Στην κατάσταση στήν ὁποία
εὑρίσκονται οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων, ὁποιαδήποτε καί ἐάν εἶναι αὐτή, κατά τό
πλεῖστον ἔχουν λησμονήσει τον κόσμο. Δέν ὑπόκεινται πλέον στους περιορισμούς τῆς
ὑπάρξεως, ἐνῶ ζοῦν μέ διαφορετικό τρόπο στον χωροχρόνο. Απέχουν πλέον ἀπό τίς ἀγωνίες
καί τίς δραστηριότητές τους, διατηρώντας όμως τη δυνατότητα τῆς γνώσης.
Πράγματι, στη νέα τους κατάσταση, οἱ κεκοιμημένοι ἀποκτοῦν μία νέα «σαφή και
βαθειά γνώση σχετικά με τους ζώντες, τουλάχιστον τῶν οἰκείων τους ἤ καί ὅσων
διατηρούν κάποια σχέση μαζί τους διά τῶν προσευχών τους. Πρόκειται γιά πνευματική
μορφή γνώσης, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἀντικείμενο την πνευματική πραγματικότητα τῶν
ζώντων. Υπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ νεκροί δεν γνωρίζουν λεπτομερῶς τήν υλική μας
ζωή[1],
αλλά γενικά τήν κατάστασή μας, τίς ἀνησυχίες μας καί τίς πνευματικές μας ἀνάγκες[2].
Υπό τήν πνευματική αὐτή προσέγγιση καί ἐπί τῇ βάσει ὅσων γνωρίζουν οἱ
κεκοιμημένοι γιά τήν πιθανή τύχη τῶν ζώντων διατηροῦν καί ἀναπτύσσουν τό ἐνδιαφέρον
τους γι' αὐτούς.
Αὐτό ἰσχύει γιά τίς ψυχές πού ὑποφέρουν στόν Ἅδη: ὁ ἴδιος ὁ Χριστός μᾶς ἀποκαλύπτει
διά τῆς παραβολῆς τοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου, ὅτι ὁ τελευταῖος ἀνησυχεί γιά
τήν τύχη καί τό μέλλον τῶν ἀκόμη ἐν ζωῇ πέντε ἀδελφῶν του καί παρακαλεί τόν Ἀβραάμ
νά τούς στείλει τόν Λάζαρο γιά νά τούς προειδο- ποιήσει γιά τά δεινά τοῦ Ἅδη: «ἐρωτῶ
οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτόν εἰς τόν οἶκον τοῦ πατρός μου· ἔχω γάρ πέντε ἀδελφούς·
ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μή καί αὐτοί ἔλθωσιν εἰς τόν τόπον τοῦτον τῆς
βασάνου» (Λκ. 16,27-28).
Καί ἐνῶ αὐτοί πού εὑρίσκονται στόν Ἅδη ἀσχολοῦνται μέ τό να θρηνοῦν γιά τήν
τύχη τους μέχρι τοῦ σημείου να λησμονούν ὅλα τά ἄλλα καί ἀνησυχούν γιά τήν τύχη
τῶν ζώντων προκειμένου νά μήν ἔχουν τήν ἴδια μοίρα μέ αὐτούς, ἀντιθέτως, οἱ
δίκαιοι πού εὑρίσκονται στον Παράδεισο ἀνησυχοῦν μέ θετικό τρόπο για τη σωτηρία
ὅλων τῶν ἀνθρώπων πού ζοῦν στή γῆ. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Γρηγόριος ὁ
Ναζιανζηνός εἶναι πεπεισμένος ὅτι οἱ ἅγιες ψυχές τῶν κεκοιμημένων παρακολουθοῦν
ἀπό κοντά, ἀντιλαμβάνονται καί ἐνδιαφέρονται γιά τίς ψυχές μας[3].
Στα Αποφθέγματα και στους Βίους Ἁγίων ἀπαντοῦν πολλές αναφορές σχετικά μέ τήν
μέριμνα αὐτή. Πράγματι, πολλοί Ἅγιοι πρό τοῦ θανάτου τους, διαβεβαιώνουν ὅτι θά
συνεχίσουν να εὑρίσκονται σέ ἀφύπνιση γιά πρόσωπα τοῦ περιβάλλοντός τους καί θά
σπεύσουν σε βοήθειά τους ἀπό τόν τόπο ὅπου θά εὑρίσκονται. Ἄλλωστε, οἱ
περισσότερες ἀφηγήσεις ἐμφανίσεων Ἁγίων σε ζῶντες μαρτυροῦν τό ἐκ μέρους τους ἐνδιαφέρον
γιά αὐτούς[4].
Ὁ Ωριγένης ἐπικαλεῖται τό αἴσθημα τῆς ἀλληλεγγύης στους κόλπους του σώματος τοῦ
Χριστοῦ, καθώς καί τήν μέριμνα πού ἐπιδεικνύουν οἱ Ἅγιοι γιά τούς εὑρισκομένους
ἐπί τῆς γῆς ὡς ἀκολούθως: «Μία από τις σπουδαιότερες αρετές, σύμφωνα με τον
θείο λόγο, είναι η αγάπη προς τον πλησίον. Είναι λοιπόν αναγκαίο να δεχθούμε
ότι αυτή η αγάπη υπάρχει πολύ περισσότερο στους κεκοιμημένους αγίους προς
εκείνους που ακόμη αγωνίζονται στην παρούσα ζωή, παρά σε όσους βρίσκονται μέσα
στην ανθρώπινη αδυναμία και συναγωνίζονται με τους πιο αδύναμους αδελφούς τους.
Και αυτό όχι μόνο επειδή ισχύει εδώ το: “Αν πάσχει ένα μέλος, συμπάσχουν όλα τα
μέλη· και αν δοξάζεται ένα μέλος, συγχαίρουν όλα τα μέλη” (Α΄ Κορ. 12:26), που
ενεργεί μεταξύ όσων συνδέονται με αδελφική αγάπη. Διότι αρμόζει να αποδώσουμε
την ίδια αγάπη και σε εκείνους που βρίσκονται έξω από την παρούσα ζωή. Γι’
αυτούς μπορεί επίσης να λεχθεί: “Η μέριμνά μου είναι για όλες τις Εκκλησίες. Ποιος ασθενεί και δεν ασθενώ κι
εγώ; Ποιος σκανδαλίζεται και δεν φλέγομαι κι εγώ;” (Β΄ Κορ. 11:28-29). Και
τούτο, επειδή ο ίδιος ο Χριστός δηλώνει ότι σε κάθε έναν από τους αγίους που
υποφέρουν, Αυτός ο ίδιος ασθενεί· ομοίως ότι βρίσκεται στη φυλακή, ότι είναι
γυμνός, ξένος, πεινασμένος και διψασμένος»[5].
Ἀλλά καί ὁ Κυπριανός Καρθαγένης ἐπικαλεῖται τή συνεχή αλληλεγγύη καί τήν ἀμοιβαία
μεσιτεία: «Ἂς μεριμνούμε ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο, μέ καρδιές και ψυχές ενωμένες. Ας
προσευχόμεθα ό καθένας ἀπό τήν πλευρά του, ὁ ἕνας γιά τόν ἄλλο και στις
δυσκολίες νὰ ὑποστηριζόμαστε διά ἀμοιβαίας φιλανθρωπίας καί ἐάν σε κάποιον ἀπό ἐμᾶς
ὁ Θεός δώσει τη χάρη να πεθάνει ἐνωρίς και να προηγηθεῖ τοῦ ἄλλου, ἡ φιλία μας
να συνεχίζεται ἐν Κυρίῳ καί ἡ προσευχή μας γιά τούς ἀδελφούς καί τίς ἀδελφές
μας νά μήν παύει νά ἀπευθύνεται στήν εὐσπλαγχνία τοῦ Πατρός»[6].
[1] Βλ. ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΥ ΙΠΠΩΝΟΣ, Sur
les soins à donner aux morts, 13-15.
[2] Αὐτό ισχύει ὄχι μόνον γιά τούς δικαίους που διαμένουν στον Παράδεισο, ἀλλά καί γιά τούς εὑρισκόμενους στον Αδη. Επί τούτου ὑπάρχει το παράδειγμα τοῦ τεθνεῶτος που παρουσιάσθηκε στον ἅγιο Μακάριο καί τόν ταυτοποίησε ὡς ἀκολούθως: «Εἶσαι ὁ Μακάριος, φορεύς τοῦ Πνεύματος» (Apophtegmes, série alphabétique, Macaire, 38).
[3] Επιστολαί, 223.
[4] Βλ. ΑΡΧΙΜ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗ, Μετά θάνατον, σ. 70-73.
[5] Περί Εὐχῆς, 11, PG 11, 449Α-Β.
[6] Επιστολαί Ν', ε', 2.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου