Όπως διαπιστώσαμε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει. οἱ ἰδιότητες τῆς ψυχῆς πού δέν συνδέονται μέ τίς σωματικές λειτουργίες καί τή ζωή στον αἰσθητό κόσμο παραμένουν και διατηροῦν τὴ δυνατότητά τους να ασκηθοῦν. Αντιθέτως, ὁ κεκοιμημένος δεν μπορεί πλέον να κάνει κάτι πνευματικά που να συμβάλει ἢ νὰ ἀποκλείει τή σωτηρία του[1], οὔτε νὰ ἁμαρτήσει[2]. οὔτε βέβαια να κάνει οτιδήποτε γιά τήν ἴαση τῶν παθῶν του καί τήν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του, πού τόν συνόδευσαν κατά τον θάνατό του και συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά το ἐπελθόν γεγονός. Μετά θάνατον, ὅπως βεβαιώνουν πολλοί Πατέρες, ἡ μετάνοια εἶναι ἀδύνατη[3]. Ὁ κεκοιμημένος πού δέν μετανόησε τη στιγμή πού ἔπρεπε ὁμοιάζει ὡς πρός τήν κατάσταση μέ τίς μωρές Παρθένες, οἱ ὁποῖες, ὅταν καταφθάνει ὁ Νυμφίος, δὲν ἔχουν πλέον λάδι στούς φανούς τους οὔτε κάποιο μέσο γιά νά τό προμηθευτούν (Μτθ. 25,1-13)[4].
Πράγματι, ἀπό τήν ὥρα τοῦ θανάτου, μόνο οἱ προσευχές τῶν ζώντων καί οἱ παρακλήσεις πρός τόν Θεό μποροῦν νά ἐπιτύχουν κάτι γιά τόν κεκοιμημένο, προκειμένου να καταστεί ἄξια (η ψυχή) να μεταβεί σε μία καλύτερη κατάσταση. Γιά τόν λόγο αὐτόν, οἱ προσευχές τῶν ζώντων ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων ἐπέχουν μεγάλη σημασία και συνιστούν μεγάλη ευθύνη γιά τούς ζῶντες αναφορικά με την κατάσταση και την τελική μοίρα τῶν κεκοιμημένων.
Ὁ Ἄγ. Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπικαλεῖται ἐπί τοῦ θέματος τήν ἀλληλεγγύη πού ἑνώνει ὅλα τά μέλη τοῦ μοναδικοῦ σώματος τοῦ Χριστοῦ, καθώς καί τό γεγονός, ὅτι σύμφωνα μέ τά λεγόμενα τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στους κόλπους τοῦ σώματος αὐτοῦ ὁρισμένα μέλη πού εἶναι πιο δυνατά, μποροῦν καί ὀφείλουν να προστρέχουν σε βοήθεια τῶν ἀδυνάτων (Α' Κορ. 12,12- 26). Αὐτοί ἔχουν τή δυνατότητα να παρακαλέσουν τόν Θεό πού τούς ἐδώρησε τίς χάρες αυτές, νά τίς προσφέρει καί σέ αὐτούς γιά τούς ὁποίους προσεύχονται οἱ πιό δυνατοί καί οἱ ἅγιοι διά τῆς μεσιτείας τους. «Διότι συνηθίζει ο Θεός να χαρίζει ευεργεσίες σε άλλους για χάρη άλλων. Και αυτό το δείχνει ο Παύλος όταν λέγει: «Ώστε η χάρη που μας δόθηκε να γίνει αφορμή να ευχαριστήσουν πολλοί τον Θεό για εμάς» (βλ. Β΄ Κορ. 1,11). Ας μη κουραζόμαστε λοιπόν να βοηθούμε όσους έχουν αναχωρήσει από τη ζωή και να προσφέρουμε γι’ αυτούς προσευχές. Γι’ αυτό με θάρρος προσευχόμαστε για όλη την οικουμένη και τους μνημονεύουμε μαζί με τους μάρτυρες, μαζί με τους ομολογητές, μαζί με τους ιερείς. Διότι όλοι είμαστε ένα σώμα, έστω κι αν άλλα μέλη είναι ενδοξότερα από άλλα. Και είναι δυνατόν να τους εξασφαλίσουμε από παντού συγγνώμη, μέσω των προσευχών, μέσω των προσφορών που γίνονται γι’ αυτούς και μέσω της κοινωνίας τους με εκείνους που μνημονεύονται μαζί τους.»[5].
Οἱ προσευχές καί ἄλλες «παρακλήσεις» τῶν ζώντων ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων δέν μποροῦν βεβαίως νά ἐπιβληθοῦν ἐνάντια στη θέλησή τους. Ὁ σεβασμός τῆς ἐλευθερίας κάθε προσώπου εἶναι μία ἀνεκτίμητη αρχή γιά τήν ὀρθόδοξη θεολογία καί άνθρωπολογία, ἀφοῦ ὑπογραμμίζεται ὅτι ὁ Θεός δέν θέλει νά ἐπιβάλει στόν ἄνθρωπο ὁτιδήποτε εἶναι ἐνάντιο στη θέλησή του. Υπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν νά ἐπωφεληθοῦν ἀπό τις παρακλήσεις τῶν ζώντων (ἤ, ἀκριβέστερα, ἀπό τήν χάρη πού δωρίζει ὁ Θεός ὡς ἀνταπόκριση στις παρακλήσεις αὐτές) παρά μόνο στον βαθμό πού κάτι τέτοιο δέν ἀντιτίθεται στη βούλησή τους ἤ στίς βαθύτερες επιθυμίες τους. Τό πλαίσιο αὐτό ἀναλύεται ἀπό τόν Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ὅταν ἐξηγεῖ τή φύση τῶν προσευχῶν τοῦ ἱερέως ὑπέρ τοῦ κεκοιμημένου κατά τήν ἐπικήδεια ἀκολουθία: «Έπειτα πλησιάζει ο θείος ιεράρχης και τελεί ιερή ευχή για τον κεκοιμημένο.
Η ευχή αυτή παρακαλεί τη θεαρχική αγαθότητα να συγχωρήσει όλα όσα αμάρτησε ο κεκοιμημένος από ανθρώπινη αδυναμία και να τον κατατάξει στο φως και στη χώρα των ζώντων, στους κόλπους του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, στον τόπο όπου έχει φύγει κάθε πόνος, λύπη και στεναγμός. Κάποιος όμως θα μπορούσε να απορήσει για ποιο λόγο ο ιεράρχης παρακαλεί τη θεία αγαθότητα να δώσει στον κεκοιμημένο άφεση των αμαρτημάτων του και να του χαρίσει τη φωτεινή και θεοειδή κατάσταση των αγίων. Διότι, εάν ο καθένας πρόκειται να λάβει από τη θεία δικαιοσύνη την ανταπόδοση των έργων που έκανε στη ζωή αυτή, είτε αγαθών είτε κακών, και αφού ο κεκοιμημένος έχει πλέον ολοκληρώσει τις πράξεις του επί γης, πώς είναι δυνατόν με μια ιερατική ευχή να μεταβεί σε διαφορετική κατάσταση από εκείνη που του αξίζει; Εγώ όμως, ακολουθώντας τις θείες Γραφές, γνωρίζω ότι ο καθένας θα λάβει πράγματι την ανάλογη ανταπόδοση. Διότι ο Κύριος λέγει ότι «απέκλεισε κατ’ αυτού», και επίσης ότι ο καθένας θα λάβει όσα έπραξε διά του σώματος, είτε αγαθά είτε κακά. Ότι όμως και οι προσευχές των δικαίων, κατά την παρούσα ζωή —και πολύ περισσότερο όχι μετά θάνατον— ενεργούν μόνο υπέρ εκείνων που είναι άξιοι τέτοιων ιερών ευχών, αυτό μας το διδάσκουν οι αληθείς παραδόσεις των θείων Γραφών. Μήπως ωφελήθηκε ο Σαούλ από τον Σαμουήλ; Μήπως ωφέλησε τον λαό των Εβραίων η προσευχή του προφήτη όταν εκείνος ήταν ανάξιος; Όπως ακριβώς, αν κάποιος ζητεί να μετάσχει στο φως του ήλιου, ενώ ο ίδιος καταστρέφει την όρασή του, δεν μπορεί να απολαύσει το δώρο του φωτός που ο ήλιος προσφέρει στα υγιή μάτια, έτσι και εκείνος που ζητεί τις προσευχές των αγίων χωρίς να είναι κατάλληλα προετοιμασμένος, τρέφει μάταιες και ανώφελες ελπίδες, αφού με την αδιαφορία του για τα θεία δώρα και τις αγαθές εντολές απομακρύνεται από τη φυσική ενέργεια της χάριτος. Λέγω λοιπόν, σύμφωνα με τις θείες Γραφές, ότι οι προσευχές των αγίων είναι απολύτως ωφέλιμες σε αυτή τη ζωή με τον εξής τρόπο: αν κάποιος ποθεί τα ιερά δώρα του Θεού και διαθέτει κατάλληλη πνευματική προδιάθεση για να τα δεχθεί, αναγνωρίζοντας συγχρόνως τη δική του αδυναμία, προσέλθει σε κάποιον όσιο άνδρα και του ζητήσει να γίνει συνεργός και συμπαραστάτης στις δεήσεις του, τότε ασφαλώς θα ωφεληθεί με την υπέρτατη αυτή ωφέλεια. Διότι θα επιτύχει όσα ζητεί, αφού η θεαρχική αγαθότητα αποδέχεται τόσο τη δική του ταπεινή αυτογνωσία και τον σεβασμό προς τους αγίους, όσο και την αξιέπαινη επιθυμία του για τα ιερά αιτήματα και τη θεοειδή διάθεσή του. Όσον αφορά δε την προαναφερθείσα ευχή που απευθύνει ο ιεράρχης για τον κεκοιμημένο, είναι αναγκαίο να εκθέσουμε την παράδοση που παραλάβαμε από τους θεοδίδακτους διδασκάλους μας. Ο θείος ιεράρχης είναι, όπως λέγουν οι Γραφές, ερμηνευτής και φανερωτής των θείων δικαιωμάτων· διότι είναι «άγγελος Κυρίου Παντοκράτορος». Έχει λοιπόν διδαχθεί από τα θεόδοτα λόγια ότι σε όσους έζησαν με οσιότητα αποδίδεται δικαίως η λαμπρότατη και θεία ζωή, σύμφωνα με τα δίκαια μέτρα της θείας κρίσεως, ενώ η φιλάνθρωπη αγαθότητα του Θεού παραβλέπει τις κηλίδες που προήλθαν από την ανθρώπινη αδυναμία. Διότι, όπως λέγει η Γραφή, κανείς δεν είναι τελείως καθαρός από κάθε ρύπο. Αυτά λοιπόν γνωρίζει ο ιεράρχης ότι έχουν υποσχεθεί τα αληθινά θεία λόγια. Γι’ αυτό προσεύχεται να πραγματοποιηθούν και να δοθούν σε όσους έζησαν οσίως οι ιερές αυτές ανταποδόσεις και αμοιβές»[6].

 


[1] Βλ. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Λουκᾶν Εὐαγγέλιον, ΚΒ ́, 13, PG 123, 880.

[2] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους Επιστολήν, ΜΑ', 5

[3] Βλ. ΘΕΟΦΥΛΑΚΤΟΥ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑΣ, Ἑρμηνεία εἰς τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιον, XXII, 13, PG 123, 880. Ὁμολογία πίστεως τοῦ Πέτρου Μογγίλα, διορθωθεῖσα ὑπό τοῦ ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΣΥΡΙΓΟΥ (1643), Α' μέρος partie, qu LXIV-LXV ΜΕΛΕΤΙΟΥ ΣΥΡΙΓΟΥ, Κατά των καλβινικῶν κεφαλαίων και ἐρωτήσεων Κυρίλλου τοῦ Λουκάρεως, σ. 141 κ.εξ. JEAN DE CROSTADT, Mavie en Christ, Bellefontaine 1979, σ. 55.

[4] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τό κατά Ματθαῖον Εὐαγγέλιον, ΟΗ', 1.

[5] ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους Επιστολήν, ΜΑ', 5 PG 61,361

[6] Ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία, Γ', 4, PG 3, 560-561.



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

 


0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top