Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΩΣ ΚΕΝΤΡΙΚΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΥΠΑΡΞΕΩΣ

Το πρόβλημα της εξουσίας συναντά σήμερα δυσκολίες που δεν περιορίζονται στην κατάχρηση που ονομάζεται «αυταρχισμός». Στην ιστορία, η σύγχυση μεταξύ υπακοής στον Θεό και υπακοής στην ίδια την ανθρώπινη θέληση είναι συχνή. Η σημερινή κρίση δεν αφορά μόνο τη διεκδίκηση μιας καλύτερης αμοιβαίας προσαρμογής, αλλά πηγαίνει βαθύτερα, προσβάλλοντας το δικαίωμα της Εκκλησίας να δικαιολογεί την εξουσία της μέσω της επίκλησης της υπακοής της πίστεως. Γνωρίζουμε τη βίαιη αντίδραση των προφητών, των μαρτύρων και των αγίων απέναντι στις καταχρήσεις της θεοκρατίας. Ο άγιος Παύλος μας προτρέπει διαρκώς να διαφυλάσσουμε τη χριστιανική μας ελευθερία και να μη σβήνουμε ούτε να λυπούμε το Άγιο Πνεύμα μέσω μιας τυφλής υποταγής.
Είναι, όμως, αναμφισβήτητο ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν σκέπτεται μόνο την Εκκλησία· ο εκκοσμικευμένος άνθρωπος αισθάνεται τον Θεό ως εχθρό της ελευθερίας. Στη χεγκελιανο-μαρξιστική διαλεκτική έχουμε τη σχέση Κυρίου και δούλου· ο Φρόυντ μιλά για το σύμπλεγμα του «σαδιστή Πατέρα», που υποκινεί στην «πατροκτονία»· για τον Νίτσε, ο Θεός είναι ο «Ουράνιος Κατάσκοπος», του οποίου το βλέμμα ενοχλεί και αντικειμενοποιεί. Η συνηθισμένη ιδέα περί θείας παντοδυναμίας και παντογνωσίας μετατρέπει την ιστορία σε θέατρο μαριονετών. Ή, όπως έλεγε ένας φιλόσοφος: «Το δράμα είναι γραμμένο μέχρι την τελευταία πράξη και κανένας ηθοποιός δεν μπορεί να το αλλάξει ούτε στο ελάχιστο». Μόνον ο Θεός είναι ελεύθερος μέσα σε αυτόν τον ντετερμινισμό και, κατά συνέπεια, φαίνεται ο μόνος ένοχος για την ύπαρξη του κακού. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει ο Προυντόν όταν λέει: «Ο Θεός είναι το Κακό». «Αν υπάρχει ο Θεός, εγώ δεν είμαι πλέον ελεύθερος· είμαι ελεύθερος, άρα ο Θεός δεν υπάρχει»· αυτός είναι ο αθεϊστικός συλλογισμός που διατυπώνεται μέσω του αναρχικού Μπακούνιν ή του Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Ακόμη κι αν δεν τη δικαιολογούμε, μπορούμε να κατανοήσουμε αυτή την αντίδραση, επειδή η ιδέα περί Θεού υπέστη, κατά τη διάρκεια της ιστορίας, μια τρομακτική παραμόρφωση. 

Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ

Στη Δύση, η κατάσταση στο εσωτερικό της Εκκλησίας περιπλέκεται από την αντανάκλαση της ανθρώπινης ιδέας περί Θεού στις διάφορες θεολογίες, οι οποίες προκαλούν εσωτερικές διαμάχες. Στα δύο άκρα συναντούμε, αφενός, τον τυπολατρικό κομφορμισμό και, αφετέρου, την υπερβολική διάθεση αμφισβητήσεως και αναρχίας των προοδευτικών. Στους «προοδευτικούς» χριστιανικούς κύκλους δεν κηρύσσεται πλέον το Ευαγγέλιο, αλλά μια θεολογία της βίαιης επαναστάσεως. Το μόνο σημείο όπου ο Χριστός μιλά για βία είναι εκείνο που αφορά την «κατάληψη της Βασιλείας»: «Η Βασιλεία των ουρανών βιάζεται και οι βιασταί αρπάζουν αυτήν» (Ματθαίος 11, 12). Τώρα όμως η βία στρέφεται εναντίον των δομών της καταναλωτικής κοινωνίας, εναντίον του καπιταλισμού ως οικονομικού συστήματος. Βεβαίως, το Ευαγγέλιο απαιτεί τη «δικαιοσύνη» στις ανθρώπινες σχέσεις και στην οικοδόμηση της επίγειας πολιτείας, αλλά αυτή η απαίτηση αρθρώνεται μέσα σε μια «ιεραρχία αξιών», στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η θυσιαστική αγάπη. Το Ευαγγέλιο δεν μιλά για το ιδεώδες μιας άνετης, υγιεινής, εύκολης και άφθονης ζωής. Ανάμεσα στην εξάλειψη της πείνας ή της αδικίας στον τρίτο κόσμο και στην άνετη αστική ζωή που κλείνεται στον εαυτό της υπάρχει πραγματικά μια άβυσσος. Δεν πρόκειται για το να μετριάσουμε ή να περιορίσουμε την άνεση, αλλά για το να ανοίξουμε την πολιτεία στην παρουσία του Θεού, στο θαύμα της Ενανθρωπήσεώς Του, της οποίας ο σκοπός δεν είναι ο «ευτυχισμένος άνθρωπος», αλλά ο «μακαρισμένος» άνθρωπος, ο οποίος ανατρέφεται κάτω από τον ήλιο των Μακαρισμών, ακόμη κι αν διώκεται ή μαρτυρεί: «Μακάριοι οι δεδιωγμένοι ένεκεν δικαιοσύνης, ότι αυτών εστίν η Βασιλεία των ουρανών». Όλα υποτάσσονται στη Βασιλεία και δεν σταματούν στην απλή φυσική εκμετάλλευση της γης ή στη βολική εγκατάσταση μέσα στην ιστορία, αλλά προχωρούν προς τη μεταμόρφωση που ανήκει στη «νέα γη». Δεν έχουμε να κάνουμε με φυγή σε έναν άλλο κόσμο, αλλά με μια αντικειμενική μετάλλαξη: την υπέρβαση των προτελευταίων αξιών προς τις έσχατες αξίες.
Η κουραστική αντιπαράθεση μεταξύ «πίστεως» και «θρησκείας» – που κηρύσσεται από τη θεολογία της εκκοσμικεύσεως και του «θανάτου του Θεού» – εξουδετερώνει καθετί το θετικό που υπάρχει στην Παράδοση, από τη διδασκαλία περί θεώσεως του ανθρώπου έως την έμφαση που δίνεται στη «νέα κτίση». Η κτίση ανακαινίζεται μέσω του θανάτου και της αναστάσεως του Χριστού, οι οποίοι άλλαξαν το οντολογικό καθεστώς της ανθρώπινης υπάρξεως. Μπορεί κανείς να αναρωτηθεί αν στις δύο περιπτώσεις μιλάμε για τον ίδιο Θεό, για το ίδιο Ευαγγέλιο, για το ίδιο μυστήριο του Χριστού που διακονεί πάσχοντας. Έτσι παράγεται μια επικίνδυνη μαρξιστικοποίηση της χριστιανικής συνειδήσεως, η οποία καταλήγει στο εξής δίλημμα: πιστότητα στον Λόγο του Θεού, ερμηνευόμενο κατά το δοκούν, ή ικανοποίηση των ανθρώπινων επιθυμιών, που εγκαινιάζει έναν αριστερό χιλιασμό, ριζωμένο περισσότερο στην Παλαιά Διαθήκη παρά στη Νέα.
Χαρακτηριστικά, τα ρεύματα μιας νέας ιδεολογίας ξεκινούν από τη βαθιά σκέψη του Ντήτριχ Μπονχέφερ· όμως ο λουθηρανός αυτός θεολόγος – αξιοθαύμαστος από ορισμένες απόψεις – έγραφε στο τραγικό και πρόωρο τέλος της ζωής του: «Πάντοτε παρατηρούσα ότι όλα όσα σκέπτομαι και αισθάνομαι εμπνέονται μάλλον από την Παλαιά Διαθήκη, την οποία τελευταία διάβαζα πολύ συχνότερα από την Καινή Διαθήκη...». Τα προοδευτικά ρεύματα εισέρχονται στον πολιτικό, οικονομικό και κοινωνικό αγώνα εμπνεόμενα ακριβώς από τους προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και αναγορεύοντας τη μόνιμη διαμαρτυρία σε μύθο της βίαιης επαναστατικής δράσεως. Ωστόσο, η αληθινή επανάσταση δεν μπορεί να προέλθει παρά μόνο από την ευαγγελική μετάνοια, προσανατολισμένη προς τον άνθρωπο της «Όγδοης Ημέρας» – εκείνον τον άνθρωπο για τον οποίο «τα πάντα είναι νέα», διότι «ο Χριστός υπέταξε τα πάντα στο σημείο του Σταυρού Του».
Χωρίς να λησμονεί τις απαιτήσεις της δικαιοσύνης, η οργάνωση της ανθρώπινης πολιτείας (στο κείμενο του Ησαΐα 40-53) υποτάσσεται στον Πάσχοντα Δούλο και επικεντρώνεται στην παρουσία του Θεού ανάμεσα στους ανθρώπους. Είτε πρόκειται για τον καπιταλισμό είτε για τον μαρξισμό, ο παρών κόσμος αμφισβητείται ριζικά από το Ευαγγέλιο στο όνομα μιας υπερβατικής πραγματικότητας. Ο άνθρωπος αυτού του κόσμου εργάζεται για τη διάνοιξη ενός ιστορικού δρόμου στρωμένου με αξίες που δεν αναφέρονται σε μια ιδεώδη εμμενή πολιτεία, αλλά στη «νέα γη», που είναι η πόλη του Θεού. Η ανθρώπινη στρατηγική οφείλει να συμμετέχει στη στρατηγική του Θεού. Η υπερβατική στρατηγική του Θεού, όπως μεταφράζεται από το Ευαγγέλιο, δεν υπόσχεται καμία υλική επιτυχία· στην πραγματικότητα, κάθε ιστορική εποχή τελειώνει με μια αποτυχία, αλλά όλες αυτές οι μεγάλες αποτυχίες είναι στην ουσία μεγάλες νίκες, διότι αποπροσανατολίζουν την ιστορία από τον εαυτό της, οδηγώντας την στα όρια των ορίων της, προς την υπερβατικότητα της ίδιας της μεταμορφώσεώς της. Εφόσον ο Χριστός αμφισβητεί αυτόν τον κόσμο, η Κάθοδος του Αγίου Πνεύματος κατεβάζει πάνω στον κόσμο τις σωτήριες ενέργειές Του. Ο Χριστός αμφισβητεί τον θάνατο μέσω του ίδιου Του του θανάτου και κατέρχεται στον Άδη για να εξέλθει από εκεί σαν από «νυμφικό παλάτι». Αμφισβητεί τους σταυρωτές Του για να τους χαρίσει συγχώρηση και ανάσταση. Σε όλους μας προσφέρει όχι τόσο μια ζωή γεμάτη αφθονία, όσο τη θεία υιοθεσία και την αθανασία, τις οποίες γευόμαστε ήδη από εδώ.
Όλες οι πράξεις δικαιοσύνης και κοινωνικής ανακαινίσεως δεν έχουν, αυτές καθαυτές, απόλυτη αξία. Είναι αληθινές μόνο εν Χριστώ, στον βαθμό που μαρτυρούν μέσω Αυτού την αγάπη του Πατέρα. Ήδη από εδώ, τέτοιες πράξεις αποκτούν κάτι από τη διάσταση της αιωνιότητας· η θεία επικαιρότητα εγγράφεται στην ανθρώπινη μόνο όταν οι άνθρωποι ανοίγονται προς την ετερότητα της υπερβάσεως.
Η διακήρυξη του «θανάτου του Θεού» καταφεύγει σε μια βία που περιορίζει τη θεία αγάπη στις ανθρώπινες αντιλήψεις, διακηρύσσοντας ότι αυτή είναι απρόσιτη έξω από την πολιτική και τις ατομικές διαμεσολαβήσεις. Η άμεση σχέση με τον Θεό τίθεται υπό αμφισβήτηση, ενώ η προσευχή και η θεωρία καθίστανται άχρηστες, επειδή υποτίθεται ότι μόνο η βίαιη επανάσταση θα άνοιγε ξανά τον δρόμο προς έναν Θεό που, κατά συνέπεια, θα ανασταινόταν μέσω της πολιτικής! Μπροστά σε αυτή την εκτροπή πρέπει να πούμε, μαζί με τους Πατέρες, ότι η αγάπη σημαίνει την αποδοχή του πλησίον διά του Χριστού, εν Χριστώ και μαζί με τον Χριστό – Εκείνον που κατοικεί στην ψυχή μας και μας επιτρέπει να αποκαλούμε ο ένας τον άλλον «αδελφό». Οι θεολογίες της βίας δεν έχουν ευαγγελικά θεμέλια και λησμονούν ότι ο Χριστός μας καλεί να υπερβούμε το πάθος των συγκρούσεων.





ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ


















0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top