Η ψηφιακή φοβία, η οποία τροφοδοτείται από ψευδείς και μη ψευδείς ειδήσεις και λανθασμένες ερμηνείες εσχατολογικών κειμένων, προκαλεί βλάβη σε πολλούς ανθρώπους, μεταξύ άλλων και σε εκπροσώπους της Εκκλησίας. Απομακρύνει από αυτήν ανθρώπους, δημιουργεί σχίσματα στο εσωτερικό τους και αναγκάζει τους ανθρώπους να ζουν με διαρκή φόβο.
Οι Ορθόδοξοι χριστιανοί θα πρέπει να μάθουν να διακρίνουν τις πραγματικές απειλές από τους φανταστικούς φόβους. Οι σύγχρονες τεχνολογίες αποτελούν μια πρόκληση, η οποία απαιτεί από τους χριστιανούς όχι πανικό, αλλά ορθή στάση απέναντί τους.
Το βασικό ερώτημα που πρέπει να θέσει στον εαυτό του ο πιστός είναι: «Απαιτεί από εμένα αυτή η τεχνολογία να αρνηθώ τον Χριστό; Με εξαναγκάζει να αμαρτήσω;». Η εμπιστοσύνη στον Θεό και στην Πρόνοιά Του, η καθημερινή τήρηση των ευαγγελικών εντολών και όχι ο φόβος απέναντι στις τεχνολογίες, θα πρέπει να αποτελούν τον προσανατολισμό του Ορθοδόξου χριστιανού. Παράλληλα, συμμερίζομαι τις ανησυχίες πολλών ανθρώπων σχετικά με τη χρήση διαφόρων τεχνολογιών.
Η Εκκλησία θα πρέπει να ζητήσει την αναβολή της υποχρεωτικότητας. Εκείνοι που αρνούνται να αποδεχθούν τις τεχνολογίες αυτές θα πρέπει να έχουν εναλλακτική δυνατότητα τη χρήση παραδοσιακών μεθόδων ταυτοποίησης της προσωπικότητας. Η Εκκλησία θα πρέπει να θεωρεί απαράδεκτες οποιεσδήποτε μορφές εξαναγκασμού των πολιτών στη χρήση ηλεκτρονικών αναγνωριστικών στοιχείων, αυτοματοποιημένων μέσων συλλογής, επεξεργασίας και καταγραφής προσωπικών δεδομένων και προσωπικών εμπιστευτικών πληροφοριών. Η άσκηση του δικαιώματος πρόσβασης στα κοινωνικά αγαθά χωρίς ηλεκτρονικά έγγραφα πρέπει να εξασφαλίζεται με υλικές, τεχνικές, οργανωτικές και, εφόσον είναι αναγκαίο, νομικές εγγυήσεις. Η Εκκλησία θα πρέπει να θεωρεί απαράδεκτο τον περιορισμό των δικαιωμάτων στην περίπτωση που ένα πρόσωπο αρνείται να δώσει τη συγκατάθεσή του για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Η ιδιωτική ζωή, η κοσμοθεωρία και η βούληση των ανθρώπων δεν πρέπει να αποτελούν αντικείμενο ολοκληρωτικού ελέγχου. Για την κοινωνία είναι επικίνδυνες οι χειραγωγήσεις των επιλογών των ανθρώπων και της συνείδησής τους εκ μέρους των δομών εξουσίας, των πολιτικών δυνάμεων, των οικονομικών και πληροφοριακών ελίτ. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό απαιτείται για την προστασία της Πατρίδας, τη διαφύλαξη της ηθικής, των δικαιωμάτων και των νόμιμων συμφερόντων των πολιτών, καθώς και για την πρόληψη ή την εξιχνίαση εγκλημάτων και την απονομή της δικαιοσύνης, η συλλογή πληροφοριών για ένα πρόσωπο μπορεί να πραγματοποιείται χωρίς τη συγκατάθεσή του. Ωστόσο, και στις περιπτώσεις αυτές, η απόκτηση και η χρήση των πληροφοριών πρέπει να πραγματοποιούνται σύμφωνα με τους διακηρυγμένους σκοπούς και με τήρηση της νομιμότητας.
Οι μέθοδοι συλλογής και επεξεργασίας πληροφοριών σχετικά με τους ανθρώπους δεν πρέπει να υποτιμούν την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, να περιορίζουν την ελευθερία και να μετατρέπουν τον άνθρωπο από υποκείμενο σε αντικείμενο. Ακόμη πιο επικίνδυνη για την ελευθερία του ανθρώπου θα καταστεί η εισαγωγή τεχνικών μέσων τα οποία συνοδεύουν διαρκώς τον άνθρωπο ή είναι αχώριστα από το σώμα του, εάν αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τον έλεγχο του προσώπου και τη διαχείρισή του.
Η Εκκλησία θα πρέπει να θεωρεί απαράδεκτη την υποχρεωτική τοποθέτηση στο σώμα του ανθρώπου οποιωνδήποτε ορατών ή αόρατων αναγνωριστικών σημάνσεων, καθώς και την εμφύτευση στο ανθρώπινο σώμα συσκευών ταυτοποίησης.
Τέλος τα έγγραφα που εκδίδονται από το κράτος δεν πρέπει να περιέχουν πληροφορίες ακατανόητες ή να αποκρύπτονται από τον κάτοχο του εγγράφου, ούτε σύμβολα που έχουν βλάσφημο ή ηθικά αμφίβολο χαρακτήρα ή προσβάλλουν τα αισθήματα των πιστών.