Κάθε κληρικός έχει ασφαλώς το δικαίωμα να διατυπώνει προσωπικές θεολογικές ή κανονικές απόψεις και να εκφράζει τις επιφυλάξεις ή τις διαφωνίες του. Υπάρχει όμως ένα θεσμικό γεγονός το οποίο δεν μπορεί να αναιρεθεί από προσωπικές εκτιμήσεις: οι αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα και οι οποίες, μέχρι να ανακληθούν, διορθωθούν ή αντικατασταθούν από νέα εκκλησιαστική απόφαση, αποτελούν δεσμευτικό στοιχείο της εκκλησιαστικής τάξεως. Όσο κι αν ένας ιεράρχης θεωρεί ότι με τη διατύπωση της προσωπικής του διαφωνίας «ομολογεί», θα πρέπει να ενθυμηθεί την διάκριση μεταξύ εσωτερικής πεποίθησης και πραγματικής εκκλησιαστικής πράξης. Η ομολογία δεν εξαντλείται στη διατύπωση μιας ορθής, κατά την προσωπική κρίση κάποιου, θεολογικής θέσεως. Συνδέεται και με την ευθύνη να αγωνισθεί κανείς μέσα στην Εκκλησία για την αποκατάσταση εκείνου που θεωρεί ότι έχει παρεκκλίνει, αναλαμβάνοντας, όταν απαιτείται, το κόστος της στάσεώς του.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας δεν αντιμετώπιζαν τα μεγάλα εκκλησιαστικά προβλήματα ως προσωπικές διαφωνίες που μπορούσαν απλώς να καταγραφούν και κατόπιν να παραμερισθούν. Όταν αντιλαμβάνονταν ότι διακυβεύεται η πίστη ή η κανονική τάξη της Εκκλησίας, δεν αρκούνταν σε μια ιδιωτική διατύπωση της αντίθεσής τους ούτε θεωρούσαν ότι η προσωπική τους διαφωνία, από μόνη της, αποτελούσε το τέλος της ευθύνης τους. Αγωνίζονταν, προσέφευγαν στα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, ζητούσαν την εξέταση του ζητήματος, κατέθεταν τη μαρτυρία τους και επέμεναν στην ανάγκη διορθώσεως του προβλήματος και γι’ αυτό η διακοπή της εκκλησιαστικής κοινωνίας δεν αποτελούσε γι’ αυτούς την πρώτη ή την εύκολη λύση. Ερχόταν ως έσχατο μέτρο, όταν είχε πλέον καταστεί φανερό ότι δεν υπήρχε δυνατότητα θεραπείας της καταστάσεως μέσα από τα συνήθη εκκλησιαστικά μέσα ή ότι η εμμονή σε μια συγκεκριμένη πλάνη είχε πλέον λάβει τέτοια διάσταση, ώστε η συνέχιση της κοινωνίας να δημιουργεί σοβαρό εκκλησιολογικό πρόβλημα.
Υπάρχει ουσιώδης διαφορά ανάμεσα στο «διαφωνώ» η οποία είναι μια προσωπική θέση, και στο «αγωνίζομαι για να διορθωθεί αυτό με το οποίο διαφωνώ», που δηλώνει εκκλησιαστική ευθύνη, κόστος και συγκεκριμένη πράξη. Ακόμη μεγαλύτερη είναι η διαφορά ανάμεσα στο να δηλώνει κάποιος ότι «ομολογεί» και στο να αναλαμβάνει πραγματικά όλες τις συνέπειες της ομολογίας του, όταν αυτή έρχεται σε σύγκρουση με μια ήδη διαμορφωμένη εκκλησιαστική κατάσταση. Η αληθινή ομολογία, επομένως, δεν μπορεί να περιορίζεται σε λόγια που καθησυχάζουν την προσωπική συνείδηση, ενώ στην πράξη όλα παραμένουν ακριβώς όπως πριν. Εάν κάποιος θεωρεί ότι μια εκκλησιαστική απόφαση ή πρακτική είναι λανθασμένη, τότε το ζήτημα δεν τελειώνει με το να δηλώσει απλώς ότι προσωπικά διαφωνεί μαζί της. Το πραγματικό ερώτημα είναι τι κάνει προκειμένου να ζητήσει την αποκατάσταση της τάξεως, ποια εκκλησιαστικά μέσα χρησιμοποιεί και, κυρίως, μέχρι πού είναι διατεθειμένος να φθάσει όταν διαπιστώσει ότι οι προσπάθειες διορθώσεως δεν καρποφορούν. Η ιστορία της Εκκλησίας δεν μας παραδίδει ως πρότυπο ούτε την άνευ όρων υποταγή ούτε την εύκολη απομάκρυνση. Μας παραδίδει τον δύσκολο δρόμο του αγώνα: πρώτα την προσπάθεια θεραπείας του προβλήματος μέσα στην Εκκλησία και, όταν αυτή καταστεί αδύνατη και συντρέχουν οι απαιτούμενες εκκλησιολογικές προϋποθέσεις, την ανάληψη και των αναγκαίων συνεπειών της ομολογίας. Ομολογία χωρίς αγώνα για την αποκατάσταση της αλήθειας κινδυνεύει να παραμείνει απλώς μια προσωπική διαφωνία, ενώ ομολογία που δεν συνοδεύεται ποτέ από πράξη και θυσία μπορεί τελικά να καταλήξει σε μια βολική μορφή εσωτερικής διαφοροποιήσεως χωρίς πραγματικό εκκλησιαστικό αποτέλεσμα.
