B΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 12
Αρρωστημένες ψυχολογικές καταστάσεις
Ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή μετάνοια, ἐκεῖ δὲν ὑπάρχουν αἰσθήματα ἐνοχῆς.
Ασπροπρόσωποι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ;
Δὲν
τακτοποιοῦνται οἱ ἁμαρτίες οὔτε μὲ τὸ νὰ περάσει ὁ καιρός οὔτε ἁπλῶς μὲ τὸ νὰ
πεῖ κανείς στην προσευχή του: «Συγχώρησέ με, Θεέ μου, γιατί ἔκανα αὐτό». Εἶναι
πολύ σοβαρό το θέμα, καί ὁ καθένας πολύ σοβαρά, πολύ ὑπεύθυνα να το τακτοποιήσει
καί ὄχι μὲ ἀρρωστημένη διάθεση. Γιατί ἐπκρατεῖ καὶ αὐτή ἡ ἄποψη ὅτι, μὲ αὐτά
πού λέμε περί ἁμαρτίας, κάνουμε τούς ἀνθρώπους νὰ αἰσθάνονται ἐνοχές, καὶ καθώς
ἔχουν ἐνοχές, παθαίνουν ψυχολογικά προβλήματα. Ἔτσι εἶναι βέβαια, ἂν τὰ
πάρει κανείς ἀνάποδα και στραβά. Ἀλλά το λέω ρητῶς καὶ κατηγορηματικῶς ὅτι δὲν
παθαίνει κανείς τίποτε, τίποτε, καὶ ὄχι ἁπλῶς δὲν παθαίνει, ἀλλά τότε
λυτρώνεται, ὅταν καλά-καλά δεῖ τὴν ἁμαρτία. Έκανες τὴν ἁμαρτία; Δές την.
Μή φοβάσαι νά τή δεῖς καὶ μετανόησε. Ἄν μετανοήσεις, λυτρώνεται ή ψυχή σου.
Ούτε κομπλεξικές καταστάσεις δημιουργούνται ούτε ψυχοπαθολογικές οὔτε
ψυχολογικά προβλήματα οὔτε τίποτε.
Ὅποιος παθαίνει ἀπό αὐτά, σημαίνει ότι στο βάθος δέν μετανοεί άληθινά. Δηλαδή ἀπὸ
τὸ ἕνα μέρος, καθώς ἀκούει την αλήθεια, νιώθει ὅτι ἔκανε ἁμαρτίες, ἀπό τό ἄλλο
μέρος όμως δέν θέλει να μετανοήσει, δέν θέλει νά ἀναγνωρίσει: «Αμάρτησα, Θεέ
μου, συγχώρησε με», ώστε να ταπεινωθεῖ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ και να ζητήσει το έλεός
του. Θέλει νὰ εἶναι ἀσπροπρόσωπος. Αὐτά ὅμως δὲν συμβιβάζονται.
Κανείς μας ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι ἀσπροπρόσωπος. Ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ
εἴμαστε ὅλοι ἐκτεθειμένοι, ὅποιοι κι ἂν εἶἴμαστε. Ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή
μετάνοια, ὅπου ὑπάρχει ἀληθινή έξομολόγηση, δέν εἶναι δυνατόν ἐκεῖ νὰ ὑπάρχουν ὕστερα
αἰσθήματα ἐνοχῆς, τὰ ὁποῖα καταπιέζουν τὸν ἄνθρωπο καί δημιουργοῦν, ὅπως εἶπαμε,
κομπλεξικές και ψυχοπαθολογικές καταστάσεις. Το λέω ρητῶς καί κατηγορηματικῶς.
Ὅταν ἡ ἁμαρτία ἔχει καὶ ἀρρωστημένο
χαρακτήρα...
Θὰ ἤθελα σ' αὐτὸ τὸ σημεῖο ἀκόμη μιά φορά νὰ τονίσω τὴν ὅλη ἀρνητική δουλειά, τὸ
ὅλο κακό που κάνει ἡ ἁμαρτία. Ὅταν διαπράττει κανείς ἁμαρτία -καί μάλιστα νὰ μοῦ
ἐπιτρέψετε νὰ πῶ, ὅταν ἡ ἁμαρτία ἔχει καί ἀρρωστημένο χαρακτήρα· καί δέν μπορούμε
στη γενιά μας να μήν το πούμε, γιατί κατά κανόνα οἱ ἄνθρωποι σήμερα ἔχουν και
άρρωστημένες καταστάσεις - ὅταν λοιπόν διαπράττει κα νεῖς ἁμαρτία, δὲν εἶναι ἁπλῶς
ὅτι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι ἐν ἁμαρτίαις, καὶ τί θὰ γίνει, ἀλλά ἡ ἁμαρτία ἐπηρεάζει
καὶ τὸ λογικό του καὶ τὴν ψυχή του καὶ την καρδιά του καὶ τὰ συναισθήματά του
και τη βούλησή του καὶ τὰ πάντα, ὁπότε ἀνάλογα σκέπτεται καὶ συμπεριφέρεται.
Καὶ ἐπιπλέον, καθόλου δέν πάει το μυαλό του να σκεφθεί: «Για στάσου σὰν νὰ μὴ
σκέπτομαι καλά. Σὰν νὰ μὴν αἰσθάνομαι καλά, καί ὅλη ἡ βούλησή μου καὶ ἡ ὅλη ἐσωτερική
μου κατάσταση σαν να μὴ λειτουργούν σωστά. Ἂς ρωτήσω κανέναν ἄλλο».
Δὲν κάνει ἔτσι. Ἀκόμη καί νά ἔρθει ὁ ἄλλος καί νά τοῦ πεί: «Χριστιανέ μου, δὲν
εἶναι τὰ πράγματα ὅπως τὰ καταλαβαίνεις ἐσύ. Δὲν εἶναι ὅπως τὰ κάνεις ἐσὺ δὲν εἶναι
ὅπως τὰ λὲς ἐσύ», δὲν θὰ τὸ δεχθεῖ. Ἂν ἐδῶ ὑπάρχει καί ἀρρωστημένη
κατάσταση, ἀκόμη πιο δύσκολα καταλαβαίνει κανείς αὐτό πού τοῦ λένε. Ὁ ἄνθρωπος
αὐτός ἁμαρτάνει, ἐπειδή ὑπάρχει μέσα του γενικότερα ἡ ἀδυναμία. Δέν ἁμαρτάνει ἐν
ψυχρώ, σαν να λέει: «Τώρα θὰ ἁμαρτήσω». Όχι· ἁμαρτάνει, ἐπειδή δὲν ἐλέγχει
πλήρως τὸν ἑαυτό του. Ὑπάρχουν καταστάσεις μέσα στὸν ἄνθρωπο πού διαφεντεύουν,
και πάρα πολλές φορές ἐπηρεάζεται ἀπό αὐτές και ἁμαρτάνει.
Δηλαδή, πιο συγκεκριμένα, ἐὰν κάποιος, ἔτσι ἤ ἀλλιῶς, δὲν αἰσθάνεται ὅτι εἶναι
ἕνας ἄνθρωπος ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι καὶ ὅτι μπορεῖ καὶ αὐτὸς νὰ σταθεί ἀνάμεσα
στούς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ νὰ ζήσει σωστά, έχοντας την υπόληψη και την άναγνώριση
πού θα ήθελε να έχει, ἀλλὰ αἰσθάνεται μειονεκτικά, αὐτό πολύ του
στοιχίζει, πολύ τον ενοχλεί και τον κάνει να είναι στενοχωρημένος, να έχει μέσα
του θλίψη, κατάθλιψη. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τί θὰ κάνει; Καθώς δεν αντέχει αυτή
την κατάσταση, άναζητεί κάτι που θα τον ευχαριστήσει. Καί το κάνει αὐτό, όχι
τόσο γιατί θέλει να πάει να κάνει έκείνη τη συγκεκριμένη πράξη ποὺ θὰ τὸν εὐχαριστήσει,
ἀλλὰ σὰν νὰ τὸν σπρώχνει ἀπό μέσα του αὐτή ἡ ἔλλειψη, αὐτή ἡ ἄσχημη κατάσταση
πού ἔχει, αὐτὸ τὸ αἴσθημα ὅτι μειονεκτεῖ, ὅτι δὲν μπορεῖ ἄνετα νὰ
συνυπάρχει μὲ τοὺς ἄλλους. Γι' αὐτό, π.χ., θα φάει πολύ θά τρώει καί δέν
θά τελειώνει. Θα πάει να πιεῖ, θὰ βλέπει με τις ώρες τηλεόραση, καὶ ἄλλα καὶ ἄλλα
πράγματα θα κάνει. Ὁπότε, ἐδῶ τώρα δὲν εἶναι μόνο ὅτι άμαρτάνει κανείς, ὅπως εἶπαμε,
ἀλλά ἁμαρτάνει και κατά ἀρρωστημένο τρόπο. Ὑπάρχει δηλαδή καί τό κίνητρο τῆς ἀρρωστημένης
καταστάσεως. Ἔτσι, γίνεται ἕνας φαύλος κύκλος, γίνεται ἕνα μπέρδεμα, καὶ ποῦ νὰ
τὰ ξεμπερδέψει κανείς.
Νά γιατί δέν φθάνει ἁπλῶς μόνο ἡ ἐξομολόγηση
Σ' αὐτές τις περιπτώσεις θὰ λέγαμε ὅτι δὲν φθάνει ἁπλῶς νὰ πάει κανείς στήν ἐξομολόγηση
καί να πεῖ: «Εἶμαι λαίμαργος». Δὲν φθάνει νὰ πάει νὰ πεῖ: «Κάθομαι με τις ώρες
στην τηλεόραση» ή «Κάθε τόσο θέλω να καπνίσω, κάθε τόσο θέλω να πιώ. Δέν φθάνει
αὐτό. Πρέπει νὰ δεῖ καὶ βαθύτερα γιατί τὸ κάνει αὐτό. Ἅμα δὲν δεῖ αὐτὸ τὸ
βαθύτερο, ἄν δέν το προσέξει ἐκεῖνο, ναὶ μὲν εἶπε τις συγκεκριμένες πράξεις, εἶπε
τίς συγκεκριμένες ἁμαρτίες καὶ θα πάρει ἄφεση, ὅμως ἡ πληγή μένει, ή πηγή
τοῦ κακοῦ μένει, καὶ εἶναι ἀτακτοποίητη ἡ ψυχή. Ἔτσι, ἀρχίζει πάλι ἀπὸ τὴν
ἀρχὴ καὶ κάνει πάλι τὰ ἴδια, Καί τί γίνεται; Ἂν δηλαδή καί ὁ ἐξομολογούμενος δὲν
καταλάβει καλά τί τοῦ συμβαίνει, καί ὁ πνευματικός δὲν δεῖ περί τίνος
πρόκειται, πῶς θὰ βοηθηθεῖ αὐτὸς ὁ ἐξομολογούμενος νὰ δεῖ ὅτι ὅλα ξεκινοῦν
βαθύτερα ἀπό τή φιλαυτία του;
Γιατί ὁ ἄνθρωπος εἶναι μειονεκτικός; Γιατί αἰσθάνεται μειονεξία; Διότι ὑπάρχει
ἡ φιλαυτία. Ἡ ὁποία φιλαυτία στην προκειμένη περίπτωση ὑπάρχει καὶ ἐκδηλώνεται
κατά ἀρρωστημένο τρόπο καί ἐπηρεάζει τὸν ἄνθρωπο κατά ἀρρωστημένο τρόπο. Νά
βοηθηθεί λοιπόν κανείς νὰ δεῖ τή φιλαυτία του, τόν ἐγωισμό του νὰ δεῖ ὅλο αὐτό
πού κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἔχει μέν μια γενική πίστη στον Θεό, νὰ εἶναι
θρησκευτικός ἄνθρωπος, ἀλλά ἡ ὕπαρξή του νὰ μήν ἀκουμπᾶ στον Θεό, νὰ μὴν εἶναι
πιασμένη ἀπό τόν Θεό. Ἂν ὅμως κανείς βρεῖ τὸν Θεό, ἂν ἀκουμπήσει στον Θεό,
ἂν ἀνοίξει ἡ ψυχή καί ἔχει μέσα της τον Θεό, πᾶνε καὶ οἱ φιλαυτίες, πᾶνε καὶ οἱ
ἀρρώστιες, πᾶνε ὅλα, καὶ δὲν ἁμαρτάνει κανείς ὕστερα. Γιατί νὰ ἁμαρτήσει; Δὲν αἰσθάνεται
τὴν ἀνάγκη, καθώς ὁ Θεός γεμίζει καὶ ἱκανοποιεῖ ὅλο τὸν ἄνθρωπο.
Παρασκευή 24 Ιουλίου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [22]
Η φιλανθρωπία του Θεού και ο ζηλωτής Προφήτης Ηλίας.
Παλαιότερα ο λαός των Ιουδαίων
απολάμβανε την προστασία των προφητών και αποτελούσε την πνευματική τους
καλλιέργεια. Και όπως ακριβώς η γη είναι η καλλιέργεια του γεωργού, έτσι και η
συναγωγή ήταν η καλλιέργεια των προφητών. Όμως δεν άρμοζε σε άκαρπο λαό
προφήτες γεωργοί· δεν άρμοζε να έχουν προφήτες εκείνοι που σταύρωσαν Αυτόν που
προφητεύθηκε μέσω αυτών· που αντί για νεκρούς, ανάστησε·
που αντί για τυφλούς, έδωσε οφθαλμούς· που αντί για
πεινασμένους, έθρεψε· που αντί για τη βία, εξαιτίας τους ο
Δεσπότης Θεός των όλων υπέστη.
Πλησίασε λοιπόν τον μακάριο Ηλία, πιέζοντας τον προφήτη να λύσει την απόφαση
εναντίον τους. Ο μακάριος Ηλίας, βλέποντας τον λαό των Ιουδαίων να κάνει κακή χρήση της φιλανθρωπίας του Θεού, και τον μεν Θεό να ανέχεται διαρκώς τη θεομαχία εκείνων, εκείνους δε
αντί να σέβονται τη μακροθυμία να οδηγούνται σε μεγαλύτερη ραθυμία συνεχώς, ζητούσε με
ζήλο να τιμωρηθεί. Σκέφτεται κατ΄ αυτόν τον τρόπο εναντίον της αγαθότητας του Θεού προς αυτούς
και αποφασίζει εναντίον τους. Έπειτα, γνωρίζοντας ότι ο Θεός σέβεται τον ζήλο
των δικαίων, θέλοντας να τιμωρήσει τους Ιουδαίους, και φοβούμενος μήπως η θεία επιείκεια και φιλανθρωπία θεραπευθεί αμέσως από λίγα δάκρυα, αποφασίζει εναντίον τους τιμωρία
και δένει την τιμωρία με όρκο, ώστε ο Θεός, από σεβασμό προς τον όρκο, να μη
λύσει την απόφαση εναντίον τους. «Αγαθός»,
λέγει, «είναι προς αυτούς ο Θεός, και με
λίγα από αυτούς δάκρυα καταπραΰνεται· αυτά όμως τους παιδαγωγούν προς την
ειδωλολατρία. Ζει ο Κύριος», λέγει, «δεν
θα υπάρξει τα έτη αυτά δρόσος και βροχή.»
Έπειτα, σαν να του λέγει ο Θεός· «Τι
λοιπόν; Αν κατευνασθώ από εκείνους με την μετάνοια, Ηλία, αν τους δω να
προσφέρουν δάκρυα, αν τους δω να μετανοούν για τα αμαρτήματά τους, να μη δώσω
αμέσως βροχή;»
«Ζει Κύριος· όχι παρά
μόνον διά του στόματός μου.» «Εκείνοι», λέγει, «έχουν προσκολληθεί στα είδωλα· εγώ όμως ορκίζομαι στη δική Σου Θεότητα.
Δείξε μου τον όρκο, τον ισχυρό απέναντί σου, ώστε και από αυτό να μάθουν την
αδυναμία των ειδώλων. Όχι· ζει Κύριος· δεν θα υπάρξει», λέγει, «τα έτη αυτά δρόσος και βροχή, παρά μόνο διά
λόγου του στόματός μου». «Όχι όταν»,
λέγει, «σε εσένα φανεί καλό, θα λύσεις
την τιμωρία — διότι σε εσένα πάντοτε φαίνεται καλό το να φιλανθρωπεύεσαι — αλλά
όταν εγώ παρακαλέσω γι' αυτούς, όταν εγώ κρίνω, όταν δείξουν αρκετή τη μετάνοια
της ψυχής.»
Σεβάσθηκε ο Θεός για την προφητική απόφαση· τίμησε τον όρκο που έγινε προς
Αυτόν. Πιεζόταν ο Δεσπότης των όλων, και επειδή είχε σεβασμό προς τον προφήτη και επειδή είχε και έλεος προς τον λαό που τιμωρούνταν με την πείνα. Τι λοιπόν
κάνει; Τιμωρεί μαζί με τον λαό και τον προφήτη, ώστε κι εκείνος, πιεζόμενος από
την τιμωρία της πείνας, να σκεφθεί κάτι φιλάνθρωπο σχετικά με την απόφασή του. Και
τιμωρεί μαζί με τον λαό τον προφήτη, ελαφρύνει όμως για τον προφήτη την
τιμωρία, χωρίς ούτε αυτόν τον τρόπο της φιλανθρωπίας να τον πραγματοποιεί χωρίς
σοφία. Διότι τρέφει τον προφήτη με πουλιά μισότεκνα· γιατί μισότεκνος είναι ο
κόρακας ως γονέας, επειδή όσα γεννά δεν τα τρέφει. Αυτό λοιπόν υπαινισσόμενος ο
προφήτης Δαβίδ έλεγε· «καὶ τοῖς νεοσσοῖς τῶν κοράκων τοῖς ἐπικαλουμένοις αὐτόν.», διότι οι νεοσσοί των
κοράκων, ή μάλλον όλοι οι νεοσσοί, είναι αδύνατοι να εξασφαλίσουν μόνοι τους
την τροφή τους και έχουν τους γονείς τους να τους ανατρέφουν· οι νεοσσοί όμως
των κοράκων στερούνται αυτό· όμως δείχνοντας την του Θεού φιλανθρωπία ο Δαβίδ, το
γένος των κοράκων εξακολουθεί να διατηρείται, μολονότι δεν τρέφονται από τους
γονείς τους. «Παράδοξο είναι, Ηλία, οι μεν κόρακες να γίνονται μεσίτες προς εσένα
της από εμένα φιλανθρωπίας, εσύ δε να μη γίνεσαι μεσίτης στους Ιουδαίους για να
απαλλαγούν από την εκ μέρους μου εναντίον τους τιμωρία. Σεβάσου τη μεταβολή των
κοράκων και γίνε προς τους Ιουδαίους αγαθός. Διότι εγώ τιμώ τη δική σου
απόφαση, αλλά και εκείνους, ενώ τιμωρούνται, τους σπλαχνίζομαι.»
Όταν λοιπόν είδε ο Θεός ότι ο Ηλίας δεν υποχωρούσε, σταματά την τροφή μέσω
των κοράκων, εξαναγκάζοντάς τον σε συμφιλίωση, ώστε, πιεσμένος από την πείνα,
να λύσει έστω και μόνος του την απόφαση. Εκείνος όμως, και όταν σταμάτησαν και
οι κόρακες, υπέμενε. «Ας πεινάσω»,
λέγει· «μόνο να δω τους ασεβείς να
τιμωρούνται· ας χαθεί και το σώμα μου μαζί με αυτούς, τιμωρούμενο με πείνα.»
Αφού λοιπόν έπαψε η τροφή μέσω των κοράκων και πέρασε πολύς χρόνος, χωρίς
να καμφθεί ο Ηλίας, μεταφέρεται σε άλλον τόπο· και συντριβόμενος από την πείνα
πηγαίνει και γίνεται ικέτης μιας εθνικής γυναίκας, και μάλιστα χήρας και
φτωχής. Επειδή δε ο Θεός ήθελε να τον κάνει περισσότερο φιλάνθρωπο και επειδή τότε
στους Ιουδαίους απαγορευόταν η συναναστροφή με τα έθνη, προλαμβάνει και προαναγγέλλει
αυτό που επρόκειτο να γίνει. «Σήκω»,
λέγει, «από εδώ και πήγαινε στα Σαρεφθά
της Σιδώνας· και θα διατάξω εκεί μία χήρα γυναίκα, εθνική, να σε τρέφει.» Αυτό
το έκανε ώστε όταν ακούσει το «εθνική» να αποστραφεί την τροφή, και να
παρακαλέσει τον Θεό να χορηγήσει βροχές. Εκείνος όμως ούτε με αυτόν τον λόγο
μαλάκωσε, αλλά έτρεχε προς να λάβει τροφή από την εθνική. Και, το σπουδαιότερο,
ο Θεός προετοιμάζει αμέσως τη χήρα, ώστε να μιλήσει στον πεινασμένο με σκληρά
λόγια, οδηγώντας τον από παντού προς την φιλανθρωπία. Τι λοιπόν του λέγει η
εθνική; «Ζει Κύριος ο Θεός σου.» Και από πού είχε η εθνική να πει: «Ζει ο
Κύριος ο Θεός σου»; Ο Θεός, προηγουμένως, έδειξε τον προφήτη στη χήρα με όραμα.
Διότι αυτό είναι εκείνο που είπε ο Θεός στον προφήτη: «Θα διατάξω εκεί μία χήρα γυναίκα να σε τρέφει.» Ο Θεός έδειξε εκ
των προτέρων στη γυναίκα το σχήμα του προφήτη, τη μορφή, την ηλικία και το
αίτημα που επρόκειτο να κάνει. Γι' αυτό, όταν παρουσιάστηκε ο προφήτης, η χήρα
θυμήθηκε το όραμα. Τον είδε όπως ακριβώς της είχε φανεί στο όραμα. Γνωρίζοντας
λοιπόν από αυτό ότι η αποκάλυψη ήταν θεία, μόλις στάθηκε μπροστά της ο προφήτης
και της ζήτησε τροφή, φώναξε: «Ζει ο
Κύριος ο Θεός σου· δεν έχω κρυμμένο ψωμί, παρά μόνο μία χούφτα αλεύρι στη
στάμνα και λίγο λάδι στο δοχείο· και θα μπω να τα ετοιμάσω για εμένα και για τα
παιδιά μου, και θα φάμε και θα πεθάνουμε.» Αμέσως λόγια απελπισίας αντί για
λόγια προσφοράς. Δεν έχω, λέγει, κρυμμένο ψωμί, παρά μόνο αυτή τη χούφτα
αλεύρι· θα μπω, θα την ετοιμάσω για εμένα και για τα παιδιά μου, και θα φάμε
και θα πεθάνουμε. Τίποτε άλλο, λέγει, δεν μας απομένει· όταν ξοδευτεί η χούφτα,
απομένει ο θάνατος. Άρχισε ο Ηλίας να αισθάνεται κάτι από αυτά τα λόγια. «Εμένα», λέγει, «αυτή με νικά σε μεγαλύτερη πάλη με την πείνα· εγώ, έστω, πεινώ μόνος·
αυτή όμως πεινά μαζί με τα παιδιά της. Ας μη γίνω πρόξενος θανάτου στη γυναίκα
που με φιλοξενεί.» Τι λοιπόν; Όπως
είπα, μαλακώνει από τα λόγια της και αρχίζει πλέον μέσα του να στρέφει τη σκέψη
προς τη φιλανθρωπία. «Δεν θα εκλείψει»,
λέγει, «το δοχείο του λαδιού, ούτε η
στάμνα του αλευριού, έως ότου δώσει ο Κύριος βροχή επάνω στη γη.» Ήδη
προφέρει λίγο τη χορήγηση των βροχών. Προτού
νικηθεί από την πείνα, δεν επέτρεπε στον Θεό τη φιλανθρωπία σχετικά με τις
βροχές, αλλά έλεγε· «Δεν θα υπάρξει τα
έτη αυτά δρόσος ούτε βροχή επάνω στη γη, εάν όχι διά λόγου του στόματός μου.» Τώρα
όμως επιτρέπει και ήδη υπαγορεύει την αρχή της λύσεως· την υπαγόρευε όμως, δεν
είχε ακόμη προχωρήσει στην αίτηση. Ποια
λοιπόν είναι η πηγή της φιλανθρωπίας; Πάλι
φέρνει σε αυτόν (ο Θεός) τρίτο τέχνασμα φιλανθρωπίας. Επιτρέπει δηλαδή να πεθάνει το παιδί της χήρας, σπρώχνοντας τον
προφήτη στην ανάγκη να τον παρακαλέσει. Διότι η χήρα, όταν πέθανε το παιδί,
στάθηκε γύρω από τον προφήτη με δάκρυα. «Καλύτερα»,
λέγει, «να είχα πεθάνει από την πείνα και
να είχα πεθάνει πριν από τη δική σου ευλογία, παρά να γίνω θεατής του νεκρού
παιδιού μου.» Ντράπηκε ο προφήτης για ό,τι συνέβη. «Αυτοί», λέγει στη χήρα,
«είναι οι μισθοί της φιλοξενίας προς εμένα; Πριν από τη δική μου υποδοχή ήσουν
μητέρα με παιδί· μετά τη δική μου υποδοχή, θρηνείς το αγαπημένο σου παιδί.» Ντρεπόμενος
για ό,τι συνέβη ο Ηλίας και στρέφοντας μέσα του το πράγμα, κατάλαβε ότι αυτό
που έγινε ήταν τέχνασμα του Δεσπότη των όλων· κατάλαβε τη θεία οικονομία. Και,
επειδή κατάλαβε ότι αυτά είχαν γίνει με θεία οικονομία, έπεσε επάνω στο παιδί
και έλεγε: «Κύριε, ο Θεός μου, ας
επιστραφεί τώρα η ψυχή του παιδιού αυτού μέσα σε αυτό.» Δεν είπε απλώς·
«ανάστησέ το», αλλά: «Ας επιστραφεί η ψυχή του παιδιού αυτού μέσα σε αυτό.» Τότε
λοιπόν ο Θεός, βλέποντας ότι ήδη ο προφήτης έγινε φιλανθρωπότερος, ότι πλέον
παρακαλεί για έναν, ενώ πριν δεν παρακαλούσε για ολόκληρο λαό, ακούει αμέσως
την αίτησή του και επέστρεψε η ψυχή του παιδιού μέσα σε αυτό, και ανέζησε το
παιδί. Καθώς λοιπόν είδε ο Θεός τον
Ηλία, ότι ηρέμησε με πολλά και έχει
γίνει φιλανθρωπότερος, τότε πλέον φέρνει προς αυτόν φανερότερα τους λόγους της
φιλανθρωπίας, επειδή δεν θεωρούσε πλέον τη λύση της τιμωρίας ύβρη. «Πήγαινε», λέγει. Λόγια πρεσβείας του
Θεού προς τον δούλο· ο ίδιος ο Θεός από μόνος Του πρεσβεύει προς τον δούλο για
φιλανθρωπία. «Πήγαινε», λέγει. «Επειδή», λέγει, «έγινες φιλανθρωπότερος, δέξου και τους λόγους της φιλανθρωπίας μου·
επειδή γνώρισες ότι με συνέχουν οι ωδίνες της φιλανθρωπίας, άκουσέ με πλέον
φανερότερα. Πονώ για τη λύση της τιμωρίας· σπεύδω να χορηγήσω συμφιλίωση· νιώθω
ντροπή για τα δάκρυα εκείνων που τιμωρούνται. Όλοι οι αμαρτωλοί, προφήτη,
κρατούν στα χέρια τους χειρόγραφό μου φιλανθρωπίας· μη με κάνεις να φανώ
ενώπιόν τους ψευδολόγος. Ακούς και τους Λόγους των Γραφών, όπως γνωρίζεις
και εσύ· «οὐ βούλομαι τὸν θάνατον τοῦ ἀσεβοῦς ὡς τὸ ἀποστρέψαι τὸν ἀσεβῆ ἀπὸ
τῆς ὁδοῦ αὐτοῦ καὶ ζῆν αὐτόν.»
Έδειξε υπακοή ο Ηλίας· υπέταξε την ψυχή του σε όσα του έλεγε ο Θεός. «Πήγαινε», λέγει, «και παρουσιάσου στον Αχαάβ. Δεν συμφιλιώνομαι χωρίς εσένα· μαζί σου
συμφιλιώνομαι. Εσύ πρόσφερε τη χάρη σε αυτούς που τιμωρούνται. Εγώ κρυφά
πρεσβεύω προς εσένα υπέρ εκείνων· εσύ όμως γίνε φανερός χορηγός της
συμφιλιώσεως. Πήγαινε και παρουσιάσου στον Αχαάβ, και θα δώσω βροχή επάνω στη
γη. Εσύ ανήγγειλε τη συμφιλίωση· εσύ ανακοίνωσε τη χορήγηση των βροχών· εγώ
υπογράφω στις δικές σου αποφάσεις.» Έτρεχε λοιπόν θέλει μη θέλει ο Ηλίας
και διακήρυττε τις βροχές. Αλλά πάλι, βλέποντας την ασέβειά τους, συλλογιζόταν
κάποια λυπηρή απόφαση τιμωρίας εναντίον τους. Τι λοιπόν κάνει ο Θεός; Βλέποντάς
τον να μη αντέχει την φιλανθρωπία για εκείνους που έσφαλλαν, χωρίζει τον Ηλία
από τη συγκατοίκηση με τους αμαρτωλούς. «Εγώ»,
λέγει, «Ηλία, γνωρίζω τον ζήλο σου·
σέβομαι τον τρόπο της ζωής σου· ελεώ όμως και τους αμαρτωλούς, όταν τιμωρούνται
περισσότερο από όσο πρέπει. Εσύ όμως είσαι φοβερός εκδικητής της ευσεβείας· το
δε γένος των ανθρώπων διαρκώς αμαρτάνει, σας χωρίζω λοιπόν από τη μεταξύ σας
συγκατοίκηση. Ανέβα σαν στον ουρανό, επειδή δεν μπορείς να υποφέρεις τους αμαρτωλούς·
Εγώ όμως θα κατέβω στη γη. Αν μείνεις για πολύ μαζί με αμαρτωλούς», λέγει, «θα καταστραφεί εκείνο το γένος των
ανθρώπων, επειδή θα τιμωρείται συνεχώς από εσένα. Τι λοιπόν; Μεταθέσου σαν
στους ουρανούς, Ηλία· διότι δεν μπορεί η φωτιά να συγκατοικεί με την καλάμη. Σου
δίνω για συγκατοίκους αναμάρτητους· σε συγκατοικίζω με τους χορούς των αγγέλων.
Μεταθέσου εσύ προς τον ουρανό· Εγώ όμως θα κατοικήσω μαζί με αμαρτωλούς, Εγώ
που μπορώ να φέρω επάνω στους ώμους το αποπλανημένο πρόβατο, Εγώ που λέγω προς
όλους τους αμαρτωλούς· «Ελάτε προς εμένα όλοι οι κοπιώντες· εγώ δεν θα σας
τιμωρήσω, αλλά θα σας αναπαύσω.»
Εις Αυτόν η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
ΠΗΓΗ: Ι.
ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ P.G. 56, ΣΕΛ. 584-586
ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

