Α΄
ΚΕΦΑΛΑΙΟ 7
Νὰ μὴν παγιδευόμαστε ἀπὸ τὴ δική μας λογική
Εἶναι ἀνάγκη λοιπόν ἀπό τή δική μας πλευρά νὰ γίνει αὐτὸ τὸ ἔργο. Καὶ γιὰ νὰ
γίνει, χρειάζεται καὶ νὰ ἔχει ὑπ᾿ ὄψιν του κανείς κάποιες γνώσεις θεωρητικά
και να βρεθεῖ σὲ ὑπακοή καὶ νὰ κάνει ἀγώνα. Όμως, πρέπει να πάει κανείς ἀρκετά
κόντρα στη δική του λογική. Όχι στη λογική, ἀλλά στη δική του λογική. Βλέπουμε
ψυχασθενή, ἰδίως στὴν ὀξεία φάση τῆς ἀρρώστιας του, νὰ ἔχει γιὰ ἕνα θέμα μια
γνώμη ἡ ὁποία πέρα για πέρα εἶναι παράλογη καί ὅμως, ποῦ νὰ τοῦ βγάλεις τη
γνώμη αὐτή; Αὐτός πιστεύει ἀκράδαντα ὅτι ἔτσι εἶναι. Ὅλοι οἱ κάπως λογικά
σκεπτόμενοι ἄνθρωποι βλέπουν ὅτι παραλογίζεται, αὐτὸς ὅμως δεν το καταλαβαίνει,
δὲν τὸ δέχεται. Κατά παρόμοιο τρόπο ὁ κάθε πεπτωκώς ἄνθρωπος εἶναι κολλημένος
στη δική του λογική και δεν λέει να ξεκολλήσει.
Επομένως, ὁ καθένας πού θέλει να κάνει αὐτή τὴν ἐργασία -διότι δὲν εἶναι τυχαῖα
κανείς στρώματα-στρώματα· ὁ ἄνθρωπος λίγο πολύ τὰ ἔφτιαξε μόνος του- το
καλύτερο πού ἔχει νὰ κάνει εἶναι νὰ πάει κόντρα στη δική του λογική. Επαναλαμβάνω,
ὄχι στη λογική, ἀλλά στη δική του λογική. Ἐγώ θά ἔλεγα χωρίς ἐπιφυλάξεις, ἀνενδοιάστως,
ὅτι ἐμεῖς που βρισκόμαστε αὐτὴ τὴν ὥρα ἐδῶ, ἐὰν κάπως καταλάβαμε τὴν ἀλήθεια
που λέμε, καὶ κάποιος ἢ κάποιοι κάπως ἐπηρεασθοῦν, ἀπό αὐτή τη στιγμή κιόλας νὰ
τὸ κρατήσουν καλά αὐτό: Σύμφωνα μὲ αὐτά ποὺ ἀκούσαμε, ὅλο τὸ μυστικό εἶναι νά
μήν παγιδευόμαστε ἀπό τή δική μας λογική, νὰ μὴν παρασυρόμαστε ἀπὸ τὴ δική μας
λογική, να μή συμβουλευόμαστε τη δική μας λογική. Νὰ τὸ κάνει κανείς αὐτό καί
να πιαστεῖ ἀπὸ κάτι ἄλλο. Ἐκεῖνος ποὺ εἶναι στὴν ὑπακοή, θὰ πιαστεῖ ἀπὸ τὴν ὑπακοή
καὶ δὲν ἔχει κανένα φόβο· ἀλλά να ξεγλιτώσει ἀπὸ τὴ δική του λογική. Ὅποιος
λοιπόν το κάνει αὐτό, σήμερα κιόλας, πρίν τελειώσει ἡ μέρα, πολύ περισσότερο
αύριο, μεθαύριο, θὰ ἀρχίσει να γίνεται ἄλλος ἄνθρωπος.
Τι νομίζετε εἶναι αὐτό πού κυριολεκτικά κάνει τοὺς ἀνθρώπους σήμερα νὰ εἶναι
σάν δαιμονισμένοι; Ἀκόμη καὶ κάτι μαθητριούλες, κάτι μαθητές, κάτι μικρά
κόλλησαν σ' αὐτό: «Θέλω να κάνω αὐτό που θέλω ἐγώ, αὐτό πού ἀρέσει σ' ἐμένα».
Καί νομίζουν ποιός ξέρει τί λένε. Δὲν ἀντιλαμβάνονται ὅτι τελικά εἶναι
δαιμονική, θὰ ἔλεγε κανείς, ἐνέργεια, αὐτό πού τοὺς ἐπηρεάζει.
Δηλαδή, ἔτσι πού σκεπτόμαστε καὶ ἔτσι που ἐνεργοῦμε, βοηθάμε πάρα πολύ τον
διάβολο, γιά νά γίνει το δικό του. Ὁ διάβολος πανηγυρίζει, καθώς μέσα ἀπὸ κάτι
τέτοια μᾶς βάζει στο χέρι του καὶ μᾶς κάνει ὅ,τι θέλει. Ἐνῶ τὸ σωστό εἶναι νὰ
πεῖς. «Δέν βάζω κατά μέρος τή λογική» Γιατί, ὅσο παγιδευμένος κι ἂν εἶναι
κανείς, ὅσο σκοτισμένος κι ἂν εἶναι, δὲν εἶναι πολύ δύσκολο, νομίζω, να καταλάβει
ὅτι κάπως ἔτσι εἶναι ἡ ἀλήθεια. Ὅταν ἀναφερόμαστε σε τρίτον, το καταλαβαίνουμε ἀμέσως.
Διότι σὲ ἕναν ἄλλο το βλέπουμε ὅτι παραλογίζεται.
Ὅταν πρόκειται γιὰ τὸν ἑαυτό μας, δέν καταλαβαίνουμε ὅτι παραλογίζεται. Ὅμως, ὡς
λογικός ἄνθρωπος νὰ πεῖ κανείς: «Για στάσου. Κάτι συμβαίνει ἐδῶ». Καὶ νὰ ἀφήσει
κατά μέρος αὐτή τή λογική παγίδα. Τη δική του λογική παγίδα. Θὰ ἀρχίσει ἀμέσως
ή προκοπή, θὰ ἀρχίσει ἀμέσως ἡ ἀλλαγή. Θα γίνει αὐτό πού εἴπαμε, δηλαδή θα
νορμαλοποιηθεῖ ὁ ἑαυτός μας.
Να κάνουμε λοιπόν ὅ,τι χρειάζεται, για να γίνει σωστός, νορμάλ ὁ ἑαυτός μας. Νὰ
εἶναι χαρτί καί καλαμάρι ἀνοιχτός ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ παραδοθεῖ ὅλος ὁ ἑαυτός
μας στον Χριστό. Μετά, εἶναι θέμα τοῦ Χριστοῦ τί θα γίνει. Αὐτό ὅμως πρέπει ἐμεῖς
νὰ τὸ κάνουμε. Ὁ Χριστός ἁπλῶς θὰ μᾶς βοηθήσει να το κάνουμε. Ἐμεῖς πρέπει νὰ ἐφαρμόσουμε,
ἄς ποῦμε ἔτσι, αὐτή τή διαδικασία, ὥστε τελικά να παραδώσουμε τον ὅλο ἑαυτό μας
στον Χριστό. Καί ἀπό κεῖ καὶ πέρα θα χαριτωθοῦμε, θὰ λυτρωθοῦμε, θα θεραπευθοῦμε,
θὰ γίνουμε τοῦ Χριστοῦ, θὰ εἴμαστε τοῦ Χριστοῦ.
Μιά κακοδοξία τῶν δυτικῶν χριστιανῶν.
Χωρίς τή χάρη διασαλεύεται ὁ ὅλος ἄνθρωπος
Ὅπως ξέρετε, ὑπάρχουν διαφορές δογματικές μεταξύ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καὶ τῶν
καθολικῶν καί προτεσταντῶν. Οἱ καθολικοί καὶ οἱ προτεστάντες ἔχουν ὡς
δόγμα τους το Filioque, ὅτι δηλαδή τό Αγιο Πνεῦμα ἐκπορεύεται καὶ ἐκ τοῦ Υἱοῦ ὄχι
μόνο ἐκ τοῦ Πατρός. Οἱ καθολικοί ἔχουν ἐπίσης τὸ πρωτεῖο τοῦ πάπα, τὸ ἀλάθητο
τοῦ πάπα. Ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι δέν δεχόμαστε αὐτά τά δόγματά τους. Ὑπάρχουν
μεταξύ μας καί ἄλλες διαφορές σε θέματα πίστεως, καί μια διαφορά ὑπάρχει καὶ σ'
αὐτά πού δέχονται γιά τή δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου.
Ὁ ἄνθρωπος, κατ' αὐτούς, ἐπλάσθη τέλειος με τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή, καί τοῦ ἔδωσε
ὁ Θεός καί τη χάρη, ἀλλά σαν κάτι ἐπιπλέον. Κάπως έτσι φρονοῦν καὶ οἱ
προτεστάντες. Για τους πατέρες ὅμως τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας –ή διδασκαλία τῶν ὁποίων
εἶναι καθολική, δηλαδή ἔχει καθολικό χαρακτήρα, που σημαίνει ὅτι εἶναι γιὰ ὅλο
τον κόσμο- ή χάρη ποὺ ἔδωσε ὁ Θεός στούς πρωτοπλάστους, στον Ἀδάμ καί στην Εὔα, δὲν
εἶναι κάτι ἐπιπλέον ὥστε καὶ χωρίς αὐτὴν ὁ ἄνθρωπος νὰ εἶναι, τρόπον τινά,
τέλειος. Ἡ χάρη, κατά τήν ὀρθόδοξη διδασκαλία, εἶναι μέσα στὴν ὅλη ὕπαρξη
τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ὁ ἄνθρωπος εἶναι σε νορμάλ κατάσταση καί σε νορμάλ σχέση
με τον Θεό καί σε νορμάλ πορεία πρός τον σκοπό του, ἐφόσον ἔχει μέσα του τη
χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲν ἔχει τή χάρη, διασαλεύεται ὁ ὅλος ἄνθρωπος.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι ἡ αἰτία ποὺ ὁ ἄνθρωπος χάνει τη χάρη. Ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος
δέν μένει στην ὑπακοή καὶ στὴν ἀγάπη πρός τόν Θεό, ὁ ἴδιος ξεχωρίζει, ὁ ἴδιος ἀπομακρύνει
τὸν ἑαυτό του ἀπό τόν Θεό, καί ἔτσι δέν μπορεῖ νὰ ἔχει κοινωνία με τον Θεό. Ἡ
κοινωνία με τον Θεό ὑπάρχει, ἐφόσον ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του χάρη Θεοῦ. Με
την πτώση, μὲ τὴν ἁμαρτία χάνει τη χάρη, καί γι' αὐτό ἀμαυρώνεται ἡ ὅλη ψυχή τοῦ
ἀνθρώπου, σκοτίζεται ὁ νοῦς του, ἀμβλύνεται ή συνείδησή του, βυθίζεται στο
σκοτάδι ὁ ἄνθρωπος, καί γίνεται τόσο ἄχαρη ή ζωή του. Κατά τήν ὀρθόδοξη
διδασκαλία, ἐπαναλαμβάνω, μὲ τὴν πτώση χάνει τη χάρη ὁ ἄνθρωπος καὶ
διασαλεύεται ὅλη ἡ ὕπαρξή του.
Οἱ καθολικοί, ἀκόμη πιο πολύ οἱ προτεστάντες, πιο συγκεκριμένα, δέχονται ὅτι
ὁ ἄνθρωπος ἐπλάσθη ἀπὸ τὸν Θεό εὐθὺς ἐξαρχῆς νὰ εἶναι στρώματα-στρώματα, δηλαδή
νὰ ἔχει το συνειδητό πάνω-πάνω καὶ κάτω ἀπὸ κεῖ τὸ ὑποσυνείδητο καὶ τὸ ἀσυνεί
δητο. Εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νὰ εἶναι ἔτσι. Ἡ Ὁρθόδοξος Ἐκκλησία δὲν τὸ δέχεται
αὐτό.
Κάτι πού δέν μποροῦμε νὰ διανοηθούμε
στούς ἁγίους
Ὅπως ὁ Θεός εἶναι ἁπλοῦς, ἔτσι ἔκανε καὶ τὸν ἄνθρωπο. Ἁπλοῦν τὸν ἔκανε τὸν ἄνθρωπο
ὁ Θεός Πρίν πέσει δηλαδή ὁ ἄνθρωπος, δὲν εἶχε βαθιά μέσα του σκοτεινά ὑπόγεια
και τέτοια πράγματα. Όλη ή ὕπαρξή του ήταν, μπροστά στον Θεό καί μπροστά στη
συνείδησή του, γυμνή καί τετραχηλισμένη. Όλα καθαρά καί ξάστερα. Δὲν ὑπῆρχε
τίποτε σε κατάσταση ὑποσυνείδητη καί ἀσυνείδητη. Αυτή την κατάσταση, δηλαδή το
νὰ ἔχει ὅλα αὐτά τα στρώματα ὁ ἄνθρωπος καὶ νὰ μπερδεύεται καὶ νὰ μὴ βρίσκει ἄκρη,
τή δημιούργησε ἡ ἁμαρτία.
Καί βλέπουμε τοὺς ἁγίους, οἱ ὁποῖοι μπαίνουν σ' αὐτόν τόν ἀγώνα, πιστεύοντας
πάντοτε στη βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας πάντοτε τη χάρη τοῦ Θεοῦ, καί χωρίς να
κάνουν ποτέ πίσω –ἀκριβῶς ἐπειδή πιστεύουν ὅτι: «Τελείωσε· ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ
ἁγιασθεῖ»- τους βλέπουμε νὰ ἐργάζονται και να ἀγωνίζονται καὶ νὰ προσπαθοῦν ἀκούραστα,
και δύο καί πέντε και δέκα και τριάντα καὶ πενήντα χρόνια καμιά φορά. (άμα
διαβάσει κανείς νηπτικούς πατέρες, βρίσκει στὰ ἔργα τους πολλά ἀπό αὐτά πού
λέγονται σήμερα ἀπό τούς ψυχολόγους.) Καὶ ἔρχεται ἡ εὐλογημένη ὥρα ποὺ ὁ ἅγιος
-αὐτὸς ἐκεῖ ὁ ἀσκητής, ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς ποὺ τὰ πῆρε ἐντελῶς ἀλλιῶς τὰ
πράγματα, καὶ ὄχι ὅπως τὰ παίρνουμε ἐμεῖς οἱ ἔξυπνοι ἔρχεται ή ώρα που ἐνώπιον
τοῦ Θεοῦ εἶναι ὅλος συνειδητό, δηλαδή όλη ἡ ψυχή του εἶναι συνειδητό. Δὲν ἔχει ὑποσυνείδητο,
ἀσυνείδητα, σκοτεινά ὑπόγεια, απωθημένα βιώματα, ἀνεξέλεγκτες καταστάσεις και αὐτονόμηση
τοῦ ὑπο συνειδήτου καὶ τοῦ ἀσυνειδήτου. Δὲν μποροῦμε σε καμιά περίπτωση νὰ ποῦμε
ὅτι ὁ ἅγιος καλὰ μᾶς λέει τοῦτα, μᾶς λέει ἐκείνα, ἀλλὰ βαθύτερα ἔχει ἄλλες
καταστάσεις ποὺ δὲν τις ἐλέγχει. Δὲν ἔχει τέτοια. Μᾶς εἶναι ἀδιανόητο να δεχθοῦμε
ὅτι ἕνας ἄγιος δὲν ἐλέγχει τὸν ἑαυτό του, καὶ κάποια στιγμή κάτι θὰ ξεπεταχτεῖ ἀπό
μέσα του, ἀπὸ τὸ ὑποσυνείδητο ἢ τὸ ἀσυνείδητο, να τον προδώσει. Ἂς ποῦμε, ἐνῶ
αὐτὸς θέλει νὰ ἐνεργήσει σωστά, κάποια στιγμή μπορεῖ νὰ ξεπεταχτεῖ ἀπό μέσα του
κάτι, νὰ βγεί μια κακία, μιὰ ἐμπάθεια, ποὺ εἶναι μέσα του ἀνεξέλεγκτη. Δὲν εἶναι
ἔτσι. Ὅλος ὁ ἅγιος ἀνήκει στον Θεό. Καὶ γι' αὐτὸ ὁ ἅγιος ὅ,τι κι ἂν πεῖ εἶναι ἄγιο,
ὅ,τι κι ἂν κάνει εἶναι ἅγιο, ὅπως κι ἄν φερθεί, εἶναι ἀγία ἡ ἐνέργειά του, καί ἡ
ὅλη ζωή του. Στὸν ἄγιο ἄνθρωπο ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ φθάνει κατάβαθα, προχωράει καὶ
στὸ συνειδητό καὶ στὸ ὑποσυνείδητο και στο ασυνείδητο. Αὐτό σημαίνει ότι πρὸ τῆς
πτώσεως ὁ ἄνθρωπος εἶχε μόνο συνειδητό. Δὲν εἶχε οὔτε ὑποσυνείδητο οὔτε ἀσυνείδητο,
όπως φρονοῦν οἱ ρωμαιοκαθολικοί. Γιὰ τοὺς ὀρθοδόξους λοιπὸν ἡ χάρη πρὸ τῆς
πτώσεως δὲν ἦταν κάτι ἐπιπλέον καὶ κατά τα άλλα ὁ ἄνθρωπος ήταν ὅπως εἶναι
τώρα. Όχι συγκροτοῦσε ἡ χάρη τὸν ὅλο ἄνθρωπο, γιὰ νὰ εἶναι αληθινός ἄνθρωπος,
ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ ἔχει μέσα του Θεανθρώπινη ζωή καὶ ὄχι ἁπλῶς ἀνθρώπινη
ζωή, γιὰ νὰ ἔχει ἀληθινή κοινωνία μὲ τὸν Θεό, ἀληθινὴ ἀναφορά στον Θεό.
Όποια στιγμή θυμηθείς τη σχέση σου μὲ τὸν Θεό, τὴν ὅλη ἀναφορά που πρέπει νὰ ἔχεις
στὸν Θεὸ, ἄν θυμηθεῖς τὰ τῆς ψυχῆς σου καὶ ἄν σκεφθεῖς πῶς εἶσαι, μπορεῖς ἀμέσως
να βάλεις αρχή. Δὲν ὑπάρχει τίποτε ποὺ νὰ σὲ ἐμποδίζει καὶ μπορεῖς κάθε στιγμή
νὰ τὸ κάνεις αὐτό.
Σάββατο 27 Ιουνίου 2026
ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ Α (7)
Η καναδική Γερουσία ενέκρινε νομοσχέδιο που καταργεί την θρησκευτική υπεράσπιση από τον νόμο περί ρητορικής μίσους
Στις αρχές Ιουνίου, η Γερουσία του Καναδά ενέκρινε νομοσχέδιο που καταργεί μια προστασία του Ποινικού Κώδικα, η οποία ίσχυε εδώ και δεκαετίες, για την θρησκευτική έκφραση καλής πίστης με βάση ιερά κείμενα, προωθώντας ένα μέτρο που θεωρείται ευρέως από τις θρησκευτικές κοινότητες ως άμεση απειλή για την δημόσια διακήρυξη της χριστιανικής διδασκαλίας σχετικά με τον γάμο, την σεξουαλικότητα και την ανθρώπινη φύση.
Ο Νόμος για την Καταπολέμηση του Μίσους, γνωστός ως Νομοσχέδιο C-9, εγκρίθηκε από την Άνω Βουλή στις 4 Ιουνίου με 45 ψήφους υπέρ, 13 κατά και δύο αποχές. Τώρα επιστρέφει στη Βουλή των Κοινοτήτων, η οποία ψήφισε το νομοσχέδιο τον Μάρτιο, για την τελική έγκριση των τροπολογιών της Γερουσίας πριν από την βασιλική έγκριση. Το νομοσχέδιο, που εισήχθη από τον υπουργό Δικαιοσύνης Sean Fraser, καταργεί το άρθρο 319(3)(β) – μια διασφάλιση που ισχύει από τη δεκαετία του 1970 και προστατεύει όσους, «καλή τη πίστει», εκφράζουν απόψεις για θρησκευτικό θέμα ή που βασίζονται στην πίστη σε θρησκευτικό κείμενο όπως η Βίβλος.
Η αλλαγή αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο έντονης αντίδρασης από καθολικούς ηγέτες και άλλες θρησκευτικές ομάδες. Ο καρδινάλιος Frank Leo, αρχιεπίσκοπος του Τορόντο, απηύθυνε επιστολή στους γερουσιαστές ζητώντας ρητή διευκρίνιση ότι η ανάγνωση των Γραφών, το κήρυγμα και η διδασκαλία δεν συνιστούν σκόπιμη υποκίνηση μίσους. Η Καναδική Σύνοδος των Καθολικών Επισκόπων προειδοποίησε ότι η κατάργηση αυτής της υπεράσπισης ενέχει τον κίνδυνο να εκτεθούν κληρικοί και λαϊκοί σε ποινική δίωξη για την υπεράσπιση της αιώνιας εκκλησιαστικής διδασκαλίας.
Η Campaign Life Coalition χαρακτήρισε την εξέλιξη αυτή «μαύρη μέρα για την θρησκευτική ελευθερία και την ελευθερία του λόγου», με τον εθνικό πρόεδρο Jeff Gunnarson να δηλώνει: «Θα συνεχίσουμε να κηρύττουμε τον Λόγο Του… Ο Θεός δεν θα γελοιοποιηθεί». Εκατοντάδες Καναδοί διαδήλωσαν έξω από τα γραφεία των Φιλελεύθερων, συμπεριλαμβανομένου του γραφείου του Πρωθυπουργού, τις τελευταίες εβδομάδες.
Το νομοσχέδιο θεσπίζει νέα αδικήματα για εκφοβισμό και παρεμπόδιση σε χώρους λατρείας, ενισχύει τις ποινές για εγκλήματα που διαπράττονται με κίνητρο το μίσος και προσθέτει σύμβολα όπως την θηλιά στις απαγορευμένες εκδηλώσεις μίσους. Οι υποστηρικτές του, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης, επιμένουν ότι στοχεύει αποκλειστικά στην εκούσια προώθηση του μίσους που συνεπάγεται απέχθεια ή δυσφήμιση και δεν απαγορεύει την ανάγνωση της Βίβλου. Οι επικριτές αντιτείνουν ότι η κατάργηση της ρητής νομικής άμυνας, σε συνδυασμό με ασαφή κριτήρια που βασίζονται σε «συναισθήματα», ευνοεί την επιλεκτική εφαρμογή του νόμου κατά της παραδοσιακής χριστιανικής ηθικής διδασκαλίας.
Η πρωθυπουργός της Αλμπέρτα, Danielle Smith, έχει εκφραστεί ανοιχτά, περιγράφοντας ορισμένα στοιχεία του νομοσχεδίου ως «τρομακτικά και ανατριχιαστικά». Δήλωσε ότι η επαρχία της δεν θα δώσει προτεραιότητα στην αστυνόμευση ή τη δίωξη της θρησκευτικής διδασκαλίας καλής πίστης στις εκκλησίες.
Η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία προχωρά εν μέσω τεκμηριωμένης αύξησης των περιστατικών μίσους, ωστόσο οι θρησκευτικοί ηγέτες υποστηρίζουν ότι υπονομεύει τα ίδια τα θρησκευτικά θεμέλια που έχουν διαμορφώσει την καναδική κοινωνία, καθώς και τις εγγυήσεις της Χάρτας για την ελευθερία της θρησκείας και της έκφρασης.
Για τους πιστούς που είναι αφοσιωμένοι στην ιστορική μαρτυρία της Εκκλησίας, η κατάργηση των μακροχρόνιων προστατευτικών μέτρων σηματοδοτεί την περαιτέρω περιθωριοποίηση της χριστιανικής ανθρωπολογίας στην δημόσια ζωή. Η τύχη του νομοσχεδίου βρίσκεται πλέον στα χέρια της τελικής ψηφοφορίας της Βουλής των Κοινοτήτων. Η ψήφισή του θα σηματοδοτούσε μια αξιοσημείωτη μετατόπιση της νομικής ισορροπίας μεταξύ της καταπολέμησης του μίσους και της διαφύλαξης της ικανότητας της Εκκλησίας να διδάσκει και να κηρύττει χωρίς τον φόβο ποινικών κυρώσεων.
Πηγή: https://thecatholicherald.com/ του Thomas Colsy
Η εκπαιδευτική παγίδα του Ροκφέλερ από την οποία ξέφυγε ο Φάινμαν.
Ο άνθρωπος που σχεδίασε το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα της
Αμερικής δεν έστειλε ποτέ τα δικά του παιδιά σε δημόσιο σχολείο. Το όνομά του
ήταν Τζον Ντ. Ροκφέλερ.
Το 1917, όταν τα εγγόνια του έφτασαν σε σχολική ηλικία, δεν
τα έγγραψε στα δημόσια σχολεία που είχαν χρηματοδοτηθεί με τα δικά του χρήματα.
Έφτιαξε γι' αυτά το δικό τους σχολείο, ένα ιδιωτικό σχολείο στο Μανχάταν, που
ονομαζόταν Lincoln School. Μικρές τάξεις, πραγματικοί δάσκαλοι, παιδιά στα
οποία επιτρεπόταν να σκέφτονται. Το έγγραφο που εξηγεί το γιατί βρίσκεται
δημοσίως διαθέσιμο από το 1913. Κατονομάζει τι είδους άνθρωπο χρηματοδοτήθηκαν
να παράγουν τα αμερικανικά σχολεία και τι είδους άνθρωπο χρηματοδοτήθηκαν να
αποτρέψουν από το να αναδειχθεί. Σχεδόν κανείς δεν το έχει διαβάσει.
Σε ένα γραφείο που χρηματοδοτείται από τη Standard Oil, ένας
πρώην βαπτιστής ιεροκήρυκας, ο Φρέντερικ Τ. Γκέιτς, το δεξί χέρι του Ροκφέλερ,
πιάνει μια πένα και γράφει μία πρόταση που θα καθορίσει τι θα επιτρέπεται να
γίνει κάθε Αμερικανό παιδί για τα επόμενα εκατό χρόνια.
Ιδού η πρόταση:
«Δεν θα επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε αυτούς τους ανθρώπους
ή οποιοδήποτε από τα παιδιά τους σε φιλοσόφους ή ανθρώπους της μάθησης ή της
επιστήμης. Δεν πρόκειται να αναδείξουμε ανάμεσά τους συγγραφείς, ρήτορες,
ποιητές ή ανθρώπους των γραμμάτων.
Δεν θα αναζητήσουμε εκκολαπτόμενους μεγάλους καλλιτέχνες,
ζωγράφους ή μουσικούς, ούτε θα καλλιεργήσουμε έστω και τη μετριότερη φιλοδοξία
να αναδείξουμε από ανάμεσά τους δικηγόρους, γιατρούς, ιεροκήρυκες ή πολιτικούς,
από τους οποίους διαθέτουμε ήδη επαρκή αριθμό.»
Το έγραψε αυτό για παιδιά. Αμερικανικά παιδιά. Τα εγγόνια
των ανθρώπων που μόλις είχαν πολεμήσει σε εμφύλιο πόλεμο για να απελευθερώσουν
τη χώρα τους από την κυριαρχία άλλων.
Ο εργοδότης του Γκέιτς, ο Τζον Ντ. Ροκφέλερ, επρόκειτο να
χρηματοδοτήσει την κατασκευή 912 δημόσιων λυκείων σε έντεκα αμερικανικές
πολιτείες.
Αυτή ήταν η ιδρυτική φιλοσοφία, δημοσιευμένη σε ένα φυλλάδιο
με τίτλο The Country School of Tomorrow, το οποίο φυλάσσεται στη Βιβλιοθήκη του
Κογκρέσου, όπου βρίσκεται ακόμη και σήμερα. Σχεδόν κανείς δεν το διάβασε.
Μερικοί ιστορικοί θα σας πουν ότι ο Γκέιτς έγραφε μόνο για
τα παιδιά της υπαίθρου.
Διαβάστε όμως ξανά την πρόταση.
Είπε: «Αυτούς τους ανθρώπους ή οποιοδήποτε από τα παιδιά
τους.»
Το υπόμνημα εννοούσε ακριβώς αυτό που έλεγε. Τώρα ας
δούμε τους αριθμούς.
Το General Education Board, ο οργανισμός που διηύθυνε ο
Γκέιτς εκ μέρους του Ροκφέλερ, ιδρύθηκε το 1902 και απέκτησε ομοσπονδιακό
καταστατικό από το Κογκρέσο των Ηνωμένων Πολιτειών στις 12 Ιανουαρίου
1903. Μέσα σε εξήντα χρόνια θα διένειμε 325 εκατομμύρια δολάρια στην
αμερικανική εκπαίδευση· σε σημερινές τιμές, περίπου 28 δισεκατομμύρια
δολάρια. Μεταξύ 1896 και 1920, τα Ιδρύματα Ροκφέλερ και Κάρνεγκι, μαζί,
δαπάνησαν περισσότερα χρήματα για την οικοδόμηση του αμερικανικού συστήματος
υποχρεωτικής εκπαίδευσης απ' όσα δαπάνησε η ίδια η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των
Ηνωμένων Πολιτειών.
Διαβάστε το ξανά.
Δύο ιδιωτικά ιδρύματα, χρηματοδοτημένα από ένα μονοπώλιο
πετρελαίου και ένα μονοπώλιο χάλυβα, ξόδεψαν περισσότερα χρήματα από την
κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών για την εκπαίδευση των παιδιών της επί είκοσι
τέσσερα συνεχόμενα χρόνια. Αυτό δεν είναι φιλανθρωπία. Είναι
κοινωνική μηχανική. Δύο άνθρωποι, με περισσότερα χρήματα από όσα διέθετε η
ίδια η δημοκρατία τους, κατασκεύασαν τις σχολικές αίθουσες μέσα στις οποίες θα
μάθαινε η δημοκρατία τους. Και οι δάσκαλοι το γνώριζαν. Πριν ακόμη οι
περισσότεροι Αμερικανοί ακούσουν το όνομα του Φρέντερικ Γκέιτς, οι δάσκαλοι το
γνώριζαν.
Η National Education Association, δηλαδή το ίδιο το
συνδικάτο των εκπαιδευτικών, ενέκρινε επίσημο ψήφισμα, καταγεγραμμένο
δημόσια. Μπορεί κανείς να το βρει ακόμη και σήμερα στα πρακτικά της N.E.A
του 1915.
Το ψήφισμα αναφέρει, μεταξύ άλλων:
«Παρακολουθούμε με ανησυχία τη δραστηριότητα των Ιδρυμάτων
Carnegie και Rockefeller, οργανισμών που δεν λογοδοτούν με κανέναν τρόπο στον
λαό, στις προσπάθειές τους να ελέγξουν την πολιτική των πολιτειακών
εκπαιδευτικών μας ιδρυμάτων.» Αυτό το έλεγαν οι ίδιοι οι
εκπαιδευτικοί. Έλεγαν στη χώρα ότι δύο ιδιωτικά ιδρύματα έλεγχαν σιωπηλά
την εκπαιδευτική πολιτική των πολιτειών. Πριν από εκατόν δέκα
χρόνια. Και κανείς δεν τους άκουσε.
Δύο χρόνια αργότερα τα πράγματα έγιναν ακόμη χειρότερα.
Το 1917, ο γερουσιαστής Τσάμπερλεϊν από το Όρεγκον σηκώθηκε
στη Γερουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και προειδοποίησε ευθέως τη χώρα.
«Μέσα σε δύο γενιές μπορούν να αλλάξουν τη σκέψη του λαού,
ώστε να συμμορφώνεται με τη λατρεία του Ροκφέλερ ή τη λατρεία του Κάρνεγκι αντί
για τις θεμελιώδεις αρχές της αμερικανικής δημοκρατίας.»
Ένας εν ενεργεία γερουσιαστής, κατονομάζοντας τον Ροκφέλερ
και τον Κάρνεγκι, έλεγε δημόσια ότι δύο γενιές ήταν αρκετές για να επιτευχθεί ο
στόχος του συστήματος. Αυτό συνέβη το 1917. Μετρήστε πόσες γενιές
έχουν περάσει από τότε.
Τριάντα έξι χρόνια αργότερα, το Κογκρέσο προχώρησε τελικά σε
έρευνα. Η Επιτροπή Reese της Βουλής των Αντιπροσώπων κατέληξε στο
συμπέρασμα ότι τα ιδρύματα είχαν χρηματοδοτήσει πρακτικές ασυμβίβαστες με τις
θεμελιώδεις αρχές του Συντάγματός μας.
Δημόσιο έγγραφο. Πόρισμα του Κογκρέσου. Κανείς δεν
ενήργησε. Ένα συνδικάτο εκπαιδευτικών. Ένας γερουσιαστής. Μια
επιτροπή του Κογκρέσου. Αυτό δεν ήταν ατύχημα. Ήταν ο σχεδιασμός. Και εδώ είναι
που τα πράγματα γίνονται ακόμη χειρότερα. Ο Ροκφέλερ και ο Γκέιτς δεν επινόησαν
καν αυτό το κλουβί. Το εισήγαγαν. Το σχολείο του εγγονού σας δεν σχεδιάστηκε
στην Αμερική. Σχεδιάστηκε πριν από διακόσια χρόνια σε μια ξένη αυτοκρατορία για
να λύσει ένα πρόβλημα που δεν είχε καμία σχέση με τα αμερικανικά παιδιά. Η χώρα
ήταν η Πρωσία.
Αφού ο Ναπολέων συνέτριψε τον πρωσικό στρατό, το πρωσικό κράτος κάθισε και
δημιούργησε ένα σχολικό σύστημα με έναν και μοναδικό σκοπό. Να παράγει
ανθρώπους που υπακούν στις διαταγές. Στρατιώτες που δεν θα εγκατέλειπαν τη θέση
τους. Εργάτες που δεν θα σκέφτονταν διαφορετικά. Κουδούνια ανάμεσα στις
δραστηριότητες. Θρανία σε σειρές. Βαθμοί που σημαδεύουν μόνιμα τους «καλούς»
και τους «ελαττωματικούς».
Τη δεκαετία του 1830 ένας Αμερικανός, ο Χόρας Μαν, πήγε στην Πρωσία για να δει
αυτό το σύστημα. Επέστρεψε στη Μασαχουσέτη και κατασκεύασε αυτό που είχε δει.
Κάθε κουδούνι που ακούει σήμερα ο εγγονός σας. Κάθε σειρά θρανίων στην οποία
κάθεται. Κάθε βαθμός που τον ακολουθεί μέχρι την ενήλικη ζωή. Όλα αυτά είναι
ένας πρωσικός στρατώνας. Κατασκευασμένος για να διαχειρίζεται στρατιώτες.
Παραχωρημένος στα αμερικανικά παιδιά. Και το 1918 ένας καθηγητής του Χάρβαρντ,
ο Αλεξάντερ Ίνγκλις, έγραψε το εγχειρίδιο οδηγιών. Ένα βιβλίο με τίτλο
Principles of Secondary Education («Αρχές της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης»).
Τρεις ψυχρές λέξεις για τον σκοπό του σχολείου.
Υπακοή. Συμμόρφωση. Ιεραρχική κατάταξη.
Το Χάρβαρντ έδωσε το όνομά του σε μια σειρά διαλέξεων. Και εξακολουθεί να τις
διοργανώνει κάθε χρόνο. Το σχέδιο ήταν δημόσιο. Η χρηματοδότηση ήταν δημόσια.
Οι στόχοι είχαν δημοσιευθεί σε απλή αγγλική γλώσσα, ώστε να μπορεί να τους
διαβάσει όποιος ήθελε.
Την ίδια χρονιά που κυκλοφόρησε το βιβλίο του Ίνγκλις, περίπου χίλια μίλια
νοτιότερα από το προαύλιο του Χάρβαρντ, ένας μετανάστης πωλητής στο Κουίνς
κρατούσε στην αγκαλιά του ένα νεογέννητο αγόρι και επρόκειτο να απορρίψει κάθε
μία από αυτές τις ιδέες.
Ο Ρίτσαρντ Φάινμαν γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1918, στο Μανχάταν. Ο πατέρας του
ήταν ο Μέλβιλ Φάινμαν, πωλητής στολών, ο οποίος είχε μεταναστεύσει από το Μινσκ
σε ηλικία πέντε ετών. Ο Μέλβιλ ήθελε να γίνει γιατρός. Η οικογένειά του όμως
δεν μπορούσε να πληρώσει τις σπουδές στην Ιατρική. Έτσι δημιούργησε μια
«ιατρική σχολή» στο τραπέζι της κουζίνας του. Και ο μοναδικός μαθητής ήταν ο
γιος του. Ο Μέλβιλ δεν διάβασε ποτέ το υπόμνημα του Γκέιτς. Δεν γνώριζε τι ήταν
το General Education Board. Δεν ήξερε ότι ένας καθηγητής του Χάρβαρντ είχε
μόλις γράψει ένα βιβλίο για το πώς να κάνει τον γιο του υπάκουο. Και αυτός ήταν
ο μοναδικός λόγος που ο Ρίτσαρντ διέφυγε.
Ο Γκέιτς είχε ολοκληρώσει το υπόμνημά του δώδεκα χρόνια πριν γεννηθεί ο
Ρίτσαρντ.
Ο Μέλβιλ είχε δώδεκα χρόνια για να προετοιμαστεί, χωρίς να το γνωρίζει, ώστε να
το ανατρέψει.
Να τι έκανε διαφορετικά ο Μέλβιλ.
Ο Γκέιτς είχε γράψει — είναι δικά του λόγια από το υπόμνημα — ότι ο στόχος ήταν
να διδάσκονται τα παιδιά «να κάνουν με τέλειο τρόπο εκείνα που οι πατέρες και
οι μητέρες τους κάνουν με ατελή τρόπο». Να επαναλαμβάνουν τη μικρή ζωή των
γονιών τους. Αποτελεσματικά. Χωρίς φιλοσοφία. Χωρίς επιστήμη. Χωρίς
αμφισβήτηση. Ο Μέλβιλ έκανε το ακριβώς αντίθετο. Έλεγε στον γιο του να ξεχάσει
ό,τι μπορεί να είχαν κάνει ατελώς οι γονείς του. Να κοιτάζει τον κόσμο άμεσα.
Να αναρωτιέται τι πραγματικά είναι. Να μη δίνει σημασία στις ονομασίες. Υπάρχει
μια ιστορία που ο Φάινμαν διηγήθηκε πολλές φορές στα δικά του γραπτά.
Βρισκόταν με τον πατέρα του στα βουνά Catskills. Ένα άλλο αγόρι έδειξε ένα
πουλί και ρώτησε τον Ρίτσαρντ τι είδους πουλί ήταν. Ο Ρίτσαρντ δεν ήξερε. Το
άλλο αγόρι τον χλεύασε. «Ο πατέρας σου δεν σου μαθαίνει τίποτα;» Ο Ρίτσαρντ
είπε στον Μέλβιλ τι είχε συμβεί. Ο Μέλβιλ τον άκουσε. Έπειτα του είπε περίπου
τα εξής:
«Βλέπεις εκείνο το πουλί; Έχει διαφορετικό όνομα σε κάθε γλώσσα. Όταν μάθεις
όλα αυτά τα ονόματα, ακόμη δεν θα γνωρίζεις απολύτως τίποτε για το ίδιο το
πουλί. Θα γνωρίζεις μόνο κάτι για τους ανθρώπους· πώς αποκαλούν το πουλί.
Τώρα ας κοιτάξουμε το ίδιο το πουλί.»
Μία μόνο πρόταση, και μέσα της βρίσκεται ολόκληρο το νόημα αυτού του βίντεο.
Ο Φρέντερικ Γκέιτς ήθελε παιδιά εκπαιδευμένα να επαναλαμβάνουν τα ονόματα που
χρησιμοποιούσαν οι γονείς τους.
Ο Μέλβιλ Φάινμαν δίδαξε στον γιο του ότι τα ονόματα είναι ο εχθρός της
κατανόησης.
Ο Γκέιτς ήθελε ένα έθνος που να μπορεί να απαγγέλλει.
Ο Μέλβιλ μεγάλωσε ένα παιδί που μπορούσε να βλέπει.
Και επειδή ο Μέλβιλ πουλούσε στολές για να ζήσει, καταλάβαινε κάτι σχετικά με
την εξουσία που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μαθαίνουν ποτέ.
Η στολή είναι ύφασμα.
Ο άνθρωπος μέσα στη στολή είναι άνθρωπος.
Ένα αστυνομικό σήμα δεν κάνει τον αστυνομικό να έχει πάντοτε δίκιο.
Ο τίτλος ενός καθηγητή δεν σημαίνει ότι η γνώση του είναι πραγματική.
Το ύφασμα είναι απλώς ύφασμα.
Αυτό του είχε διδάξει ο πατέρας του.
Το σχολικό σύστημα επρόκειτο να δοκιμάσει κάθε ένα από αυτά τα μαθήματα.
Δημόσιο Σχολείο 39 στο Far Rockaway του Κουίνς. Το δημοτικό σχολείο του
Ρίτσαρντ. Χρόνια αργότερα το περιέγραψε με ακριβώς τρεις λέξεις. «Μια
πνευματική έρημος.»
Τρεις από τους συμμαθητές του στο Λύκειο Far Rockaway θα κέρδιζαν αργότερα το
Βραβείο Νόμπελ. Ο Φάινμαν. Ο Μπέρτον Ρίχτερ. Ο Μπαρούχ Μπλούμπεργκ. Ένα μόνο
δημόσιο λύκειο στο Κουίνς. Τρεις Νομπελίστες. Το σχολείο δεν το κατάλαβε ποτέ.
Κανείς δεν τους το είπε. Το σύστημα δεν διέθετε κανέναν μηχανισμό για να το
αντιληφθεί.
Στο λύκειο ο Ρίτσαρντ υποβλήθηκε σε τεστ IQ. Η βαθμολογία του ήταν 125. Ο
βιογράφος του, Τζέιμς Γκλάικ, αποκάλεσε αυτόν τον αριθμό, στο βιβλίο Genius,
«απλώς αξιοπρεπή».
Δεκαετίες αργότερα, όταν η Mensa προσκάλεσε τον Φάινμαν να γίνει μέλος της,
εκείνος αρνήθηκε. Τους είπε ότι ο δείκτης νοημοσύνης του ήταν πολύ χαμηλός.
Αυτός ο αριθμός έχει σημασία. Το σύστημα διέθετε έναν χάρακα. Μέτρησε έναν νου
που αργότερα θα κέρδιζε το Βραβείο Νόμπελ. Και αποφάνθηκε:
«Μέσος.
Αξιοπρεπής.
Τίποτε το ιδιαίτερο.»
Αυτό δεν ήταν ένα ελαττωματικό τεστ. Ήταν ένα στημένο τεστ.
Το υπόμνημα του Γκέιτς δεν ήθελε το σύστημα να ανακαλύπτει τους επιστήμονες του
μέλλοντος. Ήθελε το σύστημα να εντοπίζει τον συνηθισμένο άνθρωπο. Να παράγει
τον συνηθισμένο άνθρωπο. Να πιστοποιεί τον συνηθισμένο άνθρωπο. Το τεστ IQ δεν
δυσλειτουργούσε. Έκανε ακριβώς τη δουλειά του. Και η δουλειά του ήταν να μην
αναγνωρίσει τον Φάινμαν. Και πράγματι δεν τον αναγνώρισε. Γιατί, ενώ το σχολείο
τον χαρακτήριζε απλώς «αξιοπρεπή», ο Ρίτσαρντ έκανε κάτι για το οποίο το
σχολείο δεν είχε καμία κατηγορία. Δίδασκε μόνος του στον εαυτό του τα
μαθηματικά που το σχολείο αρνούνταν να διδάξει. Το σχολείο δεν προσέφερε
μαθήματα Απειροστικού Λογισμού. Το 1933, τα περισσότερα αμερικανικά δημόσια
λύκεια θεωρούσαν τον Απειροστικό Λογισμό πανεπιστημιακό μάθημα, υπερβολικά
προχωρημένο για τα παιδιά των εργατικών οικογενειών. Έτσι ο Ρίτσαρντ βρήκε ένα βιβλίο.
Ένα φθηνό εγχειρίδιο αυτοδιδασκαλίας, γραμμένο από κάποιον Τζ. Ε. Τόμσον. Μόνο
ο τίτλος αφηγείται την ιστορία. Calculus for the Practical Man («Απειροστικός
Λογισμός για τον Πρακτικό Άνθρωπο»). Διαβάστε ξανά αυτόν τον τίτλο.
«Απειροστικός Λογισμός για τον Πρακτικό Άνθρωπο.» Το βιβλίο υπήρχε επειδή το
σχολικό σύστημα είχε αποφασίσει ότι ο Απειροστικός Λογισμός δεν ήταν για τους
πρακτικούς ανθρώπους. Όχι για τις εργατικές οικογένειες που το υπόμνημα του
Γκέιτς είχε αποκαλέσει «ευγνώμονες και δεκτικούς κατοίκους της υπαίθρου».
Ο Τόμσον δημοσίευσε αθόρυβα ένα βιβλίο που έλεγε στους πρακτικούς ανθρώπους ότι
τους είχαν πει ψέματα. Ο Απειροστικός Λογισμός δεν ήταν πέρα από τις
δυνατότητές τους. Απλώς έπρεπε να διαβάσουν. Ο Ρίτσαρντ διάβασε. Αντέγραψε κάθε
σελίδα με το χέρι σε ένα τετράδιο. Το τετράδιο αυτό υπάρχει ακόμη.
Ψηφιοποιημένα αντίγραφά του βρίσκονται στο αρχείο του American Institute of
Physics. Μπορείτε να τα δείτε ακόμη και σήμερα. Θυμηθείτε τι μόλις του είχε πει
το σύστημα.
«Αξιοπρεπής.
Μέσος.
Προχώρα παρακάτω.»
Εκείνος όμως ξαναέχτιζε τα ίδια τα μαθηματικά.
Όταν τα συνηθισμένα μαθηματικά σύμβολα για το ημίτονο και το συνημίτονο τον
μπέρδευαν πάνω στη σελίδα — επειδή έμοιαζαν υπερβολικά με κοινά γράμματα —
αισθανόταν ότι επιβράδυναν τη σκέψη του. Δεν τα αποδέχθηκε
απλώς. Επινόησε εντελώς δικά του, νέα σύμβολα, ώστε ο εγκέφαλός του να
επεξεργάζεται ταχύτερα τις εξισώσεις. Όταν μια απόδειξη του φαινόταν
υπερβολικά μεγάλη, έγραφε μια συντομότερη.
Μέχρι την ηλικία των δεκαπέντε ετών είχε διδάξει μόνος του στον εαυτό του κάθε
κλάδο των μαθηματικών του λυκείου και του πρώτου έτους του
πανεπιστημίου. Και το σύστημα δεν είχε την παραμικρή ιδέα ότι όλα αυτά
συνέβαιναν. Το φίλτρο δεν μετρούσε τη σκέψη του. Το φίλτρο μετρούσε
την υπακοή του. Και τότε, κατά την τελευταία χρονιά του στο λύκειο,
κέρδισε το Πρωτάθλημα Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Η
τελική του βαθμολογία ήταν κατά πολύ υψηλότερη από οποιουδήποτε άλλου
διαγωνιζομένου. Οι κριτές δεν μπορούσαν να καταλάβουν πώς έλυνε τα προβλήματα
τόσο γρήγορα.
Υπέβαλε αίτηση στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια. Το Κολούμπια εφάρμοζε
ποσοστώσεις για τους Εβραίους. Η ποσόστωση είχε καλυφθεί. Τον
απέρριψαν. Σκεφθείτε τι σημαίνει αυτή η απόρριψη μέσα στο συνολικό πλαίσιο
αυτής της ιστορίας.
Το Teachers College του Πανεπιστημίου Κολούμπια ήταν ένα από τα εκπαιδευτικά
ιδρύματα που είχαν λάβει τις μεγαλύτερες χρηματοδοτήσεις από τον Ροκφέλερ σε
ολόκληρη τη χώρα.
Το General Education Board διοχέτευε χρήματα στο Κολούμπια επί δύο
δεκαετίες. Η αρχιτεκτονική του συστήματος που χρηματοδότησε ο Γκέιτς
εκτεινόταν από τα δημοτικά σχολεία μέχρι τα πανεπιστήμια. Τα φίλτρα ήταν
διαδοχικά. Κάθε ένα στενότερο από το προηγούμενο. Τεστ
IQ. Έλεγχοι βαθμολογιών. Εισαγωγές στα
πανεπιστήμια. Ποσοστώσεις. Η μηχανή εφάρμοσε κάθε φίλτρο που διέθετε
στον Ρίτσαρντ Φάινμαν.
Τεστ IQ.
«Αξιοπρεπής.
Προχώρα παρακάτω.»
Λύκειο.
«Μέσος.
Προχώρα παρακάτω.»
Νοημοσύνη επιπέδου Βραβείου Νόμπελ μέσα σε ένα σχολείο που
ανέδειξε τρεις Νομπελίστες χωρίς να αντιληφθεί κανέναν από αυτούς.
Έπειτα το Κολούμπια, το καμάρι του συστήματος που χρηματοδοτούσε το GEB, τον
απέρριψε. Και τίποτε από όλα αυτά δεν πέτυχε τον σκοπό του. Διότι το
μοναδικό φίλτρο που το σύστημα δεν είχε ποτέ σκεφθεί να εγκαταστήσει βρισκόταν
γύρω από το οικογενειακό τραπέζι στο Far Rockaway. Εκεί όπου ένας πωλητής
στολών, ο Μέλβιλ, δίδασκε στον γιο του ότι τα ονόματα δεν είναι γνώση. Ότι
οι στολές είναι απλώς ύφασμα. Ότι ο σωστός τρόπος να κοιτάζεις ένα πουλί
είναι να κοιτάζεις το ίδιο το πουλί.
Ο Φάινμαν πήγε στο MIT. Έπειτα στο Πρίνστον. Και τελικά στο Βραβείο
Νόμπελ. Και εδώ βρίσκεται η τελευταία ειρωνεία. Τα ίδια τα
πανεπιστήμια που είχαν χρηματοδοτηθεί από τον Ροκφέλερ και είχαν προσπαθήσει να
τον αποκλείσουν, θα τον χρειάζονταν απεγνωσμένα όταν, κατά τον Δεύτερο
Παγκόσμιο Πόλεμο, η χώρα έπρεπε να κατασκευάσει την ατομική βόμβα. Το
σύστημα που είχε δημιουργηθεί για να παράγει υπάκουους εργαζομένους ανακάλυψε,
το 1942, ότι οι υπάκουοι εργαζόμενοι δεν μπορούσαν να κατασκευάσουν μια ατομική
βόμβα. Έτσι, σιωπηλά, κάλεσε πίσω τον μοναδικό άνθρωπο που είχε καταφέρει
σχεδόν να παγιδεύσει, αλλά τελικά του είχε ξεφύγει.
Ας επιστρέψουμε στο 1906.
Ο Φρέντερικ Γκέιτς, πρώην βαπτιστής ιεροκήρυκας, κάθεται στο γραφείο του, σε
ένα κτίριο που χρηματοδοτείται από τη Standard Oil, και γράφει ένα φυλλάδιο το οποίο
θα δημοσιευθεί το 1913 και θα τοποθετηθεί στα ράφια της Βιβλιοθήκης του
Κογκρέσου, όπου θα παραμείνει ήσυχα για περισσότερο από εκατό χρόνια.
Ο Γκέιτς έγραψε τη φράση:
«Δεν θα επιχειρήσουμε να μετατρέψουμε αυτούς τους ανθρώπους ή οποιοδήποτε από
τα παιδιά τους σε φιλοσόφους ή ανθρώπους της μάθησης ή της επιστήμης.» Και
το σύστημα που χρηματοδότησε άρχισε να λειτουργεί. Τα κουδούνια
χτυπούσαν. Οι έλεγχοι προόδου αποστέλλονταν. Τα τεστ IQ
βαθμολογούνταν. Οι απορριπτικές επιστολές του Πανεπιστημίου Κολούμπια
αποστέλλονταν.
Επί εκατόν είκοσι χρόνια, τα παιδιά της Αμερικής ταξινομούνταν, κατατάσσονταν,
χαρακτηρίζονταν και λάμβαναν πιστοποιητικά που έγραφαν:
«Μέσος.
Αξιοπρεπής.
Προχώρα παρακάτω.»
Έχετε βρεθεί σε κάποια σύσκεψη όπου η πιο δυνατή φωνή,
συνοδευόμενη από το κατάλληλο πτυχίο ή διαπιστευτήριο, υπερίσχυσε του μηχανικού
που πραγματικά κατανοούσε το πρόβλημα.
Έχετε δει μια προαγωγή να δίνεται σε κάποιον που μπορούσε να επαναλαμβάνει τις
σωστές λέξεις χωρίς να μπορεί να τις εξηγήσει. Αυτή η σύσκεψη δεν αποτελεί
μια σύγχρονη δυσλειτουργία. Ο Γκέιτς έγραψε το υπόμνημα γι' αυτή τη
σύσκεψη πριν από εκατόν δεκαεννέα χρόνια. Και η σύσκεψη εξακολουθεί να
λειτουργεί ακριβώς όπως προέβλεπε το υπόμνημά του. Υπάρχει όμως ένα πράγμα
που ο Μέλβιλ χάρισε στον Ρίτσαρντ και το οποίο κανείς δεν μπορεί να σας
αφαιρέσει. Την επόμενη φορά που ένα διαπιστευτήριο ή ένας τίτλος
υπερισχύσει ενός ανθρώπου που πραγματικά σκέπτεται, θυμηθείτε τι είχε ο άνθρωπος
αυτός που δεν είχε το διαπιστευτήριο.
Κοιτάξτε το πουλί.
Όχι το όνομά του.
Το ίδιο το πουλί.
Ο Φάινμαν ξέφυγε για έναν μόνο λόγο. Τον
μοναδικό. Ο πατέρας του, ένας μετανάστης που πουλούσε στολές, ήταν
υπερβολικά απασχολημένος για να διαβάσει το υπόμνημα. Ο Μέλβιλ δεν γνώριζε
ότι υποτίθεται πως έπρεπε να εκπαιδεύσει τον γιο του στην υπακοή. Έτσι του
δίδαξε να κοιτάζει το ίδιο το πουλί. Το έγγραφο βρισκόταν όλον αυτόν τον
καιρό στο ράφι. Οποιοσδήποτε μπορούσε να το διαβάσει. Ένας μετανάστης
πωλητής στο Κουίνς, που δεν το άγγιξε ποτέ, μεγάλωσε τον μοναδικό άνθρωπο που
απέδειξε ότι έκανε λάθος.
«Ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν» - π.Κωνσταντίνος Στρατηγόπουλος
ΚΥΡΙΑΚῌ Δ΄ Ματθαίου
η΄ 5-13
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία
τοῦυπ. Κωνσταντίνου Στρατηγόπουλου, στα πλαίσια της ερμηνείας που έγινε στο κήρυγμα της Κυριακής 9 Ιουλίου του 1995 σε μορφή mp3 - εδώ


