
Στην αρχική κατάσταση τοῦ
ἀνθρώπου ὄλες οἱ δυνάμεις του ἦταν διατεταγμένες πρός τό Θεό: μ' αυτές ὁ Ἀδάμ ἀντιλαμβανόταν
ἐν τῷ Θεῷ ὅλα τά ὄντα τῆς δημιουργίας και μέσα ἀπό τήν ἀντίληψη καθενός ἀπ' αὐτά
ἀναγνώριζε με το πνεῦμα του τούς λόγους τους ἤ τίς πνευματικές αἰτίες. Ἔτσι ἡ
αισθητηριακή αντίληψη ἦταν ὑποταγμένη στη φυσική θεωρία. Κατ' αὐτό τόν τρόπο ἔκανε
φυσιολογική, υγιή, σύμφωνη μέ τήν ἐντελέχειά τους, χρήση ὅλων τῶν δυνάμεών του,
πού ὑπεισέρχονταν στην αισθητηριακή αντίληψη καί προφανῶς ὅλων τῶν αἰσθήσεών
του· ἐπιπλέον διατηροῦσε ἔτσι καί τήν ψυχή του καθαρή, ὅπως ἐπισημαίνει ὁ Ἅγιος
Μάξιμος προσδιορίζοντας τό ἴδιο ἔργο τοῦ ἀνακαινισμένου ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου:
«διατηρεί την ψυχή του αμόλυντη ενώπιον του Θεού, αν αναγκάσει τη διάνοιά του
να σκέφτεται μόνο τον Θεό και τις αρετές Του· αν καταστήσει τον λόγο του σωστό
ερμηνευτή και εξηγητή των αρετών Του· και αν διδάξει την αίσθηση να
αντιλαμβάνεται με ευσέβεια τον ορατό κόσμο και όλα όσα υπάρχουν μέσα σε αυτόν,
αναγγέλλοντας στην ψυχή το μεγαλείο των λόγων που υπάρχουν σε αυτά.[1]». Καί μέ τήν ἴδια προοπτική ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος γράφει:
«Όταν ο νους φθάσει σε όσα είναι υπεράνω της φύσεως, οι αισθήσεις, μένοντας
σύμφωνα με τη φύση, σχετίζονται απαθώς με τα αίτια· ερευνούν μόνο τους λόγους
και τις φύσεις τους και διακρίνουν αληθινά τις ενέργειες και τις ιδιότητές
τους, χωρίς να προσκολλώνται ή να κινούνται προς αυτές με σχετικό και παρά φύση
τρόπο.[2]».
Ἀλλοῦ ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος διδάσκει ὅτι «Όλα αυτά, όταν καταμερίζονται στις
αισθήσεις στην όραση, στην ακοή, στην όσφρηση, στη γεύση και στην αφή,
κινούνται σύμφωνα με τη φύση […], επειδή το ανώτερο υπερισχύει.[3]». Καί οἱ Πατέρες στην πρώτη εὐκαιρία ὑπενθυμίζουν τη
φυσιολογική και σύμφωνη πρός τή φύση τους χρήση τῶν αἰσθήσεων. Ἔτσι ὁ Ἀθανάσιος
ὁ Μέγας προσδιορίζει «το σώμα έχει μάτια για να βλέπει την κτίση και, μέσω
αυτής της παναρμόνιας τάξης, να γνωρίζει τον Δημιουργό.[4]». Παρόμοια, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέγει: «Ο οφθαλμός
δόθηκε για να βλέπεις την κτίση και να δοξάζεις τον Δεσπότη»· ή ακόμη, ότι «ο
οφθαλμός […] δημιουργήθηκε, ώστε […] παρατηρώντας τα δημιουργήματα του Θεού, να
δοξάζει τον δημιουργό τους.[5]». Και ὁ Ἅγιος Σεραπίων στήν ἴδια προοπτική[6] ὑπενθυμίζει τούς λόγους, πού ὁ Ψαλμωδός ἀπευθύνει στο
Θεό: «Πρός Σέ ᾖρα τούς ὀφθαλμούς μου τόν κατοικοῦντα ἐν τῷ οὐρανῷ. Ἰδού ὡς ὀφθαλμοί
δούλων εἰς χεῖρας τῶν κυρίων αὐτῶν [...], οὕτως οἱ ὀφθαλμοί ἡμῶν πρός Κύριον
τόν Θεόν ἡμῶν, ἕως οὗ οἰκτειρῆσαι ἡμᾶς» (Ψαλμ. 122,1-2). Κατά τον ἴδιο τρόπο τα
ὦτα δημιουργήθηκαν «εἰς ἐπακρόασιν τῶν θείων λογίων καί τῶν τοῦ Θεοῦ νόμων»[7] καί γιά νά μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ν' ἀκούει τό Θεό μέσα ἀπ' ὅλους
τούς ήχους του κόσμου. Παρόμοια, ἡ ὄσφρηση ἐπινοήθηκε, ὥστε νά μπορεί ὁ ἄνθρωπος
να νιώθει σε κάθε ὅν, τήν «εὐωδίαν Χριστοῦ» (Β ́ Κορ. 2,15). ἡ γεύση, ὥστε νά
γεύεται σε κάθε τροφή, «ὅτι χρηστός ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33,9)· καί ἡ ἀφή ώστε, ὅταν
ψηλαφεῖ καθετί, να ψηλαφεῖ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ (πρβλ. Α ́ Ἰωάν. 1,1). Συνοπτικά, ἡ
ἐντελέχεια τῶν αἰσθήσεων εἶναι νά συμβάλουν στήν ἕνωση τῶν αἰσθητῶν
δημιουργημάτων μέ τό Θεό σύμφωνα πρός τό ἔργο, πού ὁ Θεός ὅρισε γιά τόν ἄνθρωπο,
δημιουργώντας τον[8]. Να λοιπόν, γιατί ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος γράφει: «ως […]
αισθητοί [Σ.τ.μ.: ως κτίσματα προικισμένα με αισθήσεις], [οφείλουμε] να
αντιλαμβανόμαστε σωστά τα αισθητά πράγματα και, μέσω της ομορφιάς αυτών, να
ανυψώνουμε και να οδηγούμε την αλάνθαστη γνώση προς τον Δημιουργό.[9]».
Χρησιμοποιώντας τίς αἰσθήσεις
του, ἀφοῦ προηγουμένως τίς ὑποτάσσει στό νοῦ του, πού θεωρεῖ τίς πνευματικές αἰτίες
τῶν ὄντων, ὁ Ἀδάμ ἔχει γιά τά ὄντα μιά ἀντικειμενική ἀντίληψη· «Οι αισθήσεις
[…] ερευνούν μόνο τους λόγους και τις φύσεις [των όντων] και διακρίνουν αληθινά
τις ενέργειες και τις ιδιότητές τους.», ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Νικήτας ὁ
Στηθάτος[10].
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά ἑλλήνων, 4.
ΣΕΡΑΠΙΩΝ ΘΜΟΥΕΩΣ, Πρός μονάζοντας, 10.
ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά Ελλήνων, 4. Πρβλ.
ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 20.
Περί τό ἔργο τοῦτο, πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ
ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Περί ἀπο- ριῶν, 41, PG 91, 1308.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 72.
ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά, 22.