Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Μνήμη τῆς ἁγίας μάρτυρος ΓΟΛΙΝΔΟΥΧ, τῆς ἐκ Περσίδος, τῆς μετονομασθείσης Μαρίας.

 

Ἡ ἁγία Γολινδοὺχ[1] καταγόταν ἀπὸ εὐγενῆ οἰκογένεια μάγων καὶ ἦταν παντρεμένη μὲ ἕναν φανατικὸ ὀπαδὸ τῆς μαζδαϊκῆς θρησκείας κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ βασιλέα τῆς Περσίας Χοσρόη Α ́ (531-578). Συμμορφώθηκε μὲ τὴν πίστη τοῦ συζύγου της, ἀλλὰ νιώθοντας μία ἐνστικτώδη ἀποστροφὴ γιὰ τὴν λατρεία τοῦ ἥλιου καὶ τῆς φωτιᾶς λαχταροῦσε ὁλόψυχα μία ἁγνὴ καὶ ἀληθινὴ θρησκεία. Σὲ ἀνταπόκριση του πόθου της ἕνας ἄγγελος τῆς ἔδειξε, σὲ ἕνα δραμα ποὺ κράτησε τρεῖς ἡμέρες, ἕναν τόπο σκοτεινὸ καὶ φλεγόμενο ὅπου τιμωροῦνταν οἱ εἰδωλολάτρες πρόγονοί της. Τῆς ὑπέδειξε ἐν συνεχείᾳ μέσῳ ἑνὸς φεγγίτη ἕναν ἄλλο τόπο, φωτεινό, ὅπου εὐφραινόταν καὶ χόρευε τὸ πλῆθος τῶν ἐκλεκτῶν. Ἐκείνη θέλησε νὰ μπεῖ ἐκεῖ, ἀλλὰ ὁ ἄγγελος τὴν ἐμπόδισε λέγοντας ὅτι στὸν τόπο ἐκεῖνο μποροῦσαν νὰ εἰσέλθουν μόνο ὅσοι εἶχαν λάβει τὸ ἅγιον Βάπτισμα τοῦ Χριστοῦ. Καθὼς στην καρδιά της άναψε ἡ φλόγα τῆς Πίστεως, ἡ Γολινδούχ βγαίνοντας ἀπὸ τὴν ἔκσταση αὐτὴ ἀποφάσισε να γίνει χριστιανὴ καὶ ζήτησε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ τῆς δείξει τον τρόπο. Προφασιζόμενη μία ἐπίσκεψη στοὺς γονεῖς τῆς ἀποχαιρέτησε τον σύζυγό της καί, ἀφοῦ κατηχήθηκε στις χριστιανικὲς ἀλήθειες, βαπτίσθηκε και μετονομάσθηκε Μαρία.
Ἐπιστρέφοντας σπίτι της θέλησε να συμμορφώσει τὸν βίο της κατὰ τὴν πίστη της καὶ διέκοψε κάθε συζυγική σχέση μὲ τὸν σύζυγό της. Ἐκεῖνος ἀνίκανος νὰ κατανοήσει τὸ κάλεσμα αὐτὸ σὲ μιὰ πνευματικὴ ζωή, προσπάθησε μὲ ὅλα τὰ μέσα νὰ τὴν πείσει νὰ ἐγκαταλείψει τὴν πίστη στὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὶς ἀπολαύσεις τῆς σαρκός. Ἀπέτυχε ὅμως καὶ ἔξαλλος κατήγγειλε τὴν ἀποστασία της στὸν βασιλέα. Ὁ Χοσρόης ἔστειλε ἕναν ἀνώτερο αξιωματοῦχο τῆς αὐλῆς του, ὁ ὁποῖος τῆς ὑποσχέθηκε ὅτι ὁ ἡγεμόνας θὰ τὴν συναριθμοῦσε στις συζύγους του ἂν δεχόταν νὰ ἀποκηρύξει τὸ πιστεύω της. Σὲ αὐτὸ ἡ Γολινδούχ ἀποκρίθηκε: «Εγώ νυμφεύθηκα ἕναν αἰώνιο Βασιλέα κι ἐσὺ μοῦ προτείνεις ἕνωση μὲ ἕναν θνητό!». Ὁ βασιλέας τὴν ἐξόρισε στο Κάστρο της Λήθης στὸ Μπὲθ Χουζάιε, ποὺ ὀνομαζόταν ἔτσι γιατὶ οἱ καταδικασμένοι ποὺ βρίσκονταν ἐκεῖ ἦταν ξεγραμμένοι ἀπὸ τὰ κατάστιχα τῶν ζωντανῶν καὶ ἐπειδὴ ἀπαγορευόταν ἐπὶ ποινῇ θανάτου νὰ προφέρεται ἀκόμη καὶ τὸ ὄνομά τους. Ἡ ἁγία παρέμεινε ἐκεῖ χρόνους δεκαοκτώ, δίχως νὰ λιγοστέψει ποτὲ ὁ ζῆλος της. Συνυπάρχοντας μὲ ἄλλους χριστιανοὺς μπόρεσε νὰ μάθει ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς Ψαλμοὺς καὶ τὶς ἱερὲς Γραφὲς στὰ συριακά καὶ μὲ τὶς παραινέσεις της προσείλκυσε στην χριστιανική θρησκεία πλῆθος εἰδωλολατρῶν φυλακισμένων. Ὁ βασιλέας τὸ πληροφορήθηκε καὶ διέταξε νὰ ὑποβληθεῖ σὲ ἄγρια βασανιστήρια.
Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Χοσρόη, ὁ γιός του Ορμίσδας Δ ́ (579-590) διέταξε νὰ βγάλουν τὴν ἁγία ἀπὸ τὴν φυλακὴ καὶ τὴν παρέδωσε σὲ ἄλλους βασανιστές, οἱ ὁποῖοι ἐξάντλησαν ὅλα τὰ μέσα τῆς δαιμονικῆς φαντασίας τους γιὰ νὰ τὴν βασανίσουν. Υπομένοντας καθημερινὰ τὰ μαρτύρια, ἡ Γολινδοὺχ παρέμενε ἀκλόνητη καὶ μὲ τὴν θεία χάρη βρισκόταν θεραπευμένη θαυματουργικὰ ἀπὸ τὶς πληγές της. Τὴν ἔκλεισαν σὲ ἕνα τσουβάλι γεμάτο καυτὴ στάχτη ἀπὸ καμίνι, ἀλλὰ ἐκείνη ἔνιωσε νὰ μεταφέρεται σὲ ὁλόφωτη καὶ εὐωδιαστὴ νυφικὴ παστάδα. Τὴν ἔριξαν κατόπιν σὲ ἕναν λάκκο, ὅπου βρισκόταν ἕνας δράκος που γέμιζε τρόμο ὅσους τὸν πλησίαζαν. Ἔμεινε ἐκεῖ τέσσερεις μήνες, ἀλλὰ ἀντὶ νὰ καταβροχθισθεῖ ἀπὸ τὸ τέρας ἐκείνη τὸ ἐξημέρωσε σὲ σημεῖο ποὺ τὸ ζωντανὸ κοιμόταν ἀκουμπώντας τρυφερὰ στὰ γόνατά της σὰν ἀρνί. Ὅλον αὐτὸ τὸν καιρὸ δὲν ἔδωσαν στὴν ἁγία νὰ φάει ὁ,τιδήποτε, ἐκείνη ὅμως εἶχε λάβει ἀπὸ τὸν ἄγγελο Κυρίου ποὺ τὴν εἶχε κατηχήσει στην Πίστη την χάρη νὰ μὴν ἐνοχλεῖται ἀπὸ πείνα ἢ δίψα κάνοντας πάνω στὸ στόμα της τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, ἔτσι ὥστε ἐφεξῆς δὲν ἔτρωγε παρά μόνο κάθε δέκα ἡμέρες ἢ ἀκόμη πιο σπάνια.
Οἱ εἰδωλολάτρες τὴν ἀνέσυραν ἀπὸ τὸν λάκκο καί, μένοντας ἀναίσθητοι ἀπέναντι σὲ τόσα θαυμαστὰ πράγματα, τὴν παρέδωσαν σὲ πορνοστάσιο δίνοντας διαταγὴ σὲ ἀκόλαστους νὰ τὴν ἀτιμώσουν. Κάθε φορά ποὺ αὐτοὶ ἔμπαιναν στο δωμάτιο ἦταν ἀδύνατο νὰ τὴν βροῦν, διότι ἡ ἁγία παρέμενε ἀόρατη στὰ πονηρὰ μάτια τους. Πεπεισμένοι ὅτι εἶχαν νὰ κάμουν μὲ μάγισσα, οἱ Πέρσες τὴν καταδίκασαν σὲ αἰώνια ἐξορία καὶ ἔβαλαν τὴν ἁγία σὲ φάλαγγα κακοποιῶν μὲ κλοιό γύρω στον λαιμό της. Ἕνας ἄγγελος ὅμως ἐμφανίσθηκε στὸν δεσμοφύλακα καὶ τὸν διέταξε νὰ τὴν λύσει. Καθὼς ἐκεῖνος ἀρνήθηκε λέγοντας ὅτι θὰ ἔχανε τὸ κεφάλι του, ὁ ἄγγελος ἔβγαλε ἄθικτη τὴν βούλλα καὶ τὴν ἔδωσε στὸν φύλακα λέγοντάς του νὰ πάει νὰ τὴν παραδώσει στὸν βασιλιὰ ὡς ἔνδειξη ὅτι ἡ ἁγία εἶχε ἀποκεφαλισθεῖ. Ἀπελευθερωμένη ἀπὸ τὴν φυλακὴ μὲ τὴν παρέμβαση ἀγγέλου, ὅπως ἄλλοτε ὁ Ἀπόστολος Πέτρος (Πράξ. 12), ἡ Γολινδοὺχ ἐξέφρασε την λύπη της ποὺ στερήθηκε τον στέφανο τοῦ μαρτυρίου καὶ πῆρε τὸν δρόμο γιὰ τὴν Νίσιβη. Ὁ ἄγγελος ἐμφανίσθηκε πάλι σὲ αὐτὴν καὶ γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὴν ἐπιθυμία της τῆς ἔκοψε ἐλαφρὰ τὸν λαιμὸ μὲ ἕνα ξίφος. Τὸ αἷμα που χύθηκε, κοκκίνισε τὰ ροῦχα της ποὺ ἀπέκτησαν τὴν ἰδιότητα νὰ ποιοῦν πλῆθος ἰάσεις.
Φθάνοντας στὴν Νίσιβη ἔφερε πολλοὺς εἰδωλολάτρες στὴν πίστη μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ ὁ βασιλιὰς Ορμίσδας Δ ́ δολοφονήθηκε ἀπὸ τὸν γιό του, Χοσρόη Β ́, τὸν λεγόμενο Νικηφόρο, ποὺ ἄφησε ἐλεύθερους τοὺς κρατούμενους τῆς προηγούμενης βασιλείας (καλοκαίρι τοῦ 590). Δεν πρόλαβε αὐτὸς ν ̓ ἀνέβει στὸν θρόνο καὶ ἡ ἐξουσία του ἀμφισβητήθηκε ἀπὸ τὸν Μπαχράμ Τσουμπίν. Υποχρεώθηκε ἔτσι νὰ ζητήσει άσυλο καὶ προστασία ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο μὲ τὴν ὑπόσχεση να γίνει χριστιανός. Ἡ ἁγία Γολινδούχ, τὴν ὁποία ἀποκαλοῦσαν «ζωντανὴ μάρτυρα», καὶ ποὺ ἔχαιρε ἤδη ἐξαιρετικῆς τιμῆς, προσκλήθηκε νὰ πάρει μέρος στην πομπή. Προηγουμένως εἶχε πάει νὰ προσκυνήσει τοὺς Ἁγίους Τόπους. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ μπῆκε σὲ μία ἐκκλησία τὴν ὁποία λειτουργοῦσαν αἱρετικοί, μαθητὲς τοῦ Σεβήρου Ἀντιοχείας. Καθώς προχωροῦσε γιὰ νὰ μετάσχει τῶν θείων Μυστηρίων, οἱ μοναχοὶ τὴν ἀπώθησαν βίαια. Ἐν συνεχείᾳ φανερώθηκε σὲ αὐτὴν ἕνας ἄγγελος ποὺ κρατοῦσε δύο ποτήρια: τὸ ἕνα σκοτεινὸ καὶ τὸ ἄλλο φωτεινό, καὶ τῆς ἐξήγησε ὅτι τὸ φωτεινὸ ποτήριο ἦταν ἐκεῖνο τῶν Ὀρθοδόξων, ἐνῶ τὸ ἄλλο ἀνῆκε στοὺς αἱρετικοὺς μὲ τοὺς ὁποίους δὲν ἦταν ὀρθὸ νὰ συγκοινωνήσει.
Ἀπὸ ἐκεῖ ἡ ἁγία πῆγε στὴν Ἱεράπολη (Μαμπούγκ) τῆς Εὐφρατησίας (βορειανατολικὰ τοῦ Χαλεπίου) γιὰ νὰ περιμένει τὴν ἄφιξη τοῦ Χοσρόη, ποὺ εἶχε πάει στὸν τάφο τοῦ ἁγίου Σεργίου στην Ρουσάφα μὲ σκοπὸ νὰ ἐπιστρέψει ἕναν χρυσό σταυρὸ ποὺ εἶχε πάρει ὁ πατέρας του κατὰ τὴν λεηλασία τοῦ ἱεροῦ. Ἐν τῷ μεταξύ, ὁ ἅγιος Δομετιανός Μελιτινῆς [10 Ἰαν.] καὶ ὁ ἀρχιεπίσκοπος Ἀντιοχείας Γρηγόριος, ποὺ εἶχαν σταλεῖ ἐκεῖ γιὰ νὰ κατηχήσουν τὸν ἡγεμόνα, συνάντησαν τὴν Γολινδοὺχ καὶ ἔμαθαν γιὰ τοὺς γενναίους ἀγῶνες της. Χάρις στην μεσολάβηση τῶν μακάριων αὐτῶν ἱεραρχῶν ὁ βασιλιὰς τῆς Περσίας ἔκλεισε εἰρήνη μὲ τὸν αὐτοκράτορα Μαυρίκιο, ποὺ ἔστειλε στρατὸ γιὰ νὰ ἀποκαταστήσει τὸν Χοσρόη στὸν θρόνο[2]. Εἰς ἔνδειξιν εὐγνωμοσύνης ὁ τελευταῖος ἐπέστρεψε τὴν πόλη Μαρτυρούπολη (Ρουσάφα) καὶ τὸ ὀχυρὸ Δαρὰ στοὺς Ρωμαίους. Ὁ ἅγιος Δομετιανὸς παρακάλεσε τὴν ἁγία να μεταβεῖ στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ παρουσιασθεῖ ἐκεῖ στὸν αὐτοκράτορα, ἐκείνη ὅμως ἀρνήθηκε τὴν πρόσκληση λέγοντας πως πλησίαζε ἡ πρὸς Θεὸν ἐκδημία της. Ξεκίνησε ἐντούτοις νὰ πάει στὸν ναὸ τοῦ ἁγίου Σεργίου, ποὺ βρισκόταν ἀνάμεσα στὴν Νίσιβη καὶ τὴν Δαρά[3]. Φθάνοντας στὸ ἱερὸ αὐτὸ ἀνέπεμψε τὴν τελευταία προσευχή της στὸν Θεὸ καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνῃ στις 13 Ἰουλίου τοῦ 591.





ΠΗΓΗ: ΝΕΟΣ ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ,
ΤΟΜ. ΕΝΔΕΚΑΤΟΣ, ΑΘΗΝΑΙ 2008

 



[1] Ὁ ἐπιτάφιος λόγος της, χαμένος σήμερα, ἐκφωνήθηκε στὰ συριακὰ ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Ἱεραπόλεως, Στέφανο. Τὸ ἑλληνικὸ Μαρτύριον της γράφτηκε λίγο αργότερα ἀπὸ τὸν Εὐστράτιο τῆς Μεγάλης Εκκλησίας, συνεργάτη τοῦ ἁγίου Εὐτυχίου [6 Απρ.], ποὺ πιστοποιεῖ ὅτι ἔλαβε πληροφορίες γιὰ τὴν ἁγία ἀπὸ τὸν ἅγιο Δομετιανό Μελι τινῆς πρὶν τὸν θάνατό του (602). Το Μηναῖον τῆς ἀφιερώνει ξεχωριστό κανόνα μετὰ τὴν διττὴ Ἀκολουθία τῆς ἡμέρας αὐτῆς.

[2] Οἱ ἐλπίδες αὐτὲς γιὰ μία μεταστροφὴ τοῦ Σασσανίδη ἡγεμόνα γρήγορα διαψεύσθηκαν. Ἡ ἀνατροπὴ τοῦ Μαυρικίου ἀπὸ τὸν Φωκᾶ ἔδωσε στον Χοσρόη Β ́ τὸ πρόσχημα νὰ ἀναιρέσει τὶς ὑποσχέσεις του καὶ νὰ ἐξαπολύσει τεράστια ἐπίθεση κατὰ τῶν βυζαντινῶν ἐδαφῶν (604), ποὺ ἔφθασε μέχρι τὰ τείχη τῆς Κωνσταντινούπολης.

[3]  Το πιθανότερο εἶναι ὅτι ἐκοιμήθη στην Ιεράπολη, ὅπως βεβαιώνει ὁ ἐπίσκοπος Στέφανος.

 


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου