«Εσύ περιέγραψες τον τρόπο εξελίξεως των πραγμάτων• ο άγιος Μακάριος αποκάλυψε την αιτία και την προέλευσή τους. Είναι, όμως, αδύνατον ν’ ασχοληθεί κανείς μ’ αυτή την πλευρά του ζητήματος, αν δεν υιοθετήσει και την αντίστοιχη διαλεκτική μέθοδο.
Σου ζητάω, λοιπόν, ν’ αποδεχθείς την αντίληψη που εκφράζει ο άγιος Μακάριος, γιατί αγγίζει την ουσία του θέματος και θα σου χρησιμεύσει ως ανασχετικός παράγοντας απέναντι στη γοητεία της κοσμικής ζωής.
Για να μάθεις πιο πολλά, αλλά και για να εξοικειωθείς περισσότερο μ’ αυτή τη συλλογιστική μέθοδο, διάβασε, αν θέλεις, ολόκληρη την πέμπτη ομιλία του αγίου Μακαρίου».

(Οσίου Θεοφάνους του Εγκλείστου https://entoytwnika1.blogspot.com/2026/06/blog-post_06.html)



ΑΓΙΟΥ ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΤΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ 

ΟΜΙΛΙΑ Ε΄

Ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, καθώς επίσης διαφορετικός είναι και ο τρόπος ζωής και ο νους και ο λόγος και οι πράξεις των ανθρώπων του κόσμου αυτού. Άλλο πράγμα είναι εκείνοι, και άλλο αυτοί, και υπάρχει πολύ μεγάλη διαφορά μεταξύ τους. Διότι οι κάτοικοι της γης και τα τέκνα αυτού του κόσμου μοιάζουν με σιτάρι που έχει τοποθετηθεί μέσα στο κόσκινο αυτής της γης, που κοσκινίζονται οι ψυχές με τους άστατους λογισμούς αυτού του κόσμου, την ακατάπαυστη ταραχή που προέρχεται από τα γήινα πράγματα, και τις πολύπλοκες υλικές έγνοιες· ταρακουνώντας ο σατανάς που κοσκινίζει με το κόσκινο (δηλαδή με τα γήινα πράγματα) ολόκληρο το αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, μετά την εκδίωξη του Αδάμ από τον παράδεισο, που παράκουσε την εντολή του Θεού, και βρέθηκε κάτω από την εξουσία του διαβόλου, που πήρε την εξουσία από τον άνθρωπο, και από τότε κοσκινίζει με συνεχείς απατηλούς λογισμούς, κάνοντας να προσκρούουν στα τοιχώματα του κόσκινου αυτής της γης όλα τα τέκνα αυτού του αιώνα.Διότι, όπως ακριβώς μέσα στο κόσκινο το σιτάρι προσκρούει στα τοιχώματα του, εξ αιτίας της κίνησης αυτού που κοσκινίζει, και μέσα σ’ αυτό περιστρέφεται, κινούμενο με άστατο τρόπο, έτσι και με τα γήινα πράγματα ο άρχοντας της πονηρίας κυριαρχεί σ’ όλους τους ανθρώπους, και με αυτά ταράζει, κλονίζει και σείει αυτούς, τοποθετώντας διάφορα εμπόδια με ανωφελείς διαλογισμούς, αισχρές επιθυμίες και με γήινους και κοσμικούς δεσμούς, αιχμαλωτίζοντας και συγκλονίζοντας άστατα και εξαπατώντας ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ, όπως προέλεγε ο Κύριος στους αποστόλους την επανάσταση που επρόκειτο να γίνει εναντίον τους από το σατανά· «ζητεί ο σατανάς να σας κοσκινίσει σαν το σιτάρι, εγώ όμως παρακάλεσα τον Πατέρα μου, για να μη σας λείψει η πίστη» (Λουκά 22, 31).
Διότι είναι ολοφάνερο ο λόγος που ειπώθηκε από το δημιουργό στον Κάιν καθώς και η απόφαση «θα ζεις πάνω στη γη με αναστεναγμούς και τρόμο και ταραχή» (Γεν. 4, 10), που είναι τύπος και εικόνα, με μεταφορική έννοια, όλων των αμαρτωλών. Έτσι λοιπόν, αφού απομακρύνθηκε από την εντολή του Θεού το γένος του Αδάμ και έγινε αμαρτωλό (Γεν. 4, 12), έχει αποκτήσει μέσα του εκείνη την εικόνα, ταρασσόμενο από τους άστατους λογισμούς της δειλίας και του φόβου και κάθε άλλης ταραχής, επειδή ο άρχοντας αυτού του κόσμου κλυδωνίζει με επιθυμίες και παντός είδους ηδονές κάθε ψυχή που δεν έχει αναγεννηθεί από το Θεό (πρβλ. Ιω. 9, 3), περιστρέφοντας άστατα σαν σιτάρι μέσα σε κόσκινο τους λογισμούς των ανθρώπων, που κλυδωνίζονται με ποικίλους τρόπους, εξαπατώντας και ταράσσοντας με κοσμικές απάτες και σαρκικές ηδονές και με φόβο όλους τους ανθρώπους.
Και ο ίδιος ο Κύριος θέλοντας να δείξει ότι αυτοί που εξακολουθούν να ζουν με τις απάτες και τα θελήματα του πονηρού φέρουν την εικόνα της πονηρίας του Κάιν, έλεγε προς αυτούς ελέγχοντας τους· «σεις θέλετε να εκτελείτε τις πονηρές επιθυμίες του πατέρα σας· εκείνος ήταν από την αρχή της δημιουργίας ανθρωποκτόνος και ποτέ δεν στάθηκε στην αλήθεια» (Ιω. 8, 44). Ώστε ολόκληρο το αμαρτωλό γένος του Αδάμ έχει αποκτήσει την καταδίκη εκείνη, κατά ένα μυστικό τρόπο, δηλαδή εκείνο το· «θα ζείτε με αναστεναγμούς και με τρόμο και θα σείεσθε μέσα στο κόσκινο της γης από το σατανά που κοσκινίζει τον άνθρωπο». Διότι, όπως από τον ένα Αδάμ απλώθηκε πάνω στη γη ολόκληρο το γένος των ανθρώπων, έτσι και από μία κακία των παθών που μπήκε βαθιά μέσα στο αμαρτωλό γένος των ανθρώπων, είναι αρκετό ο άρχοντας της κακίας να συγκλονίζει όλους με άστατους και υλικούς και ταραχώδεις λογισμούς.
Και όπως ακριβώς ένας μόνο άνεμος είναι αρκετός να κουνάει και να συγκλονίζει όλα τα φυτά και τα δένδρα, ή όπως ακριβώς ένα μόνο σκοτάδι της νύχτας απλώνεται σε όλη την οικουμένη, έτσι και ο άρχοντας της πονηρίας, που ο ίδιος είναι λογικό σκοτάδι της κακίας και του θανάτου, και άνεμος κρυφός και άγριος, ταρακουνάει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος και το περιφέρει με άστατους λογισμούς, εξαπατώντας τις καρδιές των ανθρώπων με κοσμικές επιθυμίες, και γεμίζοντας με το σκοτάδι της αγνωσίας, με αναπηρία και λήθη κάθε ψυχή που δεν πέτυχε την ουράνια αναγέννηση (Ιω. 3,37) και δεν έχει μεταβεί με το φρόνημα και τον νου στον άλλο αιώνα, όπως έχει λεχθεί· «η δική μας πατρίδα και πολιτεία βρίσκεται στους ουρανούς» (Φιλιπ. 3,20).
Ως προς αυτό διαφέρουν οι αληθινοί Χριστιανοί από κάθε άλλο άνθρωπο, και υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ τους, όπως προαναφέραμε, ως προς το ότι δηλαδή έχουν πάντοτε μέσα στο νου και στη διάνοια τους την ουράνια σκέψη, και βλέπουν τα ουράνια αγαθά με το να συμμετέχουν και να είναι ενωμένοι με το άγιο Πνεύμα, που τους χάρισε την ουράνια αναγέννηση (πρβλ. Ιω. 1,12), και τους αξίωσε να γίνουν με τη δύναμη και την αλήθεια τέκνα του Θεού, και τους έφερε σε κατάσταση σταθερότητας, αταραξίας και ανάπαυσης, με πολλούς και μακροχρόνιους αγώνες και κόπους, ώστε να μη κοσκινίζονται και να μη ταράσσονται από τους άστατους και μάταιους λογισμούς.
Γι’ αυτό λοιπόν τον λόγο οι Χριστιανοί είναι ανώτεροι και καλύτεροι από τους ανθρώπους του κόσμου, διότι ο νους τους και το φρόνημα της ψυχής τους βρίσκεται στην ειρήνη του Χριστού (πρβλ. Κολ. 3, 15) και στην αγάπη του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Ρωμ. 15, 30), όπως ακριβώς και ο Κύριος, μιλώντας γι’ αυτούς, έλεγε· «έχουν μεταβεί από τον θάνατο στη ζωή» (Ιω. 5, 24 ).
Λοιπόν ή διαφοροποίηση των Χριστιανών δε βρίσκεται ούτε στο σχήμα ούτε στους εξωτερικούς τύπους, όπως νομίζουν οι πιο πολλοί, ότι ως προς αυτό υπάρχει διαφορά και διάκριση μεταξύ αυτών και του κόσμου, δηλαδή στο σχήμα και στους τύπους. Και να, ως προς τον νου και τη διάνοια είναι όμοιοι με τον κόσμο, διότι έχουν το σεισμό και την ακαταστασία των λογισμών και την απιστία και την ταραχή και τη δειλία όπως ακριβώς την έχουν όλοι οι άνθρωποι· οι άνθρωποι όμως του κόσμου διαφέρουν και ως προς σχήμα και ως προς τη γνώμη του κόσμου και ως προς κάποια εξωτερικά κατορθώματα, ως προς την καρδιά όπως και τον νου έχουν δεθεί με τα γήινα δεσμά, διότι δεν έχουν στην καρδιά τους την ανάπαυση του Θεού και την επουράνια ειρήνη του αγίου Πνεύματος, επειδή δεν τα ζήτησαν από τον Θεό και δεν πίστεψαν ότι μπορούν να γίνουν άξιοι να τα δεχθούν.
Διότι η «καινή κτίση» (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 17) των Χριστιανών διαφέρει από όλους τους ανθρώπους του κόσμου ως προς την «ανακαίνιση του νου» (Ρωμ. 12, 2), τους ειρηνικούς διαλογισμούς, και την αγάπη που έχουν προς τον Κύριο και τον ουράνιο έρωτα· γι’ αυτό ακριβώς έγινε και η έλευση του Κυρίου, για να αξιωθούν να πάρουν αυτά τα πνευματικά αγαθά, όσοι αληθινά θα πιστέψουν σ’ αυτόν. Διότι η δόξα των Χριστιανών και η αρετή και ο ουράνιος πλούτος είναι ανέκφραστα, και κατακτούνται με πολλούς κόπους και μόχθους και δοκιμασίες και αγώνες· και όλα αυτά κατορθώνονται με τη χάρη του Θεού (πρβλ. Α΄ Κορ. 15, 10).
Διότι, αν η θέα του επίγειου βασιλιά είναι επιθυμητή σε όλους τους ανθρώπους, και ο καθένας που διαμένει στην πόλη επιθυμεί να δει μόνο το κάλλος του, ή την ωραιότητα των ενδυμάτων, ή τη λαμπρότητα της πορφύρας, την ομορφιά των διαφόρων μαργαριταριών, την κομψότητα του στέμματος, την τιμιότητα των αξιωματικών που τον συνοδεύουν, εκτός βέβαια από τους πνευματικούς ανθρώπους (πρβλ. Γαλ. 6, 1) που τα περιφρονούν αυτά επειδή έχουν γνωρίσει την άλλη επουράνια και ασώματη δόξα, έχουν πληγωθεί από το άλλο ανέκφραστο κάλλος, έχουν γίνει κοινωνοί άλλου πλούτου, ζουν κατά τον εσωτερικό άνθρωπο (πρβλ. Ρωμ. 7, 22 ) και μετέχουν άλλου Πνεύματος.
Διότι οι άνθρωποι αυτού του κόσμου, που έχουν το φρόνημα αυτού του κόσμου, έχουν μεγάλη επιθυμία να δουν τον επίγειο μόνο βασιλιά με όλη την ομορφιά και τη λαμπρότητα του, καθόσον η εξωτερική του εμφάνιση είναι πολύ ανώτερη από την εμφάνιση όλων των ανθρώπων (αφού είναι τόσο λαμπρή και τόσο επιθυμητή από όλους και μόνο η θέα του) και καθένας λέει μέσα του ‘‘μακάρι να μου έδινε κάποιος εκείνη τη λαμπρότητα, την ευπρέπεια και την ωραιότητα’’, μακαρίζοντας εκείνον που είναι όμοιος μ’ αυτόν, γήινος, ομοιοπαθής και θνητός, που γίνεται όμως επιθυμητός εξ αιτίας της πρόσκαιρης μεγαλοπρέπειας και λαμπρότητας του.
Αν λοιπόν τόσο πολύ επιθυμούν οι σαρκικοί άνθρωποι τη δόξα του επίγειο βασιλιά, πόσο περισσότερο εκείνοι, που μέσα τους έσταξε η σταγόνα εκείνη του αγίου Πνεύματος της ζωής της θεότητας, και πλήγωσε την καρδιά τους με θεϊκό έρωτα προς τον επουράνιο βασιλιά Χριστό, έχουν προσδεθεί σ’ εκείνο το κάλλος, την ανέκφραστη δόξα, την άφθαρτη μεγαλοπρέπεια και τον ασύλληπτο πλούτο του αληθινού και αιώνιου βασιλιά Χριστού, με του οποίου τον πόθο και την επιθυμία αιχμαλωτίζονται, είναι δεμένοι μ’ αυτόν ολοκληρωτικά, και επιθυμούν να αποκτήσουν εκείνα τα ανέκφραστα αγαθά που βλέπουν με τη βοήθεια του αγίου Πνεύματος, για χάρη των οποίων όλα τα κάλλη της γης, και τις ομορφιές και τις δόξες και τις τιμές και τα πλούτη των βασιλιάδων και των αρχόντων τα θεωρούν μηδαμινά· διότι πληγώθηκαν από το θεϊκό κάλλος και έσταξε μέσα στις ψυχές τους η ζωή της ουράνιας αθανασίας.
Γι’ αυτό ποθούν εκείνη μόνο την αγάπη του επουράνιου βασιλιά και αυτόν μόνο με μεγάλη επιθυμία έχουν μπροστά στα μάτια τους, με αυτόν απελευθερώνουν τον εαυτό τους από κάθε αγάπη του κόσμου και απομακρύνονται από κάθε γήινο δεσμό, για να μπορούν να έχουν μέσα στην καρδιά τους εκείνον μόνο τον πόθο, χωρίς να τον αναμειγνύουν με κανένα άλλο.
Είναι λίγοι εκείνοι που μαζί με την αγαθή αρχή είχαν και τέλος αγαθό, και πέρασαν τη ζωή τους μέχρι το τέλος χωρίς πτώση, έχοντας μόνο μια αγάπη προς τον Θεό, και κρατώντας τον εαυτό τους μακριά απ’ όλα τα κοσμικά. Διότι υπάρχουν πολλοί που αισθάνονται κατάνυξη, που γίνονται μέτοχοι της ουράνιας χάρης και πληγώνονται από ουράνιο έρωτα, αλλ’, επειδή δεν υπομένουν τους διάφορους αγώνες, τις αθλήσεις, τους κόπους και τους πειρασμούς του πονηρού και τρέπονται σε διάφορες και ποικίλες κοσμικές επιθυμίες, επειδή καθένας αγάπησε κάτι απ’ αυτόν τον κόσμο και δεν έχει απομακρύνει την αγάπη του από κάθε τι το κοσμικό, έμειναν και βούλιαξαν στο βυθό του κόσμου, εξ αιτίας της ανανδρίας και της αποχαύνωσης της δικής τους θέλησης, ή εξ αιτίας της δειλίας και της αγάπης τους προς τα γήινα.
Πράγματι όσοι θέλουν να ζήσουν μέχρι το τέλος της ζωής τους ενάρετη ζωή, δεν πρέπει να δεχθούν και να ενώσουν με τη θέληση τους άλλο έρωτα και άλλη αγάπη μ’ εκείνη την επουράνια, για να μη εμποδιστούν στα πνευματικά πράγματα και στραφούν προς τα πίσω και τελικά εκπέσουν από τη ζωή. Διότι, όπως είναι μεγάλα και ανέκφραστα και ανεκλάλητα αυτά που μας υποσχέθηκε ο Θεός, έτσι πρέπει να έχουμε πίστη και ελπίδα και να καταβάλλουμε κόπους και αγώνες και να υποστούμε πολλές δοκιμασίες για να τα αποκτήσουμε· διότι δεν είναι λίγα αυτά τα αγαθά που ελπίζει ν’ αποκτήσει ο άνθρωπος.
Επιθυμείς να βασιλέψεις στη βασιλεία των ουρανών στους απέραντους αιώνες μαζί με τον Χριστό και δεν καταδέχεσαι να αναλάβεις πρόθυμα μέχρι θανάτου στο λίγο χρόνο της ζωής αυτής τους αγώνες, τους κόπους και τους διάφορους πειρασμούς; Ο Κύριος φωνάζει· «εάν κάποιος θέλει να με ακολουθήσει πρέπει ν’ απαρνηθεί τον αμαρτωλό εαυτό του, να σηκώνει τον σταυρό του κάθε μέρα με χαρά και να με ακολουθεί» (Λουκά 9, 23 . Ματθ. 16, 24)· και πάλι λέει· «εάν κάποιος δεν αρνηθεί τον πατέρα του και τη μητέρα και τη γυναίκα και τα παιδιά του και τους αδελφούς και τις αδελφές, ακόμη και τη ζωή του, αυτός δε μπορεί να είναι μαθητής μου» (Λουκά 4, 26).
Οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να πετύχουν τη βασιλεία του Θεού και να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή (πρβλ. Μαρκ. 10, 17), δεν αρνούνται όμως, αλλ’ εξακολουθούν να ζουν με το δικό τους θέλημα, μάλλον δε, ακολουθούν αυτόν που σπέρνει τα μάταια, και χωρίς να απαρνούνται τον εαυτό τους θέλουν να κληρονομήσουν την αιώνια ζωή, πράγμα που είναι αδύνατον, διότι ο λόγος του Κυρίου είναι αληθινός. Διότι εκείνοι μόνο περνούν τη ζωή τους χωρίς πτώση, όσοι σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου αρνήθηκαν ολοκληρωτικά τον εαυτό τους, αποστρέφοντας όλες τις κοσμικές επιθυμίες και τους δεσμούς και τις επάρσεις και τις ηδονές και ασχολίες, και μόνο αυτόν έχουν μπρος στα μάτια τους και επιθυμούν να εφαρμόζουν τις εντολές του.
Ώστε λοιπόν με τη δική του θέληση ο καθένας αποστρέφεται τη βασιλεία του Θεού, με το να μη θελήσει πραγματικά να κουραστεί και να απαρνηθεί τον εαυτό του, με το να αγαπά και κάτι άλλο μαζί με την αγάπη εκείνη, με το να ευχαριστιέται με κάποιες ηδονές και επιθυμίες αυτού του αιώνα, και με το να μη έχει όλη την αγάπη, όσο είναι δυνατό στην προαίρεση και στη θέληση του, προς τον Κύριο.
Από ένα παράδειγμα θα τα εννοήσεις όλα. Πολλές φορές εξετάζοντας κάποιος κάτι διαπιστώνει και γνωρίζει ότι αυτό που θέλει να κάνει δεν είναι σωστό, αλλ’ επειδή το αγαπά και δεν το αρνιέται, νικιέται απ’ αυτό. Διότι πρώτα γίνεται ο πόλεμος και η διαμάχη μέσα στην καρδιά, και η σύγκριση και η ροπή και το ζύγισμα ανάμεσα στην αγάπη του Θεού και στην αγάπη του κόσμου, και τότε προχωρεί και διακρίνει ο καθένας, αν συμβεί να βρίσκεται σε διαμάχη και διαπληκτισμό προς το αδελφό του, και λέει στον εαυτό του· ‘‘Να πω; Να μη πω; Να μιλήσω; Να μη μιλήσω;” φέρνοντας στο νου του βέβαια και το όνομα του Θεού, διατηρώντας όμως και τη δική του γνώμη χωρίς να αρνιέται τον εαυτό του (πρβλ. Λουκά 9, 23).
Αλλά, αν για λίγο πέσει το βάρος στην αγάπη του κόσμου και η ροπή στη ζυγαριά της καρδιάς, αμέσως φτάνει μέχρι τα χείλη ο πονηρός λόγος. Έπειτα σαν βέλη από μέσα, τεντώνοντας ο νους, χτυπάει τον πλησίον με τη γλώσσα, ρίχνοντας με τη θέληση του τα βέλη των άπρεπων λόγων, διατηρώντας και υπερασπίζοντας τη δική του γνώμη. Έπειτα εκτοξεύει άπρεπα λόγια για πολύ χρονικό διάστημα προς τον πλησίον, μέχρι που το αμάρτημα φτάσει να απλωθεί και να συμπλακεί και στα μέλη.
Μερικές φορές προξενούν και τραύματα στο σώμα, καθώς τα μέλη πολεμούν το ένα το άλλο, και κάποτε φτάνει μέχρι το φόνο και τον θάνατο η επιθυμία του διαβόλου. Κοίταξε από που άρχισε και ποιο τέλος είχε η αγάπη που βάραινε προς την κοσμική γνώμη με τη ροπή της καρδιάς πάνω στη ζυγαριά, από τη δική της θέληση· επειδή δεν αρνήθηκε τον εαυτό του και αγάπησε κάτι από τον κόσμο, συνέβησαν όλα εκείνα τα ατοπήματα.
Έτσι λοιπόν να σκέφτεσαι και συ, ότι πίσω από κάθε αμάρτημα και φαύλη πράξη, που σε προτρέπει και σε καλοπιάνει η κακία, βρίσκεται το θέλημα του νου με τις κοσμικές επιθυμίες, την απάτη και τη σαρκική ηδονή. Έτσι πραγματοποιείται κάθε είδος κακίας, έτσι η μοιχεία και η κλοπή, έτσι η πλεονεξία και η μέθη, έτσι η φιλαργυρία και η ματαιοδοξία, έτσι η ζήλεια και η φιλαρχία και κάθε άλλο που είναι αποτέλεσμα της κακίας.
Μερικές φορές και πράξεις που φαίνονται καλές και γίνονται για δόξα και έπαινο των ανθρώπων (πρβλ. Φιλιπ. 1, 11), είναι για τον Θεό ίσες με πράξεις αδικίας και κλοπής και όμοιες με τα άλλα αμαρτήματα. Διότι λέει, «ο Θεός διασκόρπισε τα οστά των ανθρωπαρέσκων» (Ψαλμ. 52, 6), ώστε με αυτά που φαίνονται καλά θέλει να υπηρετείται ο πονηρός (πρβλ. Ματθ. 13, 19)· επειδή είναι πολυμήχανος και απατηλός μέσα από τις επιθυμίες του κόσμου.
Διότι εξ αιτίας κάποιας αγάπης γήινης και σαρκικής, με την οποία δεσμεύεται με το θέλημα του ο άνθρωπος, εξαπατάται από την κακία, η οποία γίνεται για αυτόν αλυσίδα και δεσμά και βαρύ φορτίο που τον καταβυθίζει και τον πνίγει μέσα σ’ αυτό τον αιώνα της πονηρίας, και δεν τον επιτρέπει να σηκωθεί και να επιστρέψει στον Θεό· και γίνεται αυτό επειδή αυτό που αγάπησε κάποιος από τον κόσμο, του βαρύνει το νου, τον κρατάει κάτω και δεν τον αφήνει να σηκωθεί.
Σ’ αυτό το ζύγισμα, σ’ αυτή τη ροπή και τη ζυγαριά της κακίας κρέμεται και δοκιμάζεται ολόκληρο το ανθρώπινο γένος, δηλαδή οι Χριστιανοί που κατοικούν στις πόλεις, ή στα βουνά, ή στα μοναστήρια, ή στους αγρούς, ή σε έρημους τόπους (πρβλ. Ματθ.1, 45), διότι εξαπατάται ο άνθρωπος από τη θέληση του και αγαπά κάτι, και έτσι προσδένεται η αγάπη του εκεί, χωρίς να προσφέρεται ολόκληρη στον Θεό.
Διότι συμβαίνει να αγαπήσει κάποιος τα υλικά πράγματα, άλλος το χρυσάφι και το ασήμι, άλλος τη γαστριμαργία, κάποιος άλλος τις επιθυμίες της σαρκικές (πρβλ. Β΄ Πέτρ. 2, 18), άλλος τη σοφία των κοσμικών λόγων για την ανθρώπινη δόξα, άλλος την εξουσία, άλλος τη δόξα και τις ανθρώπινες τιμές (πρβλ. Ιω. 12, 43), άλλος την οργή και τη μανία (επειδή πολύ γρήγορα παραδίνει κανείς τον εαυτό του στο πάθος γι’ αυτό και το αγαπά), άλλος απρόσμενες συμπτώσεις, άλλος τη ζήλεια, άλλος αγαπά καθημερινά να υπερηφανεύεται και να ευχαριστιέται, άλλος να ξεγελιέται με ανόητες σκέψεις, άλλος αγαπά να είναι νομοδιδάσκαλος για να έχει ανθρώπινη φήμη, άλλος ευχαριστιέται με τη νωθρότητα και αμέλεια, άλλος με τα πολυτελή ρούχα και τα υφάσματα, άλλος παραδίνει τον εαυτό του στις γήινες φροντίδες, άλλος αγαπά τον ύπνο, ή τους αστεϊσμούς, ή την αισχρολογία.
Διότι, αφού δεσμευθεί με κάτι κοσμικό, μικρό ή μεγάλο, συγκρατείται από εκείνο και δεν τον αφήνει να σηκώσει κεφάλι. Διότι εκείνο το πάθος του που δεν το πολεμάει κανείς με γενναιότητα, εκείνο αγαπά, και εκείνο τον κρατάει δέσμιο και τον βαραίνει, και του γίνεται εμπόδιο και αλυσίδα, για να μη φτάσει ο νους του προς τον Θεό και τον ευαρεστήσει και τον λατρέψει, ώστε αυτό να του φανεί χρήσιμο στη βασιλεία του και ν’ απολαύσει την αιώνια ζωή.
Η ψυχή που έχει την ορμή της πραγματικά προς τον Κύριο, προσφέρει ολοκληρωτικά την αγάπη της προς αυτόν, προς αυτόν μόνο δεσμεύεται με όλη της τη δύναμη και τη θέληση της, από εκεί παίρνει τη βοήθεια της χάρης του Θεού, και αρνείται τον εαυτό της, και δεν ακολουθεί τα θελήματα του νου της (διότι ζει με δολιότητα μαζί μας, εξ αιτίας του κακού που είναι ενωμένο μαζί μας και μας παρασύρει), αλλά παραδίνεται ολοκληρωτικά στο λόγο του Κυρίου, απομακρύνει τον εαυτό της από κάθε εξωτερικό δεσμό, όσο είναι δυνατό στη θέληση της, αφιερώνεται εξ ολοκλήρου στον Κύριο, και έτσι κατορθώνει να ξεπεράσει με ευκολία τους αγώνες και τους κόπους και τις θλίψεις. Διότι, όπου αφιερώνει ο καθένας την αγάπη του από εκεί δέχεται βοήθεια και από εκεί βάρος. Αν αγαπά κάτι απ’ τον κόσμο, αυτό το ίδιο γίνεται γι’ αυτόν φορτίο και δεσμά που τον τραβούν προς τα κάτω και δεν τον αφήνουν να απομακρυνθεί προς τα επάνω, δηλαδή στον Θεό.
Αν όμως αγαπά τον Κύριο και τις εντολές του, από εκεί δέχεται βοήθεια, από εκεί ανακουφίζεται και γίνονται σ’ αυτόν εύκολα όλα τα παραγγέλματα του Κυρίου, μεταφέροντας όλη του την αγάπη προς αυτόν, ο οποίος τον βαρύνει με το αγαθό, ή καλύτερα ανακουφίζει και ελαφρύνει κάθε πόλεμο και κάθε θλίψη, και με τη θεία του δύναμη κόβει τα δεσμά με τον κόσμο και τις δυνάμεις της κακίας, που παγιδεύουν την ψυχή του, και τους βρόχους των κάθε είδους επιθυμιών, που τον κατακρατούν στο βυθό του κόσμου· και έτσι απομακρύνεται απ’ αυτά με τη δική του πίστη και την πολλή φροντίδα και με την ουράνια βοήθεια, στην οποία πρόσφερε την αγάπη του, αξιώνεται να δεχθεί τη βασιλεία, την οποία με το δικό του θέλημα αγάπησε αληθινά, και αφού δεχθεί τη βοήθεια από τον Κύριο δεν χάνει την αιώνια ζωή.|
Για να δείξουμε όμως με φανερά πράγματα πως χάνονται πολλοί με τη δική τους θέληση και βυθίζονται στη θάλασσα και αιχμαλωτίζονται, υπόθεσε ότι κάποιο σπίτι έχει πιάσει φωτιά και εκείνος που φεύγει γυμνός, εγκαταλείποντας τα πάντα, όταν αντιληφθεί τον εμπρησμό, και φροντίζει να σώσει τον εαυτό του μόνο, διασώθηκε. Άλλος όμως, που ήθελε να πάρει κάποια σκεύη από το σπίτι, ή ρούχα, ή άλλα πράγματα, και μπήκε να τα πάρει, την ώρα που τα έπαιρνε, απλώθηκε η φωτιά σε όλο το σπίτι και τον βρήκε μέσα εγκλωβισμένο και τον έκαψε. Βλέπεις λοιπόν ότι με τη θέληση του για κάποια πρόσκαιρη αγάπη που αγάπησε ο ίδιος χάθηκε στη φωτιά;
Το ίδιο πάλι συμβαίνει στη θάλασσα με τους ναύτες που έπεσαν πάνω σε δυνατούς ανέμους και ναυάγησαν· όποιος λοιπόν, αφού έβγαλε από πάνω του τα ρούχα, έπεσε γυμνός στη θάλασσα, θέλοντας να σώσει μόνο τον εαυτό του, αυτός δεχόμενος τα χτυπήματα των κυμάτων και κολυμπώντας πάνω σ’ αυτά, επειδή μπορούσε εύκολα να μετακινείται, μπόρεσε να περάσει την πικρή θάλασσα, και έτσι κατόρθωσε να σώσει τον εαυτό του. Άλλος όμως, θέλοντας να σώσει κάποια από τα ενδύματα του, νόμισε ότι θα μπορούσε να κολυμπήσει και να βγει έξω μαζί με εκείνο που πήρε μαζί του, αυτά όμως τα ίδια που πήρε μαζί του τον βάραιναν και τον βούλιαξαν στο βυθό της θάλασσας, και χάθηκε για λίγο κέρδος, γιατί δεν φρόντισε μόνο για τον εαυτό του. Βλέπεις ότι πέθανε με τη δική του θέληση;
Ας υποθέσουμε πάλι ότι ακούσαμε πως έρχονται εχθροί. Και εκείνος που έφυγε αμέσως, μόλις το άκουσε, χωρίς αναβολή, αυτός έφυγε χωρίς να πάρει τίποτε μαζί του. Ο άλλος όμως που δεν πίστεψε ότι έρχονται οι εχθροί, ή άργησε να φύγει, επειδή αγαπούσε κάποια πράγματα και θέλησε να τα πάρει μαζί του, όταν ήρθαν οι εχθροί τον έπιασαν και τον αιχμαλώτισαν στην πατρίδα τους και τον εξανάγκασαν να παραμείνει και να δουλεύει εκεί. Βλέπεις λοιπόν ότι με την θέληση του και εξ αιτίας της νωθρότητας, της ανανδρίας και της αγάπης του προς κάποια πράγματα οδηγήθηκε στην αιχμαλωσία;
Κατά τον ίδιο τρόπο και εκείνοι που δεν ακολουθούν τις εντολές του Κυρίου και δεν απαρνούνται τον εαυτό τους και δεν αγαπούν μόνο τον Κύριο, αλλά δεσμεύονται με γήινα δεσμά, όταν έρθει το πυρ το αιώνιο, θα κατακαούν, γιατί θα βρίσκονται προσκολλημένοι στην αγάπη του κόσμου, και θα καταβυθισθούν από την πικρή θάλασσα της πονηρίας και από την αιχμαλωσία των εχθρών, δηλαδή από τα πνεύματα της πονηρίας, και, αφού αιχμαλωτισθούν, θα καταστραφούν.
Αν πάλι θέλεις να μάθεις από τις άγιες και θεόπνευστες Γραφές για την πλήρη αγάπη προς τον Κύριο, κοίταξε τον Ιώβ πως απογυμνώθηκε από όλα όσα είχε, από τα παιδιά, την περιουσία, τα ζώα, από τους υπηρέτες και τα υπόλοιπα υπάρχοντα του· πως έφυγε, αφού προηγουμένως απογυμνώθηκε και έσωσε τον εαυτό του, και αφού άφησε και αυτόν τον χιτώνα του και τον έριξε στα πόδια του σατανά και δε βλασφήμησε, ούτε με τα λόγια, ούτε στην καρδιά, ούτε με τα χείλη ενώπιον του Κυρίου, αλλά απεναντίας ευλόγησε τον Κύριο λέγοντας «ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος τα αφαίρεσε· όπως φάνηκε σωστό στον Κύριο έτσι και έγινε. Ας είναι το όνομα του Κυρίου ευλογημένο» (Ιώβ 1, 21). Διότι, και αν ακόμα θεωρούνταν ότι είχε πολλά, όταν δοκιμάσθηκε από τον Κύριο, έδειξε ότι δεν είχε τίποτε, παρά μόνο τον Θεό.
Το ίδιο και ο Αβραάμ, όταν πήρε εντολή από το Κύριο να φύγει «από τη γη και από τους συγγενείς του και από το σπίτι τού πατέρα του» (Γεν. 12, 1), αμέσως τα εγκατέλειψε όλα, πατρίδα, κτήματα, συγγενείς, γονείς, και ακολούθησε τον λόγο του Κυρίου. Έπειτα, όταν βρέθηκε ανάμεσα σε πολλούς πειρασμούς που συνέβησαν σ’ αυτόν, με το να του πάρουν τη γυναίκα του αφ’ ενός (Γεν. 12, 15· 20, 2), και με το να αδικείται από τους άλλους, ζώντας σε ξένη χώρα, απέδειξε με όλα αυτά ότι τον Θεό μόνο αγαπούσε περισσότερο από κάθε άλλο (Γεν. 15, 4· 21, 2).
Έπειτα, αφού μετά από υπόσχεση του Θεού, και μετά από πολλά χρόνια απέκτησε μονάκριβο παιδί, που τόσο πολύ επιθυμούσε, όταν του ζητήθηκε να το θυσιάσει, με προθυμία ο ίδιος το πρόσφερε (Γεν. 22, 26), απογυμνώνοντας και αρνούμενος πράγματι τον εαυτό του· διότι απέδειξε, με την προσφορά τού μονογενούς υιού του, ότι δεν αγάπησε τίποτε άλλο, παρά μόνο τον Θεό. Διότι, αφού με τόση προθυμία αρνήθηκε το παιδί του, πόσο μάλλον αν διατασσόταν να εγκαταλείψει τα υπόλοιπα υπάρχοντα του, ή να τα μοιράσει όλα στους φτωχούς, δεν θα πραγματοποιούσε αμέσως και με προθυμία την εντολή; Βλέπεις πλήρη και ολοκληρωμένη αγάπη που με τη θέληση της δόθηκε στον Κύριο;
Έτσι και όσοι θέλουν να γίνουν συγκληρονόμοι αυτών (Πρβλ. Ρωμ. 8,17), τίποτε άλλο δεν πρέπει να αγαπήσουν, εκτός από τον Θεό, ώστε, όταν δοκιμασθούν, να φανούν χρήσιμοι και δόκιμοι, διατηρώντας τέλεια την αγάπη τους προς τον Κύριο.
Εκείνοι που με τη θέληση τους αγάπησαν για πάντα τον Θεό, και απομάκρυναν τους εαυτούς τους από κάθε κοσμική αγάπη, θα μπορέσουν μέχρι το τέλος να συνεχίσουν νικηφόρα τον αγώνα. Είναι όμως λίγοι αυτοί που έχουν τέτοια αγάπη και απομακρύνονται απ’ όλες τις ηδονές και τις επιθυμίες του κόσμου και υπομένουν με μακροθυμία τις επαναστάσεις και τους πειρασμούς του πονηρού. Μήπως επειδή πολλοί, που προσπαθούν να περάσουν ποτάμια, παρασύρονται, δεν υπάρχουν εκείνοι που κατορθώνουν να διαπεράσουν τα θολά ποτάμια των κάθε είδους επιθυμιών του κόσμου και των ποικίλων πειρασμών των πονηρών πνευμάτων;
Και επειδή πολλά πλοία στη θάλασσα βυθίζονται και καλύπτονται από τα κύματα, δεν υπάρχουν και εκείνα που περνούν και πλέουν πάνω από τα κύματα και φτάνουν σε γαλήνιο λιμάνι; Γι’ αυτό χρειάζεται πάντοτε μεγάλη πίστη και μακροθυμία, αγώνας και υπομονή, κόπος και πείνα και δίψα για το αγαθό, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα, διάκριση και σύνεση. Διότι οι περισσότεροι από τους ανθρώπους θέλουν να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού χωρίς κόπους και αγώνες και μόχθους, πράγμα που είναι αδύνατο.
Όπως ακριβώς λοιπόν συμβαίνει εδώ στον κόσμο, όταν πηγαίνουν μερικοί άνδρες για να εργασθούν κοντά σε κάποιο πλούσιο, στο θερισμό ή σε κάποια άλλη εργασία, για να εξασφαλίσουν εκείνα που είναι αναγκαία για τη διατροφή τους, και υπάρχουν μεταξύ τους κάποιοι οκνηροί και νωθροί και τεμπέληδες, που δεν κουράζονται καθόλου και δεν εργάζονται όπως πρέπει, αυτοί, χωρίς να κοπιάσουν και χωρίς να κουρασθούν στα κτήματα του πλουσίου, θέλουν να πάρουν τον ίδιο μισθό με εκείνους που κουράστηκαν, δουλεύοντας σκληρά και με ζήλο και με όλη τους τη δύναμη, ισχυριζόμενοι ότι τάχα έχουν τελειώσει την εργασία τους.
Κατά τον ίδιο τρόπο, και όταν διαβάζουμε τις Γραφές μαθαίνουμε πως ο τάδε δίκαιος ευαρέστησε τον Θεό, πως έγινε φίλος (πρβλ. Ιακ. 2, 23) και συναναστράφηκε με τον Θεό, και πως έγιναν φίλοι και κληρονόμοι του Θεού όλοι οι πατέρες, πόσες θλίψεις υπέμειναν, πόσα έπαθαν για τον Θεό, πόσα ανδραγαθήματα έκαναν και πόσο αγωνίσθηκαν, όλους αυτούς τους μακαρίζουμε και θέλουμε ν’ απολαύσουμε τις ίδιες με αυτούς δωρεές και τα ίδια αξιώματα, επιθυμούμε με προθυμία να λάβουμε τα ένδοξα εκείνα χαρίσματα, παρακάμπτοντας τους κόπους και τους αγώνες τους και τις θλίψεις και τα παθήματα τους και τις τιμές και τα αξιώματα τους, που από τον Θεό έχουν αποκτήσει, θέλουμε με προθυμία να λάβουμε, την κούραση όμως καθώς και τους κόπους και τους αγώνες τους αυτά δε θέλουμε να υποστούμε.
Σου λέω λοιπόν ότι αυτό το θέλει και το επιθυμεί καθένας από τους ανθρώπους, και οι πόρνες και οι τελώνες και οι άδικοι άνθρωποι θέλουν με ευκολία και χωρίς κόπους και αγώνες να κερδίσουν τη βασιλεία του Θεού. Αλλά γι’ αυτό τον λόγο υπάρχουν ανάμεσα μας πειρασμοί και δοκιμασίες πολλές και θλίψεις και αγώνες και μόχθοι, για να γίνουν φανεροί οι εκλεκτοί (πρβλ. Α΄ Κορ. 11, 19).
Μερικοί, αφού έφθασαν πράγματι μέχρι τον θάνατο, μ’ όλη την επιθυμία και τη δύναμή τους αγάπησαν τον Κύριο μόνο, και τίποτε άλλο δεν αγάπησαν μαζί με την αγάπη τους προς αυτόν. Γι’ αυτό λοιπόν και δίκαια εισέρχονται στη βασιλεία των ουρανών (πρβλ. Ματθ. 7, 21), γιατί αρνήθηκαν τον εαυτό τους, σύμφωνα με τον λόγο του Κυρίου, και αγάπησαν τον Κύριο μόνο περισσότερο και από τη ζωή τους. Γι’ αυτό, εξ αιτίας της πάρα πολύ μεγάλης αγάπης τους θα αμειφθούν με πολύ μεγάλα ουράνια δώρα.
Διότι μέσα στις θλίψεις και τα παθήματα και την υπομονή και την πίστη είναι κρυμμένες οι υποσχέσεις και η δόξα και η αποκατάσταση των επουρανίων αγαθών, όπως ακριβώς υπάρχει ο καρπός μέσα στο σιτάρι που ρίχνεται στη γη ή το δένδρο που μπολιάζεται, αφού περάσει κάποια σήψη και κάποια κατάσταση που χάνει την ομορφιά του, ύστερα παρουσιάζει και την εξωτερική του ομορφιά και τον πολλαπλάσιο καρπό. Διότι, αν δεν περνούσαν από εκείνες τις καταστάσεις που ισοδυναμούν με αφανισμό, δεν θα μπορούσαν να δείξουν την εξωτερική ωραία εμφάνιση, την ομορφιά που έχει η θέα τους, και τον πολλαπλάσιο καρπό.
Όπως λέει και ο απόστολος, «μέσα από πολλές θλίψεις θα μπορέσουμε να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών» (Πράξ. 14, 22), και ο Κύριος· «με την υπομονή σας θα κερδίσετε τις ψυχές σας» (Λουκά 21, 19)· και πάλι «θα έχετε θλίψη μέσα στον κόσμο» (Ιω. 16, 33). Διότι πρέπει να έχουμε κόπο και ζήλο και νηφαλιότητα και μεγάλη προσοχή, ορμητικότητα και ανυποχωρητικότητα στην παράκληση προς τον Κύριο, για να μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις παγίδες των γήινων επιθυμιών, τους βρόχους των ηδονών, και τις καταιγίδες του κόσμου, ν’ αποφύγουμε τις επαναστάσεις των πονηρών πνευμάτων, και να γνωρίσουμε καλά, με πόση μεγάλη σωφροσύνη και εγρήγορση πίστης και αγάπη οι άγιοι απόκτησαν μέσα στις ψυχές τους τον επουράνιο θησαυρό (πρβλ. Ματθ. 19, 21), δηλαδή τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που είναι ο αρραβώνας της βασιλείας του Θεού.
Διότι ο μακάριος απόστολος Παύλος, μιλώντας γι’ αυτόν ακριβώς τον επουράνιο θησαυρό, δηλαδή για τη χάρη του αγίου Πνεύματος, και φανερώνοντας την υπερβολή των θλίψεων, και συγχρόνως δείχνοντας τι πρέπει να ζητάει ο καθένας από εδώ, και τι πρέπει ν’ αποκτήσει, λέει· «διότι γνωρίζουμε καλά ότι, αν η επίγεια κατοικία της ψυχής μας, σαν προσωρινή σκηνή που είναι, διαλυθεί από τον θάνατο, έχουμε άλλη οικοδομή ετοιμασμένη από τον Θεό, οικία που δεν την έχουν κάνει ανθρώπινα χέρια, και θα είναι αιώνια στους ουρανούς» (Β΄ Κορ. 5, 1).
Πρέπει λοιπόν ο καθένας ν’ αγωνισθεί και με ζήλο να επιδιώξει να πετύχει όλες τις αρετές και να πιστέψει, διότι από αυτόν εδώ τον κόσμο θ’ αποκτήσει την κατοικία εκείνη. Διότι, αν καταργηθεί η κατοικία του σώματος μας, έχουμε άλλη κατοικία στην οποία θα κατοικήσει ή ψυχή μας. Διότι λέει, «και αν ακόμα αποβάλουμε τα ενδύματα μας, δε θα βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ. 5, 3), δηλαδή από την κοινωνία και την ένωση μας με το άγιο Πνεύμα, όπου μόνο ή πιστή ψυχή μπορεί ν’ αναπαυθεί.
Γι’ αυτό λοιπόν αυτοί που είναι αληθινοί Χριστιανοί και δυνατοί στην πίστη έχουν θάρρος και χαίρονται, όταν βγαίνει ή ψυχή από το σώμα τους, διότι έχουν σαν κατοικία εκείνη την οικία που δεν κατασκευάστηκε με χέρια, και είναι οικία γι’ αυτούς η δύναμη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα τους. Και αν ακόμα λοιπόν διαλυθεί η οικία του σώματος δε φοβούνται· διότι έχουν την επουράνια οικία του αγίου Πνεύματος και εκείνη την άφθαρτη δόξα, η οποία κατά την ημέρα της αναστάσεως θα οικοδομήσει και θα δοξάσει και τον οίκο του σώματος, όπως λέει ο απόστολος· «Εκείνος που ανέστησε τον Χριστό από τους νεκρούς, θα ζωοποιήσει και τα θνητά σώματά σας, με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα σας» (Ρωμ. 8, 11)· και πάλι λέει· «για να φανερωθεί και η ζωή του Ιησού στη θνητή μας σάρκα» (Β΄ Κορ. 4, 10) και «για να απορροφηθεί και εξαφανισθεί η θνητότητα του σώματος από την αιώνια και αληθινή ζωή» (Β΄ Κορ. 5, 4).
Ας αγωνισθούμε λοιπόν με την πίστη και την ενάρετη ζωή, για ν’ αποκτήσουμε από αυτό τον κόσμο το ένδυμα εκείνο (πρβλ. Β΄ Κορ. 5, 4), για να μη βρεθούμε γυμνοί, όταν απομακρυνθεί η ψυχή από το σώμα, και δε θα έχουμε εκείνο που θα δοξάσει τη σάρκα μας κατά την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι όσο αξιώθηκε ο καθένας με την πίστη και τον ζήλο του να γίνει μέτοχος του αγίου Πνεύματος, τόσο θα δοξασθεί το σώμα του εκείνη την ημέρα της αναστάσεως (πρβλ. Ματθ. 22, 23). Διότι ο θησαυρός εκείνος που αποταμίευσε μέσα της ή ψυχή, τότε θα αποκαλυφθεί και θα φανερωθεί έξω από το σώμα.
Όπως τα δένδρα που έχουν περάσει το χειμώνα, και σα να έχουν ζεσταθεί από κάποια αόρατη δύναμη και από τον ήλιο και από τους ανέμους, από μέσα τους βλαστάνουν και βγάζουν σαν ρούχα φύλλα και άνθη και καρπούς, κατά τον ίδιο τρόπο και τα λουλούδια των χορταριών από εκείνη την εποχή βγαίνουν μέσα από τα σπλάχνα της γης, και σκεπάζεται και ντύνεται η γη και τα λουλούδια σαν τα κρίνα, για τα οποία ο Κύριος είπε ότι «ούτε ο Σολομώντας με όλη τη μεγαλοπρέπεια του δε ντύθηκε σαν ένα απ’ αυτά» (Ματθ. 6, 29) (διότι όλα αυτά είναι παραδείγματα και υποδείγματα και εικόνες των Χριστιανών κατά την ανάσταση).
Έτσι πράγματι γίνεται σ’ όλες τις ψυχές που αγαπούν τον Θεό, δηλαδή στους αληθινούς Χριστιανούς· υπάρχει δηλαδή ο πρώτος μήνας ο Ξανθικός, αυτός που ονομάζεται Απρίλιος, που είναι η ημέρα της αναστάσεως, και με τη δύναμη του ήλιου της δικαιοσύνης (Μαλ. 3, 2) βγαίνει από μέσα τους η δόξα του αγίου Πνεύματος, που καλύπτει και σκεπάζει τα σώματα των αγίων, αυτή η δόξα που ήταν κρυμμένη μέσα στις ψυχές.
Διότι αυτό που τώρα έχει κάποιος, αυτό θα φανερωθεί τότε έξω από το σώμα· «αυτός ο μήνας», λέει, «ας είναι ο πρώτος από τους μήνες του χρόνου» (Έξ. 12, 2)· αυτός φέρνει χαρά σε όλη την κτίση· αυτός ντύνει τα γυμνά δένδρα, προσφέροντας τη βλάστηση μέσα από τη γη· αυτός δίνει χαρά σ’ όλα τα ζώα· αυτός σ’ όλους δείχνει τη γλυκύτητα· αυτός ο Ξανθικός είναι ο πρώτος μήνας των Χριστιανών, που είναι ο καιρός της αναστάσεως, κατά τον οποίο θα δοξασθούν τα σώματα τους με το ανέκφραστο φως, που από τώρα βρίσκεται μέσα τους, δηλαδή με τη δύναμη του αγίου Πνεύματος, που θα είναι τότε γι’ αυτούς βρώση, πόση, αγαλλίαση, χαρά, ειρήνη, ένδυμα, ζωή αιώνια. Διότι γίνεται τότε σ’ αυτούς το πνεύμα της θεότητας κάθε καλλονή λαμπρότητας και ουράνιας ωραιότητας, που από τώρα αξιώθηκαν να δεχθούν.
Πώς λοιπόν καθένας από μας δεν πρέπει να πιστέψει και να αγωνισθεί και να φροντίσει με ζήλο να ζει με όλες τις αρετές, και να περιμένει με ελπίδα και μεγάλη υπομονή ν’ αξιωθεί να πάρει τώρα μέσα στην ψυχή του την ουράνια δύναμη και δόξα του αγίου Πνεύματος, για να έχουμε τότε που θα διαλυθούν τα σώματα εκείνο που θα μας ντύσει και θα μας ζωοποιήσει; «Και αν ακόμα δεν είμαστε ντυμένοι, δεν πρόκειται να βρεθούμε γυμνοί» (Β΄ Κορ.5, 3), λέει, και «θα ζωοποιήσει τα θνητά σώματα μας με τη χάρη του αγίου Πνεύματος που κατοικεί μέσα μας» (Ρωμ. 8,11).
Διότι ο μακάριος Μωυσής φανέρωσε το τύπο του ερχομού της δόξας του αγίου Πνεύματος (πρβλ. Β΄ Κορ. 3, 7), με τον ερχομό της στο δικό του πρόσωπο, προς την οποία κανένας από τους ανθρώπους δε μπορούσε να στραφεί, με ποιο τρόπο θα δοξασθούν κατά την ανάσταση των δικαίων τα σώματα των αξίων (πρβλ. Λουκά 14, 14), την οποία δόξα από τώρα αξιώνονται να έχουν μέσα στον εσωτερικό άνθρωπο οι ψυχές των αγίων και των πιστών· διότι λέει «εμείς όλοι με ακάλυπτο το πρόσωπο», δηλαδή τον εσωτερικό άνθρωπο, «αντικατοπτρίζουμε και ακτινοβολούμε τη δόξα του Κυρίου, και μεταμορφωνόμαστε σ’ αυτή την εικόνα του, προχωρώντας από τη μία δόξα στην άλλη δόξα» (Β΄ Κορ. 3, 18)· και πάλι λέει· «σαράντα ημέρες και σαράντα νύχτες δεν έφαγε ψωμί», όπως έχει γραφεί, «και νερό δεν ήπιε» (Έξ. 34,28). Και όμως ήταν αδύνατο στην ανθρώπινη φύση να ζήσει τόσο καιρό χωρίς ψωμί αν δεν τροφοδοτούνταν από άλλη πνευματική τροφή, που με αυτή την τροφή τροφοδοτούνται τώρα οι ψυχές των αγίων από το άγιο Πνεύμα.
Με δύο λοιπόν τρόπους μας φανέρωσε ο μακάριος Μωυσής τη δόξα του φωτός και τη νοερή τροφή του αγίου Πνεύματος, την οποία θ’ απολαύσουν οι αληθινοί Χριστιανοί κατά την ανάσταση, την οποία και από τώρα με τρόπο μυστικό αξιώνονται ν’ απολαύσουν· γι’ αυτό και θα φανερωθεί τότε στο σώμα τους. Διότι η δόξα, που από τώρα έχουν οι άγιοι στις ψυχές τους, όπως προαναφέραμε, αυτή θα καλύψει και θα ντύσει τα γυμνά σώματα και θα τα φέρει στους ουρανούς και στον υπόλοιπο χρόνο θ’ αναπαυόμαστε με σώμα και ψυχή στην αιώνια βασιλεία μαζί με τον Κύριο.
Διότι, όταν ο Θεός δημιούργησε τον Αδάμ, δεν κατασκεύασε γι’ αυτόν σωματικά φτερά, όπως στα πτηνά, τον στόλισε όμως με τα φτερά του αγίου Πνεύματος, δηλαδή αυτά που πρόκειται να του δοθούν κατά την ανάσταση, για να τον κάνουν ελαφρό και να τον φέρουν όπου θέλει το άγιο Πνεύμα· αυτά τα φτερά που από τώρα οι ψυχές των αγίων αξιώνονται να έχουν και να πετούν με τον νου σε ουράνιες επιθυμίες.
Διότι ο κόσμος των Χριστιανών είναι διαφορετικός, και άλλο είναι το τραπέζι τους, και άλλα τα ενδύματα, και άλλη η απόλαυση, και άλλη η κοινωνία, και άλλη η επιθυμία τους· γι’ αυτό και είναι καλύτεροι από όλους τους ανθρώπους. Τη δύναμη αυτών των χαρισμάτων αξιώνονται να πάρουν τώρα μέσα στις ψυχές τους με το άγιο Πνεύμα· γι’ αυτό και κατά την ανάσταση θ’ αξιωθούν τα σώματα να απολαύσουν τα αιώνια εκείνα αγαθά του αγίου Πνεύματος, και θα ενωθούν με τη δόξα εκείνη, την οποία από τώρα οι ψυχές τους δοκίμασαν.
Οφείλει λοιπόν ο καθένας από μας ν’ αγωνισθεί και να κουρασθεί και να επιδιώξει με ζήλο όλες τις αρετές και να πιστέψει και να ζητήσει από τον Κύριο να γίνει από τώρα μέτοχος ο εσωτερικός άνθρωπος (Ρωμ. 7,22) σ’ εκείνη τη δόξα, και να γίνει η ψυχή κοινωνός σ’ εκείνη την αγιότητα του Πνεύματος, ώστε, αφού καθαρισθούμε από τη βρωμιά της κακίας, να έχουμε κατά την ανάσταση αυτό που θα ντύσει τα αναστημένα γυμνά μας σώματα, θα καλύψει την ασχημοσύνη τους, θα τα ζωογονήσει, και θα τα αναπαύσει στους αιώνες στη βασιλεία των ουρανών.
Διότι, σύμφωνα με τις Γραφές (Ματθ. 25, 31), πρόκειται να κατεβεί ο Χριστός από τους ουρανούς και ν’ αναστήσει όλες τις φυλές του Αδάμ, που από την αρχή των αιώνων έχουν πεθάνει· και όλους θα τους χωρίσει σε δύο μέρη, και αυτούς που έχουν το δικό του σημάδι, δηλαδή τη σφραγίδα του αγίου Πνεύματος, αυτούς, αφού τους ονομάσει δικούς του, θα τους τοποθετήσει στα δεξιά του· διότι λέει· «τα δικά μου πρόβατα ακούν τη φωνή μου» και «αναγνωρίζω τα δικά μου πρόβατα και αναγνωρίζομαι από αυτά» (Ιω. 10, 27).
Και τότε θα περιβληθούν τα σώματα αυτών με θεϊκή δόξα, εξ αιτίας των αγαθών έργων τους, και θα είναι γεμάτα από τη δόξα του αγίου Πνεύματος, την οποία από αυτή τη ζωή είχαν μέσα στις ψυχές τους. Και έτσι, αφού δοξασθούν με το θεϊκό φως και ανυψωθούν στους ουρανούς, «για να συναντήσουν τον Κύριο στους ουράνιους χώρους» (Α΄ Θεσ. 4, 17), σύμφωνα με αυτό που έχει γραφεί, «πάντοτε θα είμαστε με τον Κύριο», θα βασιλεύουν μαζί μ’ αυτόν στους απέραντους αιώνες. Αμήν.


ΕΠΕ. Φιλοκαλία των νηπτικών και ασκητικών.
Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ομιλίες Πνευματικές 50.
Εισαγωγή, Κείμενο, Μετάφραση, Σχόλια: Νικήτας Τσιομεσίδης.
»Πατερικές εκδόσεις Γρηγόριος ο Παλαμάς» Θεσσαλονίκη 1985.



 

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top