Ο ΜΑΡΤΥΡΑΣ

Για να κατανοήσουμε αυτή την απαίτηση, πρέπει να ακούσουμε ξανά τον λόγο του Χριστού όπως μας τον παραδίδει το Ευαγγέλιο του Αγίου Ιωάννη (13, 20). Όταν ο Χριστός εγκαταλείπει αυτόν τον κόσμο, δεν αφήνει στη θέση Του την Εκκλησία· μας αφήνει τον «απεσταλμένο» Του, που καλείται να συνεχίσει το σωτηριώδες έργο Του. Τότε προφέρει αυτά τα λόγια, γεμάτα φοβερό νόημα: «Όποιος δέχεται εκείνον που θα στείλω Εγώ, εμένα δέχεται· και όποιος δέχεται εμένα, δέχεται Εκείνον που με απέστειλε». Βλέπουμε πολύ καθαρά ότι η μοίρα του κόσμου, η σωτηρία ή η απώλειά του, εξαρτώνται από τη στάση της Εκκλησίας, δηλαδή από τη στάση κάθε χριστιανού. Αν ο κόσμος δεχθεί έναν από εμάς, εισέρχεται σε κοινωνία με Εκείνον που μας απέστειλε. Αυτός ο λόγος προκαλεί δέος. Σε ποιο μεγαλείο, σε ποια ανοιχτή παρουσία που απευθύνεται σε κάθε άνθρωπο μας καλεί αυτός ο λόγος, ώστε ο κόσμος να μπορέσει να Τον δεχθεί; Μπορούμε άραγε να κατανοήσουμε ποια πράξη έκανε ο Παύλος, όταν αρνήθηκε τη δική του σωτηρία από αγάπη για τη σωτηρία του λαού του; Είναι άραγε η μαρτυρία και η αγιότητά μας ισοδύναμες με αυτή τη σωτήρια αγάπη;
Ο Ιησούς ζητεί από τους μαθητές και τους φίλους Του να χαίρονται με μια βαθιά χαρά, της οποίας οι λόγοι βρίσκονται πέρα από τον άνθρωπο, στο απλό και συνάμα συγκλονιστικό γεγονός της ύπαρξης του Θεού (Ιω. 14, 28). Η ανταπόκριση στην κλήση και η σωτηρία του κόσμου εδράζονται σε αυτή τη διαυγή χαρά της ανιδιοτελούς αγάπης, που προσφέρει τον εαυτό της ολοκληρωτικά και χωρίς επιφυλάξεις. Όχι τόσο το πραγματιστικό και ωφελιμιστικό «σ’ αγαπώ για να σε σώσω», όσο η καθαρή διακήρυξη: «σε σώζω γιατί σε αγαπώ». Έτσι, η διάνοιά μας καλείται να ανακαλύψει τον τρόπο, την τέχνη του να είναι κανείς αποδεκτός, να ακούγεται και να γίνεται δεκτός από ολόκληρο τον κόσμο. Ο άγιος Παύλος ανακάλυψε αυτή την τέχνη, όταν λέει: «Δεν ζω πλέον εγώ, αλλά ο Χριστός ζει μέσα μου» (Γαλ. 2, 20). Τα κηρύγματα πλέον δεν αρκούν· η ώρα της ιστορίας μάς δείχνει ότι δεν αρκεί μόνο να μιλούμε για τον Χριστό, διότι καλούμαστε να γίνουμε ένα με τον Χριστό, μεταβαλλόμενοι σε τόσες ζωντανές εστίες της παρουσίας και του λόγου Του.


ΕΝΑΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΑΓΙΟΣ

Το πλήθος αναζητεί αδιάκοπα «σημεία και θαύματα», όμως ο Κύριος λέει: «Δεν θα λάβουν τίποτε». Ένας άγιος των ημερών μας είναι ένας άνθρωπος όπως όλοι οι άλλοι, αλλά η ύπαρξή του αποτελεί ένα ερώτημα ζωής και θανάτου που απευθύνεται στους συνανθρώπους του. Όπως όμορφα λέει ο Τάουλερ: «Μερικοί υφίστανται το μαρτύριο με το ξίφος· άλλοι γνωρίζουν το μαρτύριο που τους στεφανώνει εσωτερικά και αόρατα». Άλλοι μαρτυρούν σήμερα με κίνδυνο της ίδιας τους της ζωής· η μαρτυρία τους δίνει φωνή σε αυτή την εύγλωττη σιωπή. Υπάρχουν ακόμη εκείνοι που καλούνται να μαρτυρήσουν ενώπιον της κοινής γνώμης και του κόσμου, δηλαδή ενώπιον της σχεδόν ακατανίκητης αδιαφορίας των μαζών. Ο Κίρκεγκωρ έλεγε ότι το πρώτο κήρυγμα ενός ιερέα θα έπρεπε να είναι και το τελευταίο, γιατί αποτελεί ένα σκάνδαλο, μετά το οποίο ο ιερέας εκδιώκεται στο περιθώριο της κοινωνίας των «καλών ανθρώπων». Χρειαζόμαστε αγίους που να ξέρουν να σκανδαλίζουν, προβάλλοντας τη «μωρία του Θεού», αποκαλύπτοντας, για παράδειγμα, την ανοησία των μαρξιστών κοσμοναυτών που ξεκίνησαν να αναζητήσουν τον Θεό και τους αγγέλους ανάμεσα στους γαλαξίες.
Ο νέος άνθρωπος δεν είναι καθόλου ένας υπεράνθρωπος ούτε ένας θαυματουργός. Είναι απαλλαγμένος από κάθε «θρύλο», αλλά σημαίνει περισσότερα από έναν θρύλο: ένας τέτοιος άνθρωπος είναι σύγχρονος και επίκαιρος, επειδή μαρτυρεί ότι η Βασιλεία είναι ήδη ανοικτή. Ωστόσο, η προειδοποίηση του Ευαγγελίου: «Όποιος έχει αυτιά για να ακούει, ας ακούει», παραμένει πάντοτε έγκυρη.
Σε αντίθεση με τις εικόνες των διασημοτήτων και τα πορτρέτα των αρχηγών κρατών που γεμίζουν παντού τους τοίχους, ο άγιος είναι ταπεινός όπως όλοι οι άνθρωποι· όμως το βλέμμα του, ο λόγος του και τα έργα του «μεταφράζουν στον ουρανό» τις ανθρώπινες αγωνίες και κατεβάζουν στη γη το χαμόγελο του Πατέρα.



Ο ΑΓΙΟΣ ΚΑΙ Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Οι χριστιανοί – έλεγε ο άγιος Παύλος – «δοξάζουν τον Θεό με το σώμα τους» (Α΄ Κορ. 6, 11-20): «Είτε τρώτε είτε πίνετε είτε κάνετε οτιδήποτε άλλο, όλα να τα κάνετε προς δόξαν Θεού» (Α΄ Κορ. 10, 31). Υπάρχει λοιπόν ένας νέος τύπος, θα μπορούσαμε να πούμε ένα «ευαγγελικό ύφος», ακόμη και για τις πιο συνηθισμένες καθημερινές πράξεις. Ο γεωργός στο χωράφι, ο επιστήμονας που μελετά τη δομή του ατόμου, μπορούν να εξαγνίσουν τις κινήσεις και το βλέμμα τους μέσω της προσευχής, γιατί και η ίδια η ύλη με την οποία ασχολούνται είναι «καινή κτίση»· και αυτό συμβαίνει χάρη στη μεταμορφωμένη στάση του ανθρώπου, «διότι και η ίδια η κτίση θα ελευθερωθεί από τη δουλεία της φθοράς, για να συμμετάσχει στην ελευθερία της δόξας των τέκνων του Θεού» (Ρωμ. 8, 18-23). Πρόκειται για μια αγωνιώδη αναμονή της φύσεως, που εκτείνεται σαν βλέμμα στραμμένο από κάτω προς τα πάνω, «όπως τα μάτια της δούλης προς τα χέρια της κυρίας της» (Ψαλμ. 122, 2). Ο πόνος της φύσεως δεν είναι ο πόνος μιας αγωνίας, αλλά ο πόνος μιας γέννας. Ο Χριστός κατήργησε τα τρία εμπόδια: της απολιθωμένης φύσεως, της αμαρτίας και του θανάτου. Μετέβαλε το φράγμα σε πασχάλιο πέρασμα, μετατρέποντας τον θάνατο σε ύπνο της εγρήγορσης και ξυπνώντας τους ζωντανούς. Τα φυσικά στοιχεία διατηρούν την εξωτερική τους μορφή, όμως ο άγιος σταματά τον άκαρπο κύκλο τους και τα κατευθύνει προς τον σκοπό για τον οποίο τα δημιούργησε ο Θεός.
Η βιβλική παραβολή – το mashal – μας εισάγει θαυμαστά στον ανακαινισμένο κόσμο του Θεού: ο σπορέας μυρίζει το νωπό χώμα, η γυναίκα βάζει το προζύμι στο αλεύρι· άλλοτε συναντούμε τον κόκκο του σιταριού, την άμπελο ή τη συκιά. Ο αισθητός κόσμος μάς μυεί στα βαθύτερα μυστήρια της θείας δημιουργίας. Χρησιμοποιώντας τα πράγματα αυτού του κόσμου και φανερώνοντας τον προορισμό τους, η λειτουργία επιτελεί μια απο-ιεροποίηση του ψεύδους και μια απο-χυδαιοποίηση της κοσμικής υπάρξεως. Με την εισβολή των υπερβατικών δυνάμεων, η λειτουργία «διαπερνά» την αδιαφάνεια του κλειστού κόσμου και μας διδάσκει ότι όλα έχουν λειτουργικό προορισμό: το ψωμί γίνεται το Σώμα του Κυρίου· η πέτρα που σφραγίζει τον τάφο Του ανατρέπεται από τους αγγέλους μπροστά στις μυροφόρες· το ξύλο του Σταυρού γίνεται Δένδρο της Ζωής· η ημέρα μάς θυμίζει το φως της Μεταμορφώσεως· το σιτάρι και το κρασί συγκλίνουν στον αγιασμό των ευχαριστιακών δώρων «για θεραπεία σώματος και ψυχής»· η ελιά παράγει το λάδι του χρίσματος· το νερό αναβλύζει από τη βαπτιστική κολυμβήθρα ως lavacrum, ως λουτρό αναγεννήσεως για την αιώνια ζωή. Όλα μιλούν για την Ενανθρώπηση και όλα ολοκληρώνονται στον Κύριο. Η λειτουργία ενσωματώνει τις πιο στοιχειώδεις πράξεις της ζωής: το να τρως, να πίνεις, να πλένεσαι, να μιλάς, να εργάζεσαι, να κοινωνείς, να ζεις και τελικά να πεθαίνεις για να αναστηθείς. Επιστρέφει σε αυτές τις πράξεις το αληθινό τους νόημα και τον προορισμό τους: να γίνουν λίθοι του κοσμικού Ναού της δόξας του Θεού.
Οι Ψαλμοί περιγράφουν ένα είδος ιερής χορείας, όπου «τα βουνά σκιρτούν σαν κριοί και οι λόφοι σαν αρνιά». Είναι ο μυστικός πόθος κάθε υπάρξεως να ψάλει στον Δημιουργό της.
Ο άγιος Αμβρόσιος δείχνει στους κατηχουμένους τον κίνδυνο να περιφρονούν τα ιερά μυστήρια με το πρόσχημα ότι χρησιμοποιούν κοινή ύλη. Στην πραγματικότητα, οι θείες πραγματικότητες δεν γίνονται αντιληπτές άμεσα, αλλά μόνο μέσα στη σφαίρα του ορατού. Για τους Πατέρες, η Εκκλησία είναι ο νέος παράδεισος όπου το Άγιο Πνεύμα μεταβάλλει τα Μυστήρια σε «δένδρα ζωής» και όπου η κυριαρχία των αγίων πάνω στο σύμπαν αποκαθίσταται μυστηριωδώς. Μέσω των Μυστηρίων, η παλαιά φύση ελευθερώνεται και, σκιασμένη από το Πνεύμα, προετοιμάζεται για μια νέα βλάστηση, δηλαδή για την αναγέννηση της Βασιλείας ως «καινή γη», όπως ακριβώς γεννήθηκε κάποτε – μέσα από την Παρθένο Μαρία – η φύση του Νέου Αδάμ.


Ο ΑΓΙΟΣ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ

Οι Πατέρες λέγουν ότι οι μοναχοί είναι απλώς εκείνοι που παίρνουν στα σοβαρά τη σωτηρία του κόσμου, που φθάνουν μέχρι το τέλος της πίστεως, γνωρίζοντας καλά ότι αυτή είναι ικανή, όπως λέει το Ευαγγέλιο, να μετακινεί βουνά. Σύμφωνα με τους ίδιους Πατέρες, κάθε πιστός μπορεί να γίνει ένας «εσωτερικευμένος μοναχός», είτε είναι έγγαμος είτε άγαμος, βρίσκοντας το ακριβές ισοδύναμο των μοναχικών όρκων μέσα σε όλες τις περιστάσεις της προσωπικής του ζωής. Σε αυτή την περίπτωση, η απλή ύπαρξή του, η παρουσία του και μόνο, αλλά πλήρης, αποτελεί ήδη σκάνδαλο για τον κομφορμισμό ενός βολεμένου κόσμου· γίνεται μια μαρτυρία που σώζει από την πλήξη και τη μετριότητα της καθημερινής ζωής. Στη σοβιετική Ρωσία, ένας αληθινός πιστός είναι το χαμόγελο του Θεού, μια ανάσα καθαρού αέρα μέσα στην ατμόσφαιρα πλήξεως που δημιουργούν τόσοι φανατικοί δογματιστές. Ένας ανανεωμένος άνθρωπος είναι, πριν απ’ όλα, άνθρωπος προσευχής, λειτουργικό ον· ο άνθρωπος που ψάλλει το Sanctus, εκείνος που συνοψίζει τη ζωή του με τα λόγια του Ψαλμωδού: «Θα δοξάζω τον Θεό όσο ζω». Στο πλαίσιο του κρατικού αθεϊσμού, ένας Ρώσος επίσκοπος παρότρυνε τους πιστούς που δεν μπορούσαν να έχουν τακτική λειτουργική ζωή να γίνουν οι ίδιοι εκκλησία, παρατείνοντας τη λειτουργία μέσα στην καθημερινότητά τους. Μια τέτοια «λειτουργική» παρουσία αγιάζει κάθε μέρος του κόσμου και συμβάλλει στην αληθινή ειρήνη, για την οποία μιλά το Ευαγγέλιο. Η προσευχή ενός τέτοιου ανακαινισμένου ανθρώπου απλώνεται πάνω στην αυριανή ημέρα, πάνω στους καρπούς της γης, πάνω στον μόχθο του επιστήμονα και πάνω στην εργασία κάθε ανθρώπου. Μέσα στον τεράστιο καθεδρικό ναό που είναι το σύμπαν του Θεού, ο άνθρωπος — ιερέας της ζωής του, εργάτης ή λόγιος — μετατρέπει ολόκληρη την ανθρωπότητα σε προσφορά, σε δοξολογία, σε ύμνο. Σήμερα, καθώς οι διωγμοί εντείνονται, μέσα σε ένα κλίμα μαρτυρικής σιωπής, κυκλοφορεί ανάμεσα στους πιστούς μια θαυμάσια και συγκλονιστική προσευχή, η οποία τους καλεί να «παρηγορούν το Άγιο Πνεύμα» με την αγάπη και την αυταπάρνησή τους:

«Ελέησέ μας, ευλόγησέ μας όλους μαζί, εμάς τους ληστές και τους Σαμαρείτες, εκείνους που πέφτουν καταγής στον δρόμο και τους ιερείς που περνούν αδιάφορα, όλους όσοι είμαστε όμοιοι μεταξύ μας, θύτες και θύματα, εκείνους που καταριούνται και εκείνους που είναι καταραμένοι, εκείνους που Σε πολεμούν και εκείνους που προσκυνούν την αγάπη Σου. Συγκέντρωσέ μας όλους μέσα σε Σένα, Πατέρα».

Οι Πατέρες της Εκκλησίας λέγουν ότι κάθε πιστός είναι, με τον τρόπο του, ένας «αποστολικός άνδρας». Η πίστη του αντιστοιχεί στον λόγο του τέλους του κατά Μάρκον Ευαγγελίου, εκείνου που «πατά επάνω σε φίδια, θεραπεύει κάθε ασθένεια, μετακινεί βουνά και ανασταίνει νεκρούς, αν αυτό είναι το θέλημα του Θεού» (Μάρκ. 16, 17-18). Αρκεί να ζει με απλότητα την πληρότητα της πίστεως και να μην απομακρύνεται από τον σκοπό του. Ναι! Πρέπει να το λέμε και να το επαναλαμβάνουμε αδιάκοπα: αυτή η κλήση δεν είναι έκφραση κάποιου μυστικιστικού ρομαντισμού, αλλά υπακοή στην πιο άμεση και ρεαλιστική σημασία του Ευαγγελίου. Και δεν πρόκειται ούτε για τους μεγάλους αγίους ούτε για ορισμένους ιδιαίτερα εκλεκτούς. Όλα αυτά τα έργα, που μας θυμίζουν το μεγαλείο των θαυμάτων, βρίσκονται μέσα στις δυνατότητες της πίστεώς μας, και η κλήση του Θεού — της οποίας η δύναμη αυξάνεται μέσα από την αδυναμία μας — απευθύνεται στον καθένα από εμάς. Το να γίνει κανείς άλλος άνθρωπος εξαρτάται από την άμεση και σταθερή απόφαση του πνεύματός μας, από την πίστη μας που λέει με ταπεινή απλότητα το «Ναι», ακολουθώντας με χαρά τον Χριστό. Τότε όλα θα γίνουν δυνατά και θα μπορούν να συμβούν θαύματα. Πρόκειται για μια στάση γεμάτη ευλαβική γαλήνη, ταπείνωση αλλά και παθιασμένη τρυφερότητα. Ασκητές τόσο αυστηροί όσο ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος και ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος έλεγαν ότι πρέπει να αγαπά κανείς τον Θεό όπως αγαπά τη μνηστή του. Για τον Κίρκεγκωρ, «πρέπει να διαβάζουμε τη Βίβλο όπως ένας νέος διαβάζει το γράμμα της αγαπημένης του, χαρούμενος στη σκέψη ότι αυτό είναι γραμμένο για εκείνον». Είναι λοιπόν φυσικό να ερωτεύεται κανείς τη δημιουργία του Θεού και να διακρίνει το θείο νόημα πέρα από τον φαινομενικό παραλογισμό της ιστορίας· είναι φυσικό να μεταμορφώνεται σε φως, να γίνεται αποκάλυψη και προφητεία. Καταθαμβωμένος από την ύπαρξη του Θεού, ο νέος άνθρωπος αγγίζεται κατά κάποιον τρόπο από εκείνη τη «θεία τρέλα» για την οποία μιλά ο άγιος Παύλος, μια κατάσταση που εκφράζεται στο χιούμορ των «διά Χριστόν σαλών» — το μόνο που μπορεί να διαλύσει τη βαριά σοβαροφάνεια των δογματικών ανθρώπων. Ο Ντοστογιέφσκι έλεγε ότι ο κόσμος κινδυνεύει να χαθεί όχι εξαιτίας των πολέμων, αλλά από την πλήξη: ο διάβολος βγαίνει μέσα από ένα χασμουρητό τόσο μεγάλο όσο ο κόσμος...
Ο νέος άνθρωπος είναι επίσης εκείνος που η πίστη τον ελευθερώνει από τον «μεγάλο φόβο του εικοστού αιώνα»: τον φόβο των βομβών, τον φόβο του καρκίνου, τον φόβο του θανάτου. Είναι ένας άνθρωπος του οποίου η πίστη αποτελεί πάντοτε έναν τρόπο να αγαπά τον κόσμο και να ακολουθεί τον Κύριο ακόμη και μέχρι την κάθοδό Του στον Άδη. Ο Θεός αφήνει στον Σατανά τη δική του λογική, αλλά προσθέτει σε αυτήν — χωρίς να καταργεί τη δικαιοσύνη — μια νέα διάσταση. Και εμείς οφείλουμε να διαφυλάξουμε άθικτο το ύστατο μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως. Να είσαι άλλος άνθρωπος σημαίνει να αναγγέλλεις σε όλη σου τη ζωή Εκείνον που έρχεται, να Τον φέρεις ήδη μέσα σου ως αγγελιοφόρος Του. Σημαίνει να είσαι, όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, γεμάτος από μια «νηφάλια μέθη» που σε ωθεί να λες σε κάθε διαβάτη: «Έλα και πιες». Ο ανακαινισμένος άνθρωπος είναι εκείνος που ψάλλει μαζί με τον άγιο Ιωάννη της Κλίμακος:

«Η αγάπη Σου τραυμάτισε την ψυχή μου και η καρδιά μου καίγεται από φλόγες· προχωρώ δοξολογώντας Σε...»

Ο χριστιανισμός — θρησκεία της απόλυτης καινοτομίας — είναι εκρηκτικός. Μέσα στη βασιλεία του Καίσαρα καλούμαστε να ανακαλύψουμε τη Βασιλεία του Θεού, και το Ευαγγέλιο μιλά για τη βία εκείνων που κατακτούν τον ουρανό. Ένα από τα ασφαλέστερα σημεία της εγγύτητας της Βασιλείας είναι η ενότητα του χριστιανικού κόσμου.
Εικόνα όλων των τελειοτήτων, ο Χριστός είναι ο μόνος υπέρτατος Επίσκοπος, αλλά και ο μόνος υπέρτατος λαϊκός, διότι Αυτός είναι ο Άγιος, δηλαδή ο κατεξοχήν Νέος Άνθρωπος. Γι’ αυτό και η αρχιερατική Του προσευχή διαιωνίζει τον πόθο όλων των αγίων: να δοξάζεται η Αγία Τριάδα μέσα σε μία ψυχή και να συγκεντρωθούν όλοι οι άνθρωποι γύρω από ένα και μοναδικό ευχαριστιακό Ποτήριο. Η θεία φιλανθρωπία επιθυμεί να μοιραστεί μαζί μας αυτή τη χαρά που δεν ανήκει πλέον σε αυτόν τον κόσμο, επειδή εγκαινιάζει το Βασιλικό Δείπνο. Στον πυρήνα της υπάρξεως, εκεί όπου πραγματοποιείται η κατά πρόσωπο συνάντηση με τον Ερχόμενο, ο άνθρωπος λαμβάνει την εσωτερική μορφή που του χαρίζει η θεία αιωνιότητα. Φθάνοντας στο ανώτατο σημείο των πόθων του, δεν μπορεί παρά να επαναλάβει τον θαυμαστό λόγο του o Ευάγριος ο Ποντικός, ο οποίος περιγράφει έτσι τον «άνθρωπο της Ογδόης Ημέρας»:

«Είναι αποκομμένος από όλα και ενωμένος με όλα, απαθής αλλά γεμάτος βασιλική ευαισθησία, θεούμενος, αλλά θεωρώντας τον εαυτό του σκύβαλο του κόσμου, ανώτερος από τα πάντα, θεϊκά μακάριος...»



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ










0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top