Προς τις Εκκλησίες του Χριστού

Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σκληρό ιστορικό γεγονός. Για διάφορους λόγους, η Εκκλησία απορρίπτεται. Μια χούφτα ανθρώπων χωρίς κανένα ιστορικό έρεισμα διακηρύσσουν το μήνυμά τους μπροστά σε έναν εχθρικό κόσμο. Ακριβέστερα, πρόκειται για τη μετακωνσταντίνεια εποχή. Ο κόσμος δεν είναι πλέον ειδωλολατρικός, διότι έχει γίνει βαθιά άθεος. Ακούει άλλα ευαγγέλια και άλλους προφήτες. Δυναμικές δυνάμεις εισέρχονται σε αυτό το παιχνίδι, προσπαθώντας διαρκώς να ενσωματώσουν στον κόσμο νέες κυρίαρχες αντιλήψεις, ασυμβίβαστες με τη χριστιανική ηθική.
Μπροστά σε κάθε διακήρυξη του υπερβατικού, το σκεπτικιστικό πνεύμα των ανθρώπων αναρωτιέται: «Τι είναι η αλήθεια;». Ο Πιλάτος περιφρονούσε την ιουδαϊκή νοοτροπία. Πολύ περισσότερο έχει δίκιο ο σημερινός κόσμος όταν περιφρονεί τον ιστορικό χριστιανισμό, του οποίου το πρόσωπο είναι χαραγμένο από τόσες προδοσίες.
Ο Θεός δεν βρίσκει πλέον στη θερμή και παλλόμενη πραγματικότητα της ζωής ούτε μία ψυχή αρκετά καθαρή και ανιδιοτελή για να παραλάβει το μήνυμά Του. Επειδή τα πάντα έχουν συμβιβαστεί με τόσο αποκρουστικό τρόπο, οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί: η Εκκλησία κρίνεται από τον κόσμο. Οι χριστιανοί έκαναν τα πάντα για να αποστειρώσουν το Ευαγγέλιο· θα έλεγε κανείς ότι το βύθισαν σε κάποιο εξουδετερωτικό υγρό. Ό,τι χτυπά, αναστατώνει και ανατρέπει έχει αμβλυνθεί. Ο άνθρωπος απορρίπτει μια θρησκεία που έγινε ακίνδυνη, επίπεδη, χλιαρή και λογική. Η φράση-κλειδί «Ο Θεός δεν μας ζητά τόσα πολλά» χαλά το αλάτι του Ευαγγελίου, δηλαδή τη φοβερή φρενίτιδα του Κυρίου, ο οποίος μας ζητά το αδύνατο. Το Ευαγγέλιο δεν συναντά παρά μόνο την πλήρη αδιαφορία· η φωνή του αντηχεί στο κενό, περνά δίπλα και τίποτε δεν τη συγκρατεί.
Η Εκκλησία δεν είναι πλέον όπως στους πρώτους αιώνες — η θριαμβευτική πορεία της Ζωής ανάμεσα στα νεκροταφεία του κόσμου. Όλοι οι πρόσφατοι θεολογικοί ορισμοί μιλούν για τη φύση της Εκκλησίας ως για κάτι εκπληκτικά στατικό και εγωκεντρικό· παρουσιάζεται ως τόπος αυτοτροφοδοσίας, ως σύναξη που τρέφεται η ίδια. Έχοντας χάσει την αποστολική ιδέα του Σώματος, του οργανισμού που ζει από την πραγματική παρουσία του Χριστού (εκείνου του Χριστού που δεν ήρθε ούτε για τους Αποστόλους ούτε για μια ενοριακή σύναξη), η Εκκλησία δεν υπάρχει πλέον σε σχέση με τον κόσμο. Παράδοξα, η χριστιανική πίστη χάνει έτσι την ιδιότητα του προζυμιού· δεν εξασφαλίζει πλέον το φούσκωμα κανενός ζυμαριού· οι χριστιανοί δεν έχουν πλέον ιεραποστολικό αίσθημα· δεν ξέρουν πια να συμπεριφέρονται ως πρεσβευτές, ως απεσταλμένοι. Η ζωή περιστρέφεται σε κλειστό κύκλωμα! Ύστερα από δύο χιλιετίες ιστορικού χριστιανισμού, η πιο τρομερή κριτική που μπορεί να απευθύνει ο κόσμος στην Εκκλησία είναι ότι έγινε ένας πιστός καθρέφτης μέσα στον οποίο ο κόσμος εμφανίζεται ως η ίδια του η χριστιανική αίρεση, σάρκα από τη σάρκα της Εκκλησίας.
Ο χριστιανισμός, ακολουθούμενος από ολόκληρο τον κόσμο, εγκαταστάθηκε στο ρήγμα μεταξύ θεότητας και ανθρωπότητας. Σύμφωνα με τη θεμελιώδη χριστολογική διατύπωση της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου στη Χαλκηδόνα, η ανθρώπινη και η θεία φύση ενώθηκαν στον Χριστό ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Αν όμως στη θεολογία ο θεϊκός μονοφυσιτισμός υποτιμά το ανθρώπινο (μαρτυρία αυτού είναι η τραγική απουσία μιας χριστιανικής ανθρωπολογίας), ο ανθρώπινος μονοφυσιτισμός εκπίπτει σε διάφορες μορφές ανθρωπισμού, φθάνοντας να απομονώσει και κατόπιν να καταργήσει τη θεότητα. Εκείνο όμως που είναι απείρως σοβαρότερο είναι ότι κάθε αίρεση της σκέψης είναι προϊόν μιας υπαρξιακής αιρέσεως. Ο Άρειος ήταν στην προσωπική του ζωή οπαδός ενός ιουδαΐζοντος μονοθεϊσμού και από εκεί ξεκίνησε η θεολογική του αίρεση. Οι σημερινοί χριστιανοί είναι αιρετικοί στη ζωή τους και κάνουν θεολογία ευνούχων («Μπορούν οι ευνούχοι να μιλούν για γέννηση;» αναρωτιόταν ο Άγιος Αθανάσιος)· ακόμη και όταν είναι ορθή, μια τέτοια θεολογία μυρίζει θάνατο.
Βλέπουμε τις συνέπειες αυτού του ρήγματος ακόμη και μέσα στην παρουσία του ηρωικού έργου ευαγγελισμού που γίνεται σήμερα· τα δύο κυρίαρχα ρεύματα δεν συναντώνται. Από τη μία πλευρά βλέπουμε τις ατομικές μεταστροφές που πραγματοποιούνται ιδιωτικά, κάθετα, και γι’ αυτό παραμονεύονται από τον κίνδυνο του σεχταρισμού· από την άλλη βλέπουμε το ρεύμα που ενσαρκώνει στον κόσμο τον οριζόντιο χριστιανισμό, απειλούμενο από την εκκοσμίκευση. Εκείνο που λείπει είναι το σημείο σύνδεσης. Η σωτηρία δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο μέσα στην Εκκλησία, αλλά αυτή είναι καρφωμένη στον κόσμο, πολύ μακριά από το «Έρχου, Κύριε Ιησού!» της Αποκαλύψεως 22,20. Επειδή η πλήρης ιστορική λύση βρίσκεται πέρα από τα όρια της ιστορίας, η Εκκλησία της παρούσιας ζωής είναι η μόνη που ζει πραγματικά μέσα σε μια ιστορία ολοκληρωμένη και τελειωμένη.
Καμία αναγεννητική κίνηση δεν θα είναι αποτελεσματική και διαρκής όσο ο άνθρωπος δεν θα γίνει ζωντανό μέλος του Σώματος και οι ενορίες ζωντανοί χώροι, όπου η πληρότητα του ερχομένου Χριστού θα υπερχειλίζει την πληρότητα του ιστορικού Χριστού. Ωστόσο, η μάζα των χριστιανών ομολογεί μια θρησκεία σημαδεμένη από μια βαρύτητα που σε ωθεί στην αθεΐα, είτε μια θρησκεία φτιαγμένη από λίγα αφελή ψίχουλα αισιοδοξίας, εύκολα χαμόγελα και λήθη του θανάτου, τα οποία συνθέτουν μαζί ένα όραμα αφοπλιστικής ανοησίας.
Είναι πολύ πιθανό ότι μια ψυχανάλυση της σύγχρονης χριστιανικής νοοτροπίας θα έφερνε στο φως μία από τις βαθύτερες αιτίες της ανεπικαιρότητας του χριστιανικού μηνύματος. Ο χριστιανισμός δεν είναι διδασκαλία αλλά τρόπος ζωής, ενσαρκωμένος σε πράξεις. Η αντίδραση του απλού ανθρώπου —τυπικό προϊόν της σύγχρονης κοινωνιολογικής εξέλιξης— είναι πριν απ’ όλα αντίδραση απέναντι στο χριστιανικό γεγονός. Ο απλός άνθρωπος ακούει το χριστιανικό μήνυμα ανάλογα με το φως ή το σκοτάδι των χριστιανικών έργων. Όμως ο χριστιανικός όχλος μάς φέρνει αντιμέτωπους με ένα προφανές φαινόμενο: η χριστιανοσύνη δεν είναι καθόλου «νέα φυλή»· είναι απλώς μια ιδιαίτερη κοινωνιολογική μορφή και εδώ ανακαλύπτουμε τη σοβαρότερη εξήγηση της χριστιανικής αποτυχίας.
Η πίστη δεν είναι πλέον πηγή· έχει γίνει εποικοδόμημα, στοιχείο τοποθετημένο πάνω στις δομές του κόσμου στις οποίες εμπλέκονται οι πιστοί, και αυτή η πραγματικότητα αποτελεί εντυπωσιακό παράδειγμα κοινωνιολογικής αλλοτρίωσης. Οι ιερείς και οι ποιμένες έχουν υιοθετήσει ένα πρόσθετο λεξιλόγιο, αλλά ο τρόπος σκέψης, σύλληψης, αξιολόγησης και δράσης τους —δηλαδή ολόκληρη η συμπεριφορά τους— καθορίζεται κοινωνιολογικά. Η «ενότητα» της Εκκλησίας υπερασπίζεται την ιδιωτική ιδιοκτησία ή την κολεκτιβοποίηση· για άλλους το δαιμονικό στοιχείο ταυτίζεται με τον «σοσιαλισμό», για άλλους με τον «καπιταλισμό». Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι πλέον παρά μια ηθική ή «εργαλειακή» κατηγορία προπαγάνδας, ένα στοιχείο που στεφανώνει το οικοδόμημα.
Ένας στωικός ή ένας άθεος δεσμεύονται κι αυτοί στο όνομα ορισμένων ηθικών πεποιθήσεων. Γι’ αυτό όλες οι χριστιανικές αρετές καταρρέουν μπροστά στο ερώτημα: «Μήπως δεν κάνουν και οι εθνικοί το ίδιο;» (Ματθαίος 5,47). Η αγιότητα δεν είναι καθόλου αρετή, αλλά αντανακλαστικό του υπερβατικού. Όταν το ηθικό ενδιαφέρον επικεντρώνεται στον Λόγο, κάθε ηθική προοπτική ανατρέπεται, διότι η χριστιανική υπερβατικότητα δεν είναι εκείνη των αιχμαλώτων υπαρξιστών μέσα σε έναν κλειστό κόσμο, αλλά εκείνη που αγκαλιάζει τον κόσμο στο σύνολό του.
Από την εποχή του Μεγάλου Κωνσταντίνου και εξής, η δύναμη της Εκκλησίας πάνω στην ιστορία δεν ασκείται ούτε πάνω από αυτήν ούτε μέσα σε αυτήν, αλλά ταυτίζεται με τις κοσμικές δομές του κόσμου. Έτσι, ο φεουδαρχικός, ο αστικός, ο προλεταριακός χριστιανισμός χάνει εντελώς τη δύναμή του να αποκαθιστά τα πάντα σε ανώτερο επίπεδο. Ο μοναχισμός είναι προϊόν μιας εξέγερσης εναντίον της αλλοτρίωσης της Εκκλησίας από την Αυτοκρατορία· μόνο ο ηρωισμός της ερήμου φαινόταν τότε ικανός να ανταποκριθεί στις απόλυτες απαιτήσεις του Ευαγγελίου. Η Εκκλησία —δυναμικό μυστήριο— νύμφη που αναμένει τον Βασιλιά της, έγινε μια «θρησκευτική κοινωνία» υποταγμένη στους νόμους της φυσικής εξέλιξης. Οι συνέπειες είναι καταστροφικές.
Η Ενανθρώπηση συγγενεύει με τον αιώνα. Ο ναός έχει γίνει μια τεράστια «ασφαλιστική εταιρεία» για την αιώνια ζωή: ελάχιστο ρίσκο (το στοίχημα του Πασκάλ), μια τεχνική παρηγοριάς βασισμένη σε «τεχνάσματα» προσαρμοσμένα σε κάθε περίπτωση. Η χριστιανική πίστη παρουσιάζεται ως ασφαλής επένδυση ζωής και η θεία κοινωνία προσφέρεται σαν ένα είδος χαπιού με βάση την αιωνιότητα. Επηρεασμένος από την αστάθεια των τρεχουσών αξιών, ο άνθρωπος προσκολλάται σε ό,τι του απομένει, δηλαδή στη «σταθερότητα» των πνευματικών αξιών· όμως αυτό αντιστρατεύεται ουσιαστικά την πνευματική τάξη: χάνοντας το κιρκεγκωριανό αίσθημα που σε κάνει να νιώθεις χίλια λεύγες κάτω από τη θάλασσα, και αναζητώντας εγγυήσεις της σωτηρίας, ο άνθρωπος τελικά υπονομεύει την ίδια τη σωτηρία. Η χριστιανική αστική τάξη έκανε το Ευαγγέλιο τη βέλτιστη προέκταση των ανθρώπινων προσδοκιών προς τον καλύτερο δυνατό κόσμο: τη Βασιλεία του Θεού. Η ευσεβιστική και γλυκερή αισιοδοξία, κενή από κάθε τραγικό βίωμα, είναι εκείνη που οδήγησε στην απώλεια τον ιστορικό χριστιανισμό. Στην πραγματικότητα, το Ευαγγέλιο είναι εκ φύσεως απροσάρμοστο και εκρηκτικό· απαιτεί μια μεταμόρφωση, μια μετάνοια που συντρίβει όχι μόνο τις ιστορικές μορφές αλλά και την ίδια την ιστορία.
Εξαιτίας αυτής της θεμελιώδους εσωτερίκευσης της αλήθειάς του, ο χριστιανισμός δεν μπορεί να παράγει δική του επιστήμη, φιλοσοφία ή πολιτική· δεν υπάρχουν χριστιανοί φιλόσοφοι, όπως δεν υπάρχουν χριστιανοί μπακάληδες. Υπάρχουν μόνο εκχριστιανισμένοι άνθρωποι που ασκούν σωστά ή λανθασμένα την τέχνη, την ιατρική ή το εμπόριο. Δεν μπορείς να αποκτήσεις χριστιανικά μαθηματικά, αλλά μπορείς να είσαι χριστιανός. Κάθε έκφραση εξαρτάται από την πηγή της, ποτέ όμως από τον σκοπό της. Ακόμη κι αν φέρεις σε ένα σπίτι ένα δοχείο με αγιασμό και κολλήσεις στον τοίχο ένα βιβλικό χωρίο, δεν θα κάνουν εκείνο το σπίτι ecclesia domestica.
Όμως ο σημερινός χριστιανός δεν είναι παρά ένας άνθρωπος που προσθέτει στο σύνολο των γνώσεών του το αξίωμα της υπάρξεως του Θεού. Η διαφορά μεταξύ πιστών και απίστων συνίσταται στο ότι οι πρώτοι είναι κάπως πιο κεκλιμένοι προς τη μεταφυσική από τους δεύτερους. Άλλοι πιστεύουν στην αλλοπαθητική, άλλοι στην ομοιοπαθητική, άλλοι τέλος εφαρμόζουν την τεχνική της προσευχής· οι κλινικές παρατηρήσεις του Καρέλ δείχνουν ότι το μυστικό στοιχείο αυξάνει την αντοχή των ασθενών· οι θεραπευτές αποδεικνύουν ότι η υγεία ωφελείται από την πίστη· το θαύμα διοχετεύεται κοινωνιολογικά και ανυψώνεται σε υγιεινο-αποδεικτική δύναμη. Στη νοοτροπία και στη συμπεριφορά των χριστιανικών μαζών δεν υπάρχει πλέον τίποτε που να βρίσκεται υπεράνω, που να υπερβαίνει το κοινότοπο, που να διακηρύσσει την υπερβατικότητα με την ίδια του την ύπαρξη. Η πίστη εμφανίζεται ως λειτουργικό στοιχείο, χαρακτηριστικό ενός τύπου ή μιας κοινωνιολογικής κατηγορίας· αυτή η πραγματικότητα αδειάζει το χριστιανικό μήνυμα από κάθε μεταμορφωτική δύναμη.
Καταλαβαίνουμε έτσι γιατί ο αποκλειστικά κοινωνιολογικός χριστιανισμός δεν μπορεί πλέον να ελκύσει. Συναντά κανείς αλλού ανθρώπους παθιασμένους, διψασμένους για μεγαλείο, που καταβάλλουν απελπισμένη προσπάθεια να φθάσουν ψηλότερα, σε αυτό που αποκαλείται ο καθαρός πυρήνας της ύπαρξης. Εντυπωσιαζόμαστε όμως όταν διαπιστώνουμε τη φτώχεια του ανθρώπινου υλικού στις ενορίες, όταν βλέπουμε τον μεγάλο αριθμό μετρίων ανθρώπων που αναζητούν αντισταθμίσματα· θα έλεγε κανείς ότι όλοι αυτοί βρίσκονται εκεί επειδή ονειρεύονται να καταλάβουν τις πρώτες θέσεις στη Βασιλεία του Θεού. «Ο Θεός εξέλεξε, όχι επειδή δεν ήξερε να επιλέξει, «τα μωρά του κόσμου εξέλεξε ο Θεός, ίνα καταισχύνη τους σοφούς» (Α΄ Κορινθίους 1,27-28). Όμως το χριστιανικό πλήθος θεωρεί τον εαυτό του πολύ σοφό όταν αποφεύγει σαν πανούκλα καθετί «μωρό», καθετί που συνεπάγεται υπέρβαση, καθετί μυστικό, δηλαδή τον ίδιο τον πυρήνα του Ευαγγελίου. Αντί να καταισχύνει τον κόσμο, συγχέεται μαζί του, μετατρεπόμενο σε αδιαφανή και άχρηστη σκόνη.
Κατά τον Μεσαίωνα, η Εκκλησία διέθετε ένα φοβερό όπλο: τον φόβο της κολάσεως. Με τον καιρό, η μυστική αντίληψη περί υπάρξεως διαλύθηκε και ο διάβολος, μαζί με ολόκληρη την κολασμένη συνοδεία του, δεν είναι πλέον παρά μια γελοία ιστορία για να αποκοιμίζονται τα παιδιά. Ο Παράδεισος επίσης δεν ανήκει πια στην πνευματική εμπειρία του ανθρώπου και γίνεται, όπως και η κόλαση, μια καθαρή αφήγηση. Όμως, ακόμη κι αν ο φόβος της κολάσεως και η μακαριότητα της Βασιλείας είναι εξωτερικά προς τον άνθρωπο, εκείνος διαθέτει ακόμη την αλήθεια ως νόημα της ύπαρξης. Και ακριβώς εκεί είναι ο σύγχρονος άνθρωπος πιο ευάλωτος, πιο εύκολα προσβάσιμος. Το κακό φράζει όλες τις διεξόδους, βασιλεύει αδιαμφισβήτητα και ανεπανόρθωτα, και ο άνθρωπος υποφέρει και κάνει και τους άλλους να υποφέρουν. Ο κόσμος έπεσε, αλλά το ύψος από το οποίο έπεσε δεν υπάρχει πλέον. Δεν υπάρχουν πλέον ένοχοι, η έννοια της αμαρτίας έχει αδειάσει από κάθε νόημα και η συγχώρηση χάνει τραγικά κάθε λόγο υπάρξεως. Κανείς δεν αναζητεί πλέον τη συγχώρηση, διότι όλοι είναι δυστυχισμένα θύματα μιας τύχης που τους έριξε σε αυτή τη ζωή· δεν τους απομένει παρά να γίνονται όλο και πιο αναίσθητοι, ξεχνώντας τον εαυτό τους· ή να ζουν υπερήφανα, έξω από κάθε Λόγο· ή να επιχειρούν τουλάχιστον την ανακατασκευή του ανθρώπινου τύπου, εκκαθαρίζοντας κάθε υπόλειμμα μεταφυσικής αγωνίας. Ο άνθρωπος ζει μέσα στην ασυνέχεια, παρασυρμένος από ένα ρεύμα με κοφτούς ρυθμούς και βυθισμένος σε μια συγκοπτόμενη διάρκεια.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ




















0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top