Ο Αδάμ γεύθηκε ἤδη τούς
πρώτους καί πικρούς καρπούς τῆς πράξεώς του:
• Η φύση ἀγρίεψε. Τά ζῶα ἀπό ἥμερα ἔγιναν ἄγρια· ἡ γῆ γέμισε ἀγκάθια καί τριβόλους.
Τό φίδι δέν πλησιάζεται.
• Στό σπίτι του ἔγινε κακό. Φονικό. Ο γυιός του ὁ Κάϊν σκότωσε ἐν ψυχρῷ τόν ἄλλο
γυιό, τόν Αβελ. Αδερφός σκότωσε τόν ἀδερφό.
Ὁ ταλαίπωρος Αδάμ δέν μποροῦσε νά «χωνέψει» τό πῶς τόν ἐξαπάτησε ὁ διάβολος. Πῶς
τόσο ξαφνικά ἔγιναν τά ἄνω-κάτω.
Ὁ Κάϊν ἦταν γεωργός, ὁ Ἄβελ βοσκός. Κάποια μέρα καί οἱ δυό τους πρόσφεραν θυσία
στον Θεό.
Ὁ Κάϊν πρόσφερε ὅ,τι βρῆκε· «ἀπό τῶν καρπῶν τῆς γῆς» (Γεν. 4:3). Στήν οὐσία, ἔκανε
«άγγαρεία»· «ἄντε νά ξεμπερδεύει». Αντίστροφα ὁ ̓Αβελ, ὅ,τι ἔκανε γιά τό Θεό,
τό ἔκανε μέ τήν καρδιά του. Γι' αὐτό καί Τοῦ πρόσφερε ὅ,τι το καλύτερο ἀπό τῶν πρωτοτόκων
τῶν προβάτων αὐτοῦ καί ἀπό τῶν στεάτων αὐτῶν» (Γεν. 4:3). Γι' αὐτό καί ὁ Θεός δέχθηκε
τήν θυσία του, ἐνῶ τοῦ ἀδελφοῦ του τήν ἀπέρριψε (Γεν. 4:3-4).
Ο ιός τοῦ φθόνου ἔχει μια ιδιοτυπία. Δέν εἰσέρχεται ὅπου κι' ὅπου, ἀλλά μεταξύ
συναδέλφων, φίλων, συγγενῶν, ἀκόμα καί ἀδελφῶν. Δηλαδή, ἐσύ ὡς ἄνθρωπος δέν θά
νοιώσεις φθόνο γιά τήν πρόοδο ἑνός ἀγνώστου συνανθρώπου σου, ἀλλά γιά τήν
πρόοδο ἑνός δικοῦ σου ἀνθρώπου.
Ἰδού: Ὁ Κάϊν φθονεῖ τόν ἀδερφό του, γιατί ο Θεός δέχθηκε τήν θυσία του.
«Ελυπήθη Κάϊν λίαν» (Γεν. 4:5). Αντί νά χαρεῖ, πού ἔχει ἕνα τόσο καλό ἀδερφό, λυώνει
ἀπό τήν λύπη. (Ἕνεκα τοῦ φθόνου.) Κύματα ἀγρίων λογισμῶν κατακλύζουν τη διάνοιά
του. Κάτι πρέπει να κάνει...
Ὁ Καρδιογνώστης και Πανάγαθος Κύριος, βλέποντας τόν δοῦλο Του να «βράζει, ὅπως ὁ
κάβουρας στο ζουμί», καί θέλοντας να προλάβει τό χειρότερο, τόν συμβουλεύει:
• «Γιατί λυπήθηκες καί ἔγινες κατηφής; Δέν ξέρεις, πώς ἄν προσφέρεις δῶρα στό
Θεό, καί δέν προσφέρεις καλά δῶρα, ἁμαρτάνεις;» (Γεν. 4:6- 7).
«Ἡσύχασον» (Γεν. 4:7). Βάλε «στοπ». Μήν προχωρᾶς. Ηρέμησε.
Καί γιά νά τοῦ δείξει, ὅτι δέν τόν τιμωρεῖ, τοῦ λέει:
«Εσύ (σάν μεγαλύτερος) θά εἶσαι κύριος τοῦ Ἄβελ» (Γεν. 4:6). Τα προνόμια πού εἶχες,
θά τά ἔχεις.
Ὁ Κάϊν δέν ἔλαβε ὑπ' ὄψη του τίς συνεχεῖς ἐκκλήσεις τοῦ Θεοῦ. Τίς καταφρόνησε. Όχι
γιατί δέν μποροῦσε, ἀλλά γιατί δέν ἤθελε (Ἅγιος Ἰω- άννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλ. ΙΗ'
εἰς Γεν.).
Πῆρε τόν κατήφορο...
«Ας πάμε στην πεδιάδα» λέει στόν ἀδελφό του. Ὁ ἀπονήρευτος Αβελ δέχθηκε την
πρότασή
του.
Περπατοῦν τώρα καί οἱ δυό μαζί στη φύση Ὁ Κάϊν ήξερε πώς σάν ἀδέρφια περνᾶνε μαζί
τίς τελευταίες στιγμές. Πώς σέ λίγο ὁ ἀδελφός του δέν θά εἶναι πιά μαζί του. Θα
εἶναι νεκρός. Παρόλο αὐτό δέν συγκινεῖται.
Ο φθόνος σκότωσε την ψυχή του. Γι' αὐτό σκοτώνει τόν ἀδερφό του.
Ἔφθασαν στην πεδιάδα.
Ὁ Κάϊν ἅρπαξε τήν ἀξίνη, κι' ἄρχισε νά χτυπᾶ τόν ἀδερφό του. Ὁ Ἄβελ αἰφνιδιάσθηκε.
Πιθανόν να ζήτησε ἐξηγήσεις, ἀκόμα καί συγγνώμη, πού χωρίς νά θέλει τόν ἔκανε να
λυπηθεῖ. Καί σίγουρα θά τόν θερμοπαρακαλοῦσε νά μήν κάνει τό κακό.
Αλλ' ὁ Κάϊν ἀπενεκρωμένος ἀπό τό θανατηφόρο ἰό τοῦ φθόνου, ἔμεινε ἀσυγκίνητος, ἀναίσθητος,
ἀπάνθρωπος μπρός στίς ἐπιθανάτιες κραυγές τοῦ ἀδελφοῦ του. Συνέχισε μέ λύσσα νά
τόν κτυπά!
Ἔβλεπε τό αἷμα του να χύνεται στή γῆ. Ἄκουε τα βογγητά του. Οὔτε τώρα
συγκινήθηκε. Συνέχισε, συνέχισε, ὥσπου τόν ἀποτελείωσε.
Καί ἐξαφανίσθηκε.
Ἀσφαλῶς ὁ Θεός, τη στιγμή πού ὁ Κάϊν σκότωνε τόν Αβελ, μποροῦσε νά τόν ἐμποδίσει,
νά τόν ἀκινητοποιήσει, καί νά μή γίνει το κακό. Πλήν ὅμως δέν τό ἔκανε.
Παρέμεινε θεατής τοῦ ἐγκλήματος. Γιατί θέλει από μόνοι μας νά ἀγωνιζόμαστε γιά
νά νικήσομε τά πάθη καί νά ἐξασκήσομε τήν ἀρετή. Διαφορετικά ἡ ἀρετή δέν εἶναι ἀρετή,
ἀλλά ἐκβιασμός.
Μόλις ὁ Κάϊν σκότωσε τόν ἀδερφό του, τότε τοῦ ἐμφανίζεται ὁ Θεός. Ὄχι γιά νά
τόν ἐπιπλήξει, ἤ γιά νά «ξεσπάσει», ἀλλά γιά νά τόν ὁδηγήσει στήν ὁδό τῆς μετανοίας.
Ὁ ̓Αγαθός Θεός ὅπως μίλησε στόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ (στοργικά, διακριτικά), μίλησε
καί στόν ἀδελφοκτόνο Κάϊν. Δέν τοῦ εἶπε: «Είσαι φονιάς. Σκότωσες τόν ἀδερφό σου»
(γιατί ἔτσι θά τόν ἔθιγε, δυσκολεύοντάς τον στή μετάνοια), ἀλλά τόν ρώτησε: «Ποῦ
εἶναι ὁ ἀδερφός σου;».
Καί ὁ Κάϊν, στήν τόσο διακριτική ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ, ἀπάντησε μέ ψέμα:
- Δέν ξέρω.
Κι' ὁ ̓Αδάμ στήν ἐρώτηση τοῦ Θεοῦ «ποῦ εἶ;», ἀπάντησε μέ ψέμα. Καί ὁ Θεός
δέν ὀργίσθηκε ἀπό τήν κοροϊδία του Αδάμ. Ἔτσι καί τώρα δέν ὀργίζεται ἀπό τήν
κοροϊδία τοῦ ἀδελφοκτόνου Κάϊν.
Ρωτά ξανά διακριτικά:
- Τί ἔκαμες; Ἡ φωνή τοῦ αἵματος τοῦ ἀδερφοῦ σου «βοᾶ πρός με ἐκ τῆς γῆς».
• Δέν τοῦ λέει καθαρά «σκότωσες τόν ἀδερφό σου!», ἀλλά «τί ἔκαμες;».
• Δέν τοῦ λέει «τόν ἀδερφό σου, πού ἐσύ ἐσκότωσες», ἀλλά «τό αἷμα τοῦ ἀδερφοῦ
σου φωνάζει».
Τέτοια καλωσύνη καί διάκριση[1].
Καί ἐδῶ σκοπός του δέν ἦταν να καταδικάσει τόν Κάϊν, ἀλλά νά τόν σώσει, ὁδηγώντάς
τον στήν μετάνοια.
Όπως δέν μετάνοιωσε ὁ ̓Αδάμ καί ἡ Εὔα, ἔτσι δέν μετάνοιωσε καί ὁ Κάϊν.
Καί στοὺς τρεῖς ἀγωνιζόταν ὁ Ἴδιος ὁ Θεός νά τούς φέρει στη μετάνοια. Καί «ἀπέτυχε».
Μέγα το μυστήριο τῆς μετανοίας.
Ήρθε τώρα γιά τόν Κάϊν ἡ στιγμή να «δρέψει» τούς καρπούς τῶν ἔργων του. Ὁ Θεός ἀνακοινώνει
την ποινή του:
• Θά εἶσαι καταραμένος ἀπό τήν γῆ, πού δέχθηκε τό αἷμα τοῦ ἀδελφοῦ σου. Θα
δουλεύεις καί δέν θά βγάζεις τό ψωμί σου (Γεν. 4:11-12).
• «Στένων και τρέμων ἔσῃ ἐπί τῆς γῆς» (Γεν. 4:12). Ἡ γῆ δέν θά σέ δέχεται. Θα
σε διώχνει. Θά σε κυνηγά. Δέν θά μπορεῖς νά ἡσυχάσεις πουθενά.
Ὁ Κάϊν ἄκουσε ἀπό τό στόμα τοῦ Θεοῦ τίς φοβερές του τιμωρίες, καί ξύπνησε. Καί
εὐθύς ὡμολόγησε τήν ἁμαρτία του: «Αὐτό πού ἔκανα (είπε), ξεπερνᾶ τήν θεία
συγχώρηση» (Γεν. 4:13). Νιώθει δηλαδή τόν ἑαυτόν του ἀνάξιο τῆς θείας συγχωρήσεως.
Τέτοια συντριβή.
Κρίμα. Ξύπνησε αργά...
«Ιδού, λοιπόν (σχολιάζει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), ὁ Κάϊν ἐξομολογήθηκε ἐν
πλήρει εἰλικρινείᾳ. Αλλά, ἀγαπητέ μου, ὠφέλεια καμμία. Ἡ ἐξομολόγησή του ἦταν ἐκπρόθεσμη.
Ἔπρεπε νά ἐξομολογηθεῖ ἐγκαίρως...».
«Τό ἴδιο θα συμβεῖ καί μέ τόν καθένα μας, κατά τη φοβερή ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ὅταν
τότε θά δοῦμε ἐκεῖνα τά φοβερά βασανιστήρια, θα μετανοιώσομε καί 'μεῖς γιά τίς ἁμαρτίες
μας. Ἀλλ' ὅμως τήν ἡμέρα ἐκείνη καί ἡ δική μας μετάνοια θά εἶναι ἐκπρόθεσμη καί
ἄκυρη. Γι' αὐτό, λοιπόν, σᾶς παρακαλῶ, ἄς μετανοιώσομε ὅσο εἴμαστε ἐν ζωῇ» (Ὁμιλ.
ΙΘ. εἰς Γεν.).

