Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΡΑΦΗ (2)

Ο Αδάμ γεύθηκε ἤδη τούς πρώτους καί πικρούς καρπούς τῆς πράξεώς του: 
• Η φύση ἀγρίεψε. Τά ζῶα ἀπό ἥμερα ἔγιναν ἄγρια· ἡ γῆ γέμισε ἀγκάθια καί τριβόλους. Τό φίδι δέν πλησιάζεται. 
• Στό σπίτι του ἔγινε κακό. Φονικό. Ο γυιός του ὁ Κάϊν σκότωσε ἐν ψυχρῷ τόν ἄλλο γυιό, τόν Αβελ. Αδερφός σκότωσε τόν ἀδερφό. 
Ὁ ταλαίπωρος Αδάμ δέν μποροῦσε νά «χωνέψει» τό πῶς τόν ἐξαπάτησε ὁ διάβολος. Πῶς τόσο ξαφνικά ἔγιναν τά ἄνω-κάτω. 
Ὁ Κάϊν ἦταν γεωργός, ὁ Ἄβελ βοσκός. Κάποια μέρα καί οἱ δυό τους πρόσφεραν θυσία στον Θεό. 
Ὁ Κάϊν πρόσφερε ὅ,τι βρῆκε· «ἀπό τῶν καρπῶν τῆς γῆς» (Γεν. 4:3). Στήν οὐσία, ἔκανε «άγγαρεία»· «ἄντε νά ξεμπερδεύει». Αντίστροφα ὁ  ̓Αβελ, ὅ,τι ἔκανε γιά τό Θεό, τό ἔκανε μέ τήν καρδιά του. Γι' αὐτό καί Τοῦ πρόσφερε ὅ,τι το καλύτερο ἀπό τῶν πρωτοτόκων τῶν προβάτων αὐτοῦ καί ἀπό τῶν στεάτων αὐτῶν» (Γεν. 4:3). Γι' αὐτό καί ὁ Θεός δέχθηκε τήν θυσία του, ἐνῶ τοῦ ἀδελφοῦ του τήν ἀπέρριψε (Γεν. 4:3-4). 
Ο ιός τοῦ φθόνου ἔχει μια ιδιοτυπία. Δέν εἰσέρχεται ὅπου κι' ὅπου, ἀλλά μεταξύ συναδέλφων, φίλων, συγγενῶν, ἀκόμα καί ἀδελφῶν. Δηλαδή, ἐσύ ὡς ἄνθρωπος δέν θά νοιώσεις φθόνο γιά τήν πρόοδο ἑνός ἀγνώστου συνανθρώπου σου, ἀλλά γιά τήν πρόοδο ἑνός δικοῦ σου ἀνθρώπου. 
Ἰδού: Ὁ Κάϊν φθονεῖ τόν ἀδερφό του, γιατί ο Θεός δέχθηκε τήν θυσία του. 
«Ελυπήθη Κάϊν λίαν» (Γεν. 4:5). Αντί νά χαρεῖ, πού ἔχει ἕνα τόσο καλό ἀδερφό, λυώνει ἀπό τήν λύπη. (Ἕνεκα τοῦ φθόνου.) Κύματα ἀγρίων λογισμῶν κατακλύζουν τη διάνοιά του. Κάτι πρέπει να κάνει... 
Ὁ Καρδιογνώστης και Πανάγαθος Κύριος, βλέποντας τόν δοῦλο Του να «βράζει, ὅπως ὁ κάβουρας στο ζουμί», καί θέλοντας να προλάβει τό χειρότερο, τόν συμβουλεύει: 
• «Γιατί λυπήθηκες καί ἔγινες κατηφής; Δέν ξέρεις, πώς ἄν προσφέρεις δῶρα στό Θεό, καί δέν προσφέρεις καλά δῶρα, ἁμαρτάνεις;» (Γεν. 4:6- 7). 
«Ἡσύχασον» (Γεν. 4:7). Βάλε «στοπ». Μήν προχωρᾶς. Ηρέμησε. 
Καί γιά νά τοῦ δείξει, ὅτι δέν τόν τιμωρεῖ, τοῦ λέει: 
«Εσύ (σάν μεγαλύτερος) θά εἶσαι κύριος τοῦ Ἄβελ» (Γεν. 4:6). Τα προνόμια πού εἶχες, θά τά ἔχεις. 
Ὁ Κάϊν δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του τίς συνεχεῖς ἐκκλήσεις τοῦ Θεοῦ. Τίς καταφρόνησε. Όχι γιατί δέν μποροῦσε, ἀλλά γιατί δέν ἤθελε (Ἅγιος Ἰω- άννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλ. ΙΗ' εἰς Γεν.). 
Πῆρε τόν κατήφορο... 
«Ας πάμε στην πεδιάδα» λέει στόν ἀδελφό του. Ὁ ἀπονήρευτος Αβελ δέχθηκε την πρότασή 
του. 
Περπατοῦν τώρα καί οἱ δυό μαζί στη φύση Ὁ Κάϊν ήξερε πώς σάν ἀδέρφια περνᾶνε μαζί τίς τελευταίες στιγμές. Πώς σέ λίγο ὁ ἀδελφός του δέν θά εἶναι πιά μαζί του. Θα εἶναι νεκρός. Παρόλο αὐτό δέν συγκινεῖται. 
Ο φθόνος σκότωσε την ψυχή του. Γι' αὐτό σκοτώνει τόν ἀδερφό του. 
Ἔφθασαν στην πεδιάδα. 
Ὁ Κάϊν ἅρπαξε τήν ἀξίνη, κι' ἄρχισε νά χτυπᾶ τόν ἀδερφό του. Ὁ Ἄβελ αἰφνιδιάσθηκε. Πιθανόν να ζήτησε ἐξηγήσεις, ἀκόμα καί συγγνώμη, πού χωρίς νά θέλει τόν ἔκανε να λυπηθεῖ. Καί σίγουρα θά τόν θερμοπαρακαλοῦσε νά μήν κάνει τό κακό. 
Αλλ' ὁ Κάϊν ἀπενεκρωμένος ἀπό τό θανατηφόρο ἰό τοῦ φθόνου, ἔμεινε ἀσυγκίνητος, ἀναίσθητος, ἀπάνθρωπος μπρός στίς ἐπιθανάτιες κραυγές τοῦ ἀδελφοῦ του. Συνέχισε μέ λύσσα νά τόν κτυπά! 
Ἔβλεπε τό αἷμα του να χύνεται στή γῆ. Ἄκουε τα βογγητά του. Οὔτε τώρα συγκινήθηκε. Συνέχισε, συνέχισε, ὥσπου τόν ἀποτελείωσε. 
Καί ἐξαφανίσθηκε. 
Ἀσφαλῶς ὁ Θεός, τη στιγμή πού ὁ Κάϊν σκότωνε τόν Αβελ, μποροῦσε νά τόν ἐμποδίσει, νά τόν ἀκινητοποιήσει, καί νά μή γίνει το κακό. Πλήν ὅμως δέν τό ἔκανε. Παρέμεινε θεατής τοῦ ἐγκλήματος. Γιατί θέλει από μόνοι μας νά ἀγωνιζόμαστε γιά νά νικήσομε τά πάθη καί νά ἐξασκήσομε τήν ἀρετή. Διαφορετικά ἡ ἀρετή δέν εἶναι ἀρετή, ἀλλά ἐκβιασμός. 
Μόλις ὁ Κάϊν σκότωσε τόν ἀδερφό του, τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Θεός. Ὄχι γιά νά τόν ἐπιπλήξει, ἤ γιά νά «ξεσπάσει», ἀλλά γιά νά τόν ὁδηγήσει στήν ὁδό τῆς μετανοίας. 
Ὁ  ̓Αγαθός Θεός ὅπως μίλησε στόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ (στοργικά, διακριτικά), μίλησε καί στόν ἀδελφοκτόνο Κάϊν. Δέν τοῦ εἶπε: «Είσαι φονιάς. Σκότωσες τόν ἀδερφό σου» (γιατί ἔτσι θά τόν ἔθιγε, δυσκολεύοντάς τον στή μετάνοια), ἀλλά τόν ρώτησε: «Ποῦ εἶναι ὁ ἀδερφός σου;». 
Καί ὁ Κάϊν, στήν τόσο διακριτική ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε μέ ψέμα: 
- Δέν ξέρω. 
Κι' ὁ  ̓Αδάμ στήν ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ «ποῦ εἶ;», ἀπάντησε μέ ψέμα. Καί ὁ Θεός δέν ὀργίσθηκε ἀπό τήν κοροϊδία του Αδάμ. Ἔτσι καί τώρα δέν ὀργίζεται ἀπό τήν κοροϊδία τοῦ ἀδελφοκτόνου Κάϊν. 
Ρωτά ξανά διακριτικά: 
- Τί ἔκαμες; Ἡ φωνή τοῦ αἵματος τοῦ ἀδερφοῦ σου «βοᾶ πρός με ἐκ τῆς γῆς». 
• Δέν τοῦ λέει καθαρά «σκότωσες τόν ἀδερφό σου!», ἀλλά «τί ἔκαμες;». 
• Δέν τοῦ λέει «τόν ἀδερφό σου, πού ἐσύ ἐσκότωσες», ἀλλά «τό αἷμα τοῦ ἀδερφοῦ σου φωνάζει». 
Τέτοια καλωσύνη καί διάκριση[1].
Καί ἐδῶ σκοπός του δέν ἦταν να καταδικάσει τόν Κάϊν, ἀλλά νά τόν σώσει, ὁδηγώντάς τον στήν μετάνοια.
Όπως δέν μετάνοιωσε ὁ  ̓Αδάμ καί ἡ Εὔα, ἔτσι δέν μετάνοιωσε καί ὁ Κάϊν. Καί στοὺς τρεῖς ἀγωνιζόταν ὁ Ἴδιος ὁ Θεός νά τούς φέρει στη μετάνοια. Καί «ἀπέτυχε».
Μέγα το μυστήριο τῆς μετανοίας.
Ήρθε τώρα γιά τόν Κάϊν ἡ στιγμή να «δρέψει» τούς καρπούς τῶν ἔργων του. Ὁ Θεός ἀνακοινώνει την ποινή του:
• Θά εἶσαι καταραμένος ἀπό τήν γῆ, πού δέχθηκε τό αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Θα δουλεύεις καί δέν θά βγάζεις τό ψωμί σου (Γεν. 4:11-12).
• «Στένων και τρέμων ἔσῃ ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. 4:12). Ἡ γῆ δέν θά σέ δέχεται. Θα σε διώχνει. Θά σε κυνηγά. Δέν θά μπορεῖς νά ἡσυχάσεις πουθενά.
Ὁ Κάϊν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ τίς φοβερές του τιμωρίες, καί ξύπνησε. Καί εὐθύς ὡμολόγησε τήν ἁμαρτία του: «Αὐτό πού ἔκανα (είπε), ξεπερνᾶ τήν θεία συγχώρηση» (Γεν. 4:13). Νιώθει δηλαδή τόν ἑαυτόν του ἀνάξιο τῆς θείας συγχωρήσεως. Τέτοια συντριβή.

Κρίμα. Ξύπνησε αργά...
«Ιδού, λοιπόν (σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), ὁ Κάϊν ἐξομολογήθηκε ἐν πλήρει εἰλικρινείᾳ. Αλλά, ἀγαπητέ μου, ὠφέλεια καμμία. Ἡ ἐξομολόγησή του ἦταν ἐκπρόθεσμη. Ἔπρεπε νά ἐξομολογηθεῖ ἐγκαίρως...».
«Τό ἴδιο θα συμβεῖ καί μέ τόν καθένα μας, κατά τη φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ὅταν τότε θά δοῦμε ἐκεῖνα τά φοβερά βασανιστήρια, θα μετανοιώσομε καί 'μεῖς γιά τίς ἁμαρτίες μας. Ἀλλ' ὅμως τήν ἡμέρα ἐκείνη καί ἡ δική μας μετάνοια θά εἶναι ἐκπρόθεσμη καί ἄκυρη. Γι' αὐτό, λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ, ἄς μετανοιώσομε ὅσο εἴμαστε ἐν ζωῇ» (Ὁμιλ. ΙΘ. εἰς Γεν.).

 


[1] Αὐτά τά θαυμαστά γράφει ὁ Μωϋσῆς, ζώντας σε ἕναν κόσμο βάρβαρο καί αἱμοβόρο. Σε ἕναν κόσμο, πού δ φόνος ἦταν «ψωμοτύρι». 
Δέν εἶναι αὐτό μία ακόμα ἀπόδειξη, ὅτι ἡ ἁγ. Γραφή ἐγράφη καθ ̓ ὑπαγόρευση τοῦ Θεοῦ; 

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Α (3)

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3

Κάθε μέρα μιά καινούργια πραγματικότητα

Ἡ φυσιολογική κίνηση τοῦ τραίνου εἶναι νά πηγαίνει πάνω στίς ράγες. Ἄν βγεῖ ἀπό κεῖ, θά τσακιστεῖ. Ἔτσι, ἡ φυσιολογική κίνηση τοῦ ἀνθρώπου εἶναι νὰ προχωράει πρός τόν Θεό, καί τόσο νά μή σκέπτεται τόν ἑαυτό του, σάν νά μήν ὑπάρχει ὁ ἑαυτός του. Κάνοντας ὅμως ἔτσι, τότε ἀκριβῶς νιώθει ὅτι ὑπάρχει, τότε νιώθει ὅτι ἔχει μέσα του τόν Θεό και τότε νιώθει τὴν εὐτυχία. Αὐτή τήν πορεία, αὐτή την κίνηση πρέπει να κάνει ὁ ἄνθρωπος.
Δυστυχῶς ὅμως στράφηκε πρός τόν ἑαυτό του, θεοποίησε τὸν ἑαυτό του, καί ἔγινε ὅλο αὐτὸ τὸ μπλέξιμο, καί δημιουργήθηκε μέσα στόν ἄνθρωπο τέτοια κατάσταση, πού σήμερα οἱ ψυχολόγοι, οἱ ψυχίατροι καί οἱ ἄλλοι εἰδικοί τήν ἀναλύουν κάπως ἔτσι: ἕνα μικρό μέρος τῆς ψυχῆς μας μποροῦμε νά ξέρουμε καί νὰ ἐλέγχουμε, καί αὐτό εἶναι τὸ συνειδητό· ὑπάρχει καί τό ὑποσυνείδητο καί τό ἀσυνείδητο, ποὺ μᾶς εἶναι ἄγνωστα καί δὲν τὰ ἐλέγχουμε.
Καί γι' αὐτό κι ἐμεῖς εἴπαμε σήμερα ὅλα αὐτά, πού δέν εἶναι δύσκολα ἀλλά ἁπλά, καί ὅποιος τά πιστέψει καί ἀρχίσει ἀπό αὐτή τή στιγμή να παραδίδει τὸν ἑαυτό του στόν Θεό, κάθε μέρα θὰ τὴν αἰσθάνεται σαν νά εἶναι μια καινούργια πραγματικότητα, καί κάθε μέρα ὅλο καί μεγαλύτερο μέρος ἀπό τὸ εἶναι του θά παραδίδεται στόν Θεό. Καί θά ἔρθει μέρα πού θά νιώσει ἐντελῶς-ἐντελῶς παραδομένο τόν ὅλο ἑαυτό του στόν Θεό, ἀκόμη καί τό ἀσυνείδητό του. Ἔτσι, θά εἶναι ἕνας ἁπλοῦς ἄνθρωπος, ἕνας ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν ἔρθει ἡ χάρη, νιώθει κανείς ὅτι εἶχε φύγει ἀπό τόν Θεό. Αὐτό πού συνέβη μέ τήν Εὔα, θά λέγαμε ὅτι συμβαίνει μέ τόν καθένα. Ἡ Εὔα δέν πῆρε ἁπλῶς τὸν ἀπαγορευμένο καρπό καί ἔφαγε, ἀλλά ἔπαψε νὰ εἶναι στραμμένη πρός τόν Θεό, ἔπαψε να ἔχει σεβασμό καί ἀγάπη πρός τόν Θεό, ἔπαψε νά τὸν ἐμπιστεύεται. Ἄρχισε νά ὑποψιάζεται τόν Θεό, ἄρχισε νὰ πονηρεύεται μέσα της μήπως αὐτά πού τῆς εἶπε ὁ διάβολος ήταν σωστότερα, καί δυστυχῶς πίστεψε σ' ἐκεῖνα καί κατρακύλησε. Πρέπει ὅλα αὐτά κανείς νὰ τὰ διώξει ἀπό τή σκέψη του, να πιστέψει στον Χριστό, νὰ ἐμπιστευθεῖ τὸ εἶναι του στον Χριστό, νὰ τὸν ἀγαπήσει, καὶ νὰ πιστέψει ὅτι καί στη δική του ψυχή μποροῦν νὰ γίνουν ὅλα αὐτά τὰ ὁποῖα ἔγιναν στούς ἁγίους.
Μιά ψυχή κάποια μέρα στήν ἐξομολόγηση μέ ρώτησε: «Πέστε μου, πέστε μου, στήν πράξη πῶς εἶναι το να βάζει κανείς κάθε μέρα ἀρχή;» Τί σημαίνει στην πράξη ὅτι ἐγώ τὸ ἔκανα αὐτό χθές, το κάνω καί σήμερα, θα το κάνω καί αὔριο καί τό κάνω κάθε μέρα; Δηλαδή, τί σημαίνει «παραδίδω τόν ἑαυτό μου στόν Θεό, βάζω ἀρχή»; (Διότι δέν εἶναι ἁπλῶς κάτι θεωρητικό. Βέβαια, χωρίς πίστη δέν γίνεται, ἀλλά χρειάζεται καί νά τά σκεφθεῖ κανείς ὅλα αὐτά.)

Ἡ ἐφαρμογή στήν καθημερινή ζωή

Στην πράξη το να βάλεις ἀρχή σημαίνει: Θά ξυπνήσεις, π.χ., το πρωί καί θά προσπαθήσεις να κάνεις λίγο περισσότερη προσευχή καί νά τήν κάνεις λίγο ζεστότερα, λίγο θερμότερα. Μέχρι χθές, μόλις συναντοῦσες τούς δικούς σου, ἄρχιζες ἀμέσως νὰ τοὺς ἐλέγχεις ἤ εἶχες ἀπαιτήσεις, ἤ, ἐπηρεασμένος ἀπό τήν κακοκεφιά σου, ἔκανες τόν βλοσυρό. Τώρα, ἐπειδή ἀκριβῶς παραδίδεσαι στόν Θεό, ἐπειδή ἀκριβῶς βάζεις ἀρχή καί πρέπει στην πράξη κάτι να κάνεις, θα προσπαθήσεις νά εἶσαι ὑπομονετικός, νά εἶσαι καλοκάγαθος, καλοσυνάτος, θά προσπαθήσεις νὰ μή μιλήσεις, να περιμένεις λιγάκι, γιατί μπορεῖ νὰ πεῖς καμιά κουβέντα πού δέν εἶναι καλή καί θά κάνει ζημιά. Θα προσφερθείς να κάνεις κάτι που ἴσως μέχρι χθές δὲν τὸ ἔκανες· θα βάλεις λίγο το χέρι σου να βοηθήσεις.
Θὰ βγεῖς ἔξω ἀπό τό σπίτι καί, καθώς θα συναντήσεις τόν γνωστό σου, τόν συνάδελφό σου, τόν συνεργάτη σου, τόν γείτονά σου, τόν ὅποιο ἄνθρωπο, θα προσπαθήσεις, ὅ,τι κι ἄν ἀκοῦς, ὅ,τι κι ἄν μαθαίνεις γι' αὐτούς, ἐσύ, ὡς χριστιανός πού εἶσαι, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, ὡς ἄνθρωπος πού ἔβαλες ἀρχή καί παραδόθηκες πλέον στόν Θεό, νά τούς δεῖς ὅλους, ὅ,τι καί νά εἶναι, ὡς πλάσματα τοῦ Θεοῦ, ὡς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ· διότι μποροῦν νὰ γίνουν ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἀντί να κακολογήσεις τόν ἕναν, ἀντί να κακομεταχειρισθεῖς τὸν ἄλλο, κάνε μιά προσευχή, πές ἕναν λόγο ἀπό μέσα σου: «Θεέ μου, κι αὐτός πλάσμα σου εἶναι. Βοήθησέ τον, ἐλέησέ τον». Ἔτσι θά ἐνεργήσεις, ἔτσι θά φερθεῖς σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἡμέρας, ὅπου κι ἄν βρεθεῖς.
Τήν κάθε συγκεκριμένη στιγμή, στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ἐνθυμούμενος ὅτι ἔβαλες ἀρχή καί ὅτι παρέδωσες καί πάλι τόν ἑαυτό σου στόν Θεό, καθώς βγῆκε ἀπό τό ὑποσυνείδητο ἕνα ἀνεξέλεγκτο κομμάτι, πού ὅμως τώρα μπορεῖ νά εἶναι στόν ἔλεγχό σου, θα προσπαθήσεις νά μή σε κυριέψει, ἀλλά νά κάνεις αὐτό τό ὁποῖο θὰ ἔκανε ἕνας ἅγιος, αὐτό τό ὁποῖο σοῦ λέει ἐκείνη τήν ὥρα ὁ Χριστός να κάνεις.
Ἴσως διερωτᾶσαι:
«Μά, ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;»
Καμιά φορά μερικοί ρωτούν: «Μά, ποιό εἶναι τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ; Δέν ξέρω τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ». Τι δεν ξέρεις; Δεν ξέρεις δηλαδή ὅτι πρέπει να κάνεις λίγο παραπάνω προσευχή ἀπό αὐτήν πού κάνεις; Χρειάζεται νὰ σοῦ τὸ πεῖ κανείς; Δὲν ξέρεις ὅτι τή λίγη προσευχή πού κάνεις, πρέπει να την κάνεις με ὅλη τήν καρδιά σου; Δέν ξέρεις ὅτι δέν πρέπει να ἀντιμιλήσεις στὸν ἄλλο, δέν πρέπει νὰ τοῦ μιλήσεις ἔτσι ποὺ νὰ τὸν στενοχωρήσεις; Δέν ξέρεις ὅτι πρέπει λίγο να τον βοηθήσεις; Δέν ξέρεις ὅτι πρέπει να τὸν συγχωρήσεις, νὰ τὸν ἀνεχθεῖς, νὰ τὸν ἀγαπήσεις, νὰ προσευχηθεῖς καί γι' αὐτόν; Δέν ξέρεις ὅτι πρέπει νὰ εἶσαι ὑπομονετικός, ὅτι δέν πρέπει να θυμώνεις; Το να βάζουμε συνεχῶς ἀρχή, δέν σημαίνει ὅτι θα κάνουμε παράξενα πράγματα. Αὐτά τά γνωστά, τα συνηθισμένα θά κάνουμε, ἀλλά μέ ἄλλο πνεῦμα, μέ ἄλλη διάθεση, καθώς θά τό μελετήσουμε ὅλο αὐτό τό θέμα, θά τό καταλάβουμε καί θά βάλουμε ἀρχή καί σήμερα καί αὔριο καί μεθαύριο· καί δέν ἔχει τελειωμό. Οὔτε θά κουραστεί κανείς ποτέ, ὥστε νὰ πεῖ: «Κουράστηκα να βάζω ἀρχή». Ἴσα-ἴσα, κάθε μέρα θὰ τὸ νιώθεις μέσα σου ὡς ἀνάγκη νά τό κάνεις. Καί αὐτό θά εἶναι καί μιά μαρτυρία, μιά ἔνδειξη, ἀπόδειξη, θά ἔλεγα, ὅτι ἕνα ἀκόμη κομμάτι τοῦ ὑποσυνειδήτου σου, ἕνα ἀκόμη κομμάτι τοῦ ἀσυνειδήτου σου βγῆκε ἀπό τό σκοτεινό ὑπόγειο καί εἶναι ὑπὸ τὸν ἔλεγχό σου, καί τό βάζεις κάτω ἀπό τη χάρη τοῦ Θεοῦ καί ἐξαγιάζεται καί αὐτό. Ὅ,τι εἶναι κακό, ὅ,τι εἶναι σκουριά τό διώχνει ἡ χάρη, το καθαρίζει, καί μένει μόνο ἡ ψυχή σου ἀτόφια.

Νά, τί εἶναι ταπείνωση

Ἔχω τόν πειρασμό νὰ πῶ ἕνα ἀκόμη παράδειγμα. Θα βοηθήσει καί αὐτό νά τά καταλάβουμε ὅλα αὐτά καλύτερα καί νά τά ζήσουμε καλύτερα. Βλέπετε, ὅπως τά λέμε, χρειάζεται ἡ ὅλη ψυχή μας να βγεῖ στό συνειδητό, στό φῶς, νὰ βγεῖ, ἄς ποῦμε, στό ἀγνάντεμα, στή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ὅμως μποροῦμε νὰ τὸ δοῦμε καί ἀλλιῶς: να κατεβοῦμε μέσα μας, γιά νά καθαρίσουν ὅλα. Ἀλλὰ ἄς δοῦμε το παράδειγμα:
Ἔχουμε ἕνα βαρέλι γεμάτο βρώμικα νερά. Ἔχουμε καί ἕναν κυλινδρικό ὄγκο φελλοῦ τέτοιων διαστάσεων, πού μόλις χωράει στο βαρέλι, χωρίς ὅμως νά σφίγγει, ἀλλά ἀφήνοντας ὁλόγυρα ἕνα κενό μερικῶν χιλιοστῶν. Τὸ ὕψος τοῦ φελλοῦ εἶναι ὅσο τοῦ βαρελιού. Προσπαθοῦμε νά βάλουμε τόν φελλό μέσα στο βαρέλι, καί ἐπειδή εἶναι ἐλαφρός, πρέπει να τόν σπρώξουμε, νά τόν πιέσουμε. Ἀρχίζουμε λοιπόν να σπρώχνουμε τόν φελλό λίγο-λίγο. Πιέζοντας τόν φελλό, ὁλόγυρα ἀπό τό βαρέλι ἀρχίζουν να χύνονται νερά, διότι πλέον ἀρχίζει καί καταλαμβάνει τὸν χῶρο τοῦ βαρελιοῦ ὁ φελλός. Καθώς σπρώχνουμε τόν φελλό, χύνονται καί ἄλλα νερά, καί ὅσο συνεχίζουμε, ὅλο καί περισσότερα νερά χύνονται, ἕως ὅτου να πατήσει ὁ φελλός στόν πυθμένα τοῦ βαρε λιοῦ, ὁπότε θὰ ἔχουν χυθεῖ ὅλα τὰ νερά ἔξω, θὰ ἔχει ἀδειάσει το βαρέλι. Ἔτσι εἶναι ἡ ταπείνωση.
Δηλαδή, ὅσο κι ἄν πιστεύει κανείς, ὅσο κι ἄν τὰ δεῖ τὰ πράγματα ἔτσι ὅπως εἶπαμε καὶ ἀφοσιωθεῖ στον Θεό, χρειάζεται να πιάσει αὐτό τό καίριο σημεῖο, ὅτι μέσα του ζεῖ καί βασιλεύει τὸ ἐγώ, ἡ ὑπερηφάνεια, ὁ ἐγωισμός. Αὐτή ἡ φιλαυτία, αὐτή ἡ ἐγωλατρία ζεῖ καί βασιλεύει. Χρειάζεται λοιπόν ὁ ἄνθρωπος να ταπεινωθεῖ· κάθε μέρα ὅλο και πιο πολύ να ταπεινώνεται.
Ἔχουμε πολλά στοιχεία, πολλά δεδομένα ἀπό την καθημερινή ζωή ποὺ μᾶς βοηθοῦν, σὰν ἕνας ἄλλος φελλός, να σπρώξουμε και να σπρώξουμε και να σπρώξουμε... Καί ὅπως λέμε ὅτι πρέπει νὰ πιοῦμε το πικρό ποτήρι μέχρι τρυγός (Τρύξ (γενική τρυγός) εἶναι τὸ κατακάθι τοῦ κρασιοῦ. Ἡ φράση «μέχρι τρυγός» σημαίνει νὰ πιεῖ κανείς ὅλο το κρασί ποὺ ὑπάρχει σὲ ἕνα ποτήρι, χωρίς νὰ ἀφήσει το κατακάθι. Ὁ ὁμιλητής χρησιμοποιεῖ στίς ὁμιλίες του τή φράση αὐτή μεταφορικά. Π.χ.: Οἱ ἅγιοι ἀπαρνήθηκαν ὄντως τὸν ἑαυτό τους, παραδόθηκαν στον Χριστό καί ἤπιαν μέχρι τρυγός το πικρό ποτήρι τοῦ σταυροῦ, τὸ ὁποῖο ἀρχίζει μὲ τὴν ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας.), μέχρι την τελευταία σταγόνα, ἔτσι ἐδῶ χρειάζεται να κατέβει ὁ φελλός μέχρι τον πυθμένα τοῦ βαρελιοῦ, καί νά μή μείνουν μέσα καθόλου βρώμικα νερά. Μερικοί οὔτε κάν ἔχουν ἀρχίσει κάτι τέτοιο. Το βαρέλι τῆς ψυχῆς τους εἶναι γεμάτο ἀπό τά βρώμικα νερά τοῦ ἐγωισμοῦ. Δέν ἔχουν κάνει κάν ἀρχή. Ἄλλοι ἴσως λίγο το δοκίμασαν καὶ τὸ ἄφησαν.
Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος πράγματι ἀγαπᾶ τὴν ταπείνωση καί θέλει να ταπεινωθεῖ καί παρακαλεί γι' αὐτό τον Θεό, στήν ἀρχή ἔτσι ἀνεπαίσθητα, πολύ λίγο, μετά ἴσως πιὸ πραγματικά, ἀρχίζει σιγά-σιγά καί νιώθει ἀκριβῶς αὐτό τό ἄδειασμα τῆς ψυχῆς ἀπό τό ἐγώ, από τη φιλαυτία, ἀπό τό εἴδωλο αὐτό πού θρονιάσαμε μέσα μας. Καί ἄν ἀπό τὸ ἕνα μέρος κανείς ἐντελῶς-ἐντελῶς ταπεινωθεῖ καί ἀπό τὸ ἄλλο μέρος εἶναι παραδομένος στον Θεό καί ἀφιερώνεται σ' αὐτὸν καὶ βάζει κάθε μέρα ἀρχή, μὲ τὴν ἔννοια ποὺ εἴπαμε, καί τελικά όλο το περιεχόμενο τῆς ψυχῆς ἔρθει στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ, πράγματι ὁ ἄνθρωπος φθάνει σ' αὐτή την κατάσταση ποὺ μᾶς ὑπόσχεται ὁ Κύριος.
Ὁ ὁποῖος Κύριος δὲν ἦρθε ἁπλῶς νὰ πεθάνει ὁ ἴδιος, ἀλλὰ εἶπε ὅτι μαζί του θα πεθάνουμε κι ἐμεῖς, καὶ ὅπως ἀναστήθηκε ἐκεῖνος, θὰ ἀναστηθοῦμε κι ἐμεῖς. Καί ὅ,τι εἶναι ὁ Χριστός μετά τὴν ἀνάσταση, αὐτό γίνεται καί ὁ ἄνθρωπος, ὅταν ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστό. Δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας καλός ἄνθρωπος, δέν εἶναι ἁπλῶς ἕνας ἄνθρωπος πού σκέπτεται κάποια καλά πράγματα. Χριστιανός θὰ πεῖ μικρός Χριστός. Τελικά, τον καθένα μας ὁ Χριστός τον κάνει ὅ,τι εἶναι καί ὁ ἴδιος. Ὄχι ἁπλῶς ἀπ᾿ ἔξω μᾶς συμβουλεύει, ἀλλά ἔρχεται μέσα μας καὶ μᾶς παίρνει μέσα του, ἑνωνόμαστε καί γινόμαστε ὅμοιοί του.
Όμοιοι μὲ τὸν Χριστό ἀπό αὐτήν ἀκόμη τή ζωή, ἀλλὰ αὐτό θὰ ὁλοκληρωθεῖ στὴν ἄλλη ζωή. Το εὔχομαι σέ ὅλους μας.



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ
...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ