Η αδυναμία ενός
παντοδύναμου Θεού
Η ιδέα ενός παντοδύναμου
Θεού περιορίζεται από τις ατέλειες κάθε προκατασκευασμένου σχήματος. Το κακό
γίνεται ένα είδος σκιάς που ενισχύει το φως, ένα αναπόφευκτο ελάττωμα της
δημιουργίας, το οποίο ο Θεός ανέχεται χωρίς να αναγνωρίζει τον εαυτό Του ως
υπεύθυνο γι’ αυτό...
Η περικοπή της προς Φιλιππησίους επιστολής (2, 6-11) αποτελεί το κλειδί για την
κατανόηση της αληθινής αλλοτρίωσης του Θεού από τον ίδιο Του τον εαυτό:
«Αλλ’ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών... γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου,
θανάτου δε σταυρού». Η θεία παντοδυναμία «κενώνεται» εκουσίως, παραιτείται από
κάθε δύναμη, αλλά κυρίως από τη βούληση για δύναμη. Το «ήλθα για να σας
διακονήσω» εκφράζει μια ριζική ετερότητα σε σχέση με τις ανθρώπινες αντιλήψεις.
Ο Θεός είναι πολύ περισσότερο από Αλήθεια, διότι με την Ενανθρώπηση γίνεται
Άλλος, εκκενώνοντας τον εαυτό Του.
Η παντοδυναμία εκείνου του manikos eros — του «παράφορου» ή «τρελού έρωτα» του
Θεού — δεν αρκείται μόνο να καταστρέψει το κακό και τον θάνατο, αλλά, ακόμη
περισσότερο, τα προσλαμβάνει: «θανάτω θάνατον πατήσας». Το φως Του αναβλύζει
από μια Αλήθεια σταυρωμένη και αναστημένη.
Μπροστά στον πόνο των αθώων, των παιδιών που γεννιούνται με βαριές αναπηρίες,
των παράλογων δυστυχημάτων, μόνο μέσα σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αποδοθεί
στον Θεό η υπερπαράδοξη έννοια μιας ανίκητης αδυναμίας. Η μόνη επαρκής απάντηση
είναι να πούμε ότι «ο Θεός είναι αδύναμος», ότι δεν μπορεί παρά να υποφέρει
μαζί μας και ότι ο πόνος είναι «ο άρτος που ο Θεός μοιράζεται με τους
ανθρώπους». Αδύναμος βεβαίως, όχι ως προς την τυπική παντοδυναμία Του, αλλά ως
προς την Αγάπη, για χάρη της οποίας παραιτείται ελεύθερα από τη δύναμή Του.
Αυτή η αδυναμία εκφράζει, κατά τον Νικόλαο Καβάσιλα, την «τρελή αγάπη του Θεού
για τον άνθρωπο».
Ο φοβερός και απαθής Θεός ορισμένων θεολόγων, χαμένων μέσα στις έννοιες της
Παλαιάς Διαθήκης, αποδεικνύεται στην πραγματικότητα Πατέρας που υποφέρει:
«Ο Πατέρας είναι η Αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η σταυρωμένη Αγάπη, το
Άγιο Πνεύμα είναι η ανίκητη δύναμη του Σταυρού». Μυστήριο της σταυρωμένης
Αγάπης, λουσμένο στο φως του πασχαλινού πρωινού· «αδυναμία» που θριαμβεύει επί
του θανάτου και του άδη.
Το μυστήριο αυτό είχε ήδη προαισθανθεί το μυστικό ρεύμα της ιουδαϊκής σκέψεως.
Ο ραββίνος Μπαρούχ προσπαθεί να δείξει ότι ο Θεός είναι σύντροφος της εξορίας,
ένας εγκαταλελειμμένος μοναχικός, ένας άγνωστος ξένος ανάμεσα στους ανθρώπους.
Μια ημέρα, ο εγγονός του έπαιζε κρυφτό με ένα άλλο παιδί. Κρύφτηκε, αλλά το
άλλο παιδί δεν θέλησε να τον ψάξει και έφυγε. Το παιδί, κλαίγοντας, πήγε να
παραπονεθεί στον παππού του. Τότε ο ραββίνος Μπαρούχ αναφώνησε, με δάκρυα και ο
ίδιος στα μάτια: «Το ίδιο λέει και ο Θεός: Εγώ κρύβομαι, αλλά κανείς δεν
έρχεται να Με αναζητήσει...»
Ή ένα άλλο, εξίσου συγκλονιστικό ρητό: «Το θείο έλεος είναι η μετάνοια του
Θεού». Με αυτήν την έννοια μπορεί να γίνει λόγος για την «αδυναμία» του
Θεού.
Ένας άγιος είπε κάποτε σε ένα παιδί: «Βλέπεις, αν μπορούσες να παίξεις με
τον Θεό, αυτό θα ήταν το πιο θαυμαστό πράγμα που έγινε ποτέ. Όλοι Τον παίρνουν
τόσο σοβαρά, ώστε μας φαίνεται πως κοντά Του πεθαίνεις από ανία... Παίξε με τον
Θεό, παιδί μου. Είναι ο ύψιστος σύντροφος του παιχνιδιού...»
Η αδυναμία του Θεού αντιστοιχεί στην ανθρώπινη αδυναμία. Ο άγιος Παΐσιος ο
Μέγας προσευχόταν για τον μαθητή του, ο οποίος είχε αρνηθεί τον Χριστό. Ο
Κύριος τού εμφανίσθηκε και του είπε: «Δεν γνωρίζεις ότι εκείνος Με
αρνήθηκε;» Καθώς όμως ο άγιος σπλαχνιζόταν ακόμη περισσότερο και
προσευχόταν θερμότερα για τον μαθητή του, ο Κύριος τού είπε: «Παΐσιε,
έγινες ένα μαζί Μου εξαιτίας της αγάπης που έχεις...»
Το μυστήριο της σιωπής
Τι μπορείς να πεις σε
έναν άθεο που ζητά αποδείξεις; Ένα μόνο πράγμα: μόλις ο άνθρωπος εισέλθει στον
εαυτό του, ανακαλύπτει ξανά την αληθινή σιωπή και αισθάνεται μια προσμονή που
έρχεται από τον «Πατέρα, ο βλέπων εν τω κρυπτώ» (Ματθ. 6, 6). Ο Πατέρας μιλά
μέσω του Υιού, μέσω του Λόγου. Αυτός ο Λόγος δεν κατακλύζει τον άνθρωπο, αλλά
απλώς μαρτυρεί την εγγύτητά Του: «Ιδού έστηκα επί την θύραν και κρούω»
(Αποκ. 3, 20).
Εδώ έχουμε κάτι απείρως μεγαλύτερο από κάθε απόδειξη: μια εκκωφαντική
βεβαιότητα, μια ακλόνητη σιγουριά. Ο Θεός υπάρχει, είναι παρών· «ο φίλος
του Νυμφίου ακούει τη φωνή Του και η χαρά του είναι μεγάλη». Ο Ιησούς
ζητεί από τους μαθητές Του να χαίρονται δεχόμενοι αυτή τη μεγάλη χαρά, της
οποίας οι λόγοι βρίσκονται πέρα από τον άνθρωπο, επειδή ανήκουν στην
αντικειμενική ύπαρξη του Θεού, δηλαδή στην τριαδική μακαριότητα. Ο Θεός λέει: «Αγάπη
αιωνία ηγάπησά σε» (Ιερ. 31, 3), και: «ως χαίρει νυμφίος επί νύμφη,
ούτως χαρήσεται επί σοι ο Θεός σου» (Ησ. 62, 5).
Η σιωπή είναι η περίοδος της αναμονής πριν από τα Χριστούγεννα, χρόνος
προσδοκίας «ενώ είναι ακόμη νύχτα», επαγρύπνηση για το απρόσμενο· διότι, όπως
λέει ο Ηράκλειτος: «Αν δεν ελπίζεις, δεν θα συναντήσεις το
ανέλπιστο». Όταν λείπει η ελπίδα, το στόμα αποκτά τη γεύση του μηδενός·
όμως η απόγνωση βρίσκεται ήδη στο κατώφλι της ελπίδας. Φαίνεται ότι ο Χριστός
είπε σε έναν σύγχρονο γέροντα: «Κράτα τον νου σου στον άδη και μην
απελπίζεσαι». Μόνον η σιωπή μπορεί να μας κάνει να κατανοήσουμε τον λόγο
του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού: «Η αγάπη του Θεού και η αγάπη του
ανθρώπου είναι οι δύο όψεις μιας ολοκληρωμένης αγάπης». Η σιωπή σκεπάζει
τη γη της ειρήνης με έναν αμέτρητο ψίθυρο: «Δέξου με λοιπόν, Κύριε, γιατί
όλα είναι δικά Σου, αρχίζοντας από εμένα».
Ο άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ λύνει το δίλημμα ανάμεσα στον ενεργητικό και τον
θεωρητικό βίο λέγοντας: «Απόκτησε εσωτερική ειρήνη και ησυχία, και τότε
πλήθη ανθρώπων θα σωθούν μαζί σου». Οι Πατέρες λέγουν ότι ο Θεός
δημιούργησε τους αγγέλους «εν σιωπή». Γι’ αυτό ο Θεός καθοδηγεί τους σιωπηλούς,
ενώ οι άγγελοι γελούν με όσους ταράζονται αδιάκοπα. «Κύριος πολεμήσει υπέρ
υμών, υμείς δε σιωπήσετε» (Έξ. 14, 14). Μια ιδιαίτερη σιωπή, η οποία είναι
και αυτή ένας αγώνας για την καθαρότητα και τη διαφάνεια εκείνων των καρδιών
που είναι ικανές να γνωρίσουν και να χαρούν τη νίκη του Θεού. «Και έκλεισε
Κύριος ο Θεός την κιβωτόν έξωθεν του Νώε» (βλ. Γεν. 7, 16), ώστε η ησυχία του
να τον προετοιμάσει για τη σύναψη της Διαθήκης. Το ίδιο συνέβη και με τον
Ιωνά ή τον Ιώβ, των οποίων ο Κύριος «σκέπασε τα χείλη» (Ιώβ 40, 4), ώστε να
δεχθούν πιο άξια το Ρήμα, τον ζωοποιό Λόγο.
Στην Αποκάλυψη (8, 1) παρουσιάζεται η σιωπή όλων των ουρανίων Δυνάμεων ενώπιον
των εσχάτων αποκαλύψεων. Όταν ο Ζαχαρίας έχασε τη φωνή του και έγινε σιωπηλός,
όλος ο λαός κατάλαβε ότι ο Θεός του είχε εμφανισθεί (Λουκ. 1, 20-22).
Ο Ιππόλυτος Ρώμης, περιγράφοντας τη χειροτονία, αναφέρει ότι κατά την «επίθεση
των χειρών» ζητείται από όλους να σιωπούν, propter descensum Spiritus
(«εξαιτίας της καθόδου του Πνεύματος»). Τη στιγμή της καθόδου του Αγίου
Πνεύματος, όλοι σιωπούν.
Μια μεγάλη σιωπή περιβάλλει τον κόσμο τη Μεγάλη Παρασκευή. Αφού αναγγέλλεται ο
θάνατος του Θεού, ο κόσμος μοιάζει να βυθίζεται στη σιωπή του Μεγάλου Σαββάτου.
Κατά τους Πατέρες, πριν λάβεις τις διδασκαλίες του Λόγου, πρέπει να μάθεις να
ακούς τη σιωπή Του, την οποία ο Ισαάκ ο Σύρος ονομάζει «γλώσσα του μέλλοντος
αιώνος». Εδώ η σιωπή σε καθιστά εσωτερικά μέτοχο του Λόγου. Μια μετοχή που ο
άνθρωπος δεν μπορεί να ζήσει παρά μόνο σιωπώντας. Μέσα σε μια τέτοια σιωπή
και στη βασιλική ελευθερία του πνεύματός του, ο άνθρωπος καλείται να απαντήσει
στο στοιχειώδες ερώτημα: ποιος είναι ο Θεός; Και τότε ο Γρηγόριος Νύσσης
ψιθυρίζει μόλις ακουστά: «Εσύ, η αγάπη της ψυχής μου...».

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου