1. ΠΡΟΠΑΤΟΡΙΚΟ ΑΜΑΡΤΗΜΑ 

Στόν κόσμο μας συμβαίνουν πολλά καί διάφορα δεινά· ἀδικίες, δολοφονίες, αἱματοχυσίες, κ.ἄ. Τ' ἀκοῦμε, καί τά βλέπομε καθημερινά. 
Όμως: Τα κακά αὐτά, ὅσο φοβερά καί ἄν εἶναι, ὠχριοῦν (!) μπρός στό ἕνα καί μοναδικό κακό, πού ἔγινε ποτέ στον κόσμο: 
Στο ἁμάρτημα τῶν πρωτοπλάστων. 
Ἡ ἁμαρτία αὐτή σάν μιά πολύτεκνη μητέρα «γέννησε» τα τόσα πολλά και φοβερά δεινά, πού βασανίζουν τον κόσμο μας. 
Ας δοῦμε, πως συνέβη. 
Τί θα λέγαμε, ἄν κάποιος συνετός ἄνθρωπος, ἄφηνε τήν πολυτελεστάτη βίλλα του γιά ἕνα ὀρνιθῶνα ἤ κοτέτσι; Δέν θά ἀπορούσαμε γιά τήν ἐπιπολαιότητά του, τήν βλακεία του αὐτή; 
Αν μᾶς σκανδαλίζει τό γεγονός αὐτό, ἄς φαντασθοῦμε πόσο μᾶς σκανδαλίζει, τό πῶς οἱ ἅγιοι καί θεόπτες ἔνδοξοι πρωτόπλαστοι, αντί γιά τόν πανέμορφο Παράδεισο προτίμησαν ἀγκάθια καί τριβόλους. 
Πῶς τά «κατάφεραν» καί ἔχασαν τόν Παράδεισό τους. Πῶς; 
Από τόν παράδεισο δέν βγῆκαν από μόνοι τους. Τούς ἔβγαλε ὁ διάβολος[1].
Ὅμως: Τό νά βγάλει ἀνθρώπους ἀπό τόν Παράδεισο (καί ὄχι ἀπό τήν Κόλαση), ἦταν ἄκρως δύσκολο. Καί ἡ δυσκολία γινόταν ακόμα πιό μεγάλη, γιατί δέν εἶχε να κάνει μέ ἁπλούς ανθρώπους, ἀλλά μέ ἀνθρώπους που στολίζονταν ἀπό τό θεῖο φῶς καί ἀπό τήν σοφία τοῦ Θεοῦ. Δέν εἶχε δηλαδή να κάνει μόνο μέ θεόπτες, ἀλλά καί μέ σοφούς ἀνθρώπους. 
Ἴσως πρώτη φορά στην «καριέρα» του βρέθηκε σε τέτοια δυσκολώτατη περίπτωση. Γι' αὐτό, ἔβαλε κάτω ὅλη του την πανουργία, καταστρώνοντας τό σατανικό του σχέδιο. 
Το σχέδιο προέβλεπε: 
• Νά μήν ἐμφανισθεῖ στόν ἄνδρα ('Αδάμ), ἀλλά στήν γυναίκα (Εὔα). 
• Νά τήν ξεγελάσει μέ «γλυκόλογα». 
• Να χρησιμοποιήσει σάν ὄργανο τό φίδι. 
Το φίδι: Σήμερα, καί μόνο πού ἀκοῦμε τή λέξη «φίδι», δέν νοιώθομε εὐχάριστα. Όμως τότε τό φίδι ἦταν οἰκεῖο, φίλος πρός τόν ἄνθρωπο. Καί ὄχι μόνο. Αλλ' εἶχε καί κάτι, πού δέν εἶχε κανένα ἄλλο πλάσμα: «ἦν φρονιμώτατον πάντων τῶν θηρίων τῶν ἐπί γῆς» (Γεν. 3:1). Ήταν τό πιό ἔξυπνο ἀπ' ὅλα τά ζῶα τοῦ Παραδείσου. 
Καί ὁ παμπόνηρος, προκειμένου να σιγουρευθεῖ καί νά κάνει καλά τήν δουλειά του, τό μεταχειρίσθηκε σάν ὄργανό του. 
Στήν Εὔα: Ζύγισε (ὁ διάβολος) τόν 'Αδάμ, ζύγισε καί τήν Εὔα. Καί εἶδε πώς ἡ γυναίκα ἔχει πολύ συναίσθημα. Ενθουσιάζεται καί παρασύρε ται πολύ πιό εὔκολα ἀπό τόν ἄνδρα. Γι' αὐτό, προτίμησε να μιλήσει στήν Εὔα. Καί μάλιστα τή στιγμή πού ἦταν μόνη της. (Δέν ἐνόχλησε καθόλου τόν Αδάμ. Εἶχε ἐμπιστοσύνη στην Εὔα.) 
Τα «γλυκόλογα»: Το πιο κρίσιμο σημεῖο τῆς ὅλης ὑποθέσεως, ἦταν πῶς θά μιλοῦσε στήν σοφή καί ἁγία Εὔα. Τί ἀκριβῶς θά τῆς ἔλεγε, προκειμένου να πετύχει τον στόχο του. Καί μία λέξη ἄν τοῦ ξέφευγε, ἡ Εὔα ἦταν σε θέση να καταλάβει, ἤ ἔστω νά ὑποψιασθεῖ, πώς κάτι δέν πάει καλά. Γι' αὐτό ὁ πονηρός ἦταν ἐδῶ πολύ προσεκτικός. Κάθε λόγος πού ἔβγαινε ἀπό τό βρώμικο στόμα του, ἦταν «ζυγισμένος». 
Ρωτᾶ τήν Εὔα: 
«Γιατί ὁ Θεός σᾶς ἀπαγόρευσε να φᾶτε ἀπό ΚΑΘΕ δένδρο τοῦ παραδείσου;» (Γεν. 3:1). 
Μέ τήν ἐρώτηση «γιατί ὁ Θεός;» δείχνει, πώς τάχα νοιάζεται γιά τήν Εὔα. Εμφανίζεται δηλαδή σάν κηδεμόνας της ( ̔́Αγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Ὁμιλ. ΙΣΤ. εἰς Γεν.). Αὐτό καί μόνο θά ἔπρεπε νά ἐξοργίσει τήν Εὔα. Καί νά πεῖ στόν διάβολο: «Πῶς τολμᾶς καί ἐκστομίζεις τέτοια πράγματα γιά τόν Πλάστη καί Θεό μου; Πῶς;». Αλλ' ἡ Εὔα παγιδεύθηκε. Δελεάσθηκε ἀπό τό «ἐνδιαφέρον» τοῦ διαβόλου. Καί ἄνοιξε μαζί του συζήτηση. 
- Από τόν καρπό κάθε δένδρου (λέει στον διάβολο) μποροῦμε νά φάμε. Από τόν καρπό του δένδρου πού εἶναι στη μέση τοῦ Παραδείσου, διέταξε νά μήν φάμε, γιά νά μήν πεθάνομε (Γεν. 3:3). 
Καί ὁ παμπόνηρος τῆς ἀπαντᾶ: 
-  Ὄχι! Δέν θά πεθάνετε, ἅμα φᾶτε. Σᾶς ἀπαγόρευσε να φάτε, γιατί ἤξερε, ὅτι τήν ἡμέρα πού θά φᾶτε, θά ἀνοίξουν τα μάτια σας. Καί θά τοῦ 'μοιάσετε. Καί θά γνωρίσετε το κακό καί τό καλό! (Γεν. 3:5) 
Τρία εἶναι ἐδω τά ἀξιοπρόσεκτα σημεία: 
• Ὁ μέν Θεός εἶπε στους πρωτοπλάστους, πώς ἅμα φᾶνε ἀπό τό ἀπαγορευμένο δένδρο θά πεθάνουν, ὁ δέ διάβολος λέει στην Εὔα τό ἀντίθετο: «.....θεοί ἔσεσθε» (Γεν. 3:5). Θα γίνουν θεοί, πού ποτέ δέν θά πεθαίνουν. 
Ἔπρεπε νά βρεῖ κάτι, πού νά ἐρεθίσει τήν γυναικεία ματαιοδοξία. 
• Ὁ διάβολος είχε σά στόχο να βγάλει τους πρωτοπλάστους ἀπό τόν Παράδεισο. Αλλ' αὐτό δέν τό ἀπεκάλυψε στην Εὔα. Δέν τῆς εἶπε ὠμά καί καθαρά «πρέπει νά βγεῖς ἀπό τόν Παράδεισο». Ἤξερε πώς, ἄν τῆς τό ἔλεγε, θά ἀπετύγχανε παταγωδῶς. Γι' αὐτό καί τό ἀπέκρυψε. 
Οἱ πρωτόπλαστοι δηλαδή ἔμειναν μέ τήν ἐντύπωση, πώς θά εἶναι στον Παράδεισο, και μάλιστα σάν θεοί![2] 
• Ο παμπόνηρος δέν ἐστράφη εὐθέως ἐναντίον τοῦ Θεοῦ. Δέν Τόν κακολόγησε. Δέν εἶπε στήν Εὔα πώς ὅποιος σᾶς ἀπαγορεύει νά φᾶτε ἀπό τόν καρπό αὐτό, εἶναι φθονερός κ.ἄ. γιά νά μή φανεῖ (ἐξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος), πώς ὁμιλεῖ ὡς ἐχθρός, ἐνῶ αὐτός προσποιεῖτο, πώς μιλοῦσε ὡς σύμβουλος και κηδεμόνας. Αν κατηγοροῦσε τόν Θεό, θά ἔβαζε τήν Εὔα σέ ὑποψίες. Όμως μέ τά λεγόμενά του ἄφησε νά ἐννοηθεῖ, πώς ὁ Θεός εἶναι φθονερός, πονηρός κ.ἄ. (Ὁμιλ. Β', Περί Ειμαρμένης καί Προνοίας). Καί ἔτσι τους ξεγέλασε... 
«Καί εἶδεν ἡ γυνή, ὅτι καλόν τό ξύλον εἰς βρῶσιν» (Γεν. 3:6). 
Τό ἀπαγορευμένο δένδρο δέν διέφερε σε τίποτε ἀπό τ' ἄλλα δένδρα τοῦ Παραδείσου. Δέν εἶχε κάτι τό ξεχωριστό, ὥστε νά προκαλεῖ. Καί ὅμως ἡ Εὔα τώρα το λιγουρεύεται. 
Γιατί ἄραγε; Δέν τό ἔβλεπε καί πρίν; Βεβαίως καί τό ἔβλεπε. Όμως πρίν τό ἔβλεπε ἀδιάφορα. Η σκέψη της δέν «κολλοῦσε» πάνω του. Τώρα, καί ὑπό τήν ἐπήρεια τοῦ διαβόλου, τό βλέπει μέ ἄλλο μάτι. Η σκέψη της «κόλλησε» σ' αὐτό. Τό περιεργάζεται. Ἡ φαντασία της ὀργιάζει.[3] 
Αποφασίζει να το φάει. 
Κάπου ἐκεῖ κοντά βρίσκονταν καί ὁ ἄνδρας Καί σάν καλή σύζυγος, θά ἔπρεπε νά τοῦ ἐκθέσει τό σκεπτικό της. Να το συζητήσει μαζί του, να ζητήσει την γνώμη του. 
Τόν περιφρόνησε. Τῆς καρφώθηκε ἡ ἀπατηλή ἰδέα, πώς ἡ σκέψη της, είναι τετραγωνικά σωστή. Δέν χρειάζεται τήν ἄποψή του. 
Κάνει τα πρώτα βήματα. Ἡ εὐαίσθητη συνείδησή της ἀντιδρᾶ. Ὅμως μεθυσμένη ἀπό τή ματαιοδοξία, δέν δίνει σημασία. Προχωρεῖ. Φθάνει στό ἀπαγορευμένο δένδρο. Απλώνει τρέμοντας τό χέρι της. Αρπάζει τόν καρπό καί τόν καταβροχθίζει... 
Γεύεται ἤδη τούς πικρούς καρπούς τῆς ἁμαρτίας: Τύψεις. Ενοχές. Παρόλα αυτά θέλει να μπλέξει καί τόν σύζυγό της! 
Τόν πλησιάζει ταραγμένη. 
Ο Αδάμ βλέπει τώρα μιά ἀλλοιώτικη Εὔα. Πρώτη φορά βλέπει τη γυναίκα του τόσο διαφορετική. Παρόλο αυτό, δέν προβληματίσθηκε. Ἔφαγε κι' αὐτός ἀπό τό ἀπαγορευμένο δένδρο. 
• «...διηνοίχθησαν οἱ ὀφθαλμοί τῶν δύο, καί ἔγνωσαν ὅτι γυμνοί ἦσαν» (Γεν. 3:7). 
Μά καί πρίν ἦσαν γυμνοί (Γεν. 2:25). Πῶς τώρα «ἀνεκάλυψαν» τήν γύμνια τους; 
Πρίν τό γυμνό τους σῶμα εἶχε σάν κάλυμμα τό θεῖο φῶς. Αμαρτάνοντας, ἔχασαν τό θεῖο φῶς. Ἔχασαν τήν ἄϋλη στολή. Ξεγυμνώθηκε δηλαδή ἡ ψυχή της. Καί ὅταν ξεγυμνώνεται ἡ ψυχή, ξεγυμνώνεται καί τό σῶμα. 
«...καί ἔρραψαν φύλλα συκῆς, καί ἐποίησαν ἑαυτοῖς περιζώματα». 
Εἶδαν τό σῶμα τους γυμνό, και ντράπηκαν. Σάν ἀνδρόγυνο ντρεπόταν ὁ ἕνας να κοιτάξει τόν ἄλλο. Καί ἡ ντροπή ἔφερε αυτόματα τήν συγκάλυψη. Κάλυψαν (ἐνστικτωδῶς) τά «ἀπόκρυφα» μέλη του σώματος (δείχνοντας μ' αὐτό πώς τό «μυαλό» τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἀνθρώπου στρέφεται γύρω ἀπό τήν περιοχή αυτή...). 
Ὁ Φιλάνθρωπος Θεός «κινεῖ γῆ καί οὐρανό» γιά νά τούς ὁδηγήσει στη μετάνοια, μέ ἀπώτερο σκοπό νά μή χάσουν τόν Παράδεισο. Προσποιεῖται ἄγνοια γεγονότων. Μήπως καί φιλοτιμηθοῦν καί ὁμολογήσουν τό ἁμάρτημά τους. Τρεῖς φορές (δύο τόν 'Αδάμ καί μία τήν Εὔα) τούς κάλεσε μέ τρόπο σέ μετάνοια, ἀλλά καί στίς τρεῖς φορές ἀπέρριψαν τήν πρόσκληση. Τέτοια πώρωση. Πρώτη κλήση: «Αδάμ, ποῦ εἶ;» (Γεν. 3:10) 
Πόσο στοργικά. Πόσο διακριτικά τοῦ ὁμιλεῖ ὁ Θεός. Δέν τοῦ λέει «Βρέ ἁμαρτωλέ, τί ἔκανες;», ἀλλά «Ἀδάμ, ποῦ εἶ;». Τόν καλεῖ μέ τό ὄνομά του. Καί χωρίς νά τόν ἐλέγχει γι' αὐτό πού ἔκανε. Διότι: 
• Ο Αδάμ εἶναι πληγωμένος ἀπό τό βέλος τῆς ἁμαρτίας. Βρίσκεται δηλαδή σέ ἄσχημη ψυχολογική κατάσταση. Καί ὁ  ̓Αγαθός Θεός σάν σοφός παιδαγωγός δέν θέλει, ἐλέγχοντάς τον, νά τοῦ ἐρεθίσει τήν πληγή. 
«Ποῦ εἶ;» Οἱ δύο αὐτές λεξούλες σέ μᾶς δέν λένε τίποτε. Όμως στόν ἔνοχο 'Αδάμ, λένε πολλά. Τόν κάνουν να σκεφθεῖ τήν ἁμαρτία του, ἀνοίγοντας ἔτσι τήν ὁδό τῆς μετανοίας. Γνωρίζοντας δηλαδή ( ὁ Θεός) πόσο δύσκολο είναι γιά τόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ (καί γιά τόν κάθε ἁμαρτωλό), να ὁμολογήσει τό ἁμάρτημά του, προσπαθεῖ μέ τόν τρόπο του αὐτό νά τοῦ δώσει θάρρος μήπως και ἀνοίξει τήν καρδιά του. 
Ἀλλά ὁ  ̓Αδάμ (πού ἄστραφτε σάν τόν ἥλιο) μένει ἀσυγκίνητος. Καί ὄχι μόνο. Αλλά προσπαθεῖ μέ ψεματάκι να ξεγελάσει τόν Θεό: «Ακουσα τήν φωνή σου καί  φοβήθηκα. Είμαι γυμνός και κρύφθηκα» (Γεν. 3:10). 
Ω, τῆς πωρώσεως. Ὁ Θεός τόν καλεῖ σέ μετάνοια κι ̓ αὐτός τρέχει να κρυφθεῖ ἀπό τόν Θεό,[4] πού εἶναι πανταχοῦ παρών. 
Τόν ξευτέλισε, τόν μώρανε ἡ ἁμαρτία. 
Δεύτερη κλήση: Καί ὁ Φιλάνθρωπος Θεός, παρόλο πού βλέπει τόν 'Αδάμ νά Τόν κοροϊδεύει ἐν ψυχρῷ, ἐξακολουθεῖ νά τοῦ ὁμιλεῖ ἤρεμα καί στοργικά. (Σκοπός του εἶναι πῶς νά μαλακώσει τήν ψυχή του, καί ὄχι πῶς νά τήν σκληρύνει πιό πολύ· πῶς νά σώσει τό ἀπολωλός καί ὄχι πῶς νά το μαστιγώσει.) 
- «Ποιός σοῦ εἶπε (λέει στον 'Αδάμ), πώς εἶσαι γυμνός; Εκτός ἐάν ἔφαγες ἀπό τό δένδρο πού σοῦ ἀπαγόρευσα να φᾶς...». 
Τώρα ὁ Θεός τόν εὐκολύνει ἀκόμα περισσότερο. «Εκτός ἐάν ἔφαγες...», τοῦ λέει. 
Ἐδῶ ὁ  ̓Αδάμ «στριμώχθηκε». Τί νά ἔλεγε; Πώς δέν ἔφαγε; Μά ὁ Θεός ἤξερε τα πάντα. Ὅμως ἡ ἀμετανοησία του βρῆκε και πάλι τρόπο να ξεφύγει. Ομολόγησε ἐμμέσως ὅτι ἔφαγε, πλήν ὅμως δέν ἔδειξε μετάνοια. Είπε στο Θεό: 
- «Ἡ γυναίκα πού μοῦ ἔδωσες, αὐτή μοῦ ἔδωσε νά φάω». 
«Πού μοῦ ἔδωσες», τοῦ εἶπε. Σά νά τοῦ ἔλεγε: «Φταῖς ἐσύ, καί ἡ γυναίκα μου. Εγώ είμαι ἀθῶος». 
Τρίτη κλήση: Ἡ Εὔα παρακολουθοῦσε ἐναγωνίως τήν κρίσιμη αυτή συζήτηση. Καί ἔβλεπε, πώς ὅπου νάναι, θα 'ρθεῖ καί ἡ δική της ἡ σειρά γιά «ανάκριση». Μέσα της, λοιπόν, «δούλευε» τήν ἀπάντηση, πού θά ἔδινε στόν Θεό. 
Ὁ Ἀγαθός Θεός τήν πλησιάζει· τήν ρωτά μέ στοργή καί μέ διάκριση, μήπως καί συγκινηθεῖ: 
- Γιατί τό ἔκανες αὐτό; 
Κι' αὐτή Τοῦ ἀπάντησε «ξερά»: 
- Το φίδι μέ ἐξαπάτησε. 
Ο Αδάμ παρέπεμψε τόν Θεό στην Εὔα, κι' αὐτή στο φίδι. Ὁ Παντοκράτωρ Κύριος καταδέχθηκε καί παίχθηκε «μπαλάκι» ἀπό τά πλάσματά Του. Από ἀγαθότητα καί Φιλανθρωπία. Μήπως καί μετανοήσουν. Αλλ' οὔτε ὁ  ̓Αδάμ μετάνοιωσε, οὔτε καί ἡ Εὔα. Ηταν καί θεόπτες. 
Ας σκεφθοῦμε πόσο δύσκολο είναι να μετανοιώσει ὁ ἁμαρτωλός, πού οὔτε θεόπτης εἶναι, οὔτε καί πεῖρα Παραδείσου ἔχει. Καί ὅμως ὀφείλει να μετανοήσει. Διαφορετικά, θα μείνει εκτός τοῦ Παραδείσου. 
Κάποτε μιά γάτα (λέει ἕνας μύθος τοῦ Αἰσώπου) ἀποφάσισε να παντρευθεῖ. Ἔφθασε ἡ ὥρα τοῦ γάμου. Ήρθαν καί οἱ καλεσμένοι. Ἡ γάτα καμάρωνε, ντυμένη στα νυφικά. Και ξαφνικά μυρίζεται ἕνα ...ποντίκι! Τώρα ξεχνᾶ τούς πάντες καί τα πάντα. Κάπου, σέ μιά γωνιά, βλέπει τό ποντίκι. Ντυμένη στά νυφικά, τρέχει γιά νά τό συλλάβει. Τό ποντίκι σαστισμένο πηγαίνει πέρα-δῶθε. Τό ἴδιο καί ἡ γάτα -νύφη. Κι ὁ γάμος διαλύθηκε... 
Κάτι ανάλογο συνέβη καί μέ τούς πρωτοπλάστους. Ἡ ψυχή τους είχε συνάψει γάμο μέ τόν Επουράνιο Νυμφίο. Όμως παρασύρθηκαν ἀπό τήν φιληδονία (ἀπό τήν βρώση τοῦ ἀπαγορευμένου καρποῦ), ξευτελίσθηκαν, καί διαλύθηκε ὁ γάμος τους. 
Ανθρωποι σάν τούς πρωτοπλάστους ὑπάρχουν πάντοτε. Καί σήμερα. 
«Αδάμ ποῦ εἶ;» Ἔτσι ἀναζητοῦσε ὁ Θεός τόν ἁμαρτωλό 'Αδάμ, καλώντάς τον σέ μετάνοια. Καί ὁ Θεός «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι» (Α' Τιμ. 2:4). Αρα, ὅπως νοιάζονταν γιά τήν σωτηρία τῶν πρωτοπλάστων, νοιάζεται καί γιά τήν σωτηρία πάντων τῶν ἀπολωλότων προβάτων. Τα ἀναζητεῖ, τά «καλεῖ κατ' ὄνομα» (Ἰωάν. 10:3). 
Καί σένα, πού εἶσαι στήν ἁμαρτία, ὁ  ̓Αγαθός Θεός σέ προσκαλεῖ κοντά Του, καλώντας σε μέ τό ὄνομά σου: «...ποῦ εἶσαι;». 
Λοιπόν, τί κάνεις; Μιμείσαι μήπως τούς ἀνοήτους πρωτοπλάστους πού ἔτρεχαν να κρυφθοῦν, ἐμπαίζοντας τόν Κύριο;



[1]  Καί γιατί νά τούς βγάλει από τον Παράδεισο; Τί κακό τοῦ ἔκαναν;. Δέν ἄντεχε νά τούς βλέπει στον παράδεισο. Φθόνησε τη δόξα τους, Ἔσκαζε ἀπό τό κακό του. 

[2] Ὁ διάβολος εἶναι ὁ ἴδιος (καί χειρότερος...). Ὅ,τι ἀπάτη ἔκανε στούς Πρωτοπλάστους, προσπαθεῖ νά κάνει καί στούς Χριστιανούς. Προκειμένου δηλαδή νά τούς κάνει να χάσουν τήν ψυχή τους, δέ τούς λέει ὠμά καί καθαρά «φύγετε ἀπό τόν Χριστό, και πηγαίνετε στην Κόλαση», γιατί κάτι τέτοιο ποτέ δέν θά τό ἔκαναν· ( ̔́Αγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, Περί είμαρμένης και Προνοίας, Β'). Τούς ἀφήνει νά πιστεύουν στον Χριστό, νά εἶναι ἐντός τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά τούς κάνει νά ἀσχολοῦνται μέ ὅλα τά θέματα, ἐκτός ἀπό τό πῶς νά σώσουν τήν ψυχήν τους! 
«Κακούργως», ὕπουλα τούς ἐξαπατά· χωρίς δηλαδή νά τό ἔχουν ὑποψιασθεῖ, τούς ὁδηγεῖ μακράν τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ! «οὐκ εἰδότας αὐτούς ἐξαιρεῖ τῆς αἰωνίου ταύτης κληρονομίας» (Αὐτόθι). 

[3] Ἡ ἁμαρτία δέν ξεκίνησε ἀπ ̓ ἔξω (ἀπό τόν καρπό), ἀλλά ἀπό μέσα, ἀπό τήν σκέψη. Ἡ σκέψη ἔφερε τήν ἁμαρτία καί ὄχι ὁ καρπός αυτός καθ' ἑαυτός. 
Με άλλα λόγια, δέν φταίνε τα «πράγματα» πού ἁμαρτάνουν οἱ ἄνθρωποι (τό χρῆμα, τό κρασί, ἡ σάρκα κ.λ.π.), ἀλλά φταίει ἡ ἐσωτερική κακή σκέψη, διάθεση. 

[4] Ο Αδάμ, ὅσο ἦταν καθαρός, δέν εἶχε πρόβλημα μέ τόν Θεό. Ἔτρεχε κοντά Του, λαχταρώντας νά Τόν δεῖ. Όμως τώρα, πού λερώθηκε ἀπό τήν ἁμαρτία, νοιώθει ντροπή καί φόβο νά Τόν ἀτενίσει. Καί τρέχει να κρυφθεῖ! Κι' αὐτό σημαίνει: 
• Δέν φταίει ὁ Θεός πού οἱ ἄνθρωποι ἀπομακρύνονται ἀπό κοντά Του, ἀλλά ἡ ἁμαρτία. 
• Δέν φταίει ἡ Ἐκκλησία, πού οἱ ἄνθρωποι (ιδιαίτερα οἱ νέοι) φεύγουν μακριά της, ἀλλ ̓ ἡ ἁμαρτία. 
• Δέν φταῖνε οἱ ἱερεῖς, πού οἱ ἄνθρωποι δέν ἐξομολογοῦνται, ἀλλ ̓ ἡ ντροπή καί ἡ ἀκαθαρσία τῆς ἁμαρτίας. 

 


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top