Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Περί της αγάπης προς τον Θεό: ποια είναι τα γνωρίσματά της. (Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου)

«Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου» (Ματθ. 22:37).

Φαίνεται πως θα μπορούσε κανείς να αναρωτηθεί: για ποιον λόγο να μας δοθεί εντολή να αγαπούμε τον Θεό; Ρωτήστε οποιονδήποτε και ο καθένας θα πει ότι αγαπά τον Θεό, ενώ κανενός η γλώσσα δεν θα μπορέσει να προφέρει ότι δεν Τον αγαπά. Επιπλέον, το αίσθημα της αγάπης είναι τόσο γλυκό και ευχάριστο, ώστε ο καθένας, επιθυμώντας να έχει μέσα του ειρήνη και πνευματική παρηγοριά, θα φροντίσει από μόνος του να το καλλιεργήσει μέσα του.
Παρά ταύτα, όμως, η εντολή της αγάπης προς τον Θεό επαναλαμβάνεται σε εμάς από τον Κύριο και τους Αγίους Αποστόλους όχι μία και δύο φορές, αλλά σχεδόν σε κάθε σελίδα της Αγίας Γραφής, και μάλιστα με τόση επιμονή, ώστε, σύμφωνα με τον Απόστολο, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, ας είναι αναθεματισμένος – Μαράν αθά!
Αυτό σημαίνει ότι, παρά το πόσο φυσική φαίνεται η αγάπη προς τον Θεό, είναι δυνατόν να μην αγαπά κανείς τον Θεό, αφού ο ίδιος ο Θεός μεριμνά να εμφυτεύσει μέσα μας αυτή την αγάπη με την εντολή Του και να την περιφρουρήσει με απειλές. Αυτό σημαίνει ότι είναι δυνατόν, ενώ λέμε πως αγαπούμε τον Θεό, να μην έχουμε αυτή την αγάπη και, με αυτόν τον τρόπο, να εξαπατούμε τόσο τον εαυτό μας όσο και τους άλλους.
Ναι, αδελφοί μου, αυτό είναι δυνατόν. Αλλά να τι συμβαίνει: μπορούμε να παραπλανήσουμε τον εαυτό μας και να εξαπατήσουμε τους άλλους, ποτέ όμως δεν μπορούμε να εξαπατήσουμε τον ίδιο τον Θεό. Εκείνος βλέπει και τα πλέον απόκρυφα βάθη της καρδιάς μας και, επειδή τα βλέπει, κάποτε θα ανταποδώσει στον καθένα ό,τι του αξίζει. Σε ποιους άραγε θα πει Εκείνος κατά την ώρα της Κρίσεως: «Φύγετε... δεν σας γνωρίζω»; Σε εκείνους που δεν είχαν αγάπη προς Αυτόν, μολονότι νόμιζαν ότι την είχαν και οι άλλοι τούς θεωρούσαν ανθρώπους που την είχαν.
Τι πικρή πλάνη! Και τόσο περισσότερο πικρή, επειδή τότε πλέον δεν θα υπάρχει καμία δυνατότητα να διορθωθεί. Βλέπετε, λοιπόν, αδελφοί μου, ότι αξίζει τον κόπο να βεβαιωθούμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι. Και αν διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει, ας φροντίσουμε να την αποκτήσουμε· ή, αν αρχίζει να σβήνει, να την αναζωπυρώσουμε· και, αν εξασθενεί, να την ενισχύσουμε. Διότι «ὁ μὴ ἀγαπῶν μένει ἐν τῷ θανάτῳ». Ας εισέλθουμε, λοιπόν, στο εσωτερικό του εαυτού μας και ας εξετάσουμε προσεκτικά τα πράγματα γύρω μας, ώστε να συγκεντρώσουμε ορισμένα απλά και προσιτά σε όλους γνωρίσματα, βάσει των οποίων θα μπορέσουμε να κρίνουμε χωρίς πλάνη σχετικά με αυτό το ζήτημα.

1) Όποιος αγαπά κάποιον, εκείνος δεν μιλά παρά μόνο για το αγαπημένο του πρόσωπο ή αντικείμενο· με όποιον κι αν τύχει να συναντηθεί, είτε αρχίζει αμέσως να μιλά γι' αυτό είτε γρήγορα στρέφει τη συζήτηση προς αυτό. Έτσι, όποιος αγαπά τον Θεό, ευχαριστείται να συνομιλεί μόνο γι' Αυτόν και σπεύδει να κατευθύνει προς Εκείνον κάθε συζήτησή του. Και όταν αρχίσει να μιλά γι' Αυτόν, δεν μπορεί να σταματήσει· μόνο εκεί αισθάνεται ευχαρίστηση, όπου γίνεται λόγος για τον Θεό και τα έργα Του, ενώ βαριέται εκεί όπου ασχολούνται με οτιδήποτε άλλο.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Θεό, δεν θα αρχίσει ποτέ από μόνος του να μιλά γι' Αυτόν και αποφεύγει εκείνους που αγαπούν να συζητούν για Εκείνον. Αυτός ευχαριστείται όταν η συζήτηση περιστρέφεται γύρω από τις υποθέσεις της καθημερινής ζωής, τις εμπορικές συναλλαγές, τις δικαστικές υποθέσεις, τα στρατιωτικά ζητήματα ή, ενδεχομένως, τα επιστημονικά θέματα, αρκεί να μην έχουν σχέση με τον Θεό. Ευχαρίστως κάθεται εκεί όπου ασχολούνται με ειδήσεις, μόδες και κουτσομπολιά, ενώ απομακρύνεται από εκεί όπου μιλούν για τον Θεό και τα έργα Του.
Αυτός δεν εξαντλείται ποτέ όταν μιλά για πράγματα μάταια, κενά και κοσμικά· όταν όμως η συζήτηση αγγίξει τον Θεό και τη σωτηρία της ψυχής, δυσκολεύεται να πει δυο-τρεις λέξεις, και αυτό είναι όλο· ή ακόμη και ούτε αυτές δεν λέει... Διότι «ἐκ τοῦ περισσεύματος τῆς καρδίας τὸ στόμα λαλεῖ». Για όσα είναι γεμάτη η καρδιά, γι' αυτά μιλά και πολύ το στόμα.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είναι οι δικές μας συνομιλίες και έτσι θα ανακαλύψουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό ή όχι.

2) Όποιος αγαπά κάποιον, σπεύδει με προθυμία εκεί όπου ελπίζει είτε να συναντήσει τον ίδιο τον αγαπημένο του και τους οικείους του είτε να λάβει κάποια είδηση γι' αυτόν είτε να βρει κάτι που του τον θυμίζει. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, σπεύδει με προθυμία στον ναό του Θεού, όπου ο Κύριος φανερώνει με ιδιαίτερο τρόπο την παρουσία Του, όπου οι πιστοί εισέρχονται σε στενότερη κοινωνία με τους Αγίους του Θεού, οι οποίοι παρίστανται ενώπιον των οφθαλμών τους μέσα από τις ιερές εικόνες, και όπου ακούνε τον λόγο περί Αυτού.
Όποιος αγαπά τον Κύριο, επιζητεί με πόθο να γίνει μέτοχος των Αγίων Μυστηρίων, διότι μέσω αυτών ο Θεός πλησιάζει προς αυτόν και εκείνος προς τον Θεό. Αυτός καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να παρακολουθήσει ολόκληρη την ακολουθία των εκκλησιαστικών τελετών και προσευχών, διότι μέσα σε αυτές αισθάνεται την ευωδία του Χριστού. Γι' αυτόν ο ναός είναι τόπος γλυκύτητας και θαλπωρής, σαν το σπίτι του πατέρα του. Εκεί προσέχει με επιμέλεια κάθε ιερή ακολουθία και προσευχή. Και όπως σπεύδει με πόση προθυμία στην έναρξη της ακολουθίας, έτσι, όταν αυτή τελειώσει, περνά το κατώφλι του ναού με κάποια λύπη.
Εκείνον όμως που δεν αγαπά τον Κύριο δεν μπορείς να τον πείσεις να πάει στον ναό. Όταν οι άλλοι κατευθύνονται προς αυτόν, εκείνος σπεύδει σε κάποιο άλλο μέρος. Και αν ακόμη τύχει κάποτε να μπει στον ναό, το κάνει απρόθυμα, ούτε από την αρχή της ακολουθίας ούτε με σκοπό να προσευχηθεί. Μόνο η ανάγκη, η συνήθεια και η ντροπή τον αναγκάζουν κάπως να νηστεύσει και να κοινωνήσει, ενώ για τις υπόλοιπες εκκλησιαστικές διατάξεις ή ακολουθίες δεν υπάρχει καν λόγος να μιλήσουμε...
Μόνο και η σκέψη της Εκκλησίας και οποιουδήποτε εκκλησιαστικού πράγματος του προκαλεί ψυχρότητα. Ας εξετάσουμε, λοιπόν, ποια είναι η δική μας στάση απέναντι στην Εκκλησία και σε ολόκληρη την εκκλησιαστική της τάξη, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.

3) Όποιος αγαπά κάποιον, δεν βγάζει από τον νου του τις σκέψεις γι' αυτόν και, όταν μένει μόνος, συνομιλεί νοερά μαζί του, αναπαριστώντας την εικόνα του και αναπολώντας την με αγάπη. Έτσι, όποιος αγαπά τον Κύριο, δεν απομακρύνεται από τη σκέψη Του και, μόλις βρει λίγο ελεύθερο χρόνο, στρέφεται νοερά προς Αυτόν και συνομιλεί μαζί Του με θερμότητα καρδιάς.
Αυτός, αφού εκπληρώσει τα νόμιμα καθήκοντά του, όσα απαιτούν η οικογένεια, η υπηρεσία ή το επάγγελμά του, δεν αναζητεί διασκεδάσεις, αλλά σπεύδει να απομονωθεί, για να μείνει μόνος με τον Κύριό του. Είτε για να αφοσιωθεί στη θεωρία του Θεού, είτε για να συλλογιστεί, λόγου χάριν, τις απέραντες τελειότητες του Θεού, τη θεία οικονομία της σωτηρίας μας, την τελική μας κατάληξη και άλλα παρόμοια· είτε για να σταθεί σε προσευχή και να προσευχηθεί· είτε για να ανοίξει κάποιο ψυχωφελές βιβλίο· είτε για να ανανεώσει και να αναζωογονήσει τον νου του με τις άγιες αλήθειες που εκτίθενται σε αυτό.
Αντιθέτως, όποιος δεν αγαπά τον Κύριο, δεν του αρέσει να μένει μόνος και, μόλις τελειώσει τις αναγκαίες ασχολίες του, σπεύδει να αναζητήσει διασκεδάσεις, να πάει σε περιπάτους ή σε κάτι ακόμη χειρότερο. Αν η ανάγκη τον αναγκάσει να μείνει μόνος, τι κάνει τότε; Αδρανεί, ονειροπολεί για μάταια πράγματα, καταστρώνει μηχανορραφίες ή διαβάζει ανώφελα βιβλία.
Ας εξετάσουμε, λοιπόν, πώς είμαστε και ως προς αυτό, και θα διαπιστώσουμε αν αγαπούμε τον Κύριο ή όχι.
Αυτά είναι μερικά από τα πιο άμεσα και προσιτά σε εμάς γνωρίσματα της αγάπης και της έλλειψης αγάπης προς τον Θεό! Περιττό, βέβαια, να πούμε ότι όποιος αγαπά τον Κύριο φροντίζει με κάθε τρόπο να Τον ευαρεστεί, εκπληρώνοντας το άγιο θέλημά Του· τόσο εκείνο που έχει διατυπωθεί στις εντολές Του όσο και εκείνο που φανερώνεται στον καθένα μας μέσα από τις περιστάσεις της ζωής μας.
Διότι ποια αγάπη προς τον Θεό μπορεί να υπάρχει σε εκείνον που δεν τηρεί τις εντολές Του, αλλά τις παραβαίνει φανερά και συνειδητά; Μόνο στην περίπτωση εκείνων που, αφού παραβούν με κάποιον τρόπο μια εντολή του Θεού, αμέσως μετανοούν και η καρδιά τους πονά επειδή προσέβαλαν τον Κύριο, σπεύδοντας να καθαρίσουν την αμαρτία τους με τη μετάνοια και την υπόσχεση ότι δεν θα αμαρτήσουν πλέον, μόνο σε αυτούς μπορούμε να διακρίνουμε την ύπαρξη αγάπης.
Εκείνος όμως που, αφού αμαρτήσει, όχι μόνο δεν αισθάνεται πόνο γι' αυτό, αλλά επιπλέον δικαιολογεί τον εαυτό του, είναι άνθρωπος σχεδόν ολοκληρωτικά χαμένος!
Δεν θα επεκταθώ περισσότερο... Και αυτά τα γνωρίσματα αρκούν για να διαπιστώσουμε αν υπάρχει μέσα μας αγάπη ή όχι και, ανάλογα, είτε να παρηγορήσουμε τον εαυτό μας είτε να προβληματίσουμε και να ανησυχήσουμε την ψυχή μας.
Εάν διαπιστώσουμε ότι υπάρχει μέσα μας αγάπη προς τον Θεό, έστω και στα πρώτα της σπέρματα, ας ευχαριστήσουμε τον Κύριο γι' αυτό, διότι Εκείνος ο ίδιος άρχισε να εκχέει στις καρδιές μας αυτή τη ζωοποιό δύναμη.
Εάν όμως διαπιστώσουμε ότι είμαστε ψυχροί απέναντι στον Θεό, ας πονέσουμε γι' αυτό και ας σπεύσουμε να αναπληρώσουμε αυτή τη σωτήρια φωτιά... Με ποιον τρόπο; Διαφυλάσσοντας όλα εκείνα που, όπως είπαμε, αποτελούν γνωρίσματα της αγάπης προς τον Θεό· διαφυλάσσοντάς τα, έστω και χωρίς προθυμία, με εξαναγκασμό και με βία προς τον ίδιο μας τον εαυτό... Και ο Κύριος θα βοηθήσει.
Το ξύλο από τη φύση του είναι ψυχρό. Όταν όμως αρχίσουν να τρίβουν το ένα ξύλο πάνω στο άλλο, αυτά θερμαίνονται και παράγουν φλόγα. Παρόμοια, όταν κάποιο μέλος του σώματος μουδιάσει από το κρύο ή από κάποια άλλη αιτία, αρχίζουν να το τρίβουν και έτσι διεγείρουν μέσα του την αίσθηση που είχε χαθεί.
Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν αρχίσουμε να τρίβουμε την ψυχή μας, η οποία έχει ψυχρανθεί απέναντι στον Κύριο, με την προσέλευσή μας στους ναούς, με τις κατ' οίκον προσευχές, με την ανάγνωση ψυχωφελών βιβλίων, με τις πνευματικά ωφέλιμες συνομιλίες, με τη συχνή προετοιμασία για τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή μας στα Άγια Μυστήρια, χωρίς παράλληλα να παραλείπουμε καμία ευκαιρία για την εκπλήρωση των εντολών, τότε, ασφαλώς, η απολιθωμένη καρδιά μας θα μαλακώσει και θα αρχίσει να θερμαίνεται από αγάπη προς Εκείνον.
Αρκεί μόνο, στην αρχή, να μη λυπηθούμε τον εαυτό μας, αλλά να τον αναγκάσουμε και να τον πιέσουμε... Θα περάσει λίγος καιρός και εκείνα προς τα οποία προηγουμένως δεν έκλινε η ψυχή μας, θα αρχίσουν να της γίνονται ευχάριστα. Και όσο περισσότερο καιρό θα εξαναγκάζουμε τον εαυτό μας, τόσο πιο ευχάριστα και γλυκά θα μας γίνονται αυτά τα έργα. Και ύστερα θα ανάψει και η φωτιά μέσα στην καρδιά, η οποία θα μεταμορφώσει την ψυχή μας σε πύρινο Σεραφείμ, που θα φλέγεται ακατάπαυστα από αγάπη προς τον Κύριο...
Είθε να μας αξιώσει όλους μας να το βιώσουμε αυτό Εκείνος που ήρθε στη γη για να ρίξει αυτή την ουράνια φωτιά. Αμήν.


13 Σεπτεμβρίου 1859
Κυριακή ΙΔ΄ μετά την Πεντηκοστή.



Πηγή: Η θεάρεστη ζωή εν γένει / Λόγοι του Επισκόπου Θεοφάνους (από τους λόγους προς τα ποίμνια Ταμπώφ και Βλαντιμίρ, 1859–1866). 2η έκδοση, της Ρωσικής Μονής Αγίου Παντελεήμονος του Αγίου Όρους. Μόσχα: Τυπογραφείο-λιθογραφείο Ι. Εφίμωφ, 1899. 108, [1] σελ.



ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ - ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Πώς να διατηρούμε την ευχή του Ιησού μέσα στην καρδιά μας | Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς

 

Προτού ακόμη ολοκληρωθούν από τα χείλη τα λόγια «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», ο νους μπορεί ήδη να έχει ταξιδέψει εκατό μίλια μακριά. Έχει επιστρέψει στον χθεσινό καβγά, έχει απαντήσει σε μια προσβολή που ποτέ δεν ειπώθηκε, έχει ανησυχήσει για το αύριο και έχει αναπαραγάγει τις ίδιες προσωπικές αντιλογίες που τον απασχολούν εδώ και χρόνια. Το στόμα προσεύχεται, αλλά η καρδιά έχει απομακρυνθεί.
Επιστρέφουμε στο κομποσχοίνι και αρχίζουμε ξανά. Περνούν λίγες στιγμές και ο ίδιος αγώνας επαναλαμβάνεται. Έπειτα έρχεται άλλη μία διακοπή, άλλος ένας περισπασμός, άλλη μία δικαιολογία για να αναβάλουμε αυτό που είχαμε σκοπό να κάνουμε.
Τελικά, μια σιωπηλή αποθάρρυνση εγκαθίσταται μέσα μας. Αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε αν σημειώνουμε πράγματι κάποια πρόοδο. Η Γερόντισσα Μακρίνα της Πορταριάς κατανοούσε τη σοβαρότητα αυτού του αγώνα.
Η συμβουλή της ήταν άμεση. Πρέπει να επιδιώκουμε την προσευχή. Δεν πρέπει να περιμένουμε παθητικά να εμφανιστεί η επιθυμία για προσευχή, να αποκτήσουμε γαλήνιο νου ή να παρουσιαστεί μια πιο κατάλληλη στιγμή.
Πρέπει να αρχίζουμε, να συνεχίζουμε και να επιστρέφουμε στην προσευχή, ακόμη κι όταν η προσοχή μας είναι αδύναμη και η καρδιά μας αισθάνεται ψυχρή. Στη διδασκαλία της, η προσευχή δεν είναι ένα στολίδι που προστίθεται σε μια κατά τα άλλα συνηθισμένη ζωή. Είναι ένα από τα κύρια μέσα με τα οποία ολόκληρος ο άνθρωπος στρέφεται προς τον Θεό.
Γι’ αυτό τα λόγια της έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα και επείγοντα χαρακτήρα. Η πνευματική ζωή δεν μπορεί να οικοδομηθεί αποκλειστικά πάνω στις προθέσεις. Μπορεί να επιθυμούμε να γίνουμε πιο υπομονετικοί, λιγότερο οργίλοι, πιο ταπεινοί και πιο αγαπητικοί, αλλά τα ίδια πάθη εξακολουθούν να μας ταλαιπωρούν.
Η διαφορά ανάμεσα στην επιθυμία να αποκτήσουμε αυτές τις αρετές και στην καλλιέργειά τους βρίσκεται συχνά στον καθημερινό αγώνα που είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε. Πρέπει να αφοσιωνόμαστε στην προσευχή και όχι απλώς να θαυμάζουμε τη γλυκύτητά της από απόσταση. Η Γερόντισσα Μακρίνα παρότρυνε επανειλημμένα τα πνευματικά της παιδιά να επιμένουν στην ευχή του Ιησού.
Στις οδηγίες της εξέφραζε αυτή τη συμβουλή με εντυπωσιακή απλότητα: «Τρέξτε πίσω από την προσευχή». Μιλούσε μέσα στο απαιτητικό πλαίσιο της ορθόδοξης μοναχικής ζωής, αλλά η αρχή που βρίσκεται πίσω από τη συμβουλή της αφορά κάθε Χριστιανό που επιθυμεί ειλικρινά να πλησιάσει περισσότερο τον Χριστό.
Δεν μπορούμε να περιμένουμε η καρδιά μας να γίνει προσεκτική απέναντι στον Θεό, εάν παραδίδουμε διαρκώς την προσοχή μας σε καθετί άλλο. Η ευχή του Ιησού είναι γνωστή σε πολλούς Ορθοδόξους Χριστιανούς: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Τα λόγια της είναι λίγα, αλλά ο πνευματικός αγώνας που τα συνοδεύει μπορεί να είναι μεγάλος. Στεκόμαστε ενώπιον του Χριστού όπως ακριβώς είμαστε, χωρίς να προσποιούμαστε ότι διαθέτουμε μια καθαρότητα την οποία δεν έχουμε ακόμη αποκτήσει. Ομολογούμε την ανάγκη μας για το έλεός Του, αναγνωρίζουμε την αδυναμία μας και εναποθέτουμε την ελπίδα μας όχι στα δικά μας κατορθώματα, αλλά σε Εκείνον.
Ωστόσο, η εξοικείωση με τα λόγια της προσευχής μπορεί μερικές φορές να αποκρύπτει το πόσο εύκολα γινόμαστε απρόσεκτοι. Μπορεί να επαναλαμβάνουμε την ευχή, ενώ εσωτερικά τρέφουμε τη μνησικακία, φανταζόμαστε την επιτυχία μας, συγκρίνουμε τον εαυτό μας με τους άλλους ή αφήνουμε τους λογισμούς μας να ακολουθούν κάθε περαστικό περισπασμό. Τα χείλη συνεχίζουν το έργο τους, αλλά η προσοχή μας είναι διασπασμένη.
Γι’ αυτό η Γερόντισσα Μακρίνα τόνιζε την ανάγκη της νήψεως και της επιμονής. Πρέπει να αντιλαμβανόμαστε πότε έχουμε ξεφύγει και να επαναφέρουμε απαλά τον νου στην επίκληση του Χριστού. Αυτή η επιστροφή δεν αποτελεί λόγο απελπισίας.
Το γεγονός ότι πρέπει να αρχίζουμε ξανά δεν σημαίνει ότι η προσπάθειά μας πήγε χαμένη. Σημαίνει ότι ανακαλύψαμε πού χρειάζεται ακόμη να εκπαιδευτεί η προσοχή μας. Ένας άνθρωπος που αντιλαμβάνεται ότι ο νους του έχει περιπλανηθεί και στρέφεται ξανά προς τον Θεό συμμετέχει ήδη στον αγώνα, αντί να παραδίδεται στον περισπασμό.
Ούτε πρέπει να μετράμε την προσευχή μας αποκλειστικά με βάση όσα αισθανόμαστε. Μπορεί να έλθει παρηγοριά, αλλά δεν είναι πάντοτε παρούσα. Ορισμένες περίοδοι προσευχής φαίνονται θερμές και γεμάτες προσοχή, ενώ άλλες μοιάζουν ξηρές, γεμάτες περισπασμούς και δύσκολες.
Η συμβουλή της Γερόντισσας Μακρίνας είναι να επιμένουμε. Στις συντομότερες οδηγίες της που περιλαμβάνονται στο έγγραφό σας, αναφέρει ότι η προσευχή μπορεί να φαίνεται πως έρχεται και παρέρχεται και ενθαρρύνει τον αναγνώστη να συνεχίζει ακόμη κι όταν ο Θεός φαίνεται κρυμμένος. Το σημαντικό είναι να μην εγκαταλείπουμε την προσπάθεια απλώς και μόνο επειδή δεν μπορούμε να αντιληφθούμε αμέσως τους καρπούς της.
Πρέπει να δείχνουμε υπομονή απέναντι στην αδυναμία μας, χωρίς όμως να συμβιβαζόμαστε με την αμέλεια. Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο να αναγνωρίζουμε ταπεινά ότι αποσπάται η προσοχή μας και στο να χρησιμοποιούμε τον περισπασμό ως δικαιολογία για να σταματήσουμε να προσευχόμαστε. Η πρώτη στάση μάς κρατά στην πόρτα, ενώ η δεύτερη μάς απομακρύνει από αυτήν.
Μπορεί να μην είμαστε σε θέση να επιβάλουμε στον εαυτό μας ένα αίσθημα ευλάβειας, μπορούμε όμως να επιλέξουμε να στραφούμε για άλλη μία φορά προς τον Χριστό και να ζητήσουμε τη βοήθειά Του. Η εντολή του Αποστόλου Παύλου να προσευχόμαστε αδιαλείπτως μπορεί να φαίνεται ότι απέχει υπερβολικά από τον συνηθισμένο ρυθμό των ημερών μας. Η εργασία απαιτεί συγκέντρωση, οι οικογενειακές ευθύνες χρειάζονται προσοχή και οι απρόβλεπτες δυσκολίες διακόπτουν τα σχέδιά μας.
Ακόμη κι όταν το σώμα παραμένει ακίνητο, ο νους μπορεί να εξακολουθεί να είναι ανήσυχος. Η Γερόντισσα Μακρίνα δεν παρουσίαζε την επιδίωξη της προσευχής ως υποκατάστατο των καθημερινών ευθυνών. Στη διδασκαλία της, ο πνευματικός αγώνας συνοδεύει την εργασία μας.
Ο Χριστιανός πρέπει να μάθει να θυμάται τον Θεό κατά την εκπλήρωση των συνηθισμένων καθηκόντων του, αντί να αντιμετωπίζει την προσευχή ως κάτι που ανήκει αποκλειστικά σε μια ακολουθία της Εκκλησίας, σε μια γωνιά προσευχής ή σε μια συγκεκριμένη ώρα. Η ευχή του Ιησού μπορεί να γίνει ένας ταπεινός συνοδοιπόρος μας σε όλη τη διάρκεια της ημέρας. Πριν αρχίσουμε μια εργασία, μπορούμε να κάνουμε τον σταυρό μας και να ζητήσουμε από τον Χριστό να μας βοηθήσει να την εκτελέσουμε χωρίς να Τον λυπήσουμε.
Κατά τη διάρκεια μιας σύντομης παύσεως, μπορούμε να επιστρέφουμε στο άγιο όνομά Του. Όταν η ανησυχία αρχίζει να κυριαρχεί στον νου, μπορούμε να αρνηθούμε να περάσουμε την επόμενη μισή ώρα ακολουθώντας κάθε φοβερό ενδεχόμενο που μας περνά από τη σκέψη και, αντί γι’ αυτό, να στραφούμε προς Εκείνον στα χέρια του Οποίου βρίσκεται η ζωή μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραμελούμε την εργασία που έχουμε μπροστά μας ή να επιχειρούμε να επαναλαμβάνουμε μηχανικά την ευχή, αγνοώντας τους ανθρώπους που εξαρτώνται από εμάς.
Η προσοχή στις ευθύνες μας είναι σημαντική. Το ζητούμενο είναι να θέτουμε την εργασία και τη συμπεριφορά μας κάτω από την ανάμνηση του Θεού, επιτρέποντας στην προσευχή να διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο ενεργούμε. Τα προσωπικά παραδείγματα πνευματικής επιμέλειας της Γερόντισσας Μακρίνας τονίζουν ότι η προσπάθεια έχει σημασία.
Μιλά για τον αγώνα εναντίον της οκνηρίας, τον φόβο του κόπου και την τάση να αναβάλλουμε όσα γνωρίζουμε ότι οφείλουμε να κάνουμε. Αυτοί οι πειρασμοί δεν εμφανίζονται πάντοτε ως φανερές παραβάσεις. Μερικές φορές ακούγονται απολύτως λογικοί.
Άρχισε αργότερα. Προσευχήσου όταν θα είσαι λιγότερο κουρασμένος. Άφησε τη δύσκολη εργασία για κάποια άλλη ημέρα.
Κάνε μια εξαίρεση αυτή τη φορά. Όταν τέτοιες αναβολές επαναλαμβάνονται αρκετά συχνά, διαμορφώνουν τις συνήθειές μας. Συνηθίζουμε να επιτρέπουμε στην ευκολότερη παρόρμηση να αποφασίζει πώς θα διαθέσουμε τον χρόνο μας.
Η θεραπεία αρχίζει με μια μικρή, αλλά συνειδητή πράξη πιστότητας. Σηκωνόμαστε όταν πρέπει να σηκωθούμε. Τηρούμε τον κανόνα της προσευχής μας όσο καλύτερα μπορούμε.
Επιστρέφουμε στην προσευχή όταν ο νους περιπλανιέται. Εκπληρώνουμε τις ευθύνες μας αντί να περιμένουμε από τον ενθουσιασμό να κάνει τη δουλειά για εμάς. Η ορθόδοξη πνευματική ζωή δεν είναι ένας διαγωνισμός στον οποίο αποδεικνύουμε πόσα μπορούμε να υπομείνουμε.
Οι προσπάθειές μας πρέπει να γίνονται με διάκριση, ανάλογα με τις περιστάσεις μας και με την κατάλληλη πνευματική καθοδήγηση. Δεν πρέπει, όμως, να συγχέουμε την πνευματική μετριοπάθεια με την αδιαφορία. Η Γερόντισσα μάς καλεί να καταβάλουμε ειλικρινή προσπάθεια, να πάψουμε να διαπραγματευόμαστε διαρκώς με την απροθυμία μας και να προσφέρουμε τον χρόνο μας στον Θεό με μεγαλύτερη προσοχή.
Μία από τις πιο πρακτικές συνδέσεις στη διδασκαλία της Γερόντισσας Μακρίνας είναι η σχέση ανάμεσα στην προσευχή και την ομιλία. Προειδοποιεί επανειλημμένα εναντίον της αργολογίας, της γκρίνιας, της κατακρίσεως και των συζητήσεων που ταράζουν την καρδιά. Αυτά δεν είναι ασήμαντα ζητήματα, αποκομμένα από την πνευματική ζωή.
Αποκαλύπτουν τι απασχολεί τον εσωτερικό μας κόσμο και συχνά τρέφουν τα ίδια τα πάθη εναντίον των οποίων αγωνιζόμαστε.
Ας εξετάσουμε τι συμβαίνει όταν κάποιος μας προσβάλλει. Αναπαράγουμε το περιστατικό μέσα στον νου μας.
Έπειτα διηγούμαστε σε κάποιον τι συνέβη, τονίζοντας τα σφάλματα του άλλου και εξηγώντας γιατί η δική μας αντίδραση ήταν δικαιολογημένη. Η συζήτηση συνεχίζεται μέσα στη φαντασία μας πολύ μετά το τέλος της αρχικής συναντήσεως. Μπορεί μάλιστα να περιγράψουμε τη συζήτηση ως αναγκαία, επειδή απλώς προσπαθούμε να κατανοήσουμε τι συνέβη.
Ωστόσο, η καρδιά μας απασχολείται όλο και περισσότερο με την προσβολή και η προσευχή παραμερίζεται. Η πληγή μπορεί να ήταν πραγματική. Δεν απαιτείται από έναν Χριστιανό να προσποιείται ότι δεν συνέβη ποτέ κάποια αδικία, ούτε η σιωπή σημαίνει ότι πρέπει να αποκρύπτουμε την κακοποίηση, να ανεχόμαστε τον κίνδυνο ή να αρνούμαστε να αναζητήσουμε νόμιμη και θεμιτή βοήθεια.
Η προειδοποίηση της Μακρίνας αφορά τη συστηματική καλλιέργεια της κατακρίσεως, της μνησικακίας και της περιττής ομιλίας, η οποία μας απομακρύνει από τη μετάνοια και την ειρήνη. Όταν αναμοχλεύουμε επανειλημμένα τα σφάλματα ενός άλλου ανθρώπου, τους παραχωρούμε μια μόνιμη θέση μέσα στην προσοχή μας. Γινόμαστε ειδικοί στο να εξηγούμε τις αδυναμίες τους, ενώ παραμένουμε απρόθυμοι να εξετάσουμε τις δικές μας.
Η προσευχή μάς στρέφει προς την αντίθετη κατεύθυνση. Στεκόμενοι ενώπιον του Χριστού, αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε την ανάγκη μας για το έλεός Του και αυτή η αναγνώριση καθιστά δυσκολότερο να αντιμετωπίζουμε έναν άλλον άνθρωπο με περιφρόνηση. Γι’ αυτό η φύλαξη της γλώσσας αρχίζει προτού ακόμη ειπωθούν τα λόγια.
Χρειάζεται να αντιλαμβανόμαστε τον λογισμό που μας ωθεί να κάνουμε ακόμη ένα δηκτικό σχόλιο, να επαναλάβουμε ακόμη μία φήμη ή να εξηγήσουμε για άλλη μία φορά γιατί ευθύνεται αποκλειστικά ο άλλος άνθρωπος. Αντί να αποδεχόμαστε κάθε παρόρμηση σαν κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να εκφραστεί, μπορούμε να σταματήσουμε για λίγο. Μπορούμε να αναρωτηθούμε αν αυτή η συζήτηση είναι αληθινή, αναγκαία και γεμάτη αγάπη.
Μπορούμε να προσευχηθούμε για τον άνθρωπο που μας στενοχώρησε, αντί να διογκώνουμε το παράπονο μέσω επανειλημμένων συζητήσεων. Αυτή η εγκράτεια δεν είναι απλώς μια τεχνική για να φαινόμαστε ήρεμοι· αποτελεί μέρος του εσωτερικού αγώνα για να πάψουμε να κυριαρχούμαστε τόσο πολύ από τα πάθη μας. Όταν συγκρατούμαστε και δεν λέμε έναν περιττό λόγο, δημιουργούμε χώρο για να θυμηθούμε τον Θεό.
Όταν αρνούμαστε να τρέφουμε τη μνησικακία, δίνουμε στην καρδιά την ευκαιρία να ησυχάσει. Και όταν μιλάμε, μπορούμε να προσπαθούμε να μιλάμε με πραότητα, αντί να χρησιμοποιούμε τη γλώσσα μας για να μεταδίδουμε την ταραχή που έχουμε επιτρέψει να συσσωρευτεί μέσα μας. Η προσευχή πρέπει σταδιακά να γίνεται ορατή στη συμπεριφορά μας.
Εάν επικαλούμαστε τον ελεήμονα Χριστό, ενώ συνηθίζουμε να φερόμαστε σκληρά στους άλλους ανθρώπους, πρέπει να αντιμετωπίσουμε σοβαρά αυτή την αντίφαση. Δεν πρέπει να αντιδρούμε απελπιζόμενοι για τον εαυτό μας, αλλά επιστρέφοντας στον Χριστό, ζητώντας συγχώρηση και καταβάλλοντας νέα προσπάθεια ώστε να εναρμονίσουμε την ομιλία μας με την προσευχή που βγαίνει από τα χείλη μας. Η διδασκαλία της Γερόντισσας Μακρίνας για την προσευχή είναι αχώριστη από την ταπείνωση.
Η προσευχή δεν είναι ένα μέσο για να πείθουμε τον εαυτό μας ότι έχουμε προχωρήσει πνευματικά. Μας φέρνει ενώπιον του Θεού, όπου δεν μπορούμε πλέον να οικοδομούμε ολόκληρη την αντίληψή μας για τον εαυτό μας πάνω στις συγκρίσεις με τους άλλους ανθρώπους. Ο πειρασμός της συγκρίσεως είναι λεπτός και δυσδιάκριτος.
Παρατηρούμε κάποιον που φαίνεται λιγότερο πειθαρχημένος, λιγότερο προσεκτικός ή πιο επιρρεπής σε λάθη και σιωπηλά τοποθετούμε τον εαυτό μας πάνω από αυτόν. Ή στενοχωριόμαστε επειδή ένας άλλος άνθρωπος λαμβάνει τον έπαινο, την αγάπη ή μια ευκαιρία που επιθυμούσαμε εμείς. Ο φθόνος εισέρχεται στην καρδιά και σύντομα η καλή τύχη του άλλου ανθρώπου αρχίζει να μας φαίνεται σαν προσωπική προσβολή.
Η Γερόντισσα Μακρίνα προειδοποιεί για την καταστροφική πορεία από τη ζήλια προς το μίσος. Ο άνθρωπος που απασχολείται υπερβολικά με όσα λαμβάνουν οι άλλοι χάνει από τα μάτια του το έργο που του έχει ανατεθεί. Αντί να αναρωτιόμαστε πώς μπορούμε να γίνουμε πιο πιστοί, αρχίζουμε να καταγράφουμε ποιος τα έχει καταφέρει καλύτερα, ποιος έχει αδικηθεί και ποιος φαίνεται να κατέχει όσα μας λείπουν.
Η προσευχή διακόπτει αυτή την ενασχόληση με τις συγκρίσεις, επαναφέροντάς μας στη δική μας ευθύνη ενώπιον του Θεού. Δεν γνωρίζουμε τα πάντα για τον αγώνα ενός άλλου ανθρώπου και δεν μπορούμε να μετρήσουμε με ακρίβεια την κατάσταση της ψυχής του από την εξωτερική του εμφάνιση. Έχουμε, όμως, τη δυνατότητα να εξετάζουμε τους δικούς μας λογισμούς, να μετανοούμε για τις δικές μας αμαρτίες και να ζητούμε από τον Χριστό να μας βοηθήσει να αυξηθούμε στην ταπείνωση και την αγάπη.
Αυτή η αυτοεξέταση πρέπει να είναι ειλικρινής και όχι καταστροφική για τον εαυτό μας. Η ταπείνωση δεν απαιτεί να αρνούμαστε ότι έχουμε χαρίσματα, ούτε η μετάνοια σημαίνει να χαρακτηρίζουμε τον εαυτό μας εντελώς ανάξιο, χωρίς καμία ελπίδα στο έλεος του Θεού. Η επιμονή της Μακρίνας στην αναγνώριση των αδυναμιών μας πρέπει να μας οδηγεί προς τον Χριστό και όχι σε έναν κλειστό κύκλο αυτοκαταδίκης.
Εξετάζουμε καθαρά τα σφάλματά μας ακριβώς επειδή χρειαζόμαστε θεραπεία. Η ευχή του Ιησού εκφράζει αυτή την κίνηση με απλά λόγια: «Ελέησόν με τον αμαρτωλό».
Δεν ζητούμε από τον Χριστό να επιβεβαιώσει την ανωτερότητά μας ή να επιβραβεύσει τη σύγκρισή μας με κάποιον άλλον. Του ζητούμε να μας ελεήσει. Όσο πιο ειλικρινά εισερχόμαστε σε αυτή την προσευχή, τόσο λιγότερο άνετα πρέπει να αισθανόμαστε με την επιθυμία να καταδικάζουμε τους άλλους, ενώ δικαιολογούμε τον εαυτό μας.
Όταν ανακαλύπτουμε ότι κάποιο πάθος ενεργεί μέσα μας, πρέπει να το φέρνουμε ενώπιον του Θεού χωρίς καθυστέρηση. Εάν μας έχει κυριεύσει ο θυμός, ας ζητήσουμε βοήθεια προτού ο θυμός μετατραπεί σε σκληρά λόγια. Εάν έχει εμφανιστεί ζήλια, ας αρνηθούμε να την τρέφουμε και ας προσευχηθούμε για τον άνθρωπο που ζηλεύουμε.
Εάν έχουμε κρίνει κάποιον άδικα, ας μετανοήσουμε αντί να συνεχίζουμε να υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας. Και όταν πέφτουμε ξανά, ας μη χρησιμοποιούμε την πτώση ως δικαιολογία για να εγκαταλείψουμε την προσευχή. Επιστρέφουμε στον Χριστό επειδή χρειαζόμαστε το έλεός Του και συνεχίζουμε τον αγώνα επειδή το έλεός Του μάς προσφέρει ελπίδα.
Ο αγώνας δεν θα εξελίσσεται πάντοτε σε ευθεία γραμμή. Ένας άνθρωπος μπορεί να κάνει μια σοβαρή αρχή, να καθιερώσει έναν κανόνα προσευχής και στη συνέχεια να διαπιστώσει ότι οι ίδιοι περισπασμοί επιστρέφουν. Οι παλαιές συνήθειες επανεμφανίζονται.
Η καρδιά γίνεται ανυπόμονη. Ο νους αρχίζει να επιχειρηματολογεί ότι οι προσπάθειές του έχουν επιφέρει ελάχιστη αλλαγή. Η απάντηση της Γερόντισσας Μακρίνας δεν είναι να παραδοθούμε στην αποθάρρυνση.
Κατευθύνει την προσοχή μας ξανά στην επιμονή, την προσευχή και την καλλιέργεια της εσωτερικής ζωής. Πρέπει να συνεχίζουμε, ακόμη κι όταν δεν μπορούμε να δούμε αμέσως το αποτέλεσμα. Σκεφθείτε έναν αμπελώνα του οποίου το έδαφος είναι γεμάτο πέτρες και αγριόχορτα.
Ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να τον προετοιμάσει στεκόμενος στην άκρη και θαυμάζοντας τη συγκομιδή που ελπίζει να αποκτήσει. Το έδαφος πρέπει να καλλιεργηθεί. Οι πέτρες πρέπει να απομακρυνθούν.
Τα αγριόχορτα πρέπει να ξεριζώνονται επανειλημμένα και το χωράφι πρέπει να φροντίζεται ακόμη και προτού αρχίσει να αποδίδει καρπούς. Η Μακρίνα χρησιμοποιεί μια τέτοια εικόνα για να περιγράψει το έργο που απαιτείται μέσα στην ανθρώπινη καρδιά. Ο Θεός μάς χαρίζει τη ζωή και μας καλεί προς τον Εαυτό Του, αλλά εμείς πρέπει να συνεργαζόμαστε με τη χάρη Του, αντί να αφήνουμε το έδαφος της ψυχής μας ακαλλιέργητο.
Μπορεί να μη βλέπουμε πόσο συμβάλλουν οι μικρές πράξεις πιστότητας. Μια σύντομη προσευχή που προσφέρεται την ώρα του πειρασμού μπορεί να φαίνεται ασήμαντη. Ένας σκληρός λόγος που δεν ειπώθηκε μπορεί να περάσει απαρατήρητος από όλους εκτός από τον Θεό.
Μια ειλικρινής συγγνώμη μπορεί να φαίνεται λιγότερο εντυπωσιακή από μια μακροσκελή εξήγηση για το γιατί είχαμε δίκιο. Ωστόσο, ακριβώς μέσα από τέτοιου είδους επιλογές αρχίζουν οι προθέσεις μας να παίρνουν πρακτική μορφή. Δεν πρέπει να φανταζόμαστε ότι κάθε επανάληψη της ευχής του Ιησού θα προκαλέσει αμέσως ένα αίσθημα ειρήνης ή ότι η επίμονη προσευχή υποχρεώνει τον Θεό να μας χαρίσει μια συγκεκριμένη εμπειρία.
Η προσευχή δεν είναι μια συναλλαγή. Αναζητούμε τον ίδιο τον Χριστό και όχι απλώς την παρηγοριά που ελπίζουμε να λάβουμε από Εκείνον. Ζητούμε το έλεός Του, παραμένουμε πιστοί στις πνευματικές ευθύνες που μας έχουν ανατεθεί και εμπιστευόμαστε στον Θεό τον καρπό των προσπαθειών μας.
Όταν έρχεται ο περισπασμός, επιστρέψτε στην προσευχή. Όταν γίνεται φανερή η αμέλεια, αρχίστε ξανά με μεγαλύτερη προσοχή. Όταν αποκαλύπτεται κάποιο πάθος, φέρτε το στον Χριστό με μετάνοια.
Όταν έχετε πληγώσει έναν άλλον άνθρωπο, κάντε ό,τι είναι απαραίτητο για να ζητήσετε συγχώρηση και να αποκαταστήσετε τα πράγματα. Και όταν δεν μπορείτε να δείτε την πρόοδό σας, αντισταθείτε στην παρόρμηση να εγκαταλείψετε ακριβώς το έργο μέσω του οποίου επιδιώκετε να αναπτυχθείτε. Η πρακτική εφαρμογή της διδασκαλίας της Γερόντισσας Μακρίνας δεν χρειάζεται να αρχίσει με κάποιο εξαιρετικό εγχείρημα.
Αρχίστε με τον κανόνα προσευχής που αρμόζει στις περιστάσεις σας και τηρείτε τον με πιστότητα, αναζητώντας όπου χρειάζεται την καθοδήγηση του ιερέα ή του πνευματικού σας πατέρα. Μην επιβάλλετε στον εαυτό σας αυστηρές ασκήσεις απλώς και μόνο επειδή συγκινηθήκατε από ένα εμπνευσμένο κείμενο. Αρχίστε με ταπείνωση, συνέπεια και διάκριση.
Κατά τη διάρκεια της ημέρας, δημιουργήστε χώρο για την ευχή του Ιησού. Πριν από την εργασία σας, ζητήστε από τον Χριστό να σας βοηθήσει να την εκτελέσετε σωστά. Όταν ο νους σας καταλαμβάνεται από έναν φανταστικό διάλογο ή μια αντιλογία, επιστρέψτε στο όνομά Του.
Όταν αισθάνεστε την παρόρμηση να κατακρίνετε κάποιον, σταματήστε προτού μιλήσετε. Όταν αναδύεται η μνησικακία, προσευχηθείτε αντί να αναμοχλεύετε την προσβολή. Όταν αναγνωρίζετε ένα σφάλμα στον εαυτό σας, ομολογήστε το με ειλικρίνεια και κάντε το επόμενο βήμα προς τη μετάνοια.
Δώστε επίσης προσοχή στις στιγμές κατά τις οποίες η προσευχή φαίνεται λιγότερο ελκυστική. Η κόπωση, η ανία, η ανυπομονησία και η επιθυμία να αναβάλουμε τις ευθύνες μας μπορούν αθόρυβα να διαμορφώνουν τις ημέρες μας. Χρειαζόμαστε διάκριση ως προς τα πραγματικά μας όρια, αλλά πρέπει επίσης να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τη διαφορά ανάμεσα στην αναγκαία ανάπαυση και τη συστηματική αποφυγή των υποχρεώσεών μας.
Η πιστότητα αναπτύσσεται μέσα από τις μικρές επιλογές που κάνουμε όταν κανείς δεν μας βλέπει και δεν διακρίνεται καμία άμεση ανταμοιβή. Πάνω απ’ όλα, μην μετατρέπετε την προσευχή σε ένα ακόμη όργανο υπερηφάνειας. Ο άνθρωπος που προσεύχεται περισσότερο δεν πρέπει να χρησιμοποιεί αυτή την προσπάθεια για να περιφρονεί εκείνον που αγωνίζεται.
Ο άνθρωπος που έμαθε να σιωπά δεν πρέπει να συγχαίρει τον εαυτό του καταδικάζοντας όλους όσοι μιλούν. Οποιαδήποτε πρόοδο κι αν σημειώνουμε πρέπει να βαθαίνει την ευγνωμοσύνη μας για το έλεος του Θεού και να διευρύνει τη συμπόνια μας προς τους άλλους. Αυτή είναι η κατεύθυνση προς την οποία μας οδηγεί η συμβουλή της Γερόντισσας Μακρίνας.
Μακριά από μια ζωή που κυβερνάται από κάθε περαστικό λογισμό και παρόρμηση, προς μια ζωή που στρέφεται όλο και περισσότερο με προσοχή προς τον Χριστό. Η προσευχή αρχίζει από τα χείλη, απαιτεί την προσοχή του νου και πρέπει σταδιακά να διαμορφώνει την καρδιά. Ο καρπός της δεν πρέπει να μετριέται απλώς από το πόσες προσευχές έχουμε ολοκληρώσει, αλλά και από το αν γινόμαστε περισσότερο μετανοημένοι, περισσότερο υπομονετικοί, περισσότερο ταπεινοί και περισσότερο ικανοί να αγαπούμε τον πλησίον μας.
Το κομποσχοίνι μπορεί να επιστρέψει στο χέρι σας εκατό φορές. Η προσοχή σας μπορεί να περιπλανηθεί ξανά αύριο. Ο αγώνας μπορεί να συνεχιστεί για χρόνια.
Μην επιτρέψετε σε αυτό να σας κάνει αδιάφορους, αλλά ούτε και να σας οδηγήσει στην απόγνωση. Επιστρέψτε στον Χριστό με ειλικρίνεια. Ζητήστε το έλεός Του, αναλάβετε το έργο που σας έχει ανατεθεί και αρχίστε ξανά.
Ο σκοπός δεν είναι να γίνουμε άνθρωποι που δεν βιώνουν ποτέ περισπασμό ή πειρασμό. Είναι να μάθουμε, με τη βοήθεια της χάριτος του Θεού, να μην παραδίδουμε σε αυτούς την καρδιά μας. Κάθε επιστροφή στην προσευχή μπορεί να γίνει μια ακόμη πράξη στροφής προς τον Χριστό.
Κάθε πράξη μετανοίας μπορεί να γίνει ένα ακόμη βήμα απομακρύνσεως από το ίδιον θέλημα. Κάθε προσπάθεια να συγκρατήσουμε έναν άστοργο λόγο μπορεί να γίνει μια ευκαιρία να επιτρέψουμε στο έλεός Του να καθοδηγήσει τη συμπεριφορά μας. Είθε ο Κύριος Ιησούς Χριστός να μας διδάξει να Τον αναζητούμε με επιμονή, να φυλάσσουμε τις καρδιές μας με ταπείνωση και να θυμόμαστε το άγιο όνομά Του σε όλη τη διάρκεια του έργου που μας έχει ανατεθεί.
Και είθε η προσευχή, η οποία τόσο συχνά κλονίζεται στα χείλη μας, να κατέλθει, διά της χάριτός Του, στα βάθη της καρδιάς, μέχρις ότου οι σκέψεις, τα λόγια και οι πράξεις μας αρχίσουν να μαρτυρούν Εκείνον τον Οποίο επικαλούμαστε. Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον ημάς και δίδαξέ μας να παραμένουμε πιστοί στην προσευχή. Αμήν.

 

Πηγή: Ηγουμένη Μακρίνα Βασσοπούλου: Λόγοι από την καρδιά. Έκδοση της Ιεράς Γυναικείας Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Το βιβλίο περιλαμβάνει ομιλίες και τον βίο της Ηγουμένης Μακρίνας.