Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Παύλος Ευδοκίμωφ: ''Tο Μυστήριο της Αγάπης'' [2]

Τα χαρίσματα της γυναίκας

Η γυναίκα έχει τον δικό της τρόπο υπάρξεως, τη δική της μορφή ζωής, το χάρισμα να υφαίνει ολόκληρη την ύπαρξή της μέσα από την ιδιαίτερη σχέση της με τον Θεό, με τους άλλους και με τον εαυτό της. Κατά τη διάρκεια της ιστορίας, το κοινωνικό περιβάλλον διαμορφώνει ή παραμορφώνει τους τύπους του θηλυκού. Ωστόσο, η γυναίκα διαφυλάσσει στα βαθύτερα στρώματα της υπάρξεώς της το μυστήριο της φύσεώς της και των χαρισμάτων της, τα οποία ο απόστολος Παύλος χαρακτηρίζει με το σύμβολο του «καλύμματος» (Α΄ Κορ. 11). Αυτό είναι το μυστήριο που η ίδια πρέπει να «αποκαλύψει» και να ερμηνεύσει, ώστε να κατανοήσει το πεπρωμένο της ως νυμφικό, σε στενή σχέση με εκείνο του άνδρα.
Η βιβλική αφήγηση της δημιουργίας της Εύας —η οποία στην πραγματικότητα είναι περισσότερο μια γέννηση, αφού η Εύα χωρίζεται ή προέρχεται από τον Αδάμ— παρουσιάζεται ορθά ως το πρωταρχικό αρχέτυπο της ομοουσιότητας των συμπληρωματικών αρχών. Το αρσενικό και το θηλυκό συγκροτούν την αρχέτυπη ανθρώπινη μονάδα: Αδάμ–Εύα.
Η Πτώση διασπά αυτή την ενότητα σε μια κακή αρρενωπότητα και μια κακή θηλυκότητα: ζεύγη αποτελούμενα από δύο πολωμένα, αντικειμενοποιημένα και χωριστά άτομα, τοποθετημένα το ένα έξω από το άλλο, αν και παραμένουν το ένα δίπλα στο άλλο.
Από αυτό προέρχεται η ίδια η απόσταση ανάμεσα στους δύο πόλους της ανθρώπινης υπάρξεως: είτε είναι αντίθετοι, σημαδεμένοι από διχόνοια και άκαρπη αντιπαράθεση, είτε είναι διαφορετικοί που αποδέχονται ο ένας τον άλλον, συμπληρωματικοί που αγαπούν ο ένας τον άλλον, δηλαδή η ένωση των αντιθέτων.
Η δεύτερη αυτή λύση προϋποθέτει τη χάρη που ανακεφαλαιώνει το αρχικό κύτταρο εν Χριστώ και το τοποθετεί στην καρδιά του γάμου, του «μυστηρίου της αγάπης», σύμφωνα με την εξαίσια διατύπωση του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου.
Η συζυγική κοινότητα αναδύεται ως προφητική εικόνα της Βασιλείας του Θεού: της τελικής ενότητας, της κοινωνίας του Αρσενικού και του Θηλυκού μέσα στην πληρότητά τους εν Θεώ.

Η Μητέρα

«Και ο Αδάμ ονόμασε τη γυναίκα του Εύα, δηλαδή "Ζωή", επειδή ήταν μητέρα όλων των ζώντων.»
Ο βιβλικός όρος Ezer Kenegdo (Γεν. 2:18) σημαίνει «βοηθός στραμμένη προς αυτόν» (τον άνδρα). Σε βαθύτερο επίπεδο, αυτό σημαίνει ότι η γυναίκα βρίσκεται απολύτως συμφιλιωμένη μέσα στα όρια της υπάρξεώς της και την αναπτύσσει σε μια καθαρή, διάφανη συμφωνία. Γεμίζει τον κόσμο με την ίδια την ύπαρξή της, με την ακτινοβόλο παρουσία της.
Ο άνδρας, αντίθετα, υπερβαίνει την ύπαρξή του· περισσότερο στραμμένος προς τα έξω, το χάρισμα της επεκτάσεως τον ωθεί να βλέπει προς τον εξωτερικό κόσμο. Γεμίζει τον κόσμο με τις δημιουργικές του ενέργειες, προβάλλοντας τον εαυτό του ως κύριο και άρχοντα. Δέχεται δίπλα του τη γυναίκα ως βοηθό του. Εκείνη είναι ταυτόχρονα η μνηστή του, η σύζυγός του και η μητέρα του. «Η δόξα του ανδρός», κατά τον απόστολο Παύλο (Α΄ Κορ. 11:7), με τη φωτεινή της καθαρότητα, είναι σαν καθρέφτης που αντανακλά το πρόσωπο του άνδρα, του αποκαλύπτει τον ίδιο του τον εαυτό και έτσι τον καθιστά καλύτερο. Με αυτόν τον τρόπο βοηθεί τον άνδρα να κατανοήσει τον εαυτό του και να συνειδητοποιήσει το νόημα της υπάρξεώς του. Αυτό το επιτυγχάνει ερμηνεύοντας το πεπρωμένο του, διότι μέσω της γυναίκας ο άνδρας γίνεται ευκολότερα αυτό που πραγματικά είναι. Αυτή είναι ολόκληρη η διαλεκτική της πνευματικής μητρότητας.
Τα λόγια του αποστόλου Πέτρου (Α΄ Πέτρ. 3:4) απευθύνονται σε κάθε γυναίκα και ορίζουν με ακρίβεια το ουσιώδες χάρισμά της: να γεννά «τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον» (homo cordis absconditus). Ο άνδρας έχει μεγαλύτερη τάση να ενδιαφέρεται μόνο για τη δική του υπόθεση. Αντίθετα, το μητρικό ένστικτο της γυναίκας, όπως στον γάμο της Κανά (Ιω. 2:1–10), ανακαλύπτει αμέσως τη δίψα του ανθρώπινου πνεύματος και βρίσκει την ευχαριστιακή πηγή για να τη σβήσει.
Η τόσο μυστηριώδης σχέση μητέρας και παιδιού οδηγεί τη γυναίκα —την Εύα, πηγή της ζωής— να αγρυπνεί για κάθε ύπαρξη, να προστατεύει τη ζωή και τον κόσμο. Το ερώτημα αν η γυναίκα θα είναι σύζυγος, μητέρα ή νύμφη του Χριστού (sponsa Christi) είναι δευτερεύον. Το χάρισμα της εσωτερικευμένης και οικουμενικής μητρότητας οδηγεί κάθε γυναίκα προς τον πεινασμένο και τον έχοντα ανάγκη και ορίζει θαυμαστά τη γυναικεία ουσία. Παρθένος ή σύζυγος, κάθε γυναίκα είναι μητέρα εις τον αιώνα. Η δομή της ψυχής της την προδιαθέτει να προστατεύει κάθε τι που συναντά στον δρόμο της, να ανακαλύπτει ακόμη και μέσα στον πιο ισχυρό και ανδροπρεπή άνθρωπο ένα αδύναμο και ανυπεράσπιστο παιδί. Αν ο άνδρας έχει πάντοτε την τάση του ρομαντισμού προς τη γυναίκα, αν παραμένει ένας αθεράπευτος ρομαντικός, η γυναίκα είναι η μόνη που αγαπά τον άνδρα γι' αυτό που είναι και όπως είναι. Η αγάπη της γυναίκας αποτελεί το βαθύτερο αίνιγμα και ο άνδρας δεν θα πάψει ποτέ να εκπλήσσεται από αυτήν. Ο Ελβέτιος ορίζει πολύ εύστοχα την ανδρική αγάπη: «Αγαπώ σημαίνει έχω ανάγκη». Η γυναικεία διατύπωση θα ήταν: «Αγαπώ σημαίνει εκπληρώνω την ανάγκη», την υπερβαίνω και ακόμη την προλαμβάνω.
Εκτός από τις παρεκκλίσεις του «ναρκισσισμού» ή του «συμπλέγματος της Νταιάνας»[1], το μητρικό πνεύμα χρωματίζει όλες τις μορφές της γυναικείας συναισθηματικότητας. Η απάρνηση που πάντοτε επιβάλλει η ζωή παρουσιάζεται ως η μεγάλη κάθαρση κάθε καθαρά βιολογικής επιθυμίας για κατοχή. Από ασυνείδητη μπορεί να ανυψωθεί στο μεγαλείο της πονεμένης μητέρας (mater dolorosa), στην κρίση του Σολομώντος ή ακόμη και στη ρομφαία που διαπερνά την ψυχή της Παρθένου Μαρίας. «Ο Ιησούς, βλέποντας τη μητέρα Του και τον μαθητή που αγαπούσε να στέκεται κοντά της, είπε στη μητέρα Του: "Γυναίκα, ιδού ο υιός σου".» Εδώ βρίσκεται μία θεμελιώδης διακήρυξη για τη γυναίκα· αισθάνεται κανείς ότι υπερβαίνει κάθε βιολογική μητρότητα.
Το αρχέτυπο της Μεγάλης Μητέρας (Magna Mater) καθορίζει όλες τις μορφές του θηλυκού. Βρίσκεται στα βάθη της ψυχής κάθε γυναίκας. Η αιώνια παρθένος, το αιώνιο θήλυ, πηγάζει από το «αιώνιο μητρικό», το μόνο αληθινό, επειδή είναι οικουμενικό και πλήρες Πληρώματος.

 



[1]  Το Σύμπλεγμα της Νταϊάνα περιγράφει μια υποσυνείδητη επιθυμία μιας γυναίκας να είναι ή να συμπεριφέρεται ως άνδρας. Εμπνευσμένο από τη μυθική θεά του κυνηγιού, συναντάται συχνά σε δυναμικές, επαγγελματικά επιτυχημένες γυναίκες που υιοθετούν "αρσενικά" πρότυπα εξουσίας, διατηρώντας ταυτόχρονα μια ανεξάρτητη ή ακόμα και ασκητική στάση απέναντι στις ερωτικές σχέσεις.  

 



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ

ΨΥΧΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΖΩΗ A [9]

 

Α΄ ΚΕΦΑΛΑΙΟ 9

Ἐνοχές: ἕνα πάρα πολύ σοβαρό θέμα

Ἐρώτηση: Οἱ ἐνοχές ἐνεργοῦν ἀνασταλτικά στον καθαρισμό τῆς ψυχῆς ἀπό πάθη καί ἀδυναμίες; Πότε εἶναι παθολογική κατάσταση, καὶ πῶς μπορεῖ νὰ ἀπαλλαγεῖ κάποιος ἀπό τίς ἐνοχές;

Εἶναι πάρα πολύ σοβαρό το θέμα καὶ ἀπό ψυχολογική καί ἀπό πνευματική πλευρά καὶ ἀπὸ τὴν πλευρά τῆς καθημερινῆς πραγματικότητος. Ἀμέσως-ἀμέσως θά ἔλεγα ὅτι ἀπό ψυχολογική πλευρά πάρα πολλοί εἶναι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐνοχές. Καί οἱ ἐνοχές αὐτές, εἴτε δικαιολογοῦνται εἴτε εἶναι ἀδικαιολόγητες, ὑπάρχουν ὡς βιώματα καί ταλαιπωροῦν αὐτές τις ψυχές μια ζωή ὁλόκληρη καί δέν λένε να φύγουν με τίποτε.
Ἐγώ θά πρόσθετα ὅτι ὑπάρχουν καί ἄλλοι οἱ ὁποῖοι δέν ἔχουν αἴσθηση ὅτι ἔχουν ἐνοχές. Ἐν τούτοις, δέν αἰσθάνονται καλά, νιώθουν ὅτι δέν πηγαίνουν καλά· αἰσθάνονται ὅτι κάτι φταίει, δέν ἔχουν μέσα τους ἡσυχία, εἰρήνη καί εἶναι συνεχῶς ἀγχωμένοι. Δέν αἰσθάνονται λοιπόν ὅτι ἔχουν ἐνοχές, καί ὅμως μπορεῖ νὰ ἔχουν ἐνοχές, αἰσθήματα ἐνοχῆς, σε ἀπωθημένη κατάσταση, καί γίνεται «μύλος» ἡ ὑπόθεση. Ἀλλά καί ἀπό τήν καθαρῶς πνευματική πλευρά ἅμα τὸ πάρουμε το θέμα, ἔχουν ἐνοχές οἱ ἄνθρωποι.
Γιὰ νὰ ξαναγυρίσουμε πάλι στην ψυχολογική πλευρά, ὑπάρχουν νέοι, ἀγόρια, κορίτσια, οἱ ὁποῖοι ὅταν ἦταν πολύ μικροί εἶχαν κάποιες ἄσχημες ἐμπειρίες πού δημιούργησαν ἀνάλογες ἐνοχές. Ἡ φύση αὐτῶν τῶν ἐμπειριῶν ἦταν τέτοια, πού ἀναγκάστηκαν τα παιδιά καί ἔζησαν τίς ἐνοχές μόνα τους καί μετά τίς ἀπώθησαν, καί εἶναι πιά σε ἀπωθημένη κατάσταση. Ὁ ἄνθρωπος δέν φταίει οὔτε γι' αὐτές καθ' ἑαυτές τίς ἐνοχές οὔτε γιά τό ὅτι ἀπωθήθηκαν, ὅμως τώρα τίς ἔχει βαθιά μέσα του, καί ἐπηρεάζουν την ὅλη ψυχή του.

Ἂν ἔχεις ἐνοχές, κάτι δέν πηγαίνει καλά

Ἔχω την ταπεινή γνώμη ὅτι, ἐάν με καλή διάθεση καθίσουμε νὰ δοῦμε, ὅσο γίνεται καλύτερα, τή ζωή τοῦ καθενός ἀπό τά παιδικά του χρόνια, καί μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ ἀνακαλύψουμε τίς ὅποιες ἐνοχές ὑπάρχουν, καὶ μὲ καλή διάθεση, ὅπως εἴπαμε, γίνει ἡ ὅποια συνεργασία χρειάζεται να γίνει, θὰ βρεθοῦν πολλά πράγματα, ἀλλά καί θά τακτοποιηθοῦν συγχρόνως αὐτά τά πολλά πράγματα, καί θά γίνει κανείς ἄλλος ἄνθρωπος. Καί θά κλαίει καί θὰ ὀδύρεται, ἄν μποροῦμε νὰ τὸ ποῦμε ἔτσι, πῶς τυραννίστηκε στη ζωή του, ἐνῶ θὰ μποροῦσε νά μήν εἶχε τυραννιστεῖ. Θα κλαίει ὅμως ἐλεύθερος τώρα καί λυτρωμένος.
Ἂν ὅμως δέν λυτρωθεῖ καί δέν ἐλευθερωθεῖ; Διότι δὲν εἶναι εὔκολο να γίνει αὐτή ἡ ἐργασία. Μόνο ὅταν ζοριστεί κανείς, ἀναγκάζεται καὶ πηγαίνει καὶ ζητάει βοήθεια, και καμιά φορά εἶναι λίγο ἀργά. Εἶναι ἀργά, διότι, ζοριζόμενος κανείς, δὲν εἶναι εὔκολο να συνεργασθεῖ ὅπως πρέπει. Βέβαια, ἔρχεται ἕνα κάποιο ἀποτέλεσμα, ἔρχεται μια κάποια βελτίωση, ἀλλά δέν εἶναι πάντοτε αὐτή που θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι.

Λέει ἐδῶ ἡ ἐρώτηση: Οἱ ἐνοχές ἐνεργοῦν ἀνασταλτικά στόν καθαρισμό τῆς ψυχῆς ἀπὸ πάθη καὶ ἀδυναμίες;
Θὰ ἔλεγα εὐθέως ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔχει ἐνοχές ἡ ψυχή. Τελείωσε. Άμα ἔχει ἐνοχές, κάτι δέν πηγαίνει καλά. Πέρα ἀπό τήν τυραννία, ἀπό τήν ὅλη ταλαιπωρία καί ἀπό τό ὅλο ζόρισμα ποὺ θὰ ἔχει, δὲν μπορεῖ νὰ προκόψει ἡ ψυχή, ἅμα ἔχει ἐνοχές. Θα τὸ ἔλεγα λοιπόν εὐθύς ἀμέσως καὶ ἀπερίφραστα, ὅτι δέν πρέπει ἡ ψυχή νὰ ἔχει ἐνοχές· εἴτε πνευματικῆς εἴτε ψυχολογικῆς φύσεως.
Ἕνα μικρό παιδί, πού κυρίως ψυχολογικῷ τῷ τρόπῳ θα ζήσει κάποιες ἐνοχές, ἐπειδή δέν μπορεῖ νὰ τίς ἀντέξει, τίς ἀπωθεῖ. «Τακτοποιεί» δηλαδή τις ψυχολογικῆς φύσεως ἐνοχές μέ τό νὰ τίς ἀπωθήσει. Καί φαίνεται σάν να λυτρώθηκε, ἐνῶ ἀπό μέσα αὐτές δουλεύουν, γι' αὐτό εἶναι ἄχαρη μετά ἡ ζωή τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ. Εἶναι κάποια πράγματα πού τυραννοῦν τὸν ἄνθρωπο, καί νομίζω ὅτι ἀπό μή καλή γνώση τῶν πραγμάτων ὁ ἄνθρωπος ὑποφέρει.
Ὑπάρχουν καί οἱ πνευματικῆς φύσεως ἐνοχές, πού καί αὐτές τις τακτοποιεῖ δυστυχῶς ὁ ἄνθρωπος ἢ μὲ τὸ νὰ τίς ἀπωθεῖ, ὁπότε γίνεται καί ψυχολογικό το πρόβλημα, ἡ κάνει κάτι ἄλλο, ποὺ εἶναι ἀκόμη χειρότερο. Καί μπορεῖ νὰ φαίνεται ὅτι δὲν ὑποφέρει, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος χαλάει πέρα για πέρα. Αὐτὸ τὸ τελευταίο νὰ τὸ ἀναλύσω λιγάκι, για να το καταλάβουμε καλύτερα.

Πῶς μποροῦσαν νὰ ἀντιδράσουν οἱ πρωτόπλαστοι μετά την πτώση

Ὅταν ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὔα ἁμάρτησαν, θα μποροῦσαν νὰ ἀντιδράσουν μὲ ἕναν ἀπό τούς τρεῖς τρόπους ποὺ θὰ πῶ στη συνέχεια. Πρῶτον, να μετανοήσουν ἀμέσως. Αὐτός εἶναι ὄχι ἁπλῶς ὁ καλύτερος τρόπος ἀλλά ὁ σωστός τρόπος. Ἀμέσως να μετανοήσει κανείς. Ἂν δηλαδή καί ὁ Ἀδάμ καί ἡ Εὐα ἔλεγαν μέ ἀληθινή μετάνοια: «Συγχώρησέ μας, Θεέ μου, ἁμαρτήσαμε. Δέν σε ἀκούσαμε· πήγαμε ἀντίθετα μέ τήν ἐντολή σου καί ἀντίθετα μὲ τὴν ἀγάπη σου. Νὰ μᾶς συγχωρήσεις», θα τακτοποιοῦνταν. Αὐτὸς εἶναι ὁ σωστός τρόπος.
Δεύτερον, να νιώσουν ὅλη τὴν ἐνοχή, να νιώσουν όλο τον τρόμο και να δικαιολογηθοῦν. Αὐτό πού ἔκανε ὁ Ἀδάμ: φοβήθηκε, κρύφτηκε μήν τον βρεῖ ὁ Θεός καί ἀρχίζει τίς δικαιολογίες. Ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι ἔχει αἴσθηση τῆς εὐθύνης γιὰ τὴν ἁμαρτία καὶ ζεῖ τὴν ἐνοχή. Αὐτός ὁ τρόπος εἶναι κάπως καλύτερος ἀπὸ τὸν τελευταῖο.
Θὰ μποροῦσε νὰ ἀντιδράσει με τον τρίτο τρόπο, πού εἶναι ὁ χειρότερος. Μοῦ ἔγραψε ἕνα γράμμα κάποια, ποὺ δὲν ξέρω ἄν εἶναι στα καλά της, ή καημένη, καί ἔλεγε μεταξύ τῶν ἄλλων: «Καλά έκαναν οἱ πρωτόπλαστοι καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὸν παράδεισο. Γιατί να κάθονταν στη φυλακή τοῦ παραδείσου» Εἶναι ὁ τρίτος τρόπος, πρὸς τὸν ὁποῖο τείνει ἡ ἀνθρωπότητα τώρα γενικά ὡς ἀνθρωπότητα. Κατά καιρούς ὑπῆρξαν ἄνθρωποι που πῆραν ἀπέναντι στον Θεό μια τέτοια στάση, ἀλλά τότε μέσα στον παράδεισο δέν μποροῦσε ὁ Ἀδάμ να πάρει τέτοια στάση. Πρώτη φορά ὁ ἄνθρωπος ζοῦσε τὴν ἁμαρτία, καὶ ἦταν φυσικό να νιώσει τύψεις. Διάλεξε λοιπόν ὁ Ἀδάμ τόν δεύτερο τρόπο.
Ὁ τρίτος τρόπος εἶναι τὸ νὰ ἔλεγαν οἱ πρωτόπλαστοι: «Καί τί μᾶς ἐνδιαφέρει ὁ Θεός. Τι δουλειά ἔχουμε μὲ τὸν Θεό, Μακριά ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ κοιτάξουμε τη ζωή μας». Αὐτὸ τὸ ὁποῖο κάνει σήμερα ἡ ἀνθρωπότητα, εἴτε μὲ τὸν ἕναν τρόπο εἴτε μὲ τὸν ἄλλο.
Ἡ μιά περίπτωση –κάτι πού ἀρκετά δίνει καὶ παίρνει στις ἡμέρες μας– εἶναι ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέχονται τόν Θεό, ἀλλὰ ὡς ἑξῆς: «Εντάξει· εἶσαι κι ἐσύ. Θέλεις και κάποια πράγματα; Να έρθουμε σε καμιά ἀκολουθία, νά ἀναφέρουμε το ὄνομά σου και μιά φορά; Να το κάνουμε εὐχαρίστως». Ἀπό κεῖ καὶ πέρα ὅμως οἱ ἄνθρωποι δέν λογαριάζουν τον Θεό καὶ ζοῦν ἄνετα τή ζωή τους. Ἡ ὅλη σχέση με τον Θεό εἶναι τέτοια, που σαν να τακτοποιοῦνται καί να σιγουρεύουν τὸν ἑαυτό τους μόνοι τους, χωρίς νὰ ἔχουν ἀναφορά στον Θεό καί χωρίς νὰ ἔχουν τύψεις καὶ ἐνοχές γι' αὐτό. Αὐτό εἶναι πάρα πολύ ἄσχημο, διότι ἀλλοτριώνει πέρα για πέρα τόν ἄν θρωπο, καὶ μετὰ δὲν ὑπάρχει καὶ μετάνοια. Άμα ό ἄνθρωπος περάσει σε τέτοια κατάσταση, δύσκολα νὰ μετανοήσει. Ἐνόσω ἔχει κανείς φόβο, ἀγωνία, τύψεις, ἐνοχές, ἐπειδὴ εἶναι ἀνήσυχος, εἶναι ἐνδεχό μενο νὰ βρεῖ τὴ μετάνοια, εἶναι ἐνδεχόμενο να βρεί τὴν ἀλήθεια, ἐνῶ ὁ ἄλλος σὰν νὰ τὸ γλεντάει το πράγμα καὶ δὲν τὸν νοιάζει ἡ σχέση του με τον Θεά

Τερατοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο ἡ ἀπώθηση τῆς ἠθικῆς συνειδήσεως

Ἡ ἄλλη περίπτωση εἶναι ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα δὲν δίνει καμιά σημασία στον Θεό, ἂν ὑπάρχει, ἂν δὲν ὑπάρχει, καὶ κάνουν οἱ ἄνθρωποι τα δικά τους. Εἶναι πάρα πολλοί ποὺ ἔχουν μια τέτοια στάση ἀπέναντι στον Θεό: «Δεν βαριέσαι». Ούτε τοὺς νοιάζει ἄν κάτι εἶναι ἁμαρτία, ἂν δὲν εἶναι ἁμαρτία, ἂν κάνουν καλά, ἂν δὲν κάνουν καλά. Μιά τέλεια ἰσοπέδωση. «Αὐτό εἶναι ἁμαρτία; Ἀπὸ ποῦ ὡς που; Το ἄλλο εἶναι ἁμαρτία; Ἀπό ποῦ ὡς ποῦ;» Τα πάντα δηλαδὴ εἶναι ἐπιτρεπτά, ἀρκεῖ νὰ τὰ θέλει κανείς, ἀρκεῖ νὰ τὰ ποθεῖ, ἀρκεῖ νὰ τὰ ἀγαπάει. Φεύγει τελείως ἡ ἔννοια τῆς ἁμαρτίας, ἡ ἔννοια ὅτι κανείς προσκρούει στον νόμο τοῦ Θεοῦ, στὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, καὶ συνεπῶς εἶναι ἔνοχος ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ ἑπομένως θα δώσει λόγο στον Θεό. Καί βέβαια οὔτε ἐνοχές ἔχουν τέτοιοι ἄνθρωποι. Ἀλλὰ ὅμως χαλάει ὁ ἄνθρωπος. Σ' αὐτές τις περιπτώσεις δηλαδή γίνεται κάτι που πάλι ἀπώθηση εἶναι, ἀλλὰ ἄλλου εἶδους ἀπώθηση, που κάνει χειρότερα τὰ πράγματα.
Όταν αἰσθάνεται κανείς ότι αμάρτησε, έχει ενοχές, έχει τύψεις, οπότε έχει μια κάποια σωστή σχέση με τον Θεό. Με το νὰ ἔχει ένοχές, με το να αισθάνεται ότι κάτι έκανε ποὺ δὲν εἶναι καλό, με το να αἰσθάνεται ότι προσέκρουσε στο θέλημα του Θεού. κάπως ἡ ἠθική συνείδηση τοῦ ἀνθρώπου περισώζεται, διαφυλάσσεται, δέν καταργείται, δὲν καταστρέφεται. Οἱ ἄλλοι οἱ ὁποῖοι κάνουν με όλη την άνεση τους τὰ ὄργιά τους το τι γίνεται σήμερα δὲν λέγεται!- καθώς δέν αἰσθάνονται ότι άμαρτάνουν, καθώς δέν αἰσθάνονται ὅτι παραβαίνουν τὸν νόμο κανενός, δὲν ἔχουν ἐνοχές οὔτε τύψεις. Ναί, ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος ὅμως εἶναι ἐκ φύσεως όν τὸ ὁποῖο ἔχει ἀναφορὰ στον Θεό. Ἐκ φύσεως θέλει δέν θέλει. Δὲν εἶναι θέμα δικό του. Εἶναι ἔτσι φτιαγμένος. Όταν λοιπόν αὐτὴ τὴν ἀναφορά τη διαγράψει, τη σβήσει, τότε πολύ τερατοποιεῖται ὁ ἄνθρωπος. Σ' αὐτὴ τὴν περίπτωση ἀπωθεῖται ἡ ἠθική συνείδηση καὶ πλέον σὰν νὰ μὴν ἔχει κανείς ἠθική συνείδηση
Ἔχουμε πεῖ ὅτι ἡ ψυχολογία ὁμιλεῖ γιὰ ἀπωθήσεις. Εἶναι ἄβυσσος ἡ ὅλη ὑπόθεση. Έχει ὁ ἄνθρωπος κάποιους πόθους, κάποιες ἐπιθυμίες, κάποιες ἀνάγκες καὶ τὰ ἀπωθεῖ γιὰ διαφόρους λόγους. Καὶ αὐτά, καθώς εἶναι ἀπωθημένα, δημιουργοῦν προβλήματα. Άλλά ή φοβερότερη καί ἡ χειρότερη ἀπώθηση εἶναι αὐτὴ γιὰ τὴν ὁποία τώρα κάνουμε λόγο, δηλαδή ἡ ἀπώθηση τῆς ἠθικῆς συνειδήσεως, ἡ ὁποία ἰσοπεδώνει τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἀποχρωματίζει. Δὲν ὑπάρχει χειρότερη ἀλλοτρίωση ἀπό αὐτὴν. Πρόκειται γιά ἀφανισμό τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.
Όπως δηλαδή το παιδί ἀπωθεῖ στὰ κατάβαθα τῆς ψυχῆς του μιὰ ἐνοχή, ἕνα βίωμα ὀδυνηρό που ἔζησε, καὶ σὰν νὰ μὴν ὑπάρχει αὐτό, ἔτσι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος κάνει τὸ ἄλφα, τὸ βῆτα, μὲ τὸ ὁποῖο προσκρούει στο θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀλλά δέν ἔχει καμιά αἴσθηση ὅτι ἔσφαλε, σβήνει ἀπό μέσα του, ή, για τὴν ἀκρίβεια, ἀπωθεῖ στα κατάβαθα τοῦ ὑποσυνειδήτου τὴν ἠθική συνείδηση πού ἔχει μέσα του. Ἔτσι, κάνει ἀνενόχλητα τίς ἁμαρτίες του, καί δὲν ὑπάρχουν οὔτε ἐνοχές οὔτε τύψεις οὔτε φόβοι οὔτε τίποτε. Σ' αὐτή την περίπτωση εἶναι πολύ ἐπικίνδυνα τα πράγματα.
Το ξαναλέω: ὑπάρχει μια κάποια ἐλπίδα μετανοίας, καί γι' αὐτό εἶναι σε καλύτερη κατάσταση αὐτός που, ἔστω καί κατά ἀρρωστημένο τρόπο, αἰσθάνεται ἐνοχές, τύψεις, αἰσθάνεται ἀνήσυχος, ἔχει ἄγχος. Αὐτός ἔχει κάποια στοιχεῖα καλά μέσα του, ἁπλῶς δέν λειτουργεί σωστά. Ἐνῶ ὁ ἄλλος κάνει τα χειρότερα πράγματα καί δέν ἔχει τὴν παραμικρή τύψη.
Σὲ ὅσους ἀπωθοῦν τὴν ἠθική συνείδηση, μᾶλλον τὴν ὥρα τοῦ θανάτου θὰ βγεῖ ὅλη αὐτή ἡ πραγματικότητα ἀπό μέσα τους, καί ἡ ἴδια ἡ συνείδηση θα καταδικάσει τὸν ἄνθρωπο. Ἀλλὰ θὰ εἶναι ἀργά τότε, γιατί δὲν ὑπάρχει μετάνοια πλέον.

Τί πρέπει να κάνουμε, γιὰ νὰ μὴν ἔχουμε ἐνοχές;

Ἀφήνουμε τώρα ὅμως αὐτούς οἱ ὁποῖοι ἀπωθοῦν τὴν ἠθική συνείδηση καὶ δὲν ἔχουν ἐνοχές. Αὐτοί εἶναι σε πολύ άσχημη κατάσταση. Παίρνουμε ὅλους τοὺς ἄλλους ποὺ ἔχουν ψυχολογικής φύσεως ἀπωθήσεις και ενοχές. Όπως είδαμε, ὅταν τα μικρά παιδιά ἔχουν κάποιες μή καλές εμπειρίες που δεν μποροῦν νὰ τίς ἀντέξουν, τις ἀπωθοῦν, καὶ αὐτὲς δουλεύουν ἀπὸ κεῖ, ἀπὸ τὴν ἀπωθημένη κατάσταση, καὶ δημιουργούνται μέσα τους ἐνοχές. Όταν αὐτοί οἱ νέοι φθάνουν σε μια κάποια ἡλικία, τριάντα, τριάντα πέντε, σαράντα ἐτῶν, βγαίνουν τα βιώματα αὐτὰ ἐνῶ ἦταν σε ἀπωθημένη κατάσταση, για διαφόρους λόγους, τώρα ἔρχονται στο συνειδητό και ἀρρωσταίνουν οἱ ἄνθρωποι ψυχολογικά, καὶ ξαφνικά γίνεται κανείς ψυχοπαθής.
Ἀπ᾿ ὅλα αὐτά βγαίνει τὸ ἑξῆς. Καλό εἶναι νὰ μὴν ἔχει κανείς ἐνοχές. Διότι ἄν ἔχει ἐνοχές, δηλαδή ἀτακτοποίητες καταστάσεις, αὐτὲς δὲν τὸν ἀφήνουν νὰ εἶναι ἤσυχος, ἤρεμος, νὰ ἔχει χαρά, εὐτυχία, ίσορροπία, νὰ εἶναι ἐλεύθερος ἀπό ἄγχη καὶ τέτοια. Καλό εἶναι λοιπόν νὰ μὴν ἔχει κανείς ἐνοχές, καὶ γιὰ νὰ αἰσθάνεται ὡραῖα καὶ γιὰ νὰ προκόπτει πνευματικά.
Τι πρέπει να γίνει; Νομίζω ὅτι κατ' ἀρχήν χρειάζεται αὐτό πού εἶπα πιό μπροστά, στὴν ἀρχὴ ἀρχή ὁ καθένας να φροντίσει νὰ βρεῖ κάποιον ἄνθρωπο ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν βοηθήσει. Χρειάζεται ὅμως να ἔχεις καλή διάθεση, προσέξτε το αὐτό, διότι ἀλλιῶς δὲν βγαίνει ἄκρη. Ἀλλὰ ἂν πᾶς κάπου να σε βοηθήσουν, νὰ πᾶς μὲ ἀνοιχτά μάτια. Νὰ μὴν πᾶς ὅπου νὰ 'ναι. Νὰ εἶσαι βέβαιος και πεπεισμένος ὅτι ξέρουν καὶ ὅτι μποροῦν νὰ σε βοηθήσουν. Ἀπό κεῖ καὶ πέρα να δείξεις καλή διάθεση. Ἄν θέλεις νὰ ἐπιβάλεις κάποια δικά σου πράγματα, δέν θά βρεθεῖ ἄκρη.
Στη συνέχεια χρειάζεται να καθίσει κανείς κάτω, καί να μελετηθοῦν τὰ τῆς ψυχῆς του. Να γίνει μιά ἔρευνα. Βέβαια, ἀρκετές φορές δέν χρειάζεται τίποτε· ἀρκεῖ νὰ ἀκούσει κανείς τί θὰ τοῦ ποῦν. Καμιά φορά αὐτό πού χρειάζεται εἶναι νὰ ἀδιαφορεῖ κανείς γιά κάποιες καταστάσεις πού ἔχει, καί ἀφοῦ ἀδιαφορεῖ, φεύγουν αὐτές. Διότι οἱ καταστάσεις μένουν, κυρίως ἐπειδή τίς κρατᾶμε. Δέν μένουν γιατί θέλουν να μένουν, ἀλλά κυρίως διότι τίς κρατάει κανείς. Δέν το καταλαβαίνει, ἀλλά τίς κρατάει μόνος του. Ὅμως γιά νά τίς ἀφήσει, πρέπει να βοηθηθεῖ. Ἢ λοιπόν να γίνει ἔρευνα νὰ βρεθοῦν αὐτές οἱ καταστάσεις, ἤ τουλάχιστον νά ἀδιαφορήσει κανείς. Καί λυτρώνεται ἀπό τίς ψυχολογικῆς φύσεως ἐνοχές, εἴτε δικαιολογοῦνται αὐτές εἴτε δέν δικαιολογοῦνται. Καί δικαιολογοῦνται, ἄν ὄντως κάτι ἔγινε κάποια φορά, καί εἶναι φυσικό νά ἔχει κανείς ἐνοχή. Δέν δικαιολογοῦνται, ὅταν ἔχει κανείς ψευτοενοχές. Ὑπάρχουν καί τέτοιες· ἀδικαιολόγητες βέβαια, ἀλλά ὑπάρχουν. Πάντως καί στή μιά περίπτωση καί στήν ἄλλη, μπορεῖ νά τακτοποιηθεῖ κανείς.
Στήν πνευματική σφαίρα ὁ μόνος τρόπος να τακτοποιηθοῦν οἱ ἐνοχές εἶναι νὰ μετανοήσει κανείς. Εἶναι πολύ ὡραῖο αὐτό. Ὅ,τι κι ἄν ἔχεις κάνει, μόλις μετανοήσεις, δέν ἔχεις ἐνοχή. Ἐμπιστεύεσαι τόν ἑαυτό σου στον Χριστό.
Ὑπάρχουν περιπτώσεις -δέν τὸ ἀγνοῶ- πού ἐνῶ θέλει πάρα πολύ κανείς καί προσπαθεῖ, τελικά ὅμως δέν λυτρώνεται ἀπό τίς ἐνοχές. Σ' αυτές τις περιπτώσεις δέν εἶναι σωστή ή μετάνοια. Ἄλλά γιατί δὲν εἶναι σωστή ἡ μετάνοια; Διότι βαθύτερα οἱ ένοχές οἱ πνευματικές μπορεῖ νὰ στηρίζονται πάνω σε ἐνοχές ψυχολογικῆς φύσεως καὶ σὲ ἀρρωστημένες καταστάσεις. Ἔχουμε πεῖ τόσες φορές ὅτι κάτι αρρωστημένο, ἅμα δέν τὸ δοῦμε ἔτσι καὶ δὲν τὸ ἀντιμετωπίσουμε ἔτσι καί ἁπλῶς πνευματικά θέλουμε νὰ τὸ δοῦμε καί νά τό ἀντιμετωπίσουμε, μένει ἐκεῖ καί δέν ξεκολλάει με τίποτε.
Δηλαδή, σε ἕναν πού ἔχει αἴσθημα κατωτερότητος -αὐτοί πού ἔχουν αἰσθήματα κατωτερότητος ἔχουν καί πολλές ἐνοχές, ψευτοενοχές- δημιουργούνται ἐνοχές πού συγκεντρώνονται, ἐδράζονται καί φωλιάζουν στήν ἀρρωστημένη αὐτή κατάσταση. Ὁπότε, σ᾽ αὐτή τήν περίπτωση χρειάζεται σιγά-σιγά, καί παράλληλα μέ τήν πνευματική προσπάθεια, νά γίνεται καί ἡ ἐξιχνίαση τῶν πραγμάτων ἀπό ψυχολογική πλευρά, γιά νά τά ξεπεράσει ὁ ἄνθρωπος. Ἐκτός ἄν ἔχει κανείς πολλή, φοβερή πίστη, πού τα ἀνατινάζει ὅλα τὰ ἄλλα στόν ἀέρα. Ποῦ ὅμως νά τή βροῦμε τέτοια πίστη; Δέν ἔχουν οἱ σημερινοί ἄνθρωποι τέτοια πίστη. Εἶναι δύσκολο να ἔχουν. Ἔχουμε μάθει ἀλλιῶς.
Ἔχουμε πεῖ κάποια φορά γιά τό αἴσθημα κατωτερότητος ὅτι εἶναι ἕνα ἁπλό πράγμα, ἅμα το καταλάβει κανείς. «Ἄ, ἔτσι εἶναι;» θά πεῖ κανείς, ὅταν το καταλάβει, καί λυτρώνεται. Καί ἅμα λυτρωθεῖς ἀπὸ τὸ αἴσθημα κατωτερότητος, φεύγουν αὐτὰ ὅλα, δηλαδή οἱ ἐνοχές, σὰν ἀνύπαρκτα. Ἔτσι, τακτοποιείσαι καὶ πνευματικά καί προχωρεῖς. Ἀλλά πρέπει να βοηθηθεῖ κανείς· δὲν γίνεται ἀλλιῶς. Ὅσο κι ἂν τὰ λέμε ἐδῶ τώρα, ὅσο κι ἂν τὰ καταλαβαίνετε, πρέπει να βοηθηθεί κανείς συγκεκριμένα καί προσωπικά. Διότι εἶναι σὰν νὰ ἔχει μεσάνυχτα κανείς ὡς πρὸς τὰ τοῦ ἑαυτοῦ του πάνω στα θέματα αὐτά Ἀλλιῶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἔχει στο μέτωπο ἕνα φακό, καί ὅπου πηγαίνει βλέπει, καὶ ἀλλιῶς εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος περπατάει στο σκοτάδι.








ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΟΜΙΛΙΕΣ π. ΣΥΜΕΩΝ ΚΡΑΓΙΟΠΟΥΛΟΥ

...πάντα συνεργεῖ εἰς ἀγαθόν
Τὸ αἴσθημα κατωτερότητος καὶ ἄλλες ἀρρωστημένες καταστάσεις
μέσα στο μυστήριο τῆς σωτηρίας
Πανόραμα Θεσσαλονίκης, Ε΄ έκδοση





ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ