2. Οι ανεπάρκειες του
αθεϊσμού
Ο αθεϊσμός προβάλλει ένα
κλασικό επιχείρημα: η γνώση του Θεού προϋποθέτει το χάρισμα της πίστεως, το
οποίο κανένας άθεος δεν έλαβε. Όμως, ο λόγος του Ευαγγελίου σύμφωνα με τον
οποίο το φως του Χριστού «φωτίζει πάντα άνθρωπον ερχόμενον εις τον κόσμον» (Ιω.
1, 9) απαντά σε αυτή την ένσταση, δείχνοντάς μας ότι η απλή άρνηση να αποδοθεί
στη λογική η αποκλειστική εξουσία πάνω σε κάθε γνώση δημιουργεί στο ανθρώπινο
πνεύμα ένα άνοιγμα ικανό να προαισθανθεί, τουλάχιστον, το μυστήριο της
«ετερότητας» του Θεού. Κατά τον Πασκάλ, η διατάραξη της ισορροπίας προέρχεται
από «δύο υπερβολές: να αποκλείει κανείς τη λογική ή να μην παραδέχεται παρά
μόνο τη λογική», ενώ ο Τσέστερτον σημειώνει στο ''Η Σφαίρα και ο Σταυρός'' ότι «ο
τρελός έχει χάσει τα πάντα, εκτός από τη λογική». Αν διατηρήσουμε μόνο τη
λογική, απορρίπτοντας τη διαίσθηση, τη φαντασία και την υπερσυνείδητη θεωρητική
γνώση, τοποθετούμαστε μονομερώς στο αντικειμενοποιημένο επίπεδο των εννοιών.
Μια τέτοια εγκεφαλική αφαίρεση δεν θα αγγίξει ποτέ τη σφαίρα του Υπερβατικού,
του Ζώντος Όντος που είναι ο Θεός. Το πολύ να αρνηθεί μια θεολογική διδασκαλία,
ένα φιλοσοφικό σύστημα, μια έννοια — πράγματα χωρίς ιδιαίτερη σημασία, αφού
βρίσκονται πριν από το θείο μυστήριο.
Ο συγκεκριμένος, άμορφος αλλά πρακτικός αθεϊσμός δεν διαθέτει δικό του
μεταφυσικό περιεχόμενο και δεν προσφέρει επαρκώς καμία δημιουργική εξήγηση για
την ύπαρξη. Γι’ αυτό ο ακαδημαϊκός αθεϊσμός δεν βρίσκεται στο τέλος ενός
στοχασμού, αλλά μόνο στην αρχή του, υπό τη μορφή μιας δωρεάν διαβεβαίωσης. Η
φιλοσοφική αμφισβήτηση έρχεται μόνο εκ των υστέρων, για να δικαιολογήσει τις
θέσεις του ή να επικαλεσθεί κάποιο άλλοθι.
Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η αρχέγονη αγωνία μπροστά στον θάνατο δεν λέει
πλέον πολλά στον άνθρωπο, αφού εκείνος ασχολείται περισσότερο με πολιτικά και
οικονομικά προβλήματα. Ο Πρενάν έγραφε: «Μου συνέβη συχνά να βρεθώ σε άμεσο κίνδυνο θανάτου χωρίς να σκεφτώ ούτε για μια στιγμή την αθανασία της ψυχής».
Πρόκειται για ζήτημα ιδιοσυγκρασίας, το οποίο όμως αντανακλά συγχρόνως μια
πλήρως εκκοσμικευμένη νοοτροπία.
Απλουστευμένος κατ’ αυτόν τον τρόπο, απαλλαγμένος από κάθε μεταφυσική αναζήτηση
και κατεβασμένος στο επίπεδο των μαζών, ο επιστημονιστικός αθεϊσμός προσπαθεί
να εξηγήσει τον κόσμο χωρίς τη βοήθεια οποιασδήποτε θεότητας.
Αποκρυπτογραφώντας τα μυστικά της φύσεως, ο άνθρωπος δεν αποδεικνύει με κανέναν
τρόπο ότι ο Θεός δεν υπάρχει· απλώς παύει να αισθάνεται την ανάγκη του Θεού.
Η ηθική εγείρει εδώ μια ορισμένη δυσκολία. Πρόκειται για το πρόβλημα του ηθικού
θεμελίου και των επιταγών του. Πρόκειται επίσης, σύμφωνα με την ψυχολογία του
βάθους, για την αντίσταση του υποσυνειδήτου απέναντι στην τάξη της βουλήσεως,
γεγονός που ο Απόστολος Παύλος εξέφρασε με τον δικό του τρόπο γράφοντας: «Ου
γαρ ο θέλω ποιώ αγαθόν, αλλ’ ο ου θέλω κακόν τούτο πράσσω». Κατά τον Ζίμελ, ο
νομικιστικός ηθικισμός του Καντ, δηλαδή η αποτυχία της αυτόνομης ηθικής, είναι
εκείνος που προετοίμασε τον αμοραλισμό του Νίτσε. Ομοίως, η βαθιά πικρία των
τελευταίων έργων του Φρόυντ μαρτυρεί την κατάρρευση της ανθρωπιστικής του
ουτοπίας. Στην Κριτική του Διαλεκτικού Λόγου, ο Σαρτρ δηλώνει: «Δεν κατέληξα
πουθενά, επειδή η σκέψη μου δεν μου επιτρέπει να οικοδομήσω τίποτε...».
Μετά την αποτυχία της στο υποκειμενικό επίπεδο, το ηθικό πρόβλημα μετατοπίζεται
προς μια κοινωνική διατύπωση. Η θέση του Φόιερμπαχ (homo homini deus est) θέλει
να πει ότι, ακόμη κι αν ο άνθρωπος δεν είναι παρά ένα άτομο, το σύνολο της
ανθρωπότητας είναι θεϊκό. Παρομοίως, για τον Φρανσίς Ζανσόν, ο άνθρωπος είναι
ένα τίποτε, αλλά το όλον είναι τα πάντα. Ωστόσο, αν το άτομο είναι ένα μηδέν,
τότε το άθροισμα των ατόμων δεν είναι μάλλον ένα Μηδέν με κεφαλαίο γράμμα παρά
μια θεϊκή ολότητα;
Ο κλειστός κύκλος της ανθρώπινης καταστάσεως υπερβαίνεται μόνο από την καθαρά
«μυστικιστική» σύλληψη του μαρξισμού και της υποκατάστατης θρησκείας του, η
οποία καλείται να αντικαταστήσει την αθρησκεία. Σύμφωνα με αυτή τη διδασκαλία, ο
μαχητικός αθεϊσμός αποτελεί απλώς το προκαταρκτικό στάδιο του αγώνα, ενώ «ο
ολοκληρωμένος σοσιαλισμός δεν θα έχει πλέον ανάγκη να αρνείται τον Θεό», διότι
θα βρίσκεται πέρα από τον αντιθεϊσμό. Θα καταργήσει ακόμη και τις συνθήκες που
επέτρεψαν την πρόσβαση σε αυτή την κατάσταση πληρότητας και μαζί με αυτές κάθε
διαλεκτική επιστροφή και, συνεπώς, κάθε ενδεχόμενη επαλήθευση του ίδιου του
θεμελίου του. Όπως ο Θεός, έτσι και ο απόλυτος άνθρωπος δεν θα είναι πλέον
ικανός να θέτει ερωτήματα σχετικά με τη δική του πραγματικότητα.
Έτσι, αν στον μαρξισμό η άρνηση του Θεού είναι σε κάποια στιγμή χρήσιμη για τη
διαμόρφωση της επαναστατικής συνείδησης των προλεταρίων, σε όλο τον υπόλοιπο
χρόνο δεν μπορεί να είναι έγκυρη αυτή καθεαυτή. Το χάσμα ανάμεσα στην αρχή και
την πραγματικότητα καθιστά αδύνατη την αμοιβαία κυκλοφορία τους, και αυτή η
κραυγαλέα έλλειψη αληθινής διαλεκτικής στερεί από τη μαρξιστική απόδειξη κάθε
δύναμη φιλοσοφικής πειθούς. Ο μαρξισμός λύνει το πρόβλημα του Θεού χωρίς καν να
το έχει θέσει ορθά και το αντικαθιστά με το δικό του σύμβολο πίστεως: «Πιστεύω
στην αυτάρκη, άπειρη, αγέννητη ύλη, που διαπερνάται από μια αιώνια κίνηση».
Όμως η έννοια της αυτοκίνησης είναι, από φιλοσοφική άποψη, μία από τις
μεγαλύτερες παραδοξότητες.
Βρισκόμενοι στην κορυφή της απλοϊκής αισιοδοξίας τους, οι δογματικοί θεωρητικοί
δεν θέλουν να γνωρίζουν σε ποιο βαθμό ο αθεϊσμός είναι δύσκολος, τραγικός και
ασυνεπής. Ο Πεγκύ το διατυπώνει ως εξής: «Πράγματι, χρειάζεται να εξαναγκάζεις
τον εαυτό σου για να μην πιστεύεις...». Μόνο μια συστηματική απομυθοποίηση του
αθεϊσμού θα μπορούσε να κλονίσει τη βεβαιότητα περί της ανυπαρξίας του Θεού.
Η υπαρξιστική φιλοσοφία φαίνεται περισσότερο νοσταλγική παρά επιθετική. «Ο
άνθρωπος είναι ένας ανίσχυρος θεός», λέει ο Χάιντεγκερ. Ο καντιανός
αυστηρισμός, «σαρτρισμός*», διαστρέφει το οντολογικό επιχείρημα με μια
ανάλογη αποτυχία: ο Θεός αντιφάσκει προς το απόλυτο της ηθικής απαίτησης, άρα ο
Θεός δεν μπορεί να υπάρχει.
Κάθε αθεϊσμός που δεν υπακούει στον δικό του εσωτερικό νόμο, δηλαδή στην
απουσία απόλυτης βεβαιότητας, μετατρέπεται — ελλείψει του Απολύτου που ο ίδιος
αρνήθηκε — σε μια αθέμιτη άρνηση. Για να υπερβεί αυτή την αδυναμία,
κατασκευάζει τον δικό του μύθο. Η εσωτερική του λογική τον οδηγεί στον μαχητικό
αντιθεϊσμό, ο οποίος μαρτυρεί μια καθαρά παθολογική παθητική κατάσταση. Η
Βίβλος προσφέρει μια διαυγή οπτική, δείχνοντας ότι δεν είναι η θρησκεία αλλά,
αντιθέτως, ο αθεϊσμός που προκαλεί την αλλοτρίωση του ανθρώπινου πνεύματος.
Σύμφωνα με την ετυμολογία της εβραϊκής λέξεως, το «να μην πιστεύει κανείς»
σημαίνει να μην λέει στον Θεό «αμήν», δηλαδή να αρνείται την ύπαρξή Του.
Ιδού μια ιατρική διάγνωση: «Είπεν άφρων εν τη καρδία αυτού· ουκ έστι Θεός»
(Ψαλμ. 13, 1)· ή, όπως λέει ο άγιος Αυγουστίνος, «ο αθεϊσμός είναι η
παραφροσύνη μιας μειονότητας». Από τότε και έπειτα, επιβλήθηκε μπροστά μας με
τη μαζικότητα της ποσότητάς του. Αν, για τους ψυχολόγους, η τρέλα είναι η
απώλεια της λειτουργίας της Πραγματικότητας, τότε ο αθεϊσμός είναι η
κατηγορηματική απώλεια της λειτουργίας της υπερβατικής Πραγματικότητας.
Κατά τον απόστολο Ιάκωβο, «και τα δαιμόνια πιστεύουσι και φρίσσουσιν» (Ιακ. 2,
19). Τρέμουν επειδή έχουν την εντύπωση ότι αντιτίθενται στον Θεό. Στην
πραγματικότητα, δεν αντιτίθενται στον Θεό αλλά σε ένα αντικείμενο της φαντασίας
τους, διότι ο Θεός δεν θα μπορούσε να γίνει γνωστός ως εχθρός ή αντίπαλος. Η
προσευχή του Μανασσή λέει ότι «ο Θεός έχει σφραγίσει την άβυσσο των δαιμόνων»,
επειδή αυτοί είναι κλεισμένοι στο χάος της απουσίας του Θεού. Και ο άνθρωπος
μπορεί να κλειστεί μόνος του στην απουσία του Υπερβατικού, ενώ το τραγικό κενό
της καρδιάς του τον βυθίζει σε μια ολοένα πιο βίαιη και παράλογη άρνηση του
Θεού.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου