Τό προπατορικό ἁμάρτημα εἰσάγει
μεταβολές, δημιουργεῖ ἀποκλίσεις, γεννᾶ νοσήματα στό ἐπίπεδο τῶν ψυχικῶν
δυνάμεων· ὄχι ὅμως μόνο σ' αὐτό. Οἱ σωματικές λειτουργίες καί οἱ αἰσθήσεις, ὁ
τρόπος μέ τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος χρησιμοποιεῖ τά διάφορα ὄργανα τοῦ σώματός του
καί μέσα τῆς ἀντίληψης διά τῶν αἰσθήσεων ἔχουν ἐπίσης ὑποστεῖ διαστροφή και
συνεπῶς καθίστανται ἀσθενεῖς.
Ὁ ὅλος ἄνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, συνεπῶς τό σῶμα του ὅπως καί
ἡ ψυχή του [Σ.τ.μ.: δημιουργήθηκαν], μέ τήν ἀποστολή νά ἐπιτύχουν καθολοκληρίαν
την ὁμοίωση, μέ τελικό σκοπό να θεωθοῦν πλήρως. Οἱ Πατέρες ὑπογραμμίζουν ὅτι τό
σῶμα συμμετέχει στον ενάρετο βίο· ὄχι μόνο ὑπάρχουν «σωματικές ἀρετές», ἀλλά τό
σῶμα συμμετέχει καί στίς περισσότερες ἀπό τίς ψυχικές αρετές. Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος
Παλαμᾶς παρατηρεῖ: «Ἔνια [τῶν χαρισμάτων] [Σ.τ.μ.: Αναφέρει συγκεκριμένα ὁ Ἅγιος
Γρηγόριος: τά γένη γλωσσῶν καί τίς ἑρμηνείες τους, τό λόγο τῆς διδαχῆς, τά χαρίσματα
τῶν ἰαμάτων, τά ἐνεργήματα τῶν δυνάμεων, τήν ἐπίθεση τῶν χειρῶν] καί διά τοῦ
σώματος ἐνεργεῖται»[1].
Γενικά, «συμμεταλαμβάνει καί τό σῶμα τῆς ἁγιωσύνης», μέ τίς δυνάμεις του καί
τίς ἐνέργειές του. Δρώντας σε συνεργασία μέ τήν ψυχή καί ὑπό τήν καθοδήγησή
της, δέχεται ἀπό αὐτή τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Τό σῶμα καλεῖται νά θεωθεῖ μέ τήν
ψυχή. Ὁ Ἅγιος Μακάριος γράφει: «Όπως λοιπόν ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και
τη γη για να κατοικήσει ο άνθρωπος, έτσι δημιούργησε και το σώμα και την ψυχή
του ανθρώπου ως δική Του κατοικία, για να κατοικήσει και να αναπαυθεί, σαν σε
δικό Του σπίτι, μέσα στο σώμα, έχοντας ως ωραία νύμφη την αγαπητή ψυχή, που
είναι πλασμένη κατ’ εικόνα Του.»[2].
Υπογραμμίζοντας τή θεμελιώδη ἑνότητα τοῦ σύνθετου ανθρώπου καί τήν ψυχοσωματική
ἑνότητα στό ἀνθρώπινο πρόσωπο, καθώς καί τόν κοινό προορισμό τους, ὁ Ἅγιος
Γρηγόριος Παλαμάς γράφει: «Ποιος πόνος, ποια ηδονή, και ποια κίνηση μέσα στο
σώμα δεν είναι κοινή ενέργεια της ψυχής και του σώματος; […] Υπάρχουν πράγματι
και μακάρια πάθη και κοινές ενέργειες της ψυχής και του σώματος που δεν προσηλώνουν
το πνεύμα στη σάρκα, αλλά ανυψώνουν τη σάρκα κοντά στην αξία του πνεύματος και
την πείθουν και αυτή να στραφεί προς τα άνω. Ποιες είναι αυτές; Οι πνευματικές,
που δεν πηγαίνουν από το σώμα προς τον νου […], αλλά περνούν από τον νου προς
το σώμα και το μεταμορφώνουν, μέσω αυτών των ενεργειών και παθημάτων, προς το
καλύτερο και το θεοποιούν […]. Στους πνευματικούς άνδρες η χάρη του Πνεύματος,
περνώντας μέσω της ψυχής προς το σώμα, δίνει και σε αυτό να πάσχει τα θεία και
να συμπάσχει μακαρίως με την ψυχή που έχει βιώσει τα θεία· [η ψυχή], επειδή
πάσχει τα θεία, έχει οπωσδήποτε και κάτι παθητικό επαινετό και θεϊκό· μάλλον
δε, ένα είναι το παθητικό μέσα μας και είναι από τη φύση του προορισμένο να
τελειοποιείται με αυτόν τον τρόπο. Αφού λοιπόν και το σώμα προχωρήσει σε αυτή
τη μακάρια τελείωση, θεουργείται, χωρίς τότε να κινείται από σωματικά και υλικά
παθήματα, έστω κι αν σε όσους δεν έχουν εμπειρία θα φαινόταν έτσι, αλλά μάλλον
στρέφει το σώμα προς τον εαυτό του, το απομακρύνει από τη σχέση με τα κατώτερα
και του εμπνέει από μόνο του αγιασμό και αμετάκλητη θέωση, απόδειξη που
φανερώνεται καθαρά από τις θαυματουργές σορούς των αγίων.[3]».
Μία από τις βασικότερες λειτουργίες τοῦ σώματος εἶναι να χρησιμεύει ὡς ἐργαλεῖο
γιά τήν ψυχή στα πλαίσια τῆς σχέσης της μέ τήν υλική δημιουργία: μέ τή
μεσολάβηση των σωματικῶν αἰσθήσεων ή ψυχή γνωρίζει τῶν αἰσθητῶν ὄντων καί μέσω
τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος μπορεί να συμπήξει σχέση μ' αὐτά καί νά ἐνεργεῖ πάνω σ'
αὐτά.
Ἡ ἀντίληψη μέσω τῶν αἰσθήσεων, προσφέρει τη γνώση τῶν ὑλικῶν ὄντων καί εἶναι
μιά διαδικασία ψυχοσωματική. Στη βάση τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντίληψης βρίσκεται το
αἴσθημα ἑπομένως, ἡ φυσική τροποποίηση καί μεταβολή τῆς αἴσθησης [Σ.τ.μ.: Αἴσθηση:
(α) ή καθεμιά ἀπό τίς λειτουργίες με τις ὁποῖες ἀντιλαμβανόμαστε τούς ἐξωτερικούς
ερεθισμούς, (β) ἡ ἀντίληψη μέ τά αἰσθητήρια ὄργανα, (γ) ἡ δύναμη τοῦ αἰσθά
νεσθαι. Αἴσθημα: (α) αὐτό πού γίνεται ἀντιληπτό από τά αἰσθητήρια ὄργανα, (β)
τό ἀποτέλεσμα λειτουργίας τῆς κάθε αἴσθησης] ὅταν ἔρχεται σ' επαφή μ' ἕνα ἀντικείμενο
ἤ ὅταν δέχεται ἕνα ἐρέθισμα αντίστοιχο πρός αὐτή. Μέ τό αἴσθημα μεταδίδεται
στην ψυχή μιά ἀντικειμενική πληροφορία, αναφορικά μέ τίς ὄψεις ἑνός ἀντικειμένου.
Παρεμβαίνει λοιπόν μιά δεύτερη λειτουργία στα πλαίσια τῆς ὁποίας ὅλες οἱ δυνάμεις,
πού μέσα στη ψυχή συνεισφέρουν στη γνώση, έρμηνεύουν τό αἰσθητηριακό δεδομένο.
Στα πλαίσια μιας πολύπλοκης διαδικασίας, ὅπου ὑπεισέρχονται ἡ διάνοια, καθώς
καί ἡ μνήμη, ἡ φαντασία καί ἡ ἐπιθυμία, τό ἀντικείμενο, ὅπως παρουσιάζεται μέ
τήν αἴσθηση, τοποθετεῖται στό χῶρο καί σέ σχέση πρός τά ὑπόλοιπα ἀντικείμενα· ἐπιπλέον
ὀνομάζεται, ὁρίζεται ὡς πρός τή φύση του, τό νόημα καί τή σημασία του, τή
λειτουργία καί τήν ἀξία του. Ἡ συγκεκριμένη λειτουργία, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τήν οὐσία
τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντίληψης, ξεκι νώντας μέ βάση ἕνα ἀντικειμενικό δεδομένο,
δηλαδή τό αἴσθημα δέν περιχαρακώνεται σ' αυτό οὔτε ἐξαντλεῖται στήν προσφορά
κατά κάποιο τρόπο μιᾶς περιγραφῆς, ἀλλά τό ἐπεξεργάζεται σε συνάρτηση μέ τίς ἀξίες
τοῦ γνωρίζοντος ὑποκειμένου. Καί τελικά ἡ ἀντίληψη προκύπτει περισσότερο από τοῦτο
τό τελευταῖο παρά ἀπό τό καθεαυτό ἀντικείμενο.
Γι' αὐτό τό λόγο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος μπορεῖ να γράψει, ὅτι οἱ κρίσεις
μας δέ σχηματίζονται σύμφωνα μέ τή φύση τῶν πραγμάτων, πού πέφτουν στην
αντίληψή μας, ἀλλά σύμφωνα μέ τό αἴσθημα τῆς ψυχῆς, πού τα βλέπει μέ τά μάτια[4].
Ἀπό τότε ἡ μορφή τῆς αἰσθητηριακῆς ἀντίληψης ἐμφανίζεται αναπόφευκτα
συνδεδεμένη μέ τή νοητική κατάσταση τοῦ ἀντιλαμβανόμενου υποκειμένου καί ἐξαρτᾶται
ἀπό τήν κατάσταση ὅλων τῶν δυνάμεων, πού υπεισέρχονται στη διαδικασία τῆς ἑρμηνείας,
τήν ὁποία ὑπενθυμίσαμε· τελικά ἡ αἰσθητηριακή αντίληψη εἶναι κυρίως ἑρμηνεία αὐτοῦ
πού, γενικά, γνωρίζει, καταλαβαίνει, ἐπιθυμεῖ, φαντάζεται, θυμᾶται...
[1] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 13.
[2] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙ), 49, 4.
[3] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 12.
[4] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Κατήχησις, 2, 9.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου