Ο Θεός και ο άνθρωπος
Αν η βιβλική έννοια της «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν Θεού» είναι θεμελιώδης για τη χριστιανική ανθρωπολογία, το παράδοξο είναι ότι αποδεικνύεται ακόμη πιο σημαντική για την αθεϊστική ανθρωπολογία. Πράγματι, ο αθεϊσμός δεν αρνήθηκε ποτέ την ομοιότητα μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Για τον Νικολάι Χάρτμαν, τον Φόιερμπαχ ή τον Καρλ Μαρξ, το ανθρώπινο πρόσωπο ορίζεται από ιδιότητες κατεξοχήν θεϊκές: νοημοσύνη, ελευθερία, δημιουργία, προφητική διαύγεια. Για τον Σαρτρ, ο άνθρωπος είναι ουσιαστικά «σχέδιο», άρα ελευθερία, πράγμα που σημαίνει ότι η ύπαρξη προηγείται της ουσίας και υπερέχει αυτής. Αυτό ακριβώς υποστηρίζει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης για τον Θεό: «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν», Αυτός που συγκεντρώνει μέσα Του ολόκληρο το Είναι.
Στο έργο του Η πίστη ενός απίστου, ο Φρ. Ζανσόν γράφει: «Το σύμπαν είναι μια μηχανή παραγωγής θεών… Το ανθρώπινο είδος είναι ικανό να ενσαρκώσει τον Θεό και να Του προσδώσει πραγματικότητα». Για τον Χάιντεγκερ, πιο απαισιόδοξο, ο άνθρωπος είναι ένας «ανίσχυρος θεός», αλλά πάντως θεός. Παντού ο άνθρωπος σκέφτεται τον εαυτό του σε σχέση με το Απόλυτο· για να κατανοήσει κανείς τον άνθρωπο, πρέπει να κατανοήσει αυτή τη σχέση. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο για τους πιστούς όσο και για τους αθέους, το πρόβλημα του ανθρώπου είναι θεανθρώπινης φύσεως. Ο Θεός είναι το αρχέτυπο ή το οριακό ιδανικό του ανθρώπινου εγώ. Βεβαίως, το ανθρώπινο πρόσωπο φέρει μέσα του κάτι απόλυτο· κατά τον τρόπο του, υπάρχει καθ’ εαυτό και δι’ εαυτό: αυτό είναι ο άξονας του φιλοσοφικού συστήματος του Σαρτρ. Έτσι, ο Θεός και ο άνθρωπος μοιάζουν· ούτε οι Έλληνες ποιητές, ούτε ο σκεπτικιστής Ξενοφάνης, ούτε ο Φόιερμπαχ, ούτε ο Φρόιντ το αρνήθηκαν ποτέ. Το πρόβλημα είναι να γνωρίσουμε ποιος είναι ο δημιουργός ποίου… Η αθεϊστική οπτική αποκτά μια απροσδόκητη μεθοδολογική σημασία· πράγματι, οι άθεοι ταυτίζουν τον Θεό με τον άνθρωπο, αλλά δεν σταματούν μπροστά στο τεράστιο μιας τέτοιας εξίσωσης. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι, ενώ οι διακηρύξεις της Βίβλου και των αγίων Πατέρων είναι εξίσου εκπληκτικές, οι άθεοι είναι απείρως πιο συνεπείς από τους χριστιανούς.
Η σκέψη των Πατέρων ανέρχεται μέχρι τη σχέση μεταξύ Θεού και Δημιουργίας. Η βιβλική έννοια της «ομοίωσης» θεμελιώνει την ίδια την Αποκάλυψη. Αν ο Θεός-Λόγος είναι ο λόγος που ο Πατέρας απευθύνει στο παιδί Του —τον άνθρωπο— τότε υπάρχει μια κάποια αντιστοιχία ανάμεσα στον θείο λόγο και στον ανθρώπινο λόγο· αυτό αποτελεί το οντολογικό θεμέλιο κάθε ανθρώπινης γνώσης. Οι νόμοι της φύσεως τίθενται από τον Θεό. Εφόσον ο Θεός είναι Δημιουργός, Ποιητής του σύμπαντος, ο άνθρωπος Του μοιάζει, όντας κι αυτός, κατά τον τρόπο του, δημιουργός και ποιητής. Ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς διευκρινίζει: «Ο υπερβατικός, ακατάληπτος και ανείπωτος Θεός δέχεται να συμμετέχει σ’ Αυτόν ο νους μας». Και ακόμη περισσότερο: «Ο άνθρωπος μοιάζει με τον Θεό επειδή ο Θεός μοιάζει με τον άνθρωπο», λέει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς. Ο Θεός έπλασε τον άνθρωπο ατενίζοντας, στον καθρέφτη της Σοφίας Του, την ουράνια ανθρωπότητα του Χριστού (βλ. Κολ. 1,15· Α΄ Κορ. 15,47· Ιω. 3,13). Αυτή προορίζεται να ενώσει «τὰ πάντα τὰ ἐν τοῖς οὐρανοῖς καὶ τὰ ἐπὶ τῆς γῆς» (Εφ. 1,10), ένα «μυστήριον… ὃ προώρισεν ὁ Θεὸς πρὸ τῶν αἰώνων» (Α΄ Κορ. 2,7): ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού ενόψει της Ενανθρωπήσεως, η οποία αποτελεί την έσχατη βαθμίδα της κοινωνίας μεταξύ Θεού και ανθρώπου. Η εικόνα της Θεοτόκου (του τύπου της Ελεούσας) που κρατά τον μικρό Ιησού εκφράζει τέλεια αυτό το γεγονός. Αν υπάρχει η γέννηση του Θεού μέσα στον άνθρωπο (Χριστούγεννα), υπάρχει επίσης η γέννηση του ανθρώπου μέσα στον Θεό, μέσω της Αναλήψεως. Πρέπει να προσέξουμε αυτή την πατερική θεώρηση σύμφωνα με την οποία η θέωση του ανθρώπου εξαρτάται από την ενανθρώπηση του Θεού: «Ο άνθρωπος είναι το ανθρώπινο πρόσωπο του Θεού», λέει ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης, και γι’ αυτό «ο άνθρωπος, προορισμένος να απολαύσει τα θεία, συγγενεύει κατά φύσιν με εκείνα στα οποία καλείται να μετέχει». Ομοίως ο άγιος Μακάριος: «Μεταξύ Θεού και ανθρώπου υπάρχει η στενότερη συγγένεια». Το ανθρώπινο πνεύμα ολοκληρώνεται μόνο μέσα στο «θείο περιβάλλον»: «Η θέα του Θεού είναι η ζωή της ψυχής».
Η πατερική ανθρωπολογία κινείται σε αυτό το θεϊκό επίπεδο· μας καταπλήσσει με τις αιχμηρές, παράδοξες και εξαιρετικά τολμηρές διατυπώσεις της. Αρκεί να επαναλάβει κανείς, σχεδόν τυχαία, μερικές γνωστές αλλά πάντοτε εντυπωσιακές θέσεις: «Ο Θεός έγινε άνθρωπος, ώστε ο άνθρωπος να γίνει Θεός κατά χάριν και να μετέχει στη θεία ζωή». «Ο άνθρωπος είναι ένα ον που έλαβε την εντολή να γίνει Θεός». «Ο άνθρωπος οφείλει να ενώσει τη δημιουργημένη φύση με την άκτιστη θεία ενέργεια». «Είμαι άνθρωπος κατά φύσιν και Θεός κατά χάριν». «Εκείνος που μετέχει στο θείο φως γίνεται και ο ίδιος, κατά κάποιον τρόπο, φως». Μικρόκοσμος ο άνθρωπος, αλλά και μικρόθεος, ένας «μικρός Θεός». Στην ίδια του τη δομή φέρει ένα θεολογικό αίνιγμα: είναι ένα μυστηριώδες ον, «ὁ κρυπτὸς τῆς καρδίας ἄνθρωπος» (Α΄ Πέτρ. 3,4) — ένας καθαρά αποφατικός ορισμός, που εξηγεί το ενδιαφέρον των Πατέρων για το imago Dei. Για τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, ο πλούτος της «εικόνας» αντανακλά τη θεία τελειότητα, στην οποία συγκλίνουν όλα τα αγαθά, και φανερώνει τη θεία δύναμη της ελευθερίας της αυτοκαθορίσεως.
Όταν ο άνθρωπος λέει «υπάρχω», μεταφράζει σε ανθρώπινους όρους κάτι από την απολυτότητα του Θεού, ο οποίος λέει: «Ἐγώ εἰμι ὁ ὤν». Για τους Πατέρες, οι φράσεις αυτές ήταν «λόγοι ζωής», ζωτικοί λόγοι που γίνονταν δεκτοί και βιώνονταν ως τέτοιοι. Δυστυχώς, στην ιστορία διαπιστώνεται μια πτώση από αυτά τα ιλιγγιώδη ύψη στην πεζότητα της σχολαστικής θεολογίας, όπου οι πύρινες αυτές εικόνες έγιναν άψυχα κλισέ, κοινοτοπίες που χρησιμοποιούνταν για να στηρίξουν τη μία ή την άλλη αφηρημένη, διανοητική και πολεμική θεολογική θέση, χωρίς καμία συγκλονιστική ή επαναστατική συνέπεια για τη ζωή του κόσμου.
Στο επίπεδο της συνηθισμένης ευσέβειας, ο κακώς νοούμενος ασκητισμός καταλήγει σε σκοταδισμό. Η τυπική ταπείνωση, όταν θεωρείται ως πιστοποιητικό ορθοδοξίας, οδηγεί σε έναν ορθόδοξο «βαρθιανισμό»[1], όπου ο άνθρωπος, μειωμένος σχεδόν στο μηδέν, δεν μπορεί παρά να αυτοκαταστραφεί ή να εξεγερθεί. Σε ορισμένα ευσεβιστικά ρεύματα, ο μονοφυσιτισμός δεν ξεπεράστηκε ποτέ, παίρνοντας τη μορφή ενός «υπερβατικού εγωισμού» χαρακτηριστικού της ατομικής σωτηρίας. Βλέπουμε εδώ τη μονοφυσιτική περιφρόνηση προς το σώμα και την ύλη, τη φυγή των «καθαρών πνευμάτων» προς τον ουρανό, την αδιαφορία για τον πολιτισμό και για την κλήση του ανθρώπου μέσα στον κόσμο, καθώς και την εχθρότητα ή ακόμη και το μίσος προς τη γυναίκα και προς την ομορφιά.
Ο «μανικός έρωτας» του Θεού για τον άνθρωπο, για τον οποίο μιλά ο Νικόλαος Καβάσιλας, και στον οποίο αναφέρεται επίσης ο μητροπολίτης Μόσχας Φιλάρετος λέγοντας θαυμάσια ότι: «Ο Πατέρας είναι η Αγάπη που σταυρώνει, ο Υιός είναι η σταυρωμένη Αγάπη, και το Άγιο Πνεύμα είναι η ακατανίκητη δύναμη του Σταυρού», όλη αυτή η θρησκεία της Εσταυρωμένης Αγάπης μεταβλήθηκε παραδόξως είτε σε «πατερναλιστική»[2] θρησκεία (του κληρικαλισμού), είτε σε θρησκεία του «σαδιστικού Πατέρα» (τη νομική θεωρία της ικανοποιήσεως, σύμφωνα με την οποία ο Υιός «ικανοποιεί» ή «κατευνάζει την οργή του Πατέρα»), σε θρησκεία νόμου, τιμωρίας και εμμονής με την κόλαση, σε μια «τρομοκρατική» θρησκεία όπου το Ευαγγέλιο περιορίζεται σε ένα ηθικιστικό σύστημα… Ακόμη και τον 19ο αιώνα, η συνήθης θεολογία έλεγε ότι «ο πλούσιος αντιπροσωπεύει τη θεία Πρόνοια, και οι φτωχοί δοξάζουν τον Θεό που δημιούργησε τους πλουσίους»! Όταν θεωρεί κανείς τον πλούτο και τη φτώχεια ως θεσπισμένα από τον Θεό, δεν μπορεί παρά να ταλαντεύεται ανάμεσα σε έναν Πατέρα-τύραννο, φοβερό και τρομακτικό, και σε έναν Πατέρα-πατριάρχη, ήρεμο και παρηγορητικό. Η αυθεντική όμως παράδοση μας μεταδίδει την αληθινά διαλεκτική ένταση για την οποία μιλά τόσο έντονα ο άγιος Γρηγόριος Παλαμάς: όχι το ένα ή το άλλο, αλλά και τα δύο συγχρόνως. Είναι η ένταση ανάμεσα στην υποκειμενική ταπείνωση και στο αντικειμενικό γεγονός της συλλειτουργίας, της δημιουργικής και ποιητικής συμπράξεως με τον Θεό. Πρέπει να ξαναμάθουμε τις αντινομίες που ήταν τόσο οικείες στους Πατέρες της Εκκλησίας.
Ο άνθρωπος λέει: «Είμαι ατελής», και ο Θεός του απαντά: «Ἔσεσθε οὖν ὑμεῖς τέλειοι, ὡς ὁ Πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τέλειός ἐστιν» (Ματθ. 5,48). Ο άνθρωπος λέει: «Είμαι χώμα και στάχτη», και ο Χριστός του λέει: «Ὑμεῖς φίλοι μου ἐστέ» (Ιω. 15,14). «Γένος τοῦ Θεοῦ ἐσμέν», λέει ο άγιος Παύλος (Πράξ. 17,28), και ο άγιος Ιωάννης: «Τὸ χρῖσμα ὃ ἐλάβετε παρ’ αὐτοῦ μένει ἐν ὑμῖν, καὶ οὐ χρείαν ἔχετε ἵνα τις διδάσκῃ ὑμᾶς» (Α΄ Ιω. 2,27). «Φέρω την πληγή των αδικιών μου, αλλά είμαι πλασμένος κατ’ εικόνα της ανείπωτης δόξας Σου», λέει συνοψίζοντας με δύναμη το τροπάριο της νεκρώσιμης ακολουθίας.
Ο άνθρωπος είναι κτιστός και όμως άκτιστος, επειδή «γεννήθηκε ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος»· είναι γήινος και ουράνιος, κτίσμα και Θεός εν γενέσει. Η τόλμη των Πατέρων εμβαθύνει αυτά τα ρητά και τα αξιώματα, επιδιώκοντας να «μη λυπούμεθα» και να «μη σβήνουμε το Άγιο Πνεύμα».
Βεβαίως, η ανατολική θεώρηση της θέωσης δεν είναι λογική λύση ούτε αφηρημένη έννοια, αλλά λύση ζωής και χάριτος, αντινομική όπως όλα τα χαρίσματα, διότι πηγάζει από την ίδια τη θεία αντινομία. Οι Πατέρες το διείδαν αυτό όταν είπαν ότι το Όνομα του Θεού είναι συσχετισμένο με τον κόσμο. Όπως ο Θεός μπορεί να είναι συγχρόνως απόλυτος και σχετικός — Θεός της ιστορίας και Θεός εντός της ιστορίας — έτσι και το μυστήριο της αγάπης Του υπερβαίνει την ίδια Του την απολυτότητα, ωθώντας Τον να γίνει Πατέρας. Με τον ίδιο τρόπο, η φράση του αγίου Εφραίμ του Σύρου: «Κάθε Εκκλησία είναι Εκκλησία αμαρτωλών και πάροικων» συμφιλιώνεται με τον λόγο του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου: «Αληθινά, μεγάλο είναι το μυστήριο ενός Θεού ανάμεσα σε ανθρώπους, ενός Θεού ανάμεσα σε θεούμενους». Και στις δύο περιπτώσεις, το μυστήριο είναι ένα και το αυτό.
[1] https://www.thegospelcoalition.org/essay/barthian-theology/
[2] https://en.wikipedia.org/wiki/Paternalism

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου