αφορά τα βιολογικά αποτελέσματα του θανάτου που επήλθε με την πτώση, αυτά είναι πρώτον ο βιολογικός θάνατος, δεύτερον είναι η φθορά του σώματος, όταν το σώμα του ανθρώπου φθείρεται, παθαίνει ασθένειες, ατονεί κλπ. Κάθε είδους τέτοια φθορά και βεβαίως και ο τρόπος αναπαραγωγής και διαιώνισης του ανθρωπίνου γένους, ο οποίος τρόπος που όλοι γνωρίζουμε, δεν θα υπήρχε κατ΄ αυτόν τον τρόπο εάν δεν είχε συμβεί η πτώση. Ο τρόπος αυτός υπάρχει μεταπτωτικά. Δεν είναι εφάμαρτος, είναι όμως αποτέλεσμα της πτώσεως και μάλιστα της πρόνοιας του Θεού, ο οποίος προγνωρίζει την πτώση και προικίζει εξ αρχής τον άνθρωπο με τα αντίστοιχα όργανα για τον σκοπό αυτό, επειδή γνωρίζει ότι θα συμβεί η πτώση στο προσεχές μέλλον.
Με λίγα λόγια, αγαπητοί αδελφοί, Σεβασμιώτατε, αγαπητοί πατέρες και αδελφοί, προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε όσο μπορέσαμε πιο συνοπτικά, χωρίς, ελπίζω να κουράσαμε ιδιαιτέρως, το γεγονός της πτώσεως του ανθρώπου και της δημιουργίας του βεβαίως, να εξάγουμε τον σκοπό της δημιουργίας και να έχουμε υπόψη μας το μεγαλείο για το οποίο μας έχει προορίσει ο Κύριος. Δεν το λύσαμε τόσο στο καθ΄ ομοίωσιν, διότι είναι μία άλλη μεγάλη συζήτηση και σίγουρα δεν θα προλαβαίναμε. Σταθήκαμε στο κατ΄ εικόνα, ώστε να ξέρουμε ποια είναι η δημιουργία, οι προϋποθέσεις και η κατασκευή του ανθρώπου. Αλλά πριν κλείσουμε, θα ήταν καλό να απαντήσουμε και σε ένα άλλο ερώτημα, που είναι το εξής:
Τι ήταν τελικά αυτό που έκανε τον άνθρωπο να παρασυρθεί από το φίδι και να πέσει; Δηλαδή, είπαμε προηγουμένως, ο πόθος για ισοθεΐα. Γιατί όμως ο άνθρωπος να μην εμπιστευτεί τον Θεό, ο οποίος τον είχε ήδη σε ένα ασφαλή δρόμο σωτηρίας και αγιασμού και χάρης και κοινωνίας, και να προτιμήσει να αλλάξει δρόμο; Τι ήταν αυτό που τον έκανε εκεί να λοξοδρομήσει και να χρησιμοποιήσει λάθος τα χαρίσματα που του είχε χαρίσει ο Θεός και να πέσει τελικά; Λέει κάπου, νομίζω ο Μέγας Βασίλειος το λέει αυτό, ότι η βασικότερη αιτία που ο άνθρωπος άκουσε το φίδι ήταν ο κορεσμός που είχε υποστεί λόγω του πλούτου της πληρότητας των αγαθών που του είχε δώσει ο Θεός. Είχε δηλαδή τόσα αγαθά, τόση μακαριότητα, τόση ευδαιμονία στον Παράδεισο, που εκεί έκανε το λάθος και θα λέγαμε αισθάνθηκε τόσο πεπληρωμένος από αυτά που δεν πρόσεχε τη στιγμή που θα έπρεπε. Δεν φταίει ο Θεός που τα έδωσε αυτά. Ο Θεός αυτά είχε, αυτά του έδωσε. Δεν μπορούσε να του δώσει λιγότερα. Είναι λάθος να πούμε ότι ο Θεός έδωσε λιγότερα στον άνθρωπο και καθώς προχωρούσε του έδινε περισσότερα. Όχι. Ο άνθρωπος πλάστηκε εξ αρχής τέλειος. Αυτό ίσως να μην το έχουμε κατανοήσει και να το έχουμε ακούσει διαφορετικά και όμως η θεολογία λέει αυτό. Ο άνθρωπος όμως εκεί την πάτησε. Έκανε, χαλάρωσε θα λέγαμε λόγω του κορεσμού των αγαθών τα οποία απολάμβανε στον παράδεισο και εξαιτίας αυτού του κορεσμού ήρθε μία κάμψη και θέλησε κάτι διαφορετικό από αυτό το οποίο ήδη είχε και το οποίο ήταν η ασφαλής οδός για τη ζωή του και για τη μελλοντική του προκοπή. Γι' αυτό λοιπόν και έπεσε ο άνθρωπος αλλά ο Κύριος δεν μας άφησε αλλά μας αξίωσε δια της εν Χριστώ Σωτηρίας να μπορούμε να απολαύσουμε τα αγαθά όχι μόνο του παραδείσου αλλά και πολύ ανώτερα. Όλο το στάδιο, όπως γνωρίζουμε, η ζωή αυτή, είναι μία παλαίστρα, μία προθέρμανση, μία προετοιμασία για τη μέλλουσα ζωή. Ευχόμαστε λοιπόν δια πρεσβειών όλων των Αγίων μας και δια της Χάρης του Κυρίου μας όλοι να αξιωθούμε αυτής της ζωής, με μετανοία και εν αγώνι, και να διέλθουμε βεβαίως και το υπόλοιπο στάδιο της αγίας νηστείας με αγώνα, με πνευματική προκοπή, με νήψη και με κάθαρση. Ευχαριστούμε πολύ.

 

ΠΗΓΗ: https://www.youtube.com/watch?v=ou1YuQiFF1I&t=651s



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΜΕΡΟΣ

''ΚΑΤ' ΕΙΚΟΝΑ ΘΕΟΥ ΕΠΟΙΗΣΕΝ ΑΥΤΟΝ''. Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΤΩΣΗΣ - ΟΜΙΛΙΑ ΑΠΟ ΤΟΝ Π. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟ ΣΙΔΕΡΗ (Α΄ ΜΕΡΟΣ)

Σεβασμιώτατε, αγαπητοί πατέρες, αγαπητοί αδελφοί εν Χριστώ, όπως έχει ανακοινωθεί το θέμα της ομιλίας της σημερινής, που σκεφτήκαμε, εν συντομία όσο είναι δυνατόν, να αναπτύξουμε, είναι η δημιουργία του ανθρώπου και οι συνέπειες της πτώσης. Της πτώσης των Πρωτοπλάστων, της προγονικής αμαρτίας. Ναι, γνωρίζουμε λίγο πολύ τη διήγηση τη σχετική της Γενέσεως και τα βασικά Πατερικά διδάγματα, αλλά επιλέξαμε σκόπιμα, όλοι μας τα γνωρίζουμε λίγο πολύ αυτά, αλλά ακριβώς εκεί είναι το θέμα, τα γνωρίζουμε λίγο πολύ. Και επειδή έτσι, αν τα δούμε και κάπως, από κάποιες μελέτες που κάνουμε γύρω από τα συστήματα αυτά τα δογματικά, γιατί αυτά της ορθοδόξου κοσμολογίας και δογματικής και ανθρωπολογίας συγκεκριμένα, σκεφτήκαμε ότι είναι καλό να ακούσουμε κάποια πραγματάκια που ίσως να μην τα έχουμε ξανακούσει για να έχουμε υπόψη το πώς ορισμένα πράγματα ερμηνεύονται κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας.
Μιλώντας για Πατέρες της Εκκλησίας, πρέπει να έχουμε γενικότερα στο νου μας ότι οι βασικοί πυλώνες της ορθοδόξου θεολογίας είναι, κατά κύριο λόγο, οι Καππαδόκες Πατέρες, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος ο Νύσσης, ο αδερφός του Μεγάλου Βασιλείου, ο Μέγας Βασίλειος, ο Μέγας Αθανάσιος και εν συνεχεία κυρίως αυτοί οι τρεις, τέσσερις μάλλον, Αθανάσιος και εν συνεχεία ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός και άλλοι βεβαίως Πατέρες, αλλά σε αυτούς τους τέσσερις, τους πρώτους που είπαμε, τους τρεις Καππαδόκες και τον Μέγα Αθανάσιο, κατά κανόνα στηρίζεται όλη η δογματική και η θεολογία της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δηλαδή, σε αυτούς τους επόμενους αιώνες, οι επόμενοι Άγιοι και Πατέρες, ουσιαστικά άντλησαν περιεχόμενο από τους λόγους και τα έργα των πατέρων του 4ου αιώνος, οι οποίοι έχουν μιλήσει για τα πάντα, για όλα τα δογματικά ζητήματα που απασχόλησαν ή θα απασχολήσουν την Εκκλησία, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον έμμεσα δια των λόγων τους, και από εκεί και οι Οικουμενικές Σύνοδοι και οι μετέπειτα Άγιοι και Πατέρες άντλησαν υλικό για να αντιμετωπίσουν συγκεκριμένες αιρέσεις. Για παράδειγμα, στην αίρεση της Εικονομαχίας, βλέπουμε τους Πατέρες, τους Ορθοδόξους, να αντλούν υλικό από τη σχετική διδασκαλία του Μεγάλου Βασιλείου περί των Αγίων Εικόνων. Άρα, λοιπόν, δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι η Ορθόδοξη Θεολογία τελειώνει τον 4ο μετά Χριστόν αιώνα με τους Πατέρες αυτούς. Δεν έχουν πουν κάτι άλλο, δηλαδή οι Ορθόδοξοι Άγιοι, διότι όλα έχουν λεχθεί πλέον από αυτούς τους Αγίους, μέχρι τον 4ο αιώνα μετά Χριστόν. Άρα, λοιπόν, και η Γένεσις, αυτό το βιβλίο το οποίο φαίνεται κάπως απλοϊκά 
γραμμένο, παρά ταύτα όμως έχει μεγάλο συμβολισμό και πολύ μεγάλα νοήματα, ερμηνεύεται αυθεντικώς από τους Πατέρες τους ιδίους. Ιδιαιτέρως τον Άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης, ο οποίος έχει γράψει πολλά πάνω στην Ορθόδοξη Ανθρωπολογία, και βεβαίως τον Μέγα Βασίλειο και τον Γρηγόριο τον Θεολόγο, οι οποίοι στους λόγους έχουν και αυτοί, και τον Μέγα Αθανάσιο φυσικά, οι οποίοι έχουν ανθρωπολογικά και κοσμολογικά στοιχεία. Εισερχόμενοι τώρα στο κυρίως θέμα, πρέπει να πούμε ακόμη κάποια εισαγωγικά θέματα, που αφορούν το βιβλίο της Γενέσεως και την ερμηνεία του. Κατά τον Άγιο Γρηγόριο τον Νύσσης, τον αδελφό του Μεγάλου Βασιλείου, όπως είπαμε, απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση και την ερμηνεία της Γενέσεως, του πρώτου βιβλίου της Αγίας Γραφής και της Παλαιάς Διαθήκης, είναι ο εισαγωγικός του χαρακτήρας.  Δηλαδή, ο ιερός συγγραφέας, που κατά την παράδοση είναι ο Μωυσής, ενδεχομένως, το κείμενο στην πορεία των αιώνων, λένε οι σύγχρονοι ερευνητές και ερμηνευτές, που δεν είναι οι πατέρες θεοφόροι βέβαια, να υπέστη κάποιες προσθήκες, όχι προς το κακό, προς το καλό, αλλά αρχικός εμπνευστής θεωρείται ο Μωυσής και έτσι τον έχει και η παράδοση  της Εκκλησίας μας, τον Μωυσέα, ως συγγραφέα της Γενέσεως. Το βιβλίο, λοιπόν, αυτό είναι εισαγωγικό και δι' αυτού του βιβλίου, κανείς μπορεί να οδηγηθεί στη γνώση του Θεού, να γνωρίσει τον Θεό. Ο τρόπος, όμως, που περιγράφεται η δημιουργία του κόσμου, του ανθρώπου και τα γεγονότα μέχρι και την πτώση, απευθύνεται στον άνθρωπο, τον απλοϊκό της αρχαίας εποχής, ο οποίος χρειαζόταν παραστάσεις απλοϊκές από την καθημερινότητά του, για να κατανοήσει τα μυστήρια τα μεγάλα, τα οποία αποκαλύπτονταν στο βιβλίο αυτό. Άρα, λοιπόν, η Γένεση έχει σκοπό να χειραγωγήσει τους αναγνώστες ή ακροατές της από τα φαινόμενα στα υπερκείμενα. Γι' αυτό και η διήγηση είναι πιο απλή και περισσότερο προσιτή στην ανθρώπινη αίσθηση. Πολλά πράγματα, δηλαδή, είναι και αλληγορικά και δεν έχουν την κυριολεκτική σημασία που αποδίδεται στο, αν θέλετε, απλοϊκό κείμενο της Γένεσεως. Όπως λ.χ. ότι άκουσε ο Αδάμ τον Θεό να περπατεί στον δειλινό και να έρχεται κοντά του να τον συναντήσει. Δεν περπατάει ο Θεός, είναι μια ανθρωπομορφική παράσταση και σημαίνει κάτι άλλο. Δεν θα ασχοληθούμε με αυτό βεβαίως τώρα, απλά λέω ένα παράδειγμα που είναι έτσι απλό. Και βεβαίως τα ίδια ισχύουν και για τη δημιουργία του ανθρώπου. Ας δούμε πολύ σύντομα, πολύ περιεκτικά και λιτά, ορισμένα πραγματάκια όσον αφορά τη δημιουργία του κόσμου, το περίφημο «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γην» Γένεσις κεφάλαιο 1 στίχος 1. Αυτό το κεφάλαιο, αυτός ο στίχος, συγγνώμη, δεν εννοεί αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψης ως ότι ο ιερός συγγραφέας αναφέρεται στη δημιουργία της Γης και του Ουρανού, που τη μέρα είναι μπλε και το βράδυ είναι μαύρος. Ξέρουμε ότι είναι ένα φυσικό φαινόμενο αυτό σήμερα, δεν είναι κάτι περισσότερο. Όταν λέει η Γένεσις ότι «Εν αρχή εποίησεν ο Θεός τον Ουρανόν και την Γην» εννοεί ότι, εν κεφαλαίω, και θα το εξηγήσουμε τι σημαίνει αυτό, δημιουργεί ο Θεός τον αόρατο και τον ορατό κόσμο, πάντοτε κατά την ανθρώπινη αίσθηση. Το «αόρατος και ορατός» νοείται κατά τα ανθρώπινα, κατά το τι μπορεί να αντιληφθούν όχι τα μάτια του ανθρώπου αναγκαστικά, αλλά οι αισθήσεις του.
Ο Ουρανός, λοιπόν, αντιπροσωπεύει τον αόρατο κόσμο, τον πνευματικό κόσμο των Αγγέλων. Η δε Γη τον «ορατό», όλη την ορατή υλική δημιουργία, είτε φαίνεται με τα μάτια είτε όχι. Αυτή είναι πάση περιπτώσει, που γίνεται αισθητή με τις αισθήσεις που διαθέτει ο άνθρωπος. Το σημαντικό σε αυτόν τον στίχο είναι να κατανοήσουμε ότι, βέβαια, αυτό το λένε οι Πατέρες και ιδιαίτερα ο Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης, με πολλές αναλύσεις, αλλά εν συντομία και περιεκτικά πρέπει να πούμε και να έχουμε κατά νου, ότι όλος ο κόσμος, ορατός και αόρατος, δημιουργείται από τον Θεό ''εν ακαρεί'', δηλαδή ακαριέως. Δεν υπάρχει, δηλαδή, στον Θεό αυτό που καμιά φορά λέμε στην πράξη πρώτα δημιουργεί τους αγγέλους, μετά τον υλικό κόσμο, τελευταίο τον άνθρωπο. Εμφανίζονται με αυτή τη σειρά τα όντα, τα έλλογα και τα άλογα, στην πραγματικότητα, όμως, ο Θεός ακαριέως, τη στιγμή μηδέν, στιγμιαία και αδιάστατα, δηλαδή χωρίς διάστημα χρονικό, δημιουργεί τα πάντα. Υπό ποία έννοια. Υπό την έννοια, όχι ότι δημιουργεί τα όντα στη μορφή που τα γνωρίζουμε και τα αντιλαμβανόμαστε σήμερα, αλλά δημιουργεί, αυτό που λένε οι θεολόγοι Πατέρες, τις ποιότητες των όντων. Δηλαδή, τις προϋποθέσεις, τις πρώτες ύλες, τις εντός εισαγωγικών «δυνάμεις», οι οποίες θα οδηγήσουν, εν συνεχεία, στη δημιουργία των όντων, με την τάξη η οποία μελετάτε, ενδεχομένως, και από την επιστήμη. Τα έχει πει όμως η θεολογία.
Τα όντα, λοιπόν, εμφανίζονται εν χρόνω, το καθένα στον καιρό τους. Οι προϋποθέσεις, όμως, για τη δημιουργία τους, υπάρχουν εξ αρχής και είναι δεδομένη η ύπαρξή τους. Δηλαδή, όλα τα όντα δημιουργούνται δυνάμει, όπως λέμε, τη στιγμή του σημείου μηδέν, αυτής της περίφημης αρχής, το «εν αρχή», η οποία στα εβραϊκά εκφράζεται ως «εν κεφαλαίω», δηλαδή συγκεντρωτικά, καθολικώς, και δεν σημαίνει αναγκαστικά την χρονική αρχή, αλλά συμπεριλαμβάνει όλη τη δημιουργία τη στιγμή αυτή, στο σημείο μηδέν, η οποία δημιουργία εμφανίζεται από το μη ον ακαριέως και εν συνεχεία εκδιπλώνεται εν χρόνω και έτσι εμφανίζονται τα διάφορα είδη και τα διάφορα όντα, έλλογα ή άλογα. Εν συνεχεία, λέει ο Θεός στη Γένεσιν, «και είδεν ο Θεός ότι καλόν» και μετά από κάθε δημιουργική ημέρα. Και αφού τελειώσουν οι έξι μέρες της δημιουργίας, «και είδε ο Θεός τα πάντα όσα εποιήσε, και ιδού καλά λίαν». Αυτό το «καλόν» και το «καλά λίαν» δεν σημαίνει αυτό που καμιά φορά λέμε στην πράξη, απλώς το «καλό», και ότι υπολείπεται κάτι ώστε να γίνει τέλειο, σημαίνει το τέλειον, δηλαδή το όλον, το άρτιο, το ολοκληρωμένο, όχι το ατελές, όχι το λειψό. Ο Θεός, λοιπόν, δημιουργεί τα πάντα τέλεια, διότι είναι Θεός τέλειος και δεν μπορεί να δώσει κάτι λιγότερο από αυτό το οποίο ο Ίδιος έχει. Έχει την τελειότητα, η οποία αποτυπώνεται σαν δημιουργήματά Του. Αυτά τα λέμε εισαγωγικώς ως κάποιες βασικές κοσμολογικές γνώσεις, οι οποίες καλό θα είναι να τις έχουμε υπόψη όταν παρακάτω μιλήσουμε για τον άνθρωπο. Και η στιγμή για να μιλήσουμε γι' αυτό έχετε ευθύς αμέσως. Η δημιουργία, λοιπόν, του ανθρώπου.
Καταρχάς, στη Γένεσιν, συναντάει κανείς δύο ανθρωπολογικές διηγήσεις. Μία πιο σύντομη και μία εκτενέστερη. Η πρώτη είναι στο πρώτο κεφάλαιο της γενέσεως, στίχοι 26 έως 29. Επειδή είναι μόλις τέσσερις στίχοι, ας τους διαβάσουμε, αλλά τη δεύτερη δημιουργική διήγηση δεν θα τη διαβάσουμε διότι είναι πολύ μεγαλύτερη. Λέει, λοιπόν, εκεί ο ιερός συγγραφέας, «καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ποιήσωμεν ἄνθρωπον κατ’ εἰκόνα ἡμετέραν καὶ καθ’ ὁμοίωσιν, καὶ ἀρχέτωσαν τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς. καὶ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς καὶ εὐλόγησεν αὐτοὺς ὁ Θεός, λέγων· αὐξάνεσθε καὶ πληθύνεσθε καὶ πληρώσατε τὴν γῆν καὶ κατακυριεύσατε αὐτῆς καὶ ἄρχετε τῶν ἰχθύων τῆς θαλάσσης καὶ τῶν πετεινῶν τοῦ οὐρανοῦ καὶ πάντων τῶν κτηνῶν καὶ πάσης τῆς γῆς καὶ πάντων τῶν ἑρπετῶν τῶν ἑρπόντων ἐπὶ τῆς γῆς.». καὶ εἶπεν ὁ Θεός· ἰδοὺ δέδωκα ὑμῖν πάντα χόρτον σπόριμον σπεῖρον σπέρμα, ὅ ἐστιν ἐπάνω πάσης τῆς γῆς, καὶ πᾶν ξύλον, ὃ ἔχει ἐν ἑαυτῷ καρπὸν σπέρματος σπορίμου, ὑμῖν ἔσται εἰς βρῶσιν·». Διαβάστε με αυτούς τους στίχους, διότι σε αυτούς τους στίχους κυρίως εμφανίζεται το κατ΄ εικόνα Θεού που έχει ο άνθρωπος και στο οποίο θα σταθούμε ιδιαιτέρως στη συνέχεια.
Η δεύτερη δημιουργική διήγηση είναι στο κεφάλαιο 2 της Γενέσεως, στίχοι 4 έως και 25, η οποία χαρακτηρίζεται πλέον ανθρωποκεντρική από την πρώτη. Η πρώτη είναι πιο συνοπτική, πιο περιεκτική. Η δεύτερη είναι πιο αναλυτική. Έχει τη δημιουργία του Αδάμ, έχει τη δημιουργία της γυναίκας από την πλευρά του Αδάμ, την ονοματοδοσία των ζώων από τον Αδάμ κλπ. Το ενδιαφέρον αυτής της διηγήσεως μετατοπίζεται από τον κόσμο, που έχει το πρώτο κεφάλαιο της Γενέσεως, στη δημιουργία του ανθρώπου καθεαυτό. Κατά τον Μέγα Βασίλειο, η δημιουργία του ανθρώπου δεν έχει κέντρο τον άνθρωπο των ίδιον, αλλά έχει κέντρο τον ένα Τριαδικό Θεό. Δηλαδή, η δημιουργία του ανθρώπου αναδεικνύει και αποκαλύπτει δια του ανθρώπου τον δημιουργό τον Θεό. Άρα, δια της δημιουργίας του ανθρώπου, τελικά ο πρωταγωνιστής δεν είναι ο άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Δημιουργός και το κέντρο βάρους της διήγησης δεν είναι τόσο στο δημιούργημα, αλλά στον Δημιουργό, ο οποίος προικίζει το δημιούργημα με όλες αυτές τις αρετές, τα χαρίσματα και τα χαρακτηριστικά, όπως θα δούμε παρακάτω, τα ιδιώματα, τα οποία, βέβαια, ο άνθρωπος, όπως θα δούμε ακόμα πιο κάτω, δεν καθίσταται άξιος να τα κρατήσει, και γι' αυτό και αμαρτάνει. Ο Θεός, λοιπόν, δημιουργεί το πλάσμα του τον άνθρωπο, τον ένα άνθρωπο αρχικά, τον Αδάμ, κατ' εικόνα δική του και καθ΄ ομοίωσιν. Θα εστιάσουμε κυρίως στη σημερινή μας ομιλία στο κατ' εικόνα Θεού.
Καταρχάς, τόσο το κατ' εικόνα, όσο και το καθ΄ ομοίωσιν του ανθρώπου, τον αντιδιαστέλλουν από τα υπόλοιπα κτίσματα τα ορατά, διότι και οι άγγελοι πρέπει να ξέρουμε ότι είναι και αυτοί κατ' εικόνα Θεού, αλλά έχουν άλλο σκοπό, και ο σκοπός δεν είναι να επιδεικνύουν αυτό το κατ' εικόνα στην κτίση, όπως το κάνει ο άνθρωπος. Παρά ταύτα όμως είναι κατ' εικόνα Θεού και οι άγγελοι. Ας εξετάσουμε τι σημαίνει αυτό το κατ' εικόνα Θεού. Το κατ' εικόνα σημαίνει κατά την εικόνα του Θεού. Δηλαδή, υπάρχει ο Θεός, ο Τριαδικός, υπάρχει η εικόνα Του, θα δούμε ποια είναι αυτή, και κάτ΄ εικόναν του Θεού είναι ο άνθρωπος. Άρα με λίγα λόγια, το πρωτότυπο ή αλλιώς αρχέτυπο του ανθρώπου, δεν είναι ο Τριαδικός Θεός, αλλά η εικόνα Του. Τα λέμε λίγο αναλυτικά τώρα αυτά για να τα έχουμε κατά νου. Αυτή η εικόνα θεολογικά, καταρχάς δεν είναι άλλη από τον Υιό και Λόγο του Θεού, του Τριαδικού, ο οποίος χαρακτηρίζεται από τους θεολόγους Πατέρες ως η φυσική εικόνα του Πατρός και δείχνει, παραπέμπει, αν θέλετε, στη Θεία Ουσία. Η φυσική εικόνα του Πατρός είναι ο Υιός και παραπέμπει στη Θεία Ουσία, στη Θεία Φύση, πιο απλά. Άρα, λοιπόν, ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατά τη φυσική εικόνα του Πατρός, κατά τον Λόγο, δηλαδή, η οποία, τελικά, εντοπίζεται πού? Στη μία κοινή Θεία Φύση. Ο Λόγος δεν διαχωρίζεται από τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα.
Θα κάνω μια παρένθεση στον δικό μας λόγο με λάμδα μικρό και να πούμε ότι οι τρεις υποστάσεις, Άγιας Τριάδος, Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα, δεν είναι τρεις διαφορετικές προσωπικότητες, τις λέμε και πρόσωπα, δεν είναι όμως διαφορετικές προσωπικότητες, ούτε έχουν αυτοσυνειδησία της υπάρξεώς τους και της σχέσης τους με τις άλλες υποστάσεις. Είναι ο ένας Θεός με τρεις διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως. Για να το κατανοήσουμε αυτό, θα δώσουμε ένα πολύ απλό παράδειγμα. Ένας άνθρωπος εργαζόμενος, είναι, ενδεχομένως, εργαζόμενος, είναι οικογενειάρχης, είναι πατέρας, είναι και σύζυγος. Ας πιάσουμε αυτές τις τρεις ιδιότητες. Ο εργαζόμενος είναι ο πατέρας και ο σύζυγος. Είναι διαφορετικός ο πατέρας από τον σύζυγο και τον εργαζόμενο; Όχι. Είναι ο ίδιος άνθρωπος με τρεις διαφορετικούς ρόλους. Έτσι ακριβώς πρέπει να νοούμε και το μυστήριο της Αγίας Τριάδος. Οι τρεις υποστάσεις, που είναι ακριβέστερος όρος από αυτό που λέμε πρόσωπα, χρησιμοποιείται και το πρόσωπο, αλλά είναι προτιμότερο να λέμε υπόσταση, είναι πιο ακριβές, δεν είναι διαφορετικός Θεός, είναι διαφορετική τρόπο υπάρξεως του ενός Θεού. Άρα ο Θεός είναι ένας. Και αν στην Καινή Διαθήκη ο Χριστός, ο οποίος είναι ο ένσαρκος Λόγος, η δεύτερη υπόσταση του εν Τριάδι Θεού μας σαρκωμένη, που έχει προσλάβει και την ανθρώπινη φύση, απευθύνεται στον Πατέρα και μιλάει εις Αυτόν, αυτό δεν γίνεται επειδή στην πραγματικότητα ο Πατήρ είναι άλλος από τον Υιό. Είναι ο ίδιος, ουσιαστικά το κάνει τεχνηέντως για να διδάξει εμάς. Πολλά πράγματα ο Χριστός τα κάνει στο Ευαγγέλιό του, όχι ότι τα έχει ανάγκη, όπως να προσευχηθεί στον Πατέρα, αλλά για να διδάξει εμάς και να μας δείξει πως έχουν κάποιες αλήθειες. Δεν είναι λοιπόν κυριολεξία αυτό, ότι είναι διαφορετικές συνειδήσεις, θα λέγαμε, στον Πατέρα και τον Υιό ή το Άγιο Πνεύμα, αλλά είναι ουσιαστικά ο ένας Θεός που υπάρχει με τρεις διαφορετικούς τρόπους. Άρα λοιπόν, επανερχόμενοι, όταν λέμε ότι ο άνθρωπος είναι πλασμένος κατά τη φυσική εικόνα του πατρός, που είναι ο Λόγος, ουσιαστικά και δια του Λόγου στη μία θεία ουσία, στη μία θεία φύση αναφερόμαστε, η οποία είναι κοινή. Δεν υπάρχει άλλη φύση, η ουσία του Πατρός με του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, είναι κοινή η φύση. Αλλάζει ο τρόπος που υπάρχει αυτή η ουσία. Όταν λοιπόν λέει ο Θεός κατ' εικόνα υμετέρα και καθ' ομοίωσιν, στο κατ' εικόνα η υμετέρα ουσιαστικά αναφέρεται στον τρόπο ύπαρξης της ουσίας. Όπως δηλαδή, ο ένας Θεός υπάρχει ως Πατήρ ή ως και Άγιο Πνεύμα, δια του Υιού, αποτυπώνοντας τον άνθρωπο μία παρόμοια λειτουργία. Σύμφωνα με αυτό, λοιπόν, η ανθρώπινη φύση έχει κάποια χαρακτηριστικά ή κάποιες ιδιότητες, που τρόπον την προσομοιάζουν με τη Θεία Φύση, ή αλλιώς αντανακλούν χαρακτηριστικά της Θείας Φύσης, χωρίς φυσικά ο άνθρωπος να γίνεται Θεός, σε καμία περίπτωση.
Ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, τώρα, εντοπίζει το κατ' εικόνα σε αυτό που λέμε τριμερές της ανθρώπινης φύσης, ή μάλλον της ανθρώπινης ψυχής καλύτερα. Νους, λόγος, πνεύμα. Για την ψυχή λέμε τώρα. Που αντιστοιχεί σε αντίστοιχες τρεις θείες υποστάσεις, Πατήρ, Λόγος και Πνεύμα. Όπως λοιπόν ο ένας Θεός, υπάρχει με τρεις τρόπους, Πατήρ, Λόγος και Πνεύμα Άγιο, έτσι και ο άνθρωπος, ως προς την ψυχή του πάντοτε, έχει νου, έχει λόγο και έχει πνεύμα. Αυτό δεν έχει να κάνει με το λεγόμενο τρισύνθετο του ανθρώπου, αν το έχετε ακούσει, που είναι προβληματικό και είναι άλλο θέμα. Έχει να κάνει με το τριμερές της ψυχής.  Επίσης, το αυτεξούσιο, πέρα από αυτό, από τον Άγιο Ιωάννη τον Δαμασκηνό, εντοπίζεται και στην ελευθερία της βουλήσεως, το αυτεξούσιο δηλαδή με άλλα λόγια, και ιδιαιτέρως στην κυριαρχική ανθρώπινη δύναμη επί της αλόγου ορατής κτίσεως. Σε ότι ο άνθρωπος μπορεί να υποτάξει, να ελέγξει, να κατευθύνει και να διαχειριστεί την άλογη κτίση γύρω του. Άλλοι Πατέρες, ενδεχομένως, δίνουν έμφαση σε κάποια από αυτά τα χαρίσματα ή αν θέλετε τις ιδιότητες που έχει η ανθρώπινη φύση, και ιδιαιτέρως στο λογικό ή αλλιώς στο λογιστικό του ανθρώπου, ή σε κάποιες άλλες από αυτές που είπαμε, εν πάσει περιπτώσει, εν μέρει, αλλά σε κάθε περίπτωση, όλες οι προσεγγίσεις των Πατέρων συγκλίνουν στο ίδιο συμπέρασμα. Οπότε, αυτά που λέει ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ο οποίος στην εποχή του συνοψίζει τη δογματική διδασκαλία της Εκκλησίας, είναι, θα λέγαμε, αντιπροσωπευτικά για κάθε περίπτωση.
Πρέπει τώρα να πούμε ότι το κατ' εικόνα δεν αναφέρεται απευθείας στο σώμα. Δηλαδή, κατ' εικόνα Θεού δεν είναι ο άνθρωπος, επειδή έχει πρόσωπο, μάγουλα, μάτια, χέρια κλπ. Όμως, λέει πάλι ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, ότι το κατ' εικόνα εμμέσως εκτείνεται και στο σώμα, όχι όσον αφορά τη μορφή του, αλλά όσον αφορά την δυνατότητα να πράξει έργα αρετής ο άνθρωπος. Άρα, εφόσον ο άνθρωπος πράξει το αγαθό, σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, διά του σώματος, και στο σώμα αποτυπώνει το κατ' εικόνα, όχι, όμως, στη μορφή του σώματος, αν ο άνθρωπος είναι ψηλός, κοντός, παχουλός, λεπτός, άσχημος, ή με κάποιο σωματικό πρόβλημα. Ακόμα και οι άνθρωποι που έχουν κάποια γενετική αναπηρία, δυσλειτουργία ή οτιδήποτε, δεν είναι λιγότερο ολοκληρωμένοι, είναι ολοκληρωμένοι μάλλον, δεν είναι λιγότερο άνθρωποι από τους υπόλοιπους, απλά, η ανάπτυξη του σώματος εμποδίζει να εκδηλωθούν οι ιδιότητες της ψυχής στο σύνολό τους. Αυτό αποτυπώνεται, βέβαια, με τα διάφορα φαινόμενα τα ιατρικά που αντιμετωπίζουν αυτοί οι άνθρωποι. Εμείς πρέπει να ξέρουμε ότι το κατ' εικόνα Θεού δεν επιδέχεται βελτίωση στον άνθρωπο. Είναι δοσμένο από τον Θεό, είναι το αποτύπωμα του εν Τριάδι Θεού σε κάθε άνθρωπο ή, γενικότερα, στην ανθρώπινη φύση και δεν δέχεται εξέλιξη προς κάτι καλύτερο. Είναι αυτό όπως είναι πλασμένος ο άνθρωπος. Είναι θα λέγαμε, ο τρόπος με τον οποίο έχει πλαστεί ο άνθρωπος. Οι ιδιότητες οι οποίες έχει είναι εκ φύσεως.
Ο άνθρωπος, τώρα, κατά τους Πατέρες, όταν επλάστη στον Παράδεισο πριν την πτώση, πλάστηκε τέλειος, ολοκληρωμένος και σε πλήρη κοινωνία με τον Θεό, έχοντας το πλήρωμα των χαρισμάτων και μη στερούμενος ουδενός. Το μόνο που του έλειπε ήταν ένα. Είχε, προσέξτε, τέλεια κοινωνία με τον Θεό, δεν του έλειπε κάτι. Ο νους του βυθιζόταν στη θεωρία, το σώμα του στον Παράδεισο, αισθανόταν την τρυφή του Παραδείσου, την υλική, υπό την έννοια αυτή, ο Παράδεισος ήταν και πνευματικός και υλικός, ήταν διπλούς, θα λέγαμε, ο Παράδεισος. Δεν ήταν μόνο υλικός επί της γης, ούτε όμως και τελείως πνευματικός, είχε και τα δύο, και Πνευματική υπόσταση και υλική, και το μόνο που έλειπε από τον άνθρωπο ήταν η ωρίμανση και η σταθεροποίησή του στο αγαθό. Ο άνθρωπος, λοιπόν, δεν καλείτο μέσω του Παράδεισου να γνωρίσει περισσότερο τον Θεό, τον γνώριζε εξ αρχής και πλήρη κοινωνία μαζί του, καλείτο να σταθεροποιηθεί και να αποδεχθεί αυτό το δώρο που του έχει κάνει ο Θεός. Οπότε, υπό την έννοια αυτή, και σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει μεταπτωτικά, το καθ΄ ομοίωσιν ό άνθρωπος το είχε εξ αρχής. Του έλειπε η σταθερότητα και η ωριμότητα και το να έχει πλέον ωριμάσει μέσα του, για να δεχθεί αυτή την κοινωνία με τον Θεό πλέον ελευθέρως.
Τώρα, όσον αφορά το ρόλο του ανθρώπου στην ορατή δημιουργία, πρέπει να γνωρίζουμε καταρχάς ότι η ίδια η φύση του ανθρώπου συνδυάζει το ορατό με το αόρατο, το αισθητό με το νοερό, το πνευματικό. Ο άνθρωπος είναι διφυής, όπως λέμε στην θεολογία. Αποτελείται, δηλαδή, από υλικό σώμα και πνευματική, άυλη, τρόπον τινά ψυχή. Είναι, λοιπόν, δύο φύσεις ενωμένες, αρρήκτως μεταξύ τους, βέβαια, διακρίνονται, αλλά δεν διαιρούνται, η ψυχή από το σώμα, μόνο με το θάνατο που έρχεται μεταπτωτικά.
Η δημιουργία του ανθρώπου δεν γίνεται τυχαία, έπειτα από όλη την υπόλοιπη ορατή και αόρατη κτίση. Η τάξη είναι ότι πρώτα εμφανίζονται οι άγγελοι, εν συνεχεία ο υλικός, ορατός κόσμος και στο τέλος, της έκτης δημιουργικής ημέρας, έχουν συντελεστεί όλες οι προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί και να μπορέσει να λειτουργήσει ο άνθρωπος. Για ποιο λόγο, λοιπόν, ο άνθρωπος πλάθεται τελευταίος, και όντως εμφανίζεται τελευταίος, δεν είναι αλληγορικό αυτό, είναι κυριολεκτικό. Ο λόγος είναι ώστε να συμπεριλάβει στον εαυτό του, σε όλη την ανθρώπινη φύση, ολόκληρη τη ζωτική δύναμη του κόσμου. Ο άνθρωπος έχει τα στοιχεία του τρέφεσθε και του αυξάνεσθε από την λεγόμενη φυτική ζωή. Έχει επίσης και το κατ΄ αίσθησιν από τα άλογα όντα, τα ζώα. Πέρα όμως από αυτά, διαθέτει και το διανοητικό και το λογικό, ως ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ανθρώπου, της ανθρώπινης φύσης, τα οποία δεν έχει πουθενά αλλού κανένα άλλο όν της ορατής πραγματικότητας. Μόνο οι άγγελοι έχουν το λογικό, όπως και ο άνθρωπος. Άρα τα μόνα έλλογα όντα του Θεού είναι οι άγγελοι και ο άνθρωπος.
Αν εστιάσουμε στην ψυχή του ανθρώπου τώρα και υιοθετήσουμε, όπως κάνουν και οι Πατέρες βεβαίως, την διάκριση της ψυχής σε τρεις βασικές λειτουργίες, το θυμικό ή αλλιώς θυμοειδές, το επιθυμητικό ή αλλιώς την επιθυμία και το λογιστικό ή αλλιώς το λογικό, το άλογο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης εστιάζεται στο θυμικό και το επιθυμητικό, ενώ το λογικό στοιχείο στο λογιστικό μέρος της ψυχής. Άρα, λοιπόν, η ίδια ψυχή του ανθρώπου συνδυάζει υλικό στοιχείο και πνευματικό. Αυτή η διάκριση τώρα, σε αυτές τις τρεις βασικές λειτουργίες της ψυχής, επιθυμητικό, θυμικό και λογιστικό, είναι πλατωνική, την έχει πει ο φιλόσοφος Πλάτωνας, όμως, έχει κριθεί ως σωστή από τους Πατέρες της Εκκλησίας και για αυτόν τον λόγο έχει υιοθετηθεί και στην Πατερική Δασκαλία. Με το να συνδυάζει, λοιπόν, ο άνθρωπος, λογική και άλογη φύση, καθώς και ορατή και αόρατη, καθίσταται ένας δεύτερος κόσμος, ένας, τρόπον τινά μικρόκοσμος, στον οποίο ενώνεται ο νους, η αίσθηση, η ορατή και η αόρατη φύση, γι' αυτό και από τους Πατέρες της Εκκλησίας ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται ως μεθόριος. Μεθόριος, δηλαδή, ότι κείται μεταξύ δύο φύσεων, υλικής ή ορατής και πνευματικής ή αόρατης. Κατά αυτόν τον τρόπο, ο άνθρωπος έχει πλαστεί από τον Θεό με τέτοιον τρόπο, ώστε να αποτελεί συμπερίληψη ολόκληρης της κτιστής φύσεως χωρίς, όμως, να ταυτίζεται με τον κόσμο. Δεν είναι ο κόσμος άνθρωπος. Ο άνθρωπος είναι μεν μέρος του κόσμου, εν εαυτώ όμως, στην φύση του μέσα εμπεριέχει όλον τον κόσμο, συμπεριλαμβάνει μάλλον, είναι μία συμπερίληψις όλης της κτιστής φύσεως ορατής και αόρατης.
Έχει επίσης δημιουργηθεί κάτα τέτοιον τρόπο, ώστε να μπορεί να κυριαρχεί πάνω στην άλογη κτίση, την υλική κτίση, όχι την πνευματική, παρά το οποίο σαφές τον ξεχωρίζει από αυτήν. Γι΄ αυτό δεν ταυτίζεται με τον κόσμο. Είναι μέρος του, δεν ταυτίζεται όμως. Λέγοντας ότι έχει δημιουργηθεί ώστε να κυριαρχεί στον κόσμο, σύμφωνα με το Θείο θέλημα, δεν έχει πλαστεί ώστε να καταδυναστεύει και να κάνει κατάχρηση των πόρων και των δημιουργημάτων των αλόγων του Θεού, αλλά να τα επιβλέπει, να τα φυλάσσει και να τα φρουρεί, όπως έδωσε εντολή και ο Θεός στον Πρωτόπλαστο να κάνει ως έργο μέσα στον Παράδεισο: «Εργάζεσθε και φυλάττειν», του λέει στη Γένεσιν. Στα πλαίσια αυτά λοιπόν, ο άνθρωπος μπορεί να αξιοποιήσει όλους τους πόρους, τους υλικούς, τους φυσικούς, που του παρέχει ο Θεός, και μεταπτωτικά, προς ίδιον όφελος, προς καλυτέρευση της ζωής του και ως μέσα όλα αυτά, για αναγωγή του νου του τελικά στον Θεό. Διότι και δια του κόσμου, αν και αυτό που λέμε τώρα δεν είναι το θέμα μας, αλλά δεν έχει σημασία, πρέπει να το ξέρουμε, και ο σκοπός του κόσμου είναι ακριβώς ώστε ο νους των έλλογων ορατών όντων, των ανθρώπων δηλαδή, να ανάγεται στον Θεό. Γι' αυτό υπάρχει ο κόσμος. Και ο άνθρωπος, λοιπόν, διά της διαχείρισης που θα κάνει, του υλικού πλούτου του κόσμου, όλων των έλλογων και άλογων όντων, ζώων, υλικών κλπ., καλείται να ανάγει τον νου του προς τον Θεό, να δοξάζει τον Θεό και να τον ανακαλύπτει μέσα από την κτίση, όπως λέει και ο Ιερός Χρυσόστομος και όλοι οι Πατέρες. Άρα, λοιπόν, ο άνθρωπος έχοντας αυτή την αυτονομία, την ελευθερία και την κυριαρχικότητα, καθίσταται από τον Δημιουργό του ως το μέσο της κοινωνίας και θεώσεως ολόκληρης της ορατής πραγματικότητας ή αλλιώς ο συνδετικός κρίκος μεταξύ Θεού και κόσμου. Όχι ότι ο Θεός δεν μπορεί φυσικά να κοινωνήσει με τον κόσμο όπως θέλει, ο ίδιος ο Θεός συντηρεί τον κόσμο με τις λεγόμενες άκτιστες ενέργειές Του. Αλίμονο, δεν συντηρεί τον κόσμο ο άνθρωπος. Ο άνθρωπος απλά διαχειρίζεται και είναι, θα λέγαμε, συνδιαχειριστής ή υπεύθυνος για την καλή διαχείριση του πλούτου που του έχει παρέχει ο Θεός.



 

ΠΗΓΗ: https://www.youtube.com/watch?v=ou1YuQiFF1I&t=651s


ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''