Μυστική Εμπειρία
Η λέξη «μυστικός»
συγγενεύει με τη βιβλική έννοια του μυστηρίου και δηλώνει τον οικείο δεσμό
ανάμεσα στον Θεό και τον άνθρωπο, δηλαδή την κοινωνία τους με νυμφικό
χαρακτήρα. Αυτή η τελική ένωση αποτελεί το μυστήριο της θείας Σοφίας, το νόημα
του σχεδίου Του σχετικά με τον αιώνιο προορισμό του ανθρώπου. Ένα νόημα που
ούτε οι άγγελοι γνωρίζουν, αλλά το οποίο ο Θεός αποκαλύπτει στους αγίους. Αυτή
είναι «το μυστήριον το από των αιώνων αποκεκρυμμένον», δηλαδή η αγάπη Του που
φανερώθηκε διά του Χριστού και τελειώνεται μέσα στην Εκκλησία κατά τη διάρκεια
της ιστορίας.
Η ανατολική παράδοση ουδέποτε διέκρινε με απόλυτη σαφήνεια τη μυστική ζωή από
τη θεολογία, ούτε την προσωπική εμπειρία των θείων Μυστηρίων από το δόγμα που
ομολογεί η Εκκλησία. Δεν γνώρισε ούτε διαζύγιο μεταξύ θεολογίας και πνευματικότητας
ούτε κάποια devotio moderna. Αν η μυστική εμπειρία βιώνει το περιεχόμενο της
κοινής πίστεως, η θεολογία το οργανώνει και το συστηματοποιεί. Έτσι, η ζωή κάθε
πιστού διαμορφώνεται από το δογματικό περιεχόμενο της λατρείας, ενώ η
διδασκαλία εκφράζει την εσωτερική εμπειρία της Αλήθειας που αποκαλύπτεται και
προσφέρεται σε όλους. Η θεολογία είναι μυστική και η μυστική ζωή είναι θεολογική· αποτελεί την κορυφή
της θεολογίας, τη θεολογία κατ’ εξοχήν, δηλαδή τη θεωρία της Αγίας Τριάδος εν
Πνεύματι. Η θεολογία και η ζωή γίνονται τόσο περισσότερο μυστικές όσο
περισσότερο είναι συγκεκριμένες, διότι τα μυστήρια, που από τη φύση τους είναι
μυστικά, αποτελούν τις πιο συγκεκριμένες πράξεις που μπορούν να υπάρξουν. Γι’
αυτό οι Σύνοδοι ορίζουν τα δόγματα ως λειτουργικές διατυπώσεις που συγκροτούν
μια ζωντανή δοξολογία, βιωμένη και διακηρυσσόμενη μέσα στη λατρεία. Ο Ευάγριος
εκφράζει θαυμάσια αυτή την ενότητα:
«Εἰ θεολόγος εἶ, ἀληθῶς
προσεύξῃ· καὶ εἰ ἀληθῶς προσεύξῃ, θεολόγος εἶ.»
Ήδη από τον 4ο αιώνα οι
Πατέρες ταυτίζουν το μυστήριο της σωτηρίας με την ουσία των ιερών Μυστηρίων.
Αυτό εξηγεί γιατί ο Άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων ονόμασε τα κηρύγματά του Μυσταγωγικές
Κατηχήσεις, γιατί ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδωσε στις μελέτες του περί της
θείας Λειτουργίας τον τίτλο Μυσταγωγία, και γιατί ο Ψευδο-Διονύσιος συγκέντρωσε
τα συγγράμματά του υπό τον τίτλο Μυστική Θεολογία.
Ο Νικόλαος Καβάσιλας συνεχίζει αυτή την παράδοση, ονομάζοντας το έργο του περί
των ιερών Μυστηρίων Η εν Χριστώ ζωή. Πράγματι, η μυστική ζωή είναι εξαρχής
προσανατολισμένη στον λόγο του Αποστόλου Παύλου:
«Ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν
ἐμοὶ Χριστός» (Γαλ. 2,20),
διότι, σύμφωνα με τον
Κάλλιστο, το σπουδαιότερο γεγονός που λαμβάνει χώρα μεταξύ του Θεού και της
ανθρώπινης ψυχής είναι να αγαπά και να αγαπιέται. «Ο θείος έρως», λέγει ο Άγιος
Μακάριος, «έκανε τον Θεό να κατέβει στη γη και να εγκαταλείψει τα ύψη της
σιωπής».
Η θεία και η ανθρώπινη επιθυμία συναντώνται και εκπληρώνονται στον ιστορικό
Χριστό, μέσα στον οποίο ο Θεός και ο άνθρωπος ατενίζουν ο ένας τον άλλον σαν σε
καθρέπτη και αναγνωρίζονται αμοιβαία, «διότι η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη
προς τον άνθρωπο είναι οι δύο όψεις μιας ολοκληρωμένης αγάπης». Κατά τον Άγιο
Γρηγόριο Νύσσης, ο έρως απογυμνώνεται από κάθε εγωκεντρική κτητικότητα και
λιώνει μέσα στην «αγαπητική ένταση». Ο φιλάνθρωπος Θεός, από την πλευρά Του,
ζητεί να αγαπηθεί για τον ίδιο τον εαυτό Του. Έτσι, η «μυστική ζωή» ταυτίζεται
με τη «χριστιανική ζωή», από τη στιγμή που αυτή γίνεται βίωμα της αγάπης του
Θεού, η οποία καταλαμβάνει τον άνθρωπο και της οποίας ο άνθρωπος έχει πλήρη
συνείδηση. Πρέπει να υπογραμμιστεί ο υπαρξιακός χαρακτήρας της πίστεως. Για τον
Άγιο Γρηγόριο Νύσσης, όποιος δεν κινείται από το Άγιο Πνεύμα δεν είναι
πραγματικά ανθρώπινο ον, όπως και για τον Άγιο Συμεών τον Νέο Θεολόγο εκείνος
που δεν έχει συνείδηση ότι «ενεδύθη τον Χριστόν» χάνει τη χάρη του Βαπτίσματος.
Η τιμή των μαρτύρων τους παρουσιάζει ως ανθρώπους πλήρεις από την παρουσία του
Χριστού και διαμορφωμένους κατά το πρότυπο του Αναστημένου Χριστού. Η ασκητική
κάθαρση ανάγεται έτσι στη μεγαλειώδη στιγμή της ολοκληρωτικής αυτοπροσφοράς. Οι
ασκητές είναι οι άμεσοι διάδοχοι των μαρτύρων, διότι σε αυτούς εκείνη η στιγμή
παρατείνεται μέσω της ασκήσεως σε ολόκληρη τη ζωή τους. Ο Σταυρός προηγείται
της αστραπιαίας λαμπρότητας της Αναστάσεως. Ωστόσο, αν κάθε μυστικός είναι
ασκητής, δεν είναι κάθε ασκητής «μυστικός» με τη στενή έννοια του ανθρώπου που
έχει κατακλυστεί από τη χάρη. Γι’ αυτό η άσκηση δεν αποτελεί ποτέ σκοπό καθ’
εαυτόν, αλλά μόνο μέσο για την επίτευξη, με τη βοήθεια του Κυρίου, της νυμφικής
ενώσεως μεταξύ του Θεού και της ανθρώπινης ψυχής. Αυτό το ύψιστο στάδιο της
μυστικής εμπειρίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη χάρη του Θεού. Το μόνο που
μπορεί να κάνει ο άνθρωπος είναι να καταστήσει τον εαυτό του «τόπο του Θεού»,
θεοφανικό τόπο της παρουσίας Του. Δεν υπάρχει καμία τεχνική που να καθιστά κάποιον
κύριο αυτής της εμπειρίας. Η ανώτερη μέθοδος καλλιεργεί τη σιωπηλή εσωτερική
συγκέντρωση, την ησυχία· και τότε ο άνθρωπος, φθάνοντας στο ύψος της
προσευχητικής ταπεινώσεως —η οποία είναι «ο τρόμος της καρδιάς μπροστά στις
πύλες της Βασιλείας»— πέφτει ενώπιον αυτών των πυλών, τις οποίες όμως μόνο η
ελεύθερη βούληση του Θεού μπορεί να ανοίξει.
Η Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου διδάσκει ότι η τέλεια αγάπη δεν
εμφανίζεται στην αρχή αλλά στο τέλος της ενώσεως με τον Θεό. Ο βιβλικός Θεός μας αγαπά με ζηλωτική αγάπη και μας θέλει ολοκληρωτικά δικούς Του· η καθολική
αγάπη φθάνει στην πλήρη πραγμάτωσή της όταν ο Θεός γίνει «τὰ πάντα ἐν πᾶσι». Ενώ ο Άγιος Ιωάννης λέγει: «ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα» (Α΄ Ιω. 3,2), ο Άγιος Παύλος
μιλά στον ενεστώτα χρόνο:
«Ἡμεῖς δὲ πάντες, ἀνακεκαλυμμένῳ
προσώπῳ τὴν δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι, τὴν αὐτὴν εἰκόνα μεταμορφούμεθα ἀπὸ
δόξης εἰς δόξαν...» (Β΄ Κορ. 3,18).
Με πρόσωπο ακάλυπτο, όπως
ο Μωυσής, οι χριστιανοί αντανακλούν τη δόξα του Χριστού. Η θέα του Θεού μέσα
στον Χριστό τους καθιστά όμοιους με τον Θεό. Έτσι, η χριστιανική ζωή
προϋποθέτει τη χάρη μιας θεωρίας του Θεού, η οποία, έστω και λυκόφωτη ακόμη,
μεταμορφώνει τον άνθρωπο κατά την εικόνα του Κυρίου. Χάρη σε αυτήν μπορεί να
πιστεύει, να γνωρίζει και να ενώνεται μαζί Του, μεταπλασσόμενος σύμφωνα με την
εικόνα και την ομοίωση του Θεού.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου