ΑΝΑΤΟΛΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Ο άγιος Παύλος αναφέρεται
στον χριστιανισμό ως σε έναν χάρτη της ελευθερίας του ανθρώπινου πνεύματος. Ο
ευαγγελικός μαξιμαλισμός καταργεί τη μετρημένη και προσεκτικά δοσολογημένη
μετριοπάθεια της μέσης οδού. «Ο Θεός δεν μας ζητά τόσα πολλά...» λέει η κοινή
λογική του ενάρετου ανθρώπου, όμως ο Θεός μας ζητά τα πάντα και ακόμη κάτι
παραπάνω. Οι Πατέρες της Ερήμου δεν έθεταν κανένα θεωρητικό πρόβλημα· ζούσαν
απλώς μια απεριόριστη ελευθερία. Το παράδειγμά τους μας υπαγορεύει αδιάκοπα την
αρετή της εσωτερίκευσης: κάθε άνθρωπος μπορεί να βρει τον χώρο της εσωτερικής
ελευθερίας μόλις σταθεί ενώπιον του Προσώπου του Θεού. Η διδασκαλία του αγίου
Παύλου επιβεβαιώνει αυτό που είχε ήδη βιώσει ο Επίκτητος: ακόμη και ένας δούλος
έχει μέσα του την ελευθερία ενός βασιλιά. Μια τέτοια ελευθερία βρίσκει στον Θεό
όχι τόσο ένα όριο —διότι ο Απεριόριστος δεν μπορεί να περιοριστεί— όσο τη
μοναδική πηγή που καταπραΰνει τη δίψα της, τροφοδοτώντας το περιεχόμενό της
πέρα από κάθε καταναγκασμό. Ο άνθρωπος πρέπει να υποτάσσεται στο θέλημα του
Θεού, αλλά όχι απλώς και μόνο. Ο Θεός επιθυμεί την εκπλήρωση του θελήματός Του,
όμως δεν βλέπει στον άνθρωπο έναν δούλο, αλλά έναν ελεύθερο υιό και φίλο του
Χριστού.
Σε έναν κλασικό ορισμό, η ελευθερία είναι η ικανότητα της επιλογής. Ο άγιος
Μάξιμος ο Ομολογητής υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο: η ανάγκη να επιλέγει
κανείς, λέει, αποτελεί μια αδυναμία σύμφυτη με την πτώση στην αμαρτία. Η
αληθινή ελευθερία είναι η απόλυτη ορμή που κατευθύνεται προς το Αγαθό χωρίς
επιφυλάξεις ή ερωτήματα. Στο επίπεδο της αγιότητας, η επιλογή δεν αποτελεί
πλέον προϋπόθεση της ελευθερίας. Βρισκόμενος πέρα από κάθε επιλογή, ο τέλειος
άνθρωπος ακολουθεί άμεσα και αυθόρμητα την οδό του Αγαθού. Στην πιο λεπτή μορφή
της, η ελευθερία δεν ανέχεται πλέον τις ίδιες τις αιτιολογίες της, αλλά τις
δημιουργεί η ίδια. Ανυψώνεται εκεί όπου οι πιο ελεύθερες πράξεις είναι οι μόνες
πλήρεις πράξεις. Ο Θεός δεν επιλέγει. Κατ’ εικόνα Του, οι πράξεις του αγίου
υπερβαίνουν κάθε προτίμηση. Ο δισταγμός και η επιλογή, η αναζήτηση οδηγιών από
την αυθεντία, είναι χαρακτηριστικά μιας βούλησης από αντιφατικές επιθυμίες που
συγκρούονται αδιάκοπα μεταξύ τους. Η τελείωση συνίσταται στην απλότητα μιας
φυσικής υπερφυσικής σύγκλισης ανάμεσα στην ανθρώπινη βούληση και τη βούληση του
Θεού. Δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την υπέρβαση κάθε σχέσης
εξωτερικότητας.
Η ΑΥΘΕΝΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Η
ΑΛΗΘΕΙΑ ΠΟΥ ΜΑΣ ΚΑΝΕΙ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΣ
Αν αποδεχθούμε την ψευδή
διαλεκτική (από τη μία πλευρά η εξουσία της Επισκοπής και από την άλλη η
ελευθερία του Λαού του Θεού), τότε τα πάντα παραμορφώνονται,
αντικειμενοποιούνται και καθίστανται δυσανάλογα, ακριβώς εξαιτίας της ανάγκης
για μέτρο. Έχουμε ήδη παρατηρήσει ότι η αυθεντία, όταν νοείται ως εξωτερική
αξία, μεταβάλλει την ίδια της την ουσία. Μόλις εσωτερικευθεί, αποκτά μια εξαιρετικά
παράδοξη αξία: η αυθεντία αρνείται τον εαυτό της, απορρίπτει κάθε εξουσία
καταναγκασμού και ανυψώνεται σε ένα επίπεδο όπου ταυτίζεται με την Αλήθεια.
Η ανατολική παράδοση υποστηρίζει ότι ο Θεός, ο Χριστός των Ευαγγελίων και η
Εκκλησία δεν συνιστούν αυθεντία, δεδομένου ότι η αυθεντία είναι πάντοτε κάτι
εξωτερικό προς εμάς. Αυτά, όμως, δεν είναι αυθεντίες που αλυσοδένουν, αλλά
αλήθειες που ελευθερώνουν. Κάθε κατανομή κατά το πρότυπο των πολιτικών
παρατάξεων θεμελιώνει μόνο την ελευθερία της επιλογής. Στην περίπτωση αυτή, ο
άνθρωπος είναι ελεύθερος πριν από την επιλογή· από τη στιγμή που η επιλογή του
έχει γίνει, χάνει την ελευθερία του. Έχει επιλέξει μια αρχή η οποία
αναγορεύεται σε αυθεντία, στην οποία πλέον θα υποταχθεί.
Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα παράδοξο: η ελευθερία της επιλογής είναι ένα
δικαίωμα που αρχίζει περιορίζοντας και καταλήγει καταργώντας την ίδια την
ελευθερία ως τέτοια. Το Ευαγγέλιο, όμως, μας περιγράφει προφανώς μια
διαφορετική κατάσταση. Μας καλεί να γνωρίσουμε και συνεπώς να επιλέξουμε το
αντικείμενό του — την Αλήθεια — και αυτή η Αλήθεια μάς απελευθερώνει και μας
καθιστά αληθινά ελεύθερους. Αυτό σημαίνει ότι κάθε αντίθεση ανάμεσα στην
αυθεντία και την ελευθερία τοποθετείται σε ένα εξωεκκλησιαστικό επίπεδο, όπου η
επικράτηση της μίας ή της άλλης δεν οδηγεί καθόλου στην ελευθερία του Χριστού.
Η σχολαστική θεολογία πειράζεται πάντοτε από τα δικά της μέτρα: ένας επίσκοπος
κατέχει το πλήρες μέτρο, ένας ιερέας κάτι λιγότερο, ενώ ένας λαϊκός ακόμη
λιγότερο· εδώ η χάρη ενεργεί, εκεί απουσιάζει εντελώς. Όμως το Άγιο Πνεύμα
πνέει όπου θέλει, και ποιος θα μπορούσε να το μετρήσει; Αισθανόμαστε την
παρουσία Του, αλλά δεν γνωρίζουμε τίποτε για τυχόν ελλείψεις Του, οι οποίες
κατά πάσα πιθανότητα δεν υπάρχουν.
Ένα από τα αρχαιότερα σύμβολα της πίστεως ομολογεί: «Πιστεύω στην Εκκλησία του
Αγίου Πνεύματος»· αυτή η μυστηριώδης ταύτιση θέλει να πει: πιστεύω στην
Εκκλησία, στην οποία έχει περισσέψει «χάρις αντί χάριτος», χωρίς κανένα μέτρο.
«Ο νόμος (η αυθεντία) δόθηκε διά του Μωυσή, ενώ η χάρις και η αλήθεια (η
ελευθερία) ήλθαν διά του Ιησού Χριστού» (Ιωάν. 1, 17): «Ο Θεός δεν δίδει το
Πνεύμα με μέτρο» (Ιωάν. 3, 34). Η δίψα για αληθινή ελευθερία είναι η δίψα για
το Άγιο Πνεύμα που ελευθερώνει πλήρως.
Η Σιμόν Βέιλ μιλά γι’ αυτή τη δίψα ως εξής: «Να επικαλείσαι απλώς το Πνεύμα·
μια κραυγή, ένα κάλεσμα. Όπως όταν δεν αντέχεις πια από τη δίψα, όταν δεν
φαντάζεσαι πλέον την πράξη του να πίνεις, ούτε γενικά ούτε σε σχέση με την
ίδια· φαντάζεσαι μόνο το νερό, το νερό ως τέτοιο, και εκείνη η εικόνα του νερού
είναι η κραυγή ολόκληρης της ύπαρξής σου...».
Μια τέτοια δίψα την καταπραΰνει η Εκκλησία, βιωμένη ως αδιάκοπη κάθοδος του
Αγίου Πνεύματος, ως μόνιμη υπεραφθονία χάριτος: «Και όποιος διψά ας έλθει·
όποιος θέλει, ας λάβει δωρεάν το ύδωρ της ζωής» (Αποκ. 22, 17). Αυτή είναι η
ίδια η ουσία της Εκκλησίας: όχι τόσο αυθεντία όσο άφθονη πηγή, χάρις επί
χάριτος, ελευθερία που προστίθεται στην ελευθερία και εξαλείφει κάθε
«αντικειμενοποίηση», κάθε σύγκρουση, κάθε φόβο δούλου.
Η πτώση στην αμαρτία δεν είναι παρά η διαστροφή των εσωτερικών σχέσεων που είχε
θεσπίσει ο Θεός. Πριν όμως από αυτήν, ο Όφις είχε ήδη διαστρέψει την παραδείσια
κατάσταση, υποβάλλοντας την ψευδή ιδέα μιας απαγόρευσης, άρα ενός Νόμου πριν
από την πτώση. Ο Όφις υπαινίσσεται: «Μήπως είπε πράγματι ο Θεός να μη φάτε από
κανένα δέντρο του παραδείσου;» (Γεν. 3, 1). Ο Θεός όμως έλεγε ακριβώς το
αντίθετο: «Από όλα τα δέντρα του παραδείσου μπορείς να τρως» (Γεν. 2, 16),
δείχνοντας μόνο ότι οι συνέπειες θα ήταν διαφορετικές.
Αν ο άγιος Παύλος λέει: «Όλα μου επιτρέπονται, αλλά δεν με συμφέρουν όλα» (Α΄
Κορ. 6, 12), ο Όφις θα έλεγε: «Όλα απαγορεύονται, αλλά όλα συμφέρουν». Έτσι ο
Θεός μετατρέπεται σε Νόμο που απαγορεύει. Ο Θεός όμως δεν λέει: «Μη φας από
εκείνον τον καρπό, γιατί αλλιώς θα πεθάνεις». Δεν πρόκειται για διαταγή·
πρόκειται για προαναγγελία μιας ελεύθερα επιλεγμένης μοίρας, και μάλιστα υπό
αμφότερες τις εκδοχές της.
Δεν πρόκειται για μια απλή ανυπακοή· πρόκειται για την παραμέληση της ζωτικής
κοινωνίας με τον Πατέρα, για τη σβέση του πόθου για την παρουσία Του, για την
αληθινή αγάπη που χαρίζει ζωή, ενώ στον αντίθετο πόλο βρίσκεται ο θάνατος. Τη
στιγμή του πειρασμού, ο άνθρωπος αναπαριστά τον Θεό ως μια αυθεντία που εκδίδει
διαταγές και απαιτεί τυφλή υπακοή. Αυτή η υπόδειξη προέρχεται από τον Σατανά,
από την αρχέγονη εξέγερση εναντίον μιας αντικειμενοποιημένης, φτωχοποιημένης
και διεστραμμένης αυθεντίας, η οποία δεν αντιπροσωπεύει πλέον μια αλήθεια που
ελευθερώνει.
Από τη στιγμή που ο άνθρωπος «αντικειμενοποίησε» τον Θεό, εγκαθιδρύοντας μια
απόσταση, έναν εξωτερικό χώρο ανάμεσά τους, κρύβεται και περιπλανιέται μέσα στο
σκοτάδι, κατασκευάζοντας για τον εαυτό του μια ύπαρξη αιχμαλώτου. Γι’ αυτό
έρχεται ο Χριστός για να πει: «Πνεῦμα Κυρίου ἐπ’ ἐμέ, οὗ εἵνεκεν ἔχρισέ με... νὰ
κηρύξω στους αιχμαλώτους την απελευθέρωση... και να ελευθερώσω τους
καταπιεσμένους» (Λουκ. 4, 18-19).
Το νόημα του προπατορικού αμαρτήματος είναι η μετατροπή του Θεού σε μια
εξωτερική αυθεντία, σε Νόμο, γεγονός που οδηγεί στην παράβαση του θεοποιημένου
Νόμου και τοποθετεί τον άνθρωπο έξω από τον Θεό. Χρειάστηκε να συμβεί η
Ενανθρώπηση, ώστε ο άνθρωπος να ξαναβρεί τον εαυτό του μέσα στον Θεό.
Χρειάστηκε το Θείο Βρέφος Ιησούς να αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο του Πατέρα,
μέσα από την παραβολή του ασώτου υιού, όπου η τιμωρητική αυθεντία δεν βρίσκεται
με το μέρος του πατέρα, αλλά με το μέρος του μεγαλύτερου γιου. Ο Πατέρας δεν
κάνει τίποτε άλλο παρά να τρέχει να συναντήσει το παιδί του.
«Ξέρετε ότι οι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουν αυτά και οι μεγάλοι τα
εξουσιάζουν. Δεν θα είναι έτσι μεταξύ σας· αλλά όποιος θέλει να γίνει μεγάλος
μεταξύ σας, ας είναι υπηρέτης σας» (Ματθ. 20, 25-26). «Ἀληθινὰ σᾶς λέγω, γυναῖκα
δὲν γέννησε ἄνδρα μεγαλύτερο ἀπὸ τὸν Ἰωάννη τὸ Βαπτιστή. Ἐν τούτοις ὁ
μικρότερος στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν (στὴν Ἐκκλησία) εἶναι μεγαλύτερος ἀπ’ αὐτὸν
(Ματθ. 11, 11-12).
Ο λόγος του αγίου Παύλου (Β΄ Κορ. 1, 24): «Όχι ότι κυριεύουμε την πίστη σας,
αλλά είμαστε συνεργοί της χαράς σας», εκφράζει θαυμάσια την ανατολική αντίληψη
περί της επισκοπικής «αυθεντίας».
Στην Καινή Διαθήκη, η «καινή εντολή» αντικαθιστά τον Μωσαϊκό Νόμο και θεσπίζει
μια αμοιβαία σχέση: «Όποιος με αγαπά... αυτόν θα αγαπήσω». Η μεσσιανική
αυθεντία του Ιησού συνίσταται στη δύναμη να συγχωρεί αμαρτίες και να θεραπεύει
προς σωτηρία. Όλα εσωτερικεύονται: ο Νόμος και οι Προφήτες συμπυκνώνονται στην
εντολή της αγάπης.
Η αυθεντία που δόθηκε στους Δώδεκα και στους διαδόχους τους ασκείται στο
εσωτερικό της κοινότητας, ποτέ πάνω από αυτήν. Η ταύτιση της Εκκλησίας με τον
Χριστό — Κεφαλή και Σώμα — ακυρώνει κάθε ανθρώπινη αυθεντία πάνω στον Λαό του
Θεού, διότι μια τέτοια αυθεντία θα τοποθετούσε έναν άνθρωπο πάνω από τον
Χριστό. Από τον Ειρηναίο και εξής, η επισκοπή δεν είναι εξουσία πάνω στην
Εκκλησία, αλλά η ίδια η έκφραση της Εκκλησίας· η μυστηριακή της ταυτότητα και
το χάρισμα της αλήθειας δεν εκφράζουν το αλάθητο ενός προσώπου, αλλά εκείνο
μιας τοπικής Εκκλησίας ενωμένης με την καθολική Εκκλησία.
Από την Πεντηκοστή, η Εκκλησία καθοδηγείται από το Άγιο Πνεύμα, και η
Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων διατύπωσε την αρχή της ζωής της, παρότι δεν
επικαλέστηκε άμεσα λόγο του Κυρίου: «Ἔδοξε τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι καὶ ἡμῖν...» (Πράξ.
15, 28). Ωστόσο, μέσα στην Εκκλησία, όλα είναι «εν τάξει», και ο επίσκοπος
είναι υπεύθυνος για το ορθό κήρυγμα και την ποιμαντική καθοδήγηση της
κοινότητας. Η καθολική συναίνεση αποτελεί το σημείο της αλήθειας σε ζητήματα
πίστεως, διότι η μόνη υπέρτατη αρχή μέσα στο εκκλησιαστικό Σώμα είναι το Άγιο
Πνεύμα. Η γέννηση της «καινής κτίσεως» μας λυτρώνει και μας κάνει να βλέπουμε
στην Εκκλησία «την ελευθερία της δόξης των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8, 21).
Ο σημερινός σκεπτικισμός αντιτίθεται στην εξωτερική αυθεντία, επειδή ποθεί την
αρχή της εσωτερικότητας και διαισθάνεται ότι το μυστήριο της Εκκλησίας δεν
συνίσταται στην αυθεντία, αλλά στο Πνεύμα της Αλήθειας.
Η γνώση της Αλήθειας που σε ελευθερώνει δεν είναι η γνώση μιας αλήθειας περί
του Θεού· είναι η γνώση της Αλήθειας που είναι ο ίδιος ο Θεός ή, όπως το
διατυπώνει τόσο όμορφα ο άγιος Συμεών, η εορτή της Συνάντησης:
««Σε δοξάζω, διότι,
ασύγχυτος και αδιαίρετος, έγινες ένα πνεύμα μαζί μου».
Το θείο πυρ περιλαμβάνει
τον Δημιουργό και το δημιούργημα, καταργεί κάθε απόσταση και κάθε
αντικειμενοποίηση ή εξωτερίκευση της αυθεντίας.
Ο Σαρτρ επιθυμεί μια τυπική ελευθερία, αλλά αυτή η ελευθερία είναι κενή, χωρίς
αντικείμενο· σύμφωνα με τα λόγια της Σιμόν Βέιλ, εκείνο που κυριαρχεί είναι το
αντικείμενο ή το περιεχόμενο: το ύδωρ της ζωής, το Άγιο Πνεύμα που εκχέεται
χωρίς μέτρο.
Την ημέρα της Πεντηκοστής, ο άγιος Πέτρος παραθέτει την προφητεία του Ιωήλ:
«Και στις έσχατες ημέρες, λέγει ο Κύριος, θα εκχύσω από το Πνεύμα μου πάνω σε
κάθε σάρκα, και οι γιοι σας και οι θυγατέρες σας θα προφητεύσουν, και οι
νεότεροί σας θα δουν οράματα και οι πρεσβύτεροί σας θα ενυπνιαστούν ενύπνια»
(Πράξ. 2, 17).
Η κάθοδος του Αγίου Πνεύματος σηματοδοτεί την ποιοτική εγκαινίαση του εσχάτου
χρόνου, έστω κι αν προς το παρόν τα χαρίσματα του Πνεύματος μοιράζονται
αδιακρίτως.
Στις αναμνήσεις του από την εφηβεία («Οι Λέξεις»), ο Σαρτρ λέει κάτι βαθύ:
«Περίμενα τον Δημιουργό
Πατέρα και βρέθηκα μπροστά σε έναν Γενικό Διευθυντή».
Η Εκκλησία οφείλει να
είναι προσεκτική απέναντι σε αυτές τις προσδοκίες, απέναντι σε αυτές τις
αναζητήσεις, αλλά κυρίως οφείλει να δίνει απαντήσεις. Μέσα από μια τέτοια
απάντηση, ο επίσκοπος δεν θα θεωρείται πλέον αρχηγός, αφεντικό με
καταναγκαστική εξουσία, αλλά εικόνα του Πατέρα· και ένας άνθρωπος που διψά για
ελευθερία θα αντιμετωπίζεται όπως ο άσωτος υιός, ο οποίος δεν αναζητεί την
αυθεντία, αλλά την πατρική καρδιά. Αυτή θα ήταν η χαρά και η ελευθερία των
τέκνων του Θεού, που θα έβρισκαν μέσα στην Εκκλησία, πέρα από κανόνες και
αξιώματα, το Άγιο Πνεύμα.
Όταν γίνεται εσωτερική, η υπακοή στον Θεό σε κάνει να βλέπεις Εκείνον που
υμνείται στη Θεία Λειτουργία:
«Εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός».
Αυτή είναι η μόνη Κυριότητα που αποκαλύφθηκε από τον ίδιο τον Θεό, η Κυριότητα
του Χριστού που κρούει την πόρτα της ανθρώπινης καρδιάς (Αποκ. 3, 20).
Δίπλα στην Κυριότητα του Χριστού υπάρχει η Κυριότητα του Αγίου Πνεύματος, με
την ελεύθερη πνοή Του, που αναμένει την Κυριότητα του Πατέρα στους κόλπους της
Βασιλείας· αλλά μπορεί άραγε να ονομαστεί η Κυριότητα «αυθεντία»; Θα ήταν
παράλογο.
Η Βασιλεία είναι η Κυριότητα της Αγίας Τριάδος, η οποία περιλαμβάνει όλους τους
ανθρώπους — απελευθερωμένους τελικά από την Αλήθεια της άσβεστης Χαράς — μέσα
στον ιερό κύκλο μιας ατελεύτητης αγάπης.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου