Οἱ Πατέρες ὑπογραμμίζουν τόν πολύ σημαντικό ρόλο, πού διαδραματίζουν οἱ δαίμονες στη διπλή αυτή σχέση φαντασίας καί παθῶν: α) εἴτε ὠθώντας τόν ἄνθρωπο να φαντάζεται ὡς ἀπάντηση στα πάθη του καί μέ τή μεσολάβησή τους, ὅπως μόλις ἐξηγήσαμε[1], β) εἴτε διεγείροντας ἄμεσα σ' αὐτόν εἰκόνες καί φαντάσματα[2] μέ σκοπό νά ἐνεργοποιήσουν τα πάθη. Στην τελευταία αὐτή περίπτωση, εἶναι ἀρκετό οἱ δαίμονες να βάλουν στό νοῦ τοῦ ἀνθρώπου, κατά τόν ὕπνο ὅπως καί κατά τήν ἐγρήγορση, εἰκόνες ἐντελῶς νέες γι ̓ αὐτόν, χωρίς καμιά σχέση μέ κάποια ἀπό τίς παροῦσες ἤ τίς προηγούμενες ἀντιληπτικές εμπειρίες του, ὄχι δημιουργημένες ἀπό αὐτόν τόν ἴδιο ἀλλ' ἐπιβαλλόμενες στο νοῦ του κατά κάποιο τρόπο[3]. Ἔχουν ὡς σχέδιο νά τόν ὁδηγήσουν στη διάπραξη νέων ἁμαρτιῶν ἤ νά τόν παρασύρουν σε πονηρούς δρόμους, πού δέν ἔχει ἀκόμη βαδίσει. Σε κάθε περίπτωση πρόκειται γιά τούς δαίμονες, πού ἐξαπατοῦν τόν ἄνθρωπο καί τόν κρατοῦν μακριά ἀπό τό Θεό.
Ἡ κυριότερη μορφή, πού παίρνουν οἱ δαιμονικές υποβολές, πού ὠθοῦν τόν ἄνθρωπο στήν ἁμαρτία[4] εἶναι οἱ φαντασιώσεις: ἂν στά ἀσκητικά κείμενα οἱ λογισμοί συχνά συνδυάζονται μέ τίς φαντασιώσεις, ἐπίσης συχνά ἀνάγονται πραγ ματικά σ' αὐτές ἤ ἔχουν σ' αυτές τήν ἀρχή καί τήν πηγή τους. Ἑπομένως, ἡ φαντασίωση ἐμφανίζεται ὡς ἡ κύρια πύλη εἰσόδου τῶν δαιμονικῶν ὑποβολῶν στήν ψυχή. Σημειώνουν οἱ Ἅγιοι Κάλλιστος καί Ἰγνάτιος Ξανθόπουλοι ὅτι ἡ φαντασία «γέφυρα των δαιμόνων, έχει ειπωθεί από τους Αγίους»[5]. Καί ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης γράφει ὅτι «μέσω ψεύτικης φαντασίας οι δαίμονες πάντοτε μας οδηγούν στο να αμαρτάνουμε.[6]», καί συνεχίζει παρατηρώντας ὅτι ὁ Σατανᾶς δέ μπορεῖ «χωρίς τους της φαντασίας λογισμούς, και τους παρουσιάζει στον νου προς ψεύτικη απάτη.[7]»
Σε κάθε περίπτωση, ἡ φαντασία ἐμφανίζεται ὡς τό κύριο ὄργανο τῆς δαιμονικῆς ἐνέργειας στήν ἀνθρώπινη ψυχή, τόσο στην κατάσταση τῆς ἐγρήγορσης ὅσο καί στόν ὕπνο[8]: μέσω τῆς φαντασίας οἱ δαίμονες ἐνοχλοῦν τόν ἄνθρωπο, ἐπιζητώντας α) νά τόν ὠθήσουν στήν ἁμαρτία και να ξυπνήσουν ἤ να διεγείρουν τα πάθη του, ὅπως ἤδη ἔχουμε δεῖ καί β) νά τόν ταράξουν καί νά τόν θορυβήσουν με πολλούς τρόπους[9], να τοῦ προκαλέσουν λύπη, στενοχώρια καί ἀγωνία[10], νά τόν ἐξαπατήσουν[11], νά τόν παραπλανήσουν μέσα από διάφορες φρεναπάτες[12] και κυρίως νά τόν ὑποδουλώσουν[13]. Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Ἱεροσολυμίτης, τῆς ἀποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στην πτώση τοῦ ἀνθρώπου ἐπισημαίνοντας: «Έτσι πάλι [ο Σατανάς] χώρισε τον Αδάμ από τον Θεό, βάζοντάς του τη φαντασία πως έχει θεϊκό αξίωμα. Και έτσι συνηθίζει ο ψεύτης και δόλιος εχθρός να εξαπατά όλους όσοι αμαρτάνουν.[14]»
Αφότου δημιουργήθηκε, ὁ Ἀδάμ εἶχε δεχτεί πειρασμούς ἀπό τόν Πονηρό καί ἑπομένως γνώριζε τίς δαιμονικές υποβολές, πού τοῦ γίνονταν πλαγίως μέ τή φαντασία. Πρίν τό ἁμάρτημα ὡστόσο, ἀρνεῖτο νά δώσει προσοχή σ' αυτές, να διαλεχθεῖ μαζί τους καί κατά μείζονα λόγο νά ἐνδώσει σ' αὐτές. Ἀγνοοῦσε λοιπόν κάθε «απρεπῆ φαντασίαν», ἡ φαντασία του ἦταν ἀδρανής ὡς πρός τό κακό. Αντίθετα, ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος εἶναι ἀνοικτός σ' αὐτές τίς ὑποβολές, μέ συνέπεια νά τίς οἰκειοποιεῖται, τρέφει μ' αυτές τή φαντασία του, δίνοντας γέννηση καί ἀναπτύσσοντας ἔτσι τήν «ἀπρεπῆ φαντασίαν», γιά τήν ὁποία μιλήσαμε προηγουμένως. Καθί σταται λοιπόν ἐντελῶς προσιτός στη δαιμονική δράση καί τ' ἀποτελέσματά της.
Κατ' αυτό τον τρόπο, οἱ Πατέρες υπογραμμίζουν τήν εὐθύνη τοῦ ἀνθρώπου[15] γιά τή διαστροφή τῆς φαντασίας του, πού συνιστᾶ τή νόσο: εἶναι σφάλμα να παραμένει πιστός στη θεία ἐντολή, σφάλμα ν' ἀτενίζει μόνο τό Θεό, σφάλμα νά ἔχει φυλάξει τήν καρδιά του από κάθε ξένο λογισμό, και συνοπτικά, εἶναι σφάλμα νά ἔχει παραμείνει ἁπλός, ἐγκρατής καί σ' ἐγρήγορση, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει καταστήσει τη φαντασία του, ἡ ὁποία τοῦ δόθηκε ὡς γέφυρα πρός τό Θεό, γέφυρα ἀπ' ὅπου διέρχονται οἱ δαίμονες.
Ὅσο ὁ πεπτωκώς ἄνθρωπος δέν ἔχει ξαναβρεῖ τή νήψη, πού χαρακτηρίζει τή φύση του στην κατάσταση τῆς τελειότητας καί τῆς ὑγείας, τόσο ἡ καρδιά του παραμένει ἀνοικτή στις πονηρές εἰσηγήσεις, τίς ὁποῖες τοῦ ὑποβάλλει ὁ ἐχθρός μέσα ἀπό τό κανάλι τῆς φαντασίας του καί ἀφήνεται να κυριεύεται νυχθημερόν ἀπό εἰκόνες, πού παρασύρουν τό νοῦ του στην ἐκτροπή καί τόν ἀλλοτριώνουν, ὁδηγούμενος καί παραμένοντας ἔτσι μακριά ἀπό τό Θεό.
Ὅσο ὁ ἄνθρωπος φαντάζεται αὐτό, πού τόν ἀποξενώνει ἀπό τό Θεό, τόσο περισσότερο φανερώνει ὅτι, πέρα ἀπό τή φαντασία του, καί ἡ ψυχή του στο σύνολό της εἶναι ἀσθενής.
[1] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 85.
[2] Πρβλ. Histoire des moines d' Egypte, Ἰωάννου Λυκοπολίτη, 19. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 85.
[3] Οἱ Πατέρες υπογραμμίζουν, ὅτι κατ' αὐτόν τόν τρόπο μπορεῖ νά ἑρμηνευθεῖ ἡ καλλιτεχνική δημιουργία.
[4] Βλέπε για παράδειγμα: ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, 67.
[5] ΚΑΛΛΙΣΤΟΣ καί ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΙ, Ἑκατοντάς πνευματική, 64.
[6] ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 118
[7] ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 14.
[8] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 213.
[9] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστολή, 10. 166. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Συλλογή συστηματική, 2, 22. ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ομιλία (Συλλογή ΙΙ), 51, 3.
[10] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 166.
[11] Πρβλ. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 174. ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙ ΤΗΣ, Περί νήψεως, 6. 14.
[12] Πρβλ. ΔΙΑΔΟΧΟΣ ΦΩΤΙΚΗΣ, Λόγος ἀσκητικός, 38.
[13] Πρβλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ, Απολογία Α ́, 14.
[14] ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 119.
[15] ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 197. Βλέπε και ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά, 5.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου