Εισαγωγικό σημείωμα
Κάποιο βράδυ της προτελευταίας δεκαετίας του 19ου αιώνα, η νεαρή Ρωσίδα Α.Ι. Κουγκούσεβα, καλεσμένη σε ετήσια χοροεσπερίδα, στροβιλιζόταν ανέμελα στην πίστα μιας αίθουσας χορού. Εκεί, ξαφνικά και παράδοξα, είχε μιαν αστραπιαία «θέα» της αθανασίας της ψυχής. Η νοερή εκείνη όραση την έκανε μέσα σε μια στιγμή να συνειδητοποιήσει τη ματαιότητα όχι μόνο του χορού της, μα και όλων των επίγειων πραγμάτων.
Στην καρδιά της τότε γεννήθηκε ένα αίσθημα αποστροφής για καθετί κοσμικό. “Είναι αυτό φυσιολογικό, ή μήπως αποτελεί νοσηρή ανάσχεση της επιθυμίας για μιαν ευτυχισμένη ζωή στον κόσμο;”, έγραφε μετά τη συγκλονιστική εμπειρία της στον όσιο Θεοφάνη τον Έγκλειστο (1815-1894)[1], με τον οποίο η ευσεβής οικογένεια της διατηρούσε πνευματικούς δεσμούς. Το ερώτημά της έγινε η αφορμή μιας αλληλογραφίας με θέμα την πνευματική ζωή, τους αναγκαίους όρους της και τον τρόπο προσαρμογής της ψυχής στις αρχές της.
Οι ογδόντα επιστολές του οσίου Θεοφάνους προς τη νέα εκείνη, που έγινε τελικά μοναχή, συνεκδόθηκαν αργότερα και κυκλοφορήθηκαν ως βιβλίο. Είναι ένα βιβλίο πραγματικά συναρπαστικό, καθώς στις σελίδες του η ζωντάνια και η χάρη του επιστολογραφικού λόγου συνδυάζονται έξοχα με το παραδείσιο άρωμα του ορθόδοξου αγιοπνευματικού ήθους.
[1] Βιογραφικά στοιχεία του οσίου μπορεί να βρει ο αναγνώστης στην έκδοση: Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου, Απάνθισμα Επιστολών, εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής 2011, σελ. 11-14.
1. Αλληλογραφία με θέμα την πνευματική ζωή
Πριν φύγεις για τη Μόσχα, συμφωνήσαμε να αλληλογραφήσουμε, για να εξετάσουμε τι είναι αυτό που σου χρειάζεται περισσότερο. Περίμενα, φυσικά, ότι θα μ’ ενημέρωνες για το τι έκανες και πως τακτοποιήθηκες. Περίμενα, περίμενα… και περιμένω ακόμα. Τόσος καιρός πέρασε, και είδηση καμιά δεν έχω. Έπαθες τίποτα; Μήπως δεν είσαι καλά στην υγεία σου; Η Παναγία να σε σκεπάζει. Μήπως άλλαξε κάτι μέσα σου; Η μήπως φοβάσαι ότι η αλληλογραφία μας θα με κουράσει;
Αν συμβαίνει το τελευταίο, βγάλ’ το από το νου σου. Δεν μου είναι κουραστικό να γράφω για πνευματικά ζητήματα. Απεναντίας, μάλιστα, αυτό μου δίνει πολλή ευχαρίστηση, καθώς είναι κάτι το διαφορετικό μέσα στη στερεότυπη καθημερινότητα μου. Όταν δεν το κάνω, νιώθω πίστεψε με ζημιωμένος. Ναι, έτσι ακριβώς νιώθω, μολονότι δεν θα προσπαθήσω να το εξηγήσω.
Δεν είναι ώρα τώρα για να σε συμβουλέψω. Μόνο θα σε παρακαλέσω: Γράψε μου. Μην περιμένεις, βέβαια, από μένα καμιά μεγάλη σοφία. Απλώς θα εξετάσουμε μαζί τις πλευρές της ζωής που είναι άξιες λόγου. Αυτό θα σε ωφελήσει πολύ, γιατί θα ξυπνήσει μέσα σου τη μνήμη του πνευματικού κόσμου. Και τότε ίσως η προσοχή σου να επικεντρωθεί σ’ αυτόν τον κόσμο με θέρμη και ιδιαίτερη ενεργητικότητα. Να το καλό που θα προκύψει! Γιατί τα όποια προβλήματα μας προέρχονται σχεδόν πάντα όχι τόσο από κακή θέληση και μοχθηρή καρδιά, όσο από έλλειψη ζήλου και ενδιαφέροντος για όσα είναι άξια της προσοχής μας.
Γράψε μου.
2. Ευθύτητα και ειλικρίνεια στην αλληλογραφία. Η ματαιότητα της κοσμικής ζωής
Έκανα ένα σωρό υποθέσεις για το τι θα μπορούσε να έχει συμβεί, και τώρα αποδεικνύεται πως ήταν αδιάθετη η γιαγιά σου. Γιαγιά: μια θριαμβική λέξη! Για τα εγγόνια δεν υπάρχει μέρος πιο ζεστό από την αγκαλιά της γιαγιάς. Και για τη γιαγιά δεν υπάρχουν πλάσματα πιο αγαπητά από τα καλά της εγγόνια. Ας ευχαριστούμε τον Θεό γι’ αυτό,
Να παραστέκεσαι στη γιαγιά σου. Και ν’ ακούς με προσοχή ότι λέει. Οι γερόντισσες έχουν σοφία αποκτημένη από τις εμπειρίες και τους μόχθους της ζωής. Χωρίς να το συνειδητοποιούν, συχνά μας δίνουν με απλά λόγια μαθήματα τόσο σοφά, που ποτέ δεν θα μπορούσαμε να πάρουμε από τα βιβλία, ακόμα κι αν ψάχναμε ολόκληρες βιβλιοθήκες.
Δικαιολογημένα, επομένως, καθυστέρησες να μου γράψεις. Θα έπρεπε, ωστόσο, να υποβληθείς σ’ ένα επιτίμιο, μικρό έστω, για να διορθωθείς. Μα θαρρώ πως θα ποθήσεις περισσότερο τη διόρθωση σου, αν, αντί να σε επιτιμήσω, σε ευχαριστήσω τόσο για το ότι μου έγραψες, όσο και για όσα μου έγραψες. Έτσι, λοιπόν, σ’ ευχαριστώ!
Υπόσχεσαι να είσαι ειλικρινής. Ωραία! Η ευθύτητα είναι η σπουδαιότερη και αναγκαιότερη προϋπόθεση μιας αλληλογραφίας σαν τη δική μας. Αλλιώς δεν θα υπήρχε καν λόγος να την αρχίσουμε. Γράφε πάντα ξεκάθαρα και χωρίς περιστροφές. Γράφε ότι έχεις στο νου σου και φρόντιζε να διατυπώνεις με πληρότητα τα ερωτήματα σου. Μόνο έτσι μπορούν να βρεθούν λύσεις, λύσεις που θα γίνουν αποδεκτές αβίαστα από την ψυχή σαν το νερό της βροχής που πίνει η διψασμένη γη.
Αυτή είναι η πιο απλή μέθοδος τόσο για ν’ αποκτήσουμε όσο και για να συγκρατήσουμε σταθερά στο νου μας οποιεσδήποτε ιδέες, προπάντων εκείνες που ρίχνουν φως σε ζητήματα για τα οποία πρέπει να έχουμε μέσα μας μια ξεκάθαρη εικόνα.
Ποια θα ήταν η ωφέλεια, αν σου έγραφα για κάποιο θέμα, τη στιγμή που εσένα σε απασχολεί ίσως ένα άλλο; Σκέψου δυο ανθρώπους που συνομιλούν με τις πλάτες τους γυρισμένες, και ο καθένας περιγράφει ότι έχει μπροστά στα μάτια του. Ε, τέτοια περίπου θα ήταν και η δική μας συζήτηση. Τι συζήτηση, δηλαδή; Κούφια λόγια!
Έχουμε ήδη καταλήξει, νομίζω, στο ότι δεν μας ενδιαφέρουν οι αφηρημένες έννοιες, τα σχέδια και οι θεωρίες. Θ΄ ασχοληθούμε με περιστατικά της καθημερινής ζωής. Κι έτσι θα προχωρήσουμε βήμα-βήμα.
Γράφεις, λοιπόν: “Τα έχω χάσει. Δυο μέρες περίπου σεργιανάω στην πόλη. Πήγα πρώτα στο θέατρο, ύστερα σε μια γιορτή, μετά σ’ ένα πάρτι. Τι σόι κόσμος είν’ αυτός, με τα τόσα πράγματα που συζητούν, με τις τόσο αντιφατικές γνώμες που έχουν για το καθετί, με τους τόσο διαφορετικούς τρόπους; Όλα μου είναι ξένα. Ποτέ δεν θα μπορέσω να συγκεντρώσω τις σκέψεις μου μέσα σ’ έναν τέτοιο συρφετό”.
Ήταν η πρώτη φορά που βρέθηκες σε παρόμοιο περιβάλλον. Θα το συνηθίσεις. Η εντύπωση που αποκόμισες ήταν ένα απόλυτα φυσικό επακόλουθο της ήσυχης και απλής οικογενειακής ζωής σου στο χωριό. Εκεί διαμορφώθηκε η αντίληψη και η κρίση σου για το τι είναι αληθινό και τι ψεύτικο, τι σωστό και τι λαθεμένο στη ζωή, μολονότι δεν ξέρω τι ακριβώς έχει διατηρηθεί μέσα σου από το παρελθόν. Δεν είναι απίθανο, πάντως, στο βάθος της ψυχής σου να υπάρχει μια συμπάθεια γι’ αυτά τα πράγματα. Ίσως επιθυμείς να τα ξαναγευθείς, όσο κι αν επιφανειακά τα αποδοκιμάζεις.
Η ζωή, που ένα μικρό μέρος της αντίκρισες ήδη, έχει στοιχεία αποχαυνωτικά. Και όσοι ζουν έτσι, βλέπουν ότι όλα δεν είναι όπως φαίνονται. Έλα, όμως, που έλκονται από τη ζωή αυτή! Έλκονται όπως ένας ναρκομανής, που, μολονότι ξέρει που θα καταλήξει, παίρνει τη δόση του σαν μανιακός, περιφρονώντας τα πάντα – ή μάλλον την παίρνει γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο!
Πώς είσαι; Μήπως σε τραβάει ακόμα εκείνος ο τόπος; Μήπως θα σου άρεσε να ζήσεις έτσι; Σκιαγράφησε μου, σε παρακαλώ, μια μικρή εικόνα. Και να είσαι ειλικρινής, όπως υποσχέθηκες.
3. Η κενότητα και η μονομέρεια της κοσμικής ζωής
Πόση χαρά μου έδωσες με την απάντηση σου! “Δεν με τραβάει καθόλου μια τέτοια ζωή. Απεναντίας μου προξενεί αηδία. Πριν περάσει μια μέρα, ένιωθα τσακισμένη. Η ψυχή μου ήταν μαραζωμένη, γεμάτη μελαγχολία. Δεν μπορούσα καλά-καλά να κρατηθώ στα πόδια μου. Με πολλή δυσκολία συνήλθα”.
Γιατί, λοιπόν, δεν μου τα έγραψες αυτά στο προηγούμενο γράμμα σου; Με τη σιωπή σου μ’ έκανες να υποθέσω χίλια δυο πράγματα, ακόμα και πως έλιωνες ίσως από κάποιον κρυφό ερωτικό καημό.
Ο Θεός να δώσει, ώστε να παραμείνει για πάντα μέσα σου αυτή η διάθεση, η απόρριψη της κοσμικής ζωής και των απολαύσεων της. Υπάρχει, όμως, και ή πιθανότητα να την αγαπήσεις. Αν θέλεις ν’ αποφύγεις αυτόν τον κίνδυνο, θα πρέπει να μείνεις μακριά από μια τέτοια ζωή. Γιατί μπορεί τη δεύτερη φορά να σου φανεί λιγότερο βλαβερή, λιγότερο δυσάρεστη την τρίτη φορά, ακόμα λιγότερο και μετά την τρίτη, δεν θα σου φαίνεται πια καθόλου άσχημη.
Είναι, βλέπεις, σαν τη βότκα: Με το πρώτο ποτήρι, λένε, σπας μόνο τους φραγμούς• με το δεύτερο, πετάς στα ύψη σαν αετός• και μετά το τρίτο, δεν κάνεις πια τίποτ’ άλλο παρά να γεμίζεις το ποτήρι σου…
Τι συμβαίνει, όταν επισκεφθεί κανείς μια καπνοβιομηχανία; Τα μάτια του τσούζουν, η μύτη του τρέχει, η αναπνοή του κόβεται. Όσοι όμως εργάζονται εκεί, δεν αισθάνονται απολύτως τίποτα. Μα κι ο επισκέπτης, αφού μείνει στο χώρο του εργοστασίου για ένα μικρό διάστημα, δεν σφίγγει πια τα μάτια του, δεν φτερνίζεται, δεν βήχει τόσο πολύ. Και ύστερ’ από κάμποση ώρα, προσαρμόζεται απόλυτα στο περιβάλλον. Πρόσεξε, λοιπόν, μη σου συμβεί κάτι παρόμοιο!
Πρόλαβες, όμως, μιαν ερώτηση μου. “Δεν νομίζω”, λες, “ότι θα συμβιβαστώ ποτέ με μια τέτοια ζωή. Για τι, εξετάζοντάς την προσεκτικά, διαπιστώνω πως δεν πρόκειται για ζωή. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά έχω μέσα μου την ακλόνητη πεποίθηση ότι αυτή είναι η αλήθεια. Βλέπω κίνηση και θόρυβο, ζωή όμως όχι. Και η ραπτομηχανή μου κινείται. Κάνει κι αυτή θόρυβο. Τι λογής ζωή, όμως, έχει μέσα της;”.
Το κοφτερό μυαλουδάκι σου κατέβασε μιαν έξοχη ιδέα. Τώρα μπορώ να θεωρήσω πως η κατάσταση σου γεννάει πολλές ελπίδες. Τα αισθήματα, βέβαια, είναι ασταθή, αλλάζουν. Όταν όμως, μια σημαντική και θεμελιώδης ιδέα έρχεται να στηρίξει ένα αίσθημα, τότε αυτό ισχυροποιείται, για να ισχυροποιήσει με τη σειρά του και την ιδέα. Έτσι και τα δυο μαζί γίνονται σαν ένα φρούριο. Και, για να έρθουμε στη δική σου περίπτωση, πως θα υψωθεί και θα οχυρωθεί αυτό το φρούριο;
Πρώτα – πρώτα, αν κατανοήσεις σε βάθος το γιατί μια τέτοια ζωή ουσιαστικά δεν είναι ζωή. Αν συνεχίσουμε το διάλογο μας, τότε, στην κατάλληλη ώρα, θα σου το εξηγήσω με κάθε λεπτομέρεια. Προς το παρόν όμως, σου λέω τούτο μόνο: Δεν είναι ζωή, γιατί δεν καλύπτει και δεν καλλιεργεί όλες τις πλευρές του ανθρώπου, αλλά μονάχα ένα μικρό μέρος τους, και μάλιστα το πιο ασήμαντο. Δεν αγγίζει καν το κέντρο της φύσεως του ανθρώπου.
Η ανθρώπινη φύση, και συνακόλουθα η ανθρώπινη ζωή, είναι σύνθετη και πολυμερής. Έχει τη σωματική, τη διανοητική και την πνευματική της πλευρά. Καθεμιά, πάλι, από τις πλευρές αυτές έχει τις δυνάμεις της, τις ανάγκες της και τους τρόπους της. Έχει ακόμα την ενάσκηση και την ικανοποίηση όλων αυτών των στοιχείων.
Όταν, λοιπόν, όλες οι δυνάμεις μας είναι σε ενέργεια και όλες οι ανάγκες μας ικανοποιούνται, τότε μόνο ζούμε πραγματικά. Όταν αντίθετα, ένα μικρό μόνο μέρος των δυνάμεών μας ενεργεί και ένας μικρός μόνο αριθμός των αναγκών μας ικανοποιείται, ζωή δεν υπάρχει μέσα μας. Και ξέρεις γιατί;
Είναι απλό: Όλα τα στοιχεία, όλες οι δυνάμεις που διαθέτει ή ανθρώπινη φύση, πρέπει να λειτουργούν σαν μια ενότητα, σε ομαλή συνεργασία και αλληλεξάρτηση όπως ακριβώς συμβαίνει και με τη ραπτομηχανή σου, που βρίσκεται σε κίνηση όταν όλα τα τμήματα της κινούνται. Σταμάτα τη λειτουργία ενός εξαρτήματος, και η μηχανή ακινητοποιείται. Δεν «ζει».
Μα και ο άνθρωπος δεν ζει, όταν το καθετί μέσα του δεν βρίσκεται σε κίνηση, σε ενέργεια. Με τη μόνη διαφορά, ότι η αδράνεια της «ζωής» μιας μηχανής, η διακοπή δηλαδή της λειτουργίας της, γίνεται αμέσως αντιληπτή, ενώ η αδράνεια της ζωής του ανθρώπου είναι αφανής και αθέατη. Και ο άνθρωπος βρίσκεται σε αδράνεια, δεν ζει αληθινά, όταν μια μόνο πλευρά της ζωής του λειτουργεί και ελάχιστες μόνο ανάγκες του ικανοποιούνται. Τότε είναι ακριβώς σαν μια μηχανή σε ακινησία, μόνο που αυτό, όπως είπα, δεν φαίνεται.
Ποιες δυνάμεις και ποια όργανα χρησιμοποιούνται από τον άνθρωπο που ζει μια κοσμική ζωή; Χρησιμοποιούνται τα χέρια, τα πόδια, η γλώσσα, τα μάτια, τ’ αυτιά, η όσφρηση, η αφή, η μνήμη, η φαντασία, η νοημοσύνη… Τα περισσότερα απ’ αυτά αντιπροσωπεύουν την κατώτερη πλευρά του ανθρώπου, την πλευρά που είναι κοινή στον άνθρωπο και στα ζώα.
Η ζωή των ζώων εξαντλείται στην ικανοποίηση μιας μόνο ανάγκης. Το διαπιστώνει κανείς εύκολα, αν παρατηρήσει τις προβατίνες με τ’ αρνάκια τους να βόσκουν σ’ ένα καταπράσινο λιβάδι. Πέρα απ’ αυτές τις δυνάμεις, όμως, υπάρχουν στον άνθρωπο δυο-τρία ακόμα «στρώματα» δυνάμεων μ’ έναν κεντρικό άξονα.
Για σένα, τώρα, μπορεί μια τέτοια μονόπλευρη ζωή να είναι αληθινά ζωή; Η διαίσθηση σου ήδη σε πληροφόρησε ότι δεν είναι. Θα σου φανερώσω τον κυριότερο λόγο για τον οποίο πραγματικά δεν είναι.
Ίσως να μην τον βλέπεις ακόμα τόσο καθαρά, θα τον διακρίνεις όμως σε γενικές γραμμές. Τις λεπτομέρειες θα τις αντιληφθείς με τον καιρό. Γιατί πιστεύω ότι καθετί σπουδαίο και μεγάλο, καθετί πραγματικά ωφέλιμο, προκύπτει από την ίδια τη συγκρότηση της φύσεως του ανθρώπου και συντελεί στην εκπλήρωση του προορισμού της.
Για να ζούμε, λοιπόν, αληθινά, είναι απαραίτητο να ζούμε με τον τρόπο που καθόρισε ο Θεός, όταν μας έπλασε. Αν δεν ζούμε μ’ αυτόν τον τρόπο, μπορώ αδίσταχτα να πω, ότι δεν ζούμε καθόλου. Σε παρακαλώ να αρκεστείς προς το παρόν σ’ αυτό μονάχα.
4. Στέρηση της ελευθερίας, υποκρισία και εγωισμός: μόνιμα χαρακτηριστικά της κοσμικής ζωής
Στο προηγούμενο γράμμα μου δεν αναφέρθηκα σε κανένα από τα ζητήματα που είχες θέσει, γι’ αυτό σου στέλνω τώρα μια συμπληρωματική επιστολή.
«Άλλο ένα πράγμα που παρατηρώ», γράφεις, «είναι το πως τρέχουν όλοι με κομμένη ανάσα πέρα δώθε, κυνηγώντας, θαρρείς, κάτι που ποτέ δεν καταφέρνουν να πιάσουν. Τι φασαρία, τι αναβρασμός, τι πήγαιν’ έλα είν’ εκείνο που βλέπω, όποτε περνάω από πολυσύχναστο δρόμο! Διαπιστώνω, όμως, ότι το ίδιο συμβαίνει και στα σπίτια, ίσως και μέσα στις ψυχές των ανθρώπων. Τα ’χω χαμένα! Μπορεί κανείς, αλήθεια, να ζει μ’ αυτόν τον τρόπο;…
»’Παρατηρώ, επίσης, το πως καταναγκάζουν και καταπιέζουν ο ένας τον άλλο. Κανένας δεν έχει τη δική του βούληση. Κανένας δεν είναι ελεύθερος. Δεν τολμάς να ντυθείς όπως θα ’θελες, να φερθείς όπως θα ’θελες, να πεις ότι θα ’θελες. Δεν μπορείς να ξεχωρίσεις από τους υπόλοιπους. Ότι κάνουν, επιβάλλεται από έναν άγραφο νόμο, ένα νόμο στον οποίο όλοι υποτάσσονται, ένα νόμο, ωστόσο, που κανένας δεν ξέρει το πως καθιερώθηκε, μα ούτε και το πως να τον αποφύγει. Μ΄ αυτόν τον τρόπο αλληλοβασανίζονται. Δεν τολμάς ν’ ακούσεις κανέναν – τι θλιβερό!
»’Εγώ, π.χ., τα καταφέρνω στο τραγούδι. Όταν μπορώ να τραγουδήσω, τότε το τραγούδι είναι πραγματική απόλαυση και για μένα και για τους ακροατές. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, που, είτε μπορώ είτε όχι, αναγκάζομαι να τραγουδήσω. Και το κάνω, γιατί το επιβάλλει ο «νόμος» της ευγένειας. Η άρνηση μου θα είναι αντίθετη σ’ αυτόν το «νόμο».
»Έτσι, λοιπόν, τραγουδάω, μολονότι μου είναι αφόρητο: Το στήθος μου τσακίζεται, αλλά πιέζομαι, για να δείξω ότι τραγουδάω με κέφι. Το έχω παρατηρήσει και σε άλλους αυτό. Ε, να ποια είναι η ελευθερία μας! Εξωτερικά όλοι φαινόμαστε ελεύθεροι άνθρωποι• ελεύθεροι, που είμαστε δεμένοι χειροπόδαρα!
»Με αφορμή αυτή την παρατήρηση, άρχισα να εξετάζω συστηματικά, αν οι άνθρωποι κάνουν με την καρδιά τους όλα όσα κάνουν. Και το αποτέλεσμα; Δεν ξέρω αν πέφτω έξω͵ αλλά τίποτα δεν είδα να γίνεται με ειλικρινήεγκαρδιότητα και αυθόρμητη διάθεση. Κενές αβρότητες, πρόθυμες τάχα εξυπηρετήσεις, εκφράσεις αλληλοθαυμασμού και αλληλοεκτιμήσεως μα όλα συμβατικά και επιφανειακά.
»Πίσω από τη βιτρίνα, κάτω από την εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά, την τόσο λεπτή και ευγενική, κρύβεται ένα εντελώς διαφορετικό πνεύμα, ένα πνεύμα, που, αν ερχόταν ποτέ στο φως, θα διαπιστώναμε ότι στην πραγματικότητα όχι μόνο λεπτό δεν είναι, μα ούτε καν υποφερτό.
»’Τελικά, λοιπόν, τι αποδεικνύεται; Ότι οι κοσμικές συγκεντρώσεις μας δεν είναι παρά συναθροίσεις ηθοποιών που υποκρίνονται. Τι κωμωδία!
»Τη μεγαλύτερη έκπληξη, όμως, μου την προξενεί η γενική ψυχρότητα που βλέπω γύρω μου. Πώς μπορούν να δείχνουν όλοι ότι είναι φίλοι μεταξύ τους, έτοιμοι να προσφέρουν στους άλλους ακόμα και το πουκάμισο τους, βαθύτερα όμως να έχουν τόση ψυχρότητα;»’.
Οι διαπιστώσεις σου είναι απόλυτα σωστές. Δεν έχω τίποτα να προσθέσω σε όσα γράφεις. Όλα τούτα, πάντως, παρατηρήθηκαν και καταγράφηκαν από πολύ παλιά, για να τ’ αντιμετωπίσουμε προετοιμασμένοι. Αιώνες πριν, ο άγιος Μακάριος ο Μέγας περιέγραψε την ακαταστασία, την πολύβουη κίνηση και το μάταιο κυνηγητό της επίγειας ζωής, που το γεύθηκες ήδη.
«Οι κάτοικοι της γης», γράφει ο άγιος, «και τα τέκνα του κόσμου τούτου μοιάζουν με το σιτάρι μέσα στο κόσκινο. Έτσι κοσκινίζονται και οι ψυχές με τους άστατους κοσμικούς λογισμούς, την ακατάπαυστη ταραχή των γήινων πραγμάτων και τις πολύπλοκες υλικές φροντίδες. Ο σατανάς ταρακουνάει με το κόσκινο, δηλαδή με τις επίγειες μέριμνες, ολόκληρο το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων.
»Μετά το προπατορικό αμάρτημα, αφότου δηλαδή ο Αδάμ αθέτησε την εντολή του Θεού και βρέθηκε κάτω από την εξουσία του διαβόλου, ο άρχοντας του σκότους κοσκινίζει με ακατάπαυστους απατηλούς λογισμούς τους ανθρώπους, χτυπώντας τους στα τοιχώματα του κόσκινου αυτής της γης.
Όπως, δηλαδή, το κόσκινο ταρακουνάει και περιστρέφει και χτυπάει το σιτάρι, έτσι και ο διάβολος, αιχμαλωτίζοντας με τα γήινα πράγματα τις ψυχές των αμαρτωλών απογόνων του Αδάμ, τις ταράζει, τις αναστατώνει, τις ξεσηκώνει και τις παρασύρει σε μάταιους λογισμούς, σε αισχρές επιθυμίες και σε κοσμικούς δεσμούς, εξαπατώντας τες και ξελογιάζοντας τες ακατάπαυστα.
»Ο Κύριος είχε μιλήσει προφητικά στους αποστόλους του για τον μελλοντικό τους πειρασμό: “Ο σατανάς ζήτησε να σας δοκιμάσει σαν το σιτάρι στο κόσκινο. Εγώ, όμως, προσευχήθηκα στον Πατέρα μου να μη σας εγκαταλείψει η πίστη σας”.
Η ρήση και απόφαση, άλλωστε, που εξαγγέλθηκε από το Δημιουργό στον Κάιν, είναι ξεκάθαρη: ‘‘Θα στενάζεις και θα τρέμεις και θα χτυπιέσαι πάνω στη γη”. Αυτό ακριβώς συμβαίνει, μεταφορικά, με όλους τους αμαρτωλούς.
»Νιώθουν ανασφάλεια και αβεβαιότητα μέσα στους άστατους λογισμούς της δειλίας, μέσα στο φόβο, τη σύγχυση, την επιθυμία, την ηδονή γιατί ο άρχοντας του κόσμου τούτου πειράζει όσους δεν έχουν αναγεννηθεί από τον Θεό, περιστρέφοντας άστατα, σαν το σιτάρι μέσα στο κόσκινο, τους λογισμούς τους, προκαλώντας τους αίσθημα ανασφάλειας και παγιδεύοντας τους με κοσμικές απάτες, σαρκικές ηδονές, φόβους και συγχύσεις».
Να οι δικές σου παρατηρήσεις από μιαν άλλη σκοπιά! Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους. Είναι, όμως, αδύνατον ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος, αν δεν υιοθετήσει και την αντίστοιχη διαλεκτική μέθοδο.
Σου ζητάω, λοιπόν, ν’ αποδεχθείς την αντίληψη που εκφράζει ο άγιος Μακάριος, γιατί αγγίζει την ουσία του θέματος και θα σου χρησιμεύσει ως ανασχετικός παράγοντας απέναντι στη γοητεία της κοσμικής ζωής.
Για να μάθεις πιο πολλά, αλλά και για να εξοικειωθείς περισσότερο μ’ αυτή τη συλλογιστική μέθοδο, διάβασε, αν θέλεις, ολόκληρη την πέμπτη ομιλία του αγίου Μακαρίου.
Από την πλευρά μου θα ήθελα να προσθέσω τούτο μόνο: Το ασταμάτητο κυνηγητό και το ανικανοποίητο όλων απ’ όλα σχετίζεται μ’ εκείνο ακριβώς που σου έγραψα στο προηγούμενο γράμμα μου, ότι δηλαδή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί μ’ έναν τέτοιο τρόπο ζωής κάθε πλευρά η ανάγκη της ανθρώπινης φύσεως.
Σου το εξηγώ με απλά λόγια: Μια ανικανοποίητη ανάγκη, λ.χ. η πείνα, απαιτεί ικανοποίηση, κι έτσι σπρώχνει τον άνθρωπο στην αναζήτηση τροφής. Όσο εκείνος κινείται μέσα σε πλαίσια όπου δεν είναι δυνατό να ικανοποιηθεί η πείνα του, αυτή δεν καταστέλλεται. Απεναντίας, μάλιστα, θεριεύει. Έτσι, όμως, ούτε και το κυνήγι της τροφής σταματάει.
Να, κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τους ανθρώπους που ζουν μέσα στο πνεύμα του κόσμου τούτου. Ακατάπαυστα αναζητούν τροφή για την πεινασμένη τους ψυχή. Αλλά μάταια. Ο εχθρός τους έχει τυφλώσει, και δεν συναισθάνονται την πλάνη τους: Έχουν πάρει λάθος δρόμο, ακολουθούν λάθος κατεύθυνση. Έτσι βασανίζονται μέσα στ’ αδιέξοδα και πνίγονται μέσα στο σκοτάδι.
Κανένας δεν μπορεί να τους ανοίξει τα μάτια. Τρέχουν πέρα-δώθε σαν άγρια θηρία και βρυχώνται σαν τα λιοντάρια, που τριγυρνούν στη ζούγκλα αναζητώντας κάτι να καταβροχθίσουν.
Όσο για τις άλλες πλευρές της κοσμικής ζωής που ανέφερες, θα έλεγα πως είναι αναπόφευκτες. Πώς να το κάνουμε; Αυτή είναι η ζωή του μεταπτωτικού ανθρώπου, που χαρακτηρίζεται πρωταρχικά από την υπερηφάνεια, τον εγωισμό.
Ο κύριος στόχος και η βασική επιδίωξη του ανθρώπου είναι η ικανοποίηση του εγωισμού του, ενώ όλοι οι άλλοι και όλα τ’ άλλα αποτελούν όργανα και μέσα για την επίτευξη αυτού του στόχου. Έτσι ο καθένας προσπαθεί, έμμεσα ή άμεσα, να επιβάλει τις επιθυμίες του στους άλλους.
Είναι αυτό που πολύ σωστά αποκάλεσες “τυραννία”. Δεν έχει σημασία το πόσο έντεχνα καμουφλάρουμε τις επιθυμίες μας, γεγονός είναι ότι πίσω τους στέκει πάντα ο εγωισμός, που πασχίζει να μας μπλέξει στα θελήματα του ή να μας χρησιμοποιήσει ως όργανα του. Ο στόχος του είναι τούτος: Να μας εξαπατήσει, να μας παραπλανήσει. Και χρησιμοποιεί ένα απατηλό τέχνασμα: τη συγκάλυψη των σφαλμάτων, δηλαδή το κουκούλωμα τους, όπως θα λέγαμε, και όχι την επανόρθωση τους.
Γι’ αυτό ακριβώς, επειδή δεν διορθώνουμε αλλά κρύβουμε τον κακό εαυτό μας, δεν σταματάει ποτέ η ιδιοτελής χρησιμοποίηση του ανθρώπου από το συνάνθρωπο του. Και γι’ αυτό παρατηρείται αυτή η γενική ψυχρότητα, επειδή ο καθένας κλείνεται στο καβούκι του, φροντίζει για το συμφέρον του και δεν μπορεί να χαρίζει ζεστασιά, τη ζεστασιά της αληθινής, της ανυπόκριτης, της ανυστερόβουλης αγάπης.
Είναι αλήθεια, βέβαια, ότι θα συναντήσεις αρκετούς ευγενικούς ανθρώπους, ανθρώπους που καλοπιάνουν και κολακεύουν τους άλλους, αγγίζοντας τις καρδιές τους βαθιά και άμεσα. Πρόκειται για το τελευταίο υπόλειμμα ενός αισθήματος με το οποίο προικίστηκε ο άνθρωπος, του αισθήματος της συγγένειας και της ομοιότητας με τους συνανθρώπους του.
Κι αυτό ακόμα, όμως, συχνά μπαίνει αλίμονο! – στην υπηρεσία του εγωισμού, που το χρησιμοποιεί ως το πιο πρόσφορο και αποτελεσματικό μέσο πραγματοποιήσεως των επιδιώξεων του. Ξέρω έναν τέτοιον άνθρωπο. Καλύτερα να είναι κανείς απροκάλυπτα εγωιστής, παρά γλοιώδης κόλακας σαν κι αυτόν.
Λίγοι είναι σε θέση να αντιληφθούν τους κρυφούς σκοπούς αυτών των ανθρώπων. Σε ευεργετούν και σε εξυπηρετούν, αλλά για να σε υποχρεώσουν δέκα φορές περισσότερο. «Μα πως είναι δυνατόν;», θα απορήσεις. «Κάθε άνθρωπος αγωνίζεται να είναι έντιμος. Και όποιος δεν το κάνει, τον εαυτό του βλάπτει».
Πραγματικά, έτσι είναι. Μόνο που αυτή η εντιμότητα, αυτός ο καθωσπρεπισμός, είναι το προσωπείο του εγωισμού. Ο καθένας κοιτάει να μην κηλιδωθεί, να μην εκτεθεί. Και για το σκοπό αυτό επιτρέπονται οι πιο ανέντιμες πράξεις, ότι μπορεί ν’ αρπάξει και να κρύψει κανείς από τους άλλους.
Ίσως ακόμα θ’ ακούσεις, ή και έχεις ήδη ακούσει, να λένε για κάποιον πως είναι εγωιστής. Μη νομίσεις ότι εκείνοι που τον κατηγορούν δεν είναι. Απλά και μόνο καταδικάζουν όποιον δεν επιτρέπει στον εαυτό του να γίνει αντικείμενο εκμεταλλεύσεως ή να χρησιμοποιηθεί σαν άβουλο όργανο των εγωιστικών επιδιώξεων των κατηγόρων του. Οι τελευταίοι, συνεπώς είναι οι αληθινοί εγωιστές.
Έχω ακούσει κάτι τέτοιους να κατηγορούν και τους μοναχούς για εγωισμό. Λένε πως οι μοναχοί αφήνουν τον κόσμο από φιλαυτία. Ταλαίπωροι καλόγεροι! Νηστεύετε, αγρυπνείτε, δουλεύετε υπάκουα νύχτα-μέρα, κόβοντας το θέλημα σας και νεκρώνοντας κάθε γήινη φιλοδοξία, για να σας λένε από πάνω και εγωιστές! Αυτό φτάνει για να καταλάβεις, τι αξία έχουν οι κρίσεις και επικρίσεις των κοσμικών ανθρώπων. Θα το πω έξω από τα δόντια: Τολμάει ο γάιδαρος να πει τον πετεινό κεφάλα!
Ξαναδιαβάζοντας όσα έχω γράψει ως εδώ, διαπιστώνω πως ήμουν αυστηρός με την κοσμική ζωή. Ωστόσο, δεν παίρνω πίσω ούτε μια λέξη. Ίσως να μην έγραφα ότι έγραψα, αν δεν ήθελα να προσέξεις και ν’ αντιληφθείς πέρα για πέρα το σκοτάδι του κόσμου. Δεν είχα, πάντως, καμιά πρόθεση να σε επηρεάσω, αφού εσύ πρώτη έκανες παρόμοιες διαπιστώσεις.
Περιμένω, όμως, να ρωτήσεις: «Πώς ακριβώς, λοιπόν, πρέπει να είναι ένας άνθρωπος;”. Σ’ αυτό θα προσπαθήσουμε ν’ απαντήσουμε στη συνέχεια της αλληλογραφίας μας. Προς το παρόν σου λέω τούτο μόνο: Το να κρατηθείς μακριά από τον κόσμο είναι, βέβαια, αδύνατο. Αρνήσου όμως, όσο είναι δυνατό, να μπεις μέσα στον κυκεώνα της κοσμικής ζωής.
Και όταν παρά τη θέληση σου, σε κάποια περίπτωση αναγκαστείς, φέρσου σαν να μην ήσουν εκεί: Βλέπε δίχως να βλέπεις και άκου δίχως ν’ ακούς. Τα μάτια σου, δηλαδή, ας αδιαφορούν για ότι βλέπουν, και τ’ αυτιά σου ας μη δίνουν σημασία σ’ ότι ακούνε. Φαινομενικά να συμπεριφέρεσαι όπως και οι άλλοι. Να είσαι τίμια και ειλικρινής. Φύλαξε, όμως, την καρδιά σου από συμπάθειες και θέλγητρα. Προσοχή προπάντων σε τούτο; Φύλαξε την καρδιά σου!
Έτσι θα βρίσκεσαι στον κόσμο μόνο σωματικά, όχι και ψυχικά, εκπληρώνοντας την αποστολική παραγγελία : «… και όσοι ασχολούνται με τα εγκόσμια, ας ζουν σαν να μην ασχολούνται καθόλου μ’ αυτά» (Α΄ Κορ. 7:31). Θα βρίσκεσαι, δηλαδή, σε επαφή με τον κόσμο και͵ όποτε είναι ανάγκη, θα συμμετέχεις σε εκδηλώσεις της κοσμικής ζωής. Εφόσον, όμως, κρατάς την καρδιά σου σε απόσταση, δεν θα κάνεις κακή χρήση αυτής της ζωής.
Μ΄ άλλα λόγια, δεν θα συμμετέχεις στην κοσμική ζωή επειδή το επιθυμείς, αλλά μόνο επειδή θα σε υποχρεώνουν κάποιες αναπόφευκτες περιστάσεις.
Σε κούρασα με το γράμμα μου. Εσύ, όμως, με ανάγκασες να το κάνω. Σου ζητώ να ξαναδιαβάσεις προσεκτικά όσα έγραψα, προπάντων τις τελευταίες αράδες.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου