Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (2ο μέρος)

 

4ος αιώνας[1]

Ο πρώτος εκκλησιαστικός ιστορικός, ο Ευσέβιος Καισαρείας, δίνει μια εξαιρετικά δυσμενή εικόνα για την εκκλησιαστική ζωή κατά την περίοδο ανάμεσα στους διωγμούς στο τέλος του 3ου αιώνα:

«Και να, αυτή η πλήρης ελευθερία άλλαξε τη ροή των υποθέσεών μας· όλα άρχισαν να γίνονται όπως τύχαινε, χωρίς τάξη· αρχίσαμε να φθονούμε ο ένας τον άλλον, να περιλούζουμε ο ένας τον άλλον με προσβολές, και σχεδόν να φτάνουμε, με την πρώτη ευκαιρία, να πιανόμαστε στα όπλα· οι προεστώτες των Εκκλησιών να λογομαχούν μεταξύ τους, οι λαϊκοί να επαναστατούν εναντίον λαϊκών· η ανείπωτη υποκρισία και προσποίηση έφτασαν στο έσχατο όριο της αισχρότητας. Η κρίση του Θεού, κατά τη συνήθειά της, μας λυπόταν… Σαν να είχαμε στερηθεί κάθε λογική, δεν φροντίζαμε πώς να εξευμενίσουμε τον Θεό· σαν άθεοι, νομίζοντας πως τα έργα μας δεν αποτελούν αντικείμενο της φροντίδας Του, πράτταμε κακό πάνω σε κακό· και οι υποτιθέμενοι ποιμένες μας, απορρίπτοντας την εντολή της ευσεβείας, με όλο το πάθος και την μανία τους μπλέκονταν σε έριδες μεταξύ τους, αυξάνοντας μόνο ένα πράγμα: τον φθόνο, την αμοιβαία έχθρα και το μίσος, τις διχόνοιες και τις απειλές· και επιζητούσαν την εξουσία με την ίδια απληστία με την οποία οι τύραννοι επιδιώκουν την τυραννίδα. Τότε, ναι, τότε εκπληρώθηκε ο λόγος του Ιερεμία: “Σκότισε ο Κύριος εν τη οργή αυτού τη θυγατέρα Σιών, έρριψε εκ του ουρανού εις την γην την δόξαν Ισραήλ και κατέστρεψε πάντα τα περιφράγματά της” (πρβλ. Θρήν. 2, 1–2)… Όλα αυτά πράγματι εκπληρώθηκαν στις ημέρες μας. Με τα μάτια μας είδαμε πώς οι οίκοι προσευχής κατέρρεαν από τα θεμέλια ως την κορυφή, και τα θεία άγια βιβλία στη μέση της πλατείας παραδίδονταν στη φωτιά· πώς οι ποιμένες της Εκκλησίας κρύβονταν ντροπιασμένοι εδώ κι εκεί, πώς τους άρπαζαν βάναυσα και πώς τους περιγελούσαν οι εχθροί… Τότε, ακριβώς τότε, πολλοί προεστώτες των Εκκλησιών υπέμειναν με ανδρεία σκληρά μαρτύρια· πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για τα κατορθώματά τους. Χιλιάδες άλλοι, μη έχοντας συνείδηση από τη δειλία τους, με την πρώτη επίθεση έχαναν κάθε δύναμη».

Η Εκκλησία γίνεται πλέον κυρίαρχη. Αλλά σημαίνει αυτό ότι γίνεται και πιο ευλογημένη ή πιο πνευματική; Όχι· το επίπεδο του κλήρου πέφτει ακόμη περισσότερο· η Εκκλησία δεν κινδυνεύει πια από έξω. Πρέπει να ανοίγονται πολλοί νέοι ναοί, χρειάζεται τεράστιος αριθμός νέων ιερέων. Το αποτέλεσμα; πολλοί γίνονται ποιμένες χωρίς να έχουν κλήση από τον Θεό.

«Δεν επαινώ την αταξία και την ακαταστασία που επικρατεί μεταξύ μας. Τώρα υπάρχει ο κίνδυνος μήπως ο άγιος βαθμός γίνει ο πιο περιγελασμένος, γιατί τα πρωτεία αποκτώνται όχι με την αρετή, αλλά με μηχανορραφίες... Δεν υπάρχει ιατρός που να μην μελετήσει πρώτα τη φύση των ασθενειών· ο προεστώς όμως της Εκκλησίας εύκολα βρίσκεται· χωρίς να έχει κοπιάσει, χωρίς να έχει προετοιμαστεί για τον βαθμό, μόλις τον σπείρεις, αμέσως φυτρώνει, όπως οι γίγαντες στους μύθους. Σε μία ημέρα κάνουμε αγίους και προστάζουμε να είναι σοφοί εκείνοι που τίποτε δεν έμαθαν και δεν έχουν μέσα τους τίποτε άλλο παρά τη θέλησή τους, όταν ανεβαίνουν στον βαθμό... Νομίζει πως, επειδή απέκτησε εξουσία, έγινε σοφότερος, τόσο λίγο γνωρίζει τον εαυτό του, τόσο πολύ η εξουσία τον στέρησε από τη δύναμη της κρίσεως!»

Ένας από τους λόγους, για τους οποίους ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, ύστερα από μακρές υπεκφυγές, τελικά αποδέχθηκε το ιερατικό αξίωμα, ήταν η ντροπή του για εκείνους που «χωρίς να είναι καλύτεροι από τους άλλους (αν δεν είναι και χειρότεροι), με χέρια – όπως λέει ο λόγος – ακαθάρτα και ψυχές ρυπαρές αναλαμβάνουν το πιο άγιο έργο και, πριν ακόμη γίνουν άξιοι να πλησιάσουν στο ιερατείο, εισβάλλουν στο ιερό, συνωστίζονται και σπρώχνονται γύρω από την Αγία Τράπεζα, θεωρώντας τον βαθμό αυτό όχι ως εικόνα αρετής, αλλά ως μέσο βιοπορισμού· όχι ως διακόνημα υπόλογο ενώπιον του Θεού, αλλά ως εξουσία που δεν δίνει λόγο. Και αυτοί οι άνθρωποι, φτωχοί σε ευσέβεια και αξιολύπητοι μέσα στη λάμψη τους, είναι σχεδόν πολυπληθέστεροι από εκείνους πάνω στους οποίους ηγούνται».

«Κανείς ας μην μένει μακριά (από το ιερατικό αξίωμα): είτε είναι γεωργός, είτε ξυλουργός, είτε βυρσοδέψης, είτε κυνηγός, είτε σιδηρουργός· κανείς δεν αναζητεί άλλον οδηγό, δηλαδή ποιμένα επάνω του· καλύτερα να άρχεις, δηλαδή να ιερατεύεις, παρά να υποτάσσεσαι σε εκείνον που άρχει. Ρίξε από τα χέρια σου εσύ τη μεγάλη σφύρα, εσύ το ηνίο του αρότρου, εσύ τα φυσερά, εσύ τα ξύλα, εσύ τις λαβίδες και όλοι ελάτε εδώ, όλοι συνωστισθείτε γύρω από τη θεία τράπεζα».

«Μερικοί έρχονται (στην ιερατική διακονία) κατευθείαν από το τραπέζι όπου αντάλλασσαν χρήματα, άλλοι, μαυρισμένοι από τον ήλιο, από το αλέτρι· άλλοι από τη σκαπάνη, άλλοι άφησαν το πηδάλιο του πλοίου και το στράτευμα, ακόμη μυρίζουν θαλασσινό νερό ή είναι γεμάτοι ουλές· άλλοι δεν έχουν καθαρίσει το δέρμα τους από τη μαυρίλα των καπνοδόχων· εσύ χθες ήσουν ακόμη στο θέατρο ανάμεσα στους κωμωδούς (και για όσα έκανες μετά το θέατρο είναι ντροπή να μιλήσω), και τώρα παίζεις εσύ μια καινούρια κωμωδία· μέχρι χθες ήσουν λάτρης των αλόγων και σήκωνες σκόνη ως τον ουρανό, χωρίς να έχεις άλλες προσευχές και ευσεβείς σκέψεις, και τώρα δείχνεις ταπεινός και ντροπαλός, αν και ίσως κρυφά επιστρέφεις στα παλιά σου ήθη· χθες, ως δικηγόρος, πουλούσες το δίκαιο και ερμήνευες τους νόμους πότε έτσι, πότε αλλιώς, και τώρα έγινες κριτής, δεύτερος προφήτης Δανιήλ· χθες καθόσουν στο δικαστήριο με γυμνό ξίφος και το βήμα σου το μετέτρεπες σε λησταρχείο νομιμοφανές, χθες δικαιολογούσες νομικά τη ληστεία και τη βία, και τώρα πόσο πράος και ταπεινός φαίνεσαι! Δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι κάποιος μπορεί τόσο εύκολα να αλλάξει ένδυμα, όπως εσύ άλλαξες τρόπο ζωής».

«Δεν παρασύρθηκα από τον επισκοπικό ζήλο· δεν οπλίζομαι μαζί σας για να πολεμήσω, όπως πολεμούν τα σκυλιά μεταξύ τους για το κομμάτι που τους πέταξαν».

«Μη φοβείσθε ούτε το λιοντάρι ούτε τον ευγενή πάνθηρα· ακόμη και το φοβερό φίδι μπορεί να τραπεί σε φυγή. Ένα μόνο είναι φοβερό, πιστέψτε με· οι κακοί επίσκοποι! Μη τρέμετε τα ύψη του αξιώματος· διότι πολλοί φέρουν το αξίωμα, αλλά δεν έχουν όλοι τη χάρη».

Ως αποτέλεσμα, γράφει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος:

«Με ρωτάς πώς έχουν τα πράγματά μας; Εξαιρετικά πικρά... Οι Εκκλησίες είναι χωρίς ποιμένες· το καλό χάνεται, το κακό προβάλλει· πρέπει να πλέουμε μέσα στη νύχτα και πουθενά δεν λάμπουν φώτα· ο Χριστός κοιμάται».

«Όλοι μας θεωρούμε τους εαυτούς μας ευσεβείς μόνο και μόνο επειδή κατακρίνουμε την ασέβεια των άλλων... Δεν ανοίξαμε για όλους τις πύλες της δικαιοσύνης, αλλά τις πόρτες της κακολογίας και της αναίδειας ο ένας εναντίον του άλλου. Δεν θεωρείται πλέον τελειότερος εκείνος που, από φόβο Θεού, δεν λέει μάταιο λόγο, αλλά εκείνος που κακολογεί τον πλησίον του όσο μπορεί περισσότερο, είτε φανερά είτε με υπαινιγμούς, έχοντας τη νόσο κάτω από τη γλώσσα του. Κυνηγούμε τις αμαρτίες των άλλων, όχι για να τις θρηνήσουμε, αλλά για να τις σχολιάσουμε· όχι για να τις θεραπεύσουμε, αλλά για να τις πληγώσουμε, και τις πληγές του πλησίον τις χρησιμοποιούμε ως δικαιολογία για τα δικά μας ελαττώματα.
Σ’ εμάς το κριτήριο του καλού και του κακού δεν είναι η ζωή, αλλά η φιλία ή η διαφωνία μαζί μας... Όπως σε μια νυχτερινή μάχη, χωρίς να διακρίνουμε τους εχθρούς από τους δικούς μας, επιτιθέμεθα ο ένας στον άλλο και αλληλοεξοντωνόμαστε. Και δεν είναι μόνο ο λαϊκός έτσι, ενώ ο ιερέας διαφορετικά· αντίθετα, μου φαίνεται ότι τώρα πραγματοποιείται φανερά η παλαιά κατάρα: “Ὡς ὁ λαός, οὕτως καὶ ὁ ἱερεύς”.
Δεν κατακρίνω εκείνον που πάσχει αυτά εξαιτίας της υπεράσπισής του για την πίστη, για τις ύψιστες και πρωταρχικές αλήθειες· αλλά σήμερα υπάρχουν άνθρωποι που, με έσχατη αμάθεια και αυθάδεια, μάχονται υπέρ μικροπραγμάτων και παντελώς αχρήστων... Ως εδώ μας έφεραν οι εσωτερικές διαμάχες· ως εδώ μας οδήγησαν εκείνοι που υπερβολικά αγωνίζονται για τον Αγαθό και Πράο, εκείνοι που “αγαπούν τον Θεό περισσότερο απ’ όσο πρέπει”... Μήπως λοιπόν εκείνος που αγωνίζεται για τον Χριστό, αλλά όχι σύμφωνα με τον Χριστό, μπορεί να ευαρεστήσει Εκείνον, πολεμώντας για Αυτόν με αθέμιτο τρόπο;... Δεν φοβάμαι τον εξωτερικό πόλεμο· αλλά για τον πόλεμο που με περιμένει, δεν ξέρω τι να κάνω, ποια βοήθεια να ζητήσω, ποιον λόγο σοφίας ή ποιο χάρισμα της χάριτος να επικαλεστώ».

«Το λιοντάρι, η έχιδνα, είναι πιο μεγαλόψυχα και πράα σε σύγκριση με τους κακούς επισκόπους, που είναι γεμάτοι υπερηφάνεια και δεν έχουν ούτε σπινθήρα αγάπης. Κοίταξε και μέσα από το ένδυμα προβάτου θα δεις τον λύκο· κι αν δεν είναι λύκος, ας με πείσει γι’ αυτό όχι με λόγια, αλλά με έργα· γιατί δεν εκτιμώ τη διδασκαλία που είναι αντίθετη προς τη ζωή. Οι ποιμένες απέναντι στους αδύνατους είναι σαν λιοντάρια, ενώ απέναντι στους δυνατούς σαν σκυλιά, που παντού χώνουν τη μύτη τους και σέρνονται πιο συχνά στις πόρτες των ισχυρών παρά στις πόρτες των σοφών. Ο ένας καυχιέται για την ευγένειά του, ο άλλος για τη ρητορική του, ο τρίτος για τον πλούτο του, ο τέταρτος για τις γνωριμίες του· κι εκείνοι που δεν έχουν τίποτα απ’ αυτά να προβάλλουν, καυχιούνται για τα ίδια τους τα ελαττώματα.»

«Η αφορμή των φιλονικιών μας είναι η Αγία Τριάδα, αλλά η αληθινή αιτία είναι η απίστευτη έχθρα.»

«Προφανώς, η παρούσα ζωή μας, έχει μείνει εντελώς χωρίς τη θεία πρόνοια, η οποία φύλαγε τις Εκκλησίες σε όλους τους προγενέστερους χρόνους.»

«Το τάγμα μας, έχει ξεχάσει τον ίδιο του τον χαρακτήρα· εμείς, που ανεβήκαμε όχι για καλό στους υψηλούς θρόνους, εμείς, οι πρόεδροι του λαού, οι διδάσκαλοι του ωραίου... Και εκείνο το κιγκλίδωμα (εννοεί το θυσιαστήριο χώρισμα, πρότυπο του σημερινού εικονοστασίου) μας χωρίζει όχι ως προς τον τρόπο ζωής, αλλά ως προς την υπεροψία.»

«Άλλα πάθη άλλοτε ενισχύονταν, άλλοτε υποχωρούσαν· αλλά ποτέ, ούτε τώρα ούτε παλαιότερα, δεν υπήρξε τόση πληθώρα αισχρών έργων και αμαρτιών μεταξύ των χριστιανών, όση υπάρχει σήμερα.»

«Οι Εκκλησίες βρίσκονται σχεδόν στην ίδια κατάσταση με το σώμα μου: δεν φαίνεται καμία καλή ελπίδα· όλα τα πράγματα πάνε συνεχώς προς το χειρότερο.»

«Οι επίσκοποι που είναι σε κοινωνία μαζί μου, είτε από ραθυμία είτε από καχυποψία ή από ανειλικρινή διάθεση, δεν θέλουν να με βοηθήσουν· δεν με στηρίζουν ούτε στα πιο αναγκαία.»

«Όταν κάποτε βρέθηκα σε πνευματική σύναξη, συνάντησα μόλις έναν αδελφό που, όπως φαινόταν, φοβόταν τον Κύριο· αλλά ήταν δαιμονιζόμενος. Πολλά βέβαια άκουσα τότε λόγια ψυχωφελή· ωστόσο, σε κανέναν από τους διδασκάλους δεν βρήκα αρετή ανάλογη με τα λόγια του.»

«Πολύ με λυπεί το γεγονός ότι οι πατερικοί κανόνες δεν ισχύουν πια στις Εκκλησίες».

«Η αγάπη έχει ψυχρανθεί, η διδασκαλία των Πατέρων καταστρέφεται, συχνές είναι οι καταρρεύσεις στην πίστη, τα στόματα των ευσεβών σιωπούν... Και παρότι οι θλίψεις είναι βαρύτατες, πουθενά δεν υπάρχει μαρτύριο, επειδή οι διώκτες φέρουν το ίδιο όνομα με εμάς».

«Όταν στρέφουμε την προσοχή μας στα έργα, περιπίπτουμε σε πλήρη απόγνωση για τον εαυτό μας. Ολόκληρη η Εκκλησία έχει εξασθενήσει».

«Από τους κατοίκους αυτού του τόπου, καμία άλλη μορφή ζωής δεν θεωρείται πλέον τόσο ύποπτη για κακία όσο ο βίος της ασκητικής αφιέρωσης».

«Όσους δίδαξα, επέστρεψαν στην παλιά τους συνήθεια ζωής».

«Ο Κύριος εγκαταλείπει ορατά εμάς, στους οποίους, εξαιτίας της πληθώρας της ανομίας, έχει στερέψει η αγάπη».

«Τότε, στους παλαιούς καιρούς, εμείς οι χριστιανοί διατηρούσαμε μεταξύ μας την ειρήνη, εκείνη την ειρήνη που μας άφησε ο Κύριος· τώρα όμως δεν υπάρχει ούτε ίχνος της, τόσο σκληρά την διώξαμε ο ένας από τον άλλον!»

«Δεν μπορώ να μην αναστενάξω από τον πόνο! Κάποτε η αγάπη ήταν το κτήμα μας, αυτή ήταν η πατρική μας κληρονομιά, την οποία ο Κύριος, μέσω των μαθητών Του, έκανε δικό μας θησαυρό. Αυτή την κληρονομιά οι επόμενοι διάδοχοι την παρέδιδαν ο ένας στον άλλον, τη διαφύλατταν έως και τους πατέρες μας· μόνο η διεφθαρμένη αυτή γενιά δεν την διατήρησε. Πώς αυτός ο θησαυρός της ζωής μας ξέφυγε και χάθηκε από τα χέρια μας; Φτωχύναμε σε αγάπη, και άλλοι καυχώνται για τα δικά μας αγαθά… Αυτοί (οι αιρετικοί) είναι ενωμένοι μεταξύ τους, ενώ εμείς απομακρυνόμαστε ο ένας από τον άλλον. Αυτοί αλληλοπροστατεύονται, κι εμείς καταστρέφουμε τα δικά μας τείχη… Οι καρδιές των αδελφών σκληρύνθηκαν και παραμένουν αμετανόητες· επικαλούνται τους κοινούς Πατέρες, αλλά δεν δέχονται την κληρονομιά που εκείνοι άφησαν· διεκδικούν την κοινή ευγένεια, αλλά αποξενώνονται από τη συγγένειά μας. Πολεμούν τους εχθρούς μας, αλλά είναι εχθρικοί και προς εμάς».

«Αν υπήρχε μεγάλη χάρη μέσα στα τείχη της Ιερουσαλήμ, η αμαρτία δεν θα είχε κατοικήσει στους κατοίκους της. Μα τώρα δεν υπάρχει είδος ακαθαρσίας στο οποίο να μην τολμούν· υπάρχει πανουργία, μοιχεία, κλοπή, ειδωλολατρία, δηλητηρίαση, φθόνος και φόνος· ιδίως το τελευταίο κακό είναι τόσο συνηθισμένο εκεί, ώστε πουθενά αλλού δεν υπάρχει τέτοια προθυμία για φόνο· οι ομοεθνείς ζητούν το αίμα ο ένας του άλλου σαν θηρία, για την αχρειότερη κερδοσκοπία».

«Πόσα ναυάγια έχουν ήδη συμβεί μέσα στην Εκκλησία εξαιτίας της απειρίας των κυβερνητών της! Ποιος θα μετρήσει τις συμφορές που είδαμε με τα μάτια μας, οι οποίες δεν θα είχαν συμβεί αν οι προεστώτες της Εκκλησίας είχαν έστω λίγη διοικητική σύνεση;»

«Η ευσέβεια εξέλιπε από τον κόσμο, η αλήθεια απομακρύνθηκε από εμάς· άλλοτε τουλάχιστον το όνομα της ειρήνης ήταν στα χείλη όλων μας, τώρα όμως δεν έχουμε ούτε ειρήνη ούτε καν το όνομά της».

«Μέσα στην Εκκλησία εγκαταστάθηκε μια θανατηφόρα ραθυμία».

«Πονά η καρδιά μου, πάσχει η ψυχή μου! Πού να βρω δάκρυα και στεναγμούς για να θρηνήσω την έλλειψη αγιότητας ανάμεσά μας; Πού είναι οι πατέρες μας; Πού οι άγιοι; Πού οι αγρυπνούντες; Πού οι νηφάλιοι; Πού οι ταπεινοί; Πού οι πράοι; Πού οι ησυχαστές; Πού οι εγκρατείς; Πού οι φοβούμενοι τον Θεό; Πού οι συντετριμμένοι την καρδία, που θα στέκονταν ενώπιον του Κυρίου σαν Άγγελοι και θα πότιζαν τη γη με τα δάκρυα της κατανύξεως; Πού οι ακτήμονες, που δεν θα αποκτούσαν τίποτα φθαρτό στη γη, αλλά θα ακολουθούσαν αδιάκοπα τον Χριστό στον στενό δρόμο, με τον σταυρό στο στήθος, έτοιμοι για κάθε σταυρό της ζωής; Δεν υπάρχουν πια ανάμεσά μας οι αρετές τους, δεν υπάρχει η άσκησή τους. Η εγκράτειά τους μας είναι βαριά, για την προσευχή είμαστε νωθροί, δεν θέλουμε ησυχία, ενώ στην πολυλογία είμαστε πρόθυμοι· για το καλό δεν έχουμε διάθεση, για το κακό είμαστε πάντοτε έτοιμοι, ιδού, σε τι καιρούς ζούμε».

«Οι χριστιανοί καταστρέφουν όσα ανήκουν στον Χριστό περισσότερο κι από τους εχθρούς Του».

«Κατ’ όνομα είμαστε αδελφοί, μα στις πράξεις εχθροί· λεγόμαστε μέλη ενός σώματος, μα είμαστε αλλότριοι ο ένας του άλλου σαν θηρία».

«Αλήθεια, όλοι έπεσαν και δεν θέλουν να σηκωθούν· και πρέπει να διδάσκουμε όχι να μη πέφτουν, αλλά οι πεσμένοι να προσπαθούν να σηκωθούν. Ας αναστηθούμε λοιπόν, αγαπητοί! Ως πότε θα μένουμε πεσμένοι; Έτσι όλοι έγιναν κουφοί απέναντι στη διδασκαλία της αρετής και γι’ αυτό γέμισαν από πλήθος κακιών! Αν μπορούσε κανείς να απογυμνώσει τις ψυχές, όπως μετά από μάχη βλέπει κανείς νεκρούς και τραυματίες, τέτοιο θέαμα θα βλέπαμε και μέσα στην Εκκλησία».

«Οι άγγελοι που μας προσέχουν είναι όλοι βυθισμένοι στη λύπη· κανείς δεν μετανοεί, όλα χάνονται άδικα, και εμείς φαινόμαστε ενώπιόν σας σαν γελωτοποιοί… Ο καθένας φροντίζει πώς να αυξήσει τα χρήματά του, και κανείς δεν φροντίζει πώς να σώσει την ψυχή του. Ένας φόβος κυριεύει τους πάντες: μήπως γίνουμε φτωχοί».

«Η καταστρεπτική φωτιά του φθόνου περιζώνει τους ιερείς. Όπως ο τύραννος φοβάται τους σωματοφύλακές του, έτσι και ο ιερέας φοβάται τους οικείους και τους συλλειτουργούς του περισσότερο απ’ όλους, γιατί κανείς δεν επιθυμεί τόσο τη θέση του και δεν γνωρίζει τόσο καλά τις πράξεις του όσο αυτοί».

«Πού είναι ο Μαρκίων, πού ο Ουαλεντίνος, πού ο Μάνης, πού ο Βασιλείδης, πού ο Νέρων, πού ο Ιουλιανός, πού ο Άρειος; Πού είναι όλοι αυτοί που πολέμησαν την αλήθεια, για τους οποίους η Εκκλησία φώναζε: “Περικύκλωσάν με πολλοί κύνες”; Διασκορπίστηκαν, γιατί τότε βρήκαν αντιπάλους τους προεστώτες των Εκκλησιών· εκείνοι οι προεστώτες ήταν αληθινοί ποιμένες! Μα βλέπω μεγάλη διαφορά ανάμεσα στους τότε και στους σημερινούς ποιμένες· εκείνοι ήταν μαχητές, αυτοί είναι φυγάδες· εκείνοι ασκούνταν στα βιβλία και στη διδασκαλία, αυτοί τελειοποιούνται στα στολίδια και στους στολισμούς. Αυτοί, σαν μισθωτοί, εγκαταλείπουν τα πρόβατα και φεύγουν, ενώ εκείνοι έδιναν τη ζωή τους για τα πρόβατα».

«Παίρνουν για ιερείς ανθρώπους τιποτένιους και τους καθιστούν υπεύθυνους για έργα, για τα οποία ο Μονογενής Υιός του Θεού δεν αρνήθηκε να ταπεινώσει τη δόξα Του».

«Δεν γνωρίζεις ότι το σώμα της Εκκλησίας υπόκειται σε μεγαλύτερες αρρώστιες και θλίψεις απ’ ό,τι η σάρκα μας, ότι αρρωσταίνει πιο εύκολα και θεραπεύεται πιο αργά;»

Στη Θεία Κοινωνία «πλησιάζουν όχι με δέος, αλλά με συνωστισμό, χτυπώντας τους άλλους, φλογισμένοι από θυμό, φωνάζοντας, κακολογώντας, σπρώχνοντας τους πλησίον τους, γεμάτοι σύγχυση». Πολλοί βγαίνουν από τον ναό αμέσως μετά τη μετάληψή τους, χωρίς να περιμένουν να κοινωνήσουν όλοι. Και ο άγιος αναφωνεί: «Όταν είσαι καλεσμένος σε δείπνο, δεν τολμάς να φύγεις πριν από τους φίλους σου… και εδώ, ενώ ακόμη τελούνται τα Μυστήρια του Χριστού, εσύ τα αφήνεις όλα και φεύγεις;!»

Και αυτός ο «χρυσός αιώνας της πατερικής γραμματείας» έμοιαζε με τον δικό μας ακόμη και στο ότι οι ακροατές του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου ήταν οι τόσο γνώριμές μας «γιαγιάδες»: «Εμείς είμαστε οι Γαλιλαίοι, οι περιφρονημένοι άνθρωποι, μαθητές των ψαράδων, εμείς που καθόμαστε και ψάλλουμε μαζί με τις γριές». Και ένα ακόμη γνώριμο γνώρισμα: και τότε «τα αυτιά του λαού αποδεικνύονταν αγιότερα από τις καρδιές των ιεραρχών» (άγιος Ιλάριος Πικταβιανός).

Και τίποτα δεν μας είναι ξένο σε μια τέτοια εικόνα: «Ντρέπομαι να το πω, πόσα κορίτσια χάνουν καθημερινά την αγνότητά τους, πόσες απ’ αυτές τις απορρίπτει από την αγκάλη της η Μητέρα Εκκλησία. Δες πόσες, γινόμενες χήρες πριν ακόμη γίνουν σύζυγοι, καλύπτουν τη μολυσμένη συνείδησή τους με απατηλή ενδυμασία. Αν δεν τις προδώσει η διογκωμένη κοιλιά ή το κλάμα του βρέφους, περπατούν με βήμα χορευτικό και το κεφάλι ψηλά. Μερικές πίνουν εκ των προτέρων φάρμακα κατά της συλλήψεως και διαπράττουν φόνο ανθρώπου πριν ακόμη γεννηθεί· άλλες, αφού συλλάβουν εν αμαρτία, καταφεύγουν σε δηλητήρια για να αποβάλουν, και συχνά πεθαίνουν οι ίδιες, κατεβαίνοντας στον Άδη ένοχες για τρία εγκλήματα: αυτοκτονία, πνευματική μοιχεία προς τον Χριστό, και φόνο του αγέννητου παιδιού. Αυτές είναι που λένε: “Για τους καθαρούς όλα είναι καθαρά· η συνείδησή μου μού αρκεί· ο Θεός θέλει καθαρή καρδιά· γιατί να αποφεύγω την τροφή που ο Θεός δημιούργησε για μας;” Και όταν, για να φαίνονται ευχάριστες και ζωηρές, μεθούν με ανέρωτο κρασί, και η οινοποσία τους συνδυάζεται από χυδαία βωμολοχία, λένε: “Μη γένοιτο να αρνηθώ το Αίμα του Χριστού!” Κι αν δουν κάποια γυναίκα χλωμή και λυπημένη, την αποκαλούν αθλία, μοναχή, μανιχαία ή άλλα τέτοια, γιατί για αυτές η νηστεία είναι αίρεση… Ντρέπομαι να μιλώ γι’ αυτά· λυπηρό, μα έτσι έχουν τα πράγματα».

Παρεμπιπτόντως, από κείμενο του αγίου Κυπριανού (γ΄ αι.) οι λογοκριτές του περασμένου αιώνα είχαν αφαιρέσει αυτή τη λεπτομέρεια: «Ας μην πει καμία παρθένος ότι μπορεί εύκολα να εξεταστεί από μαία και να βεβαιωθεί η παρθενία της· μήπως το μάτι και το χέρι της μαίας δεν μπορούν να σφάλουν; Και ακόμα κι αν το μέρος του σώματος μέσω του οποίου ατιμάζεται μια γυναίκα ήταν άθικτο, είναι πραγματικά τόσο δύσκολο για μια παρθένα να διαπράξει μια ατιμία στο σώμα της που ούτε η πιο προσεκτική εξέταση θα μπορούσε να αποκαλύψει;»

Ωστόσο, όχι μόνο η ζωή των λαϊκών προκαλεί θλίψη στον μακάριο Ιερώνυμο· χειρότερο είναι ότι «δεν είναι όλοι οι επίσκοποι αληθινοί επίσκοποι. Εσύ βλέπεις τον Πέτρο, αλλά μην ξεχνάς και τον Ιούδα. Ο εκκλησιαστικός βαθμός δεν κάνει τον άνθρωπο χριστιανό».

 



[1] Ευσέβιος Παμφίλου. Εκκλησιαστική Ιστορία. 1993. Σ. 286–288.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λόγος 43 // Συγγρ. Τ. 1. Σ. 620.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λόγος 3 // Συγγρ. Σ. 26.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Προς Επισκόπους // Συγγρ. Τ. 2. Σ. 399.

Λεμπέντεφ Α. Π. Ο Κλήρος της αρχαίας καθολικής Εκκλησίας. Σ. 262.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Επιστολή 49 προς τον Μέγα Βασίλειο //  Συγγρ. Τ. 2.

Ιερομόναχος Δαμασκηνός. Συγγρ. Σ. 409. Patrologiae cursus completus: Series Graeco-Latina / Accurante S. P. Migne. Παρίσι. V. XXXVII. 1192–1193.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Επιστολή 71 προς τον ρήτορα Ευδοξίο // Συγγρ. Τ. 2. Σ. 460.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λόγος 3 // Συγγρ. Τ. 1. Σ. 53–55.

Λεμπέντεφ Α. Π. Ο Κλήρος της αρχαίας καθολικής Εκκλησίας. Σ. 296.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Προς Επισκόπους // Όπ. Συγγρ. Τ. 2. Σ. 400.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Επιστολή 2 προς Νεκτάριο, επίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως // Συγγρ. Σ. 6.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ποίημα που περιγράφει τη ζωή του // Συγγρ. Σ. 350–351.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λόγος 3 // Συγγρ. Τ. 1. Σ. 26.

Άγιος Βασίλειος ο Μέγας. Επιστολές // Έργα: Σε 7 τμχ. 1892. Τ. 6. Σ. 77.

Συγγρ. Σ. 282.

Συγγρ. Σ. 103.

Συγγρ. Σ. 135.

Συγγρ. Σ. 319.

 Συγγρ. Σ. 181.

 Συγγρ. Σ. 242.

Συγγρ. Σ. 267.

Συγγρ. Σ. 282.

Συγγρ. Σ. 318.

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Περί της χειροτονίας του // Έργα: Σε 8 τμχ. 1862. Τ. 4. Σ. 365 και 367.

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Επιστολή 1 προς Φλαβιανό // Έργα. Τ. 8. 1872. Σ. 442–443.

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Επιστολή 2, Περί των ταξιδευόντων στην Ιερουσαλήμ // Έργα. Τ. 8. 1872. Σ. 452.

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Επιστολή 17 προς πρεσβυτέρους Νικομηδείας // Έργα. Τ. 8. 1872. Σ. 501.

Άγιος Γρηγόριος ο Νύσσης. Επιστολή 1 προς Φλαβιανό // Έργα. Τ. 8. 1872. Σ. 439.

Όσιος Εφραίμ ο Σύρος. Περί αδελφικής νουθεσίας // Έργα: Σε 6 τμχ. 4η έκδ. 1901. Τ. 5. Σ. 227.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έξι λόγοι περί ιερωσύνης // Έργα: Σε 12 τμχ. 1898. Τ. 1, Βιβλ. 2. Σ. 438.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ομιλίες επί Β΄ προς Κορινθίους // Συγγρ. 1904. Τ. 9, Βιβλ. 2.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Ομιλίες επί Α΄ προς Κορινθίους 23,4 // Έργα Αγίου Ιωάννη του Χρυσοστόμου. Τ. 10, Βιβλ. 1. Σ. 229.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Λόγος 44, Περί ταπεινώσεως, υπομονής και ευχών για μελλοντικά αγαθά και περί Δευτέρας Παρουσίας // Έργα. Τ. 12, τ.2. Σ. 869.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έξι λόγοι περί ιερωσύνης // Τ. 1, Βιβλ. 2. Σ. 436.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Λόγος περί ψευδοπροφητών και ψευδοδιδασκάλων // Συγγρ. Τ. 8, Βιβλ. 2. Σ. 704.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έξι λόγοι περί ιερωσύνης // Συγγρ. Σ. 438.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Έξι λόγοι περί ιερωσύνης // Συγγρ. Τ. 1, Βιβλ. 2. Σ. 453.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος. Λόγος κατά Θεοφανείων // Συγγρ. Τ. 2, Βιβλ. 1. Σ. 412.

Συγγρ. Σ. 413.

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Λόγος 5 // Συγγρ. Τ. 1. Σ. 134–135.

Άγιος Ιερώνυμος. Επιστολή προς Ευστοχία, Περί Παρθενίας // Άγιος Ιερώνυμος. Περί Παρθενίας. 1897. Σ. 17–19.

Λεμπέντεφ Α. Π. Ο Κλήρος της αρχαίας καθολικής Εκκλησίας. Σ. 278. και Αusgewahlte Schriften des heiligen Cyprian, Bischofs von Carthage und Martyrs, nach dem Urtexte ubersatzt. Σύνοψη IV, 3 // Bibliothek der Kirchenvater. Bd. 2. Kempten, 1879. S. 25-26; Cuprien de Carthage. Letter LXI: a Pomponius, a 1'occasion de quelques vierges / Ouvrage publie par M. de Genoude et dedie a monseigneurs de Quelen // Les Peres de l'Eglise, trad. en français. Τ. 5 (δις). Παρίσι, 1842. Σ. 206.

Άγιος Ιερώνυμος ο Στριδώνιος. Επιστολή 14 προς τον μοναχό Ηλιόδωρο // Έργα: Σε 27 τμχ. 1893. Τ. 1. Σ. 39.



 ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΑΡΘΡΑ


Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης

 

Ο βικάριος-επίσκοπος Βενιαμίν, αφού εξελέγη με πλειοψηφία ψήφων του λαού της Πετρούπολης (συμπεριλαμβανομένων και των εργατών) στον βαθμό του μητροπολίτη, διορίστηκε Μητροπολίτης Πετρούπολης το καλοκαίρι του 1917, κατά την περίοδο της «Προσωρινής Κυβέρνησης» της Δούμας. Οι πολίτες γνώριζαν τον Μητροπολίτη Βενιαμίν από καιρό και ήταν βαθιά δεμένοι μαζί του για την καλοσύνη και την απλότητά του, για τη διαρκή του ευγένεια και τη φροντίδα του προς την ενορία του και τις ανάγκες κάθε ξεχωριστού μέλους της.
Αν, κατά τη διάρκεια αυτής της ταραγμένης εποχής, υπήρξε στη Ρωσία ένας ειλικρινά «μη πολιτικός» άνθρωπος, αυτός ήταν ο Μητροπολίτης Βενιαμίν. Η αδιαφορία του για την πολιτική ήταν φυσική· δεν προερχόταν από κάποια εσωτερική πάλη ή πνευματικές συγκρούσεις. Παρέβλεπε την πολιτική σε όλες του τις προσωπικές και δημόσιες δραστηριότητες. Ήταν αυτός που, ως επικεφαλής της Επισκοπής Πετρούπολης, έπρεπε να αντιμετωπίσει την δήμευση των εκκλησιαστικών κειμηλίων, μια πράξη που ήδη είχε ποτιστεί με ανθρώπινο αίμα.
Η δήμευση των εκκλησιαστικών κειμηλίων από τους κομμουνιστές άρχισε στην Πετρούπολη στα μέσα Μαρτίου του 1922. Πραγματοποιήθηκε υπό το πρόσχημα της βοήθειας προς τον ρωσικό λαό, ο οποίος εκείνη την εποχή πράγματι λιμοκτονούσε. Έτσι, για χάρη του λαού, ο Μητροπολίτης Βενιαμίν δεν έφερε αντίρρηση. Θεωρούσε κάθε θυσία δικαιολογημένη, ακόμη κι αν επρόκειτο να σωθεί μόνο μία ανθρώπινη ζωή από την πείνα και τον θάνατο. Μάλιστα, έφτασε να προχωρήσει ακόμη και πέρα από τον ίδιο τον Πατριάρχη, δίνοντας τη συγκατάθεσή του να παραδοθούν τα ιερά σκεύη των εκκλησιών, προκειμένου να εκπληρωθεί το ανθρώπινο και χριστιανικό καθήκον.
Ωστόσο, ο Μητροπολίτης Βενιαμίν επιθυμούσε η παράδοση να είναι εθελοντική — όχι επιβεβλημένη. Η χρήση βίας ήταν, κατά τη γνώμη του, περιττή και αποτελούσε προσβολή προς εκείνους που ενεργούσαν από αγαθότητα.
Πίστευε ακράδαντα ότι ο λαός έπρεπε να έχει τον έλεγχο της διάθεσης των δωρεών. Οι πολλές προηγούμενες ταραχές σε άλλες πόλεις είχαν προκληθεί από την έλλειψη εμπιστοσύνης προς την κομμουνιστική κυβέρνηση. Οι κομμουνιστές μπορούσαν να επέμβουν στα θρησκευτικά πράγματα, μπορούσαν να απογυμνώσουν τους πιστούς απ’ ό,τι ιερό και ωραίο κοσμούσε τους ναούς επί αιώνες. Όμως ο λαός δεν είχε αυταπάτες πως οι κομμουνιστές θα έδιναν έστω και μια δεκάρα από τα κατασχεμένα ιερά αντικείμενα για τον υποτιθέμενο «ανθρωπιστικό» τους σκοπό.
Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν, προβλέποντας ότι και η Πετρούπολη θα μπορούσε να υποστεί τα ίδια, θεώρησε συνετό να τεθεί ο έλεγχος των δωρεών στα χέρια των ενοριτών. Δεν μπορούσε να ευλογήσει την κατάσχεση των ιερών σκευών, την οποία θεωρούσε ιεροσυλία. Η ευλογία, όμως, των εθελοντικών προσφορών ήταν κάτι διαφορετικό· στην πραγματικότητα, ήταν ιερό του καθήκον ως επικεφαλής της Μητροπόλεως.
Με τη συγκατάθεση των κομμουνιστικών αρχών στις «δωρεές» και στον «έλεγχο» τους, η δυσπιστία των μαζών θα εξαφανιζόταν, και ο σκοπός της βοήθειας προς τους λιμοκτονούντες θα ερχόταν σε πρώτη προτεραιότητα. Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν πίστευε ότι αυτό μπορούσε να επιτευχθεί, καθώς θα ωφελούσε και την ίδια την κομμουνιστική κυβέρνηση, επιτρέποντάς της να πραγματοποιήσει την κατάσχεση χωρίς να προκαλέσει αντίσταση ή ταραχές.
Στην αρχή, οι κομμουνιστές της Πετρούπολης είχαν υιοθετήσει μια συμφιλιωτική στάση, έχοντας ως κύριο σκοπό απλώς την απόκτηση των εκκλησιαστικών θησαυρών. Στις 6 Μαρτίου 1922, ο Μητροπολίτης Βενιαμίν προσκλήθηκε, γι’ αυτόν τον λόγο, στην Επιτροπή «Βοήθειας προς τους Πεινασμένους». Εκεί έγινε δεκτός, και οι προτάσεις του σχετικά με τις εθελοντικές δωρεές και τον έλεγχο των συγκεντρωθέντων χρημάτων από αντιπροσώπους των διαφόρων ενοριών κρίθηκαν αποδεκτές. Η γενική ατμόσφαιρα ήταν τόσο φιλική, ώστε ο Μητροπολίτης ευλόγησε όλους τους παρευρισκομένους και, με δάκρυα στα μάτια, δήλωσε ότι θα ήταν έτοιμος να αφαιρέσει με τα ίδια του τα χέρια το πολύτιμο αργυρό ένδυμα από την εικόνα της Παναγίας του Καζάν και να το προσφέρει στους πεινασμένους αδελφούς του.
Οι εφημερίδες (περιλαμβανομένης της Izvestia της Μόσχας) δημοσίευσαν τη συμφωνία που είχε συναφθεί. Τα δημοσιογραφικά σχόλια επαινούσαν τον Μητροπολίτη και τον κλήρο της Πετρούπολης, εγκρίνοντας την ειλικρινή τους διάθεση και την προθυμία τους να εκπληρώσουν το κοινωνικό τους καθήκον χάριν της φιλανθρωπίας.
Όμως το Κέντρο της Μόσχας δεν ενέκρινε τις ενέργειες των κομμουνιστών της Πετρούπολης, οι οποίοι, όπως φαινόταν, είχαν παρερμηνεύσει τον πραγματικό σκοπό της «επίθεσης του προλεταριάτου» ενάντια στον εκκλησιαστικό πλούτο. Οι εθελοντικές δωρεές θα ανύψωναν το κύρος του κλήρου, κάτι εντελώς ανεπιθύμητο για το Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι ηγέτες του κόμματος δεν επιθυμούσαν συνεργασία, αλλά διάσπαση· δεν ήθελαν ειρήνη, αλλά πόλεμο. Τέτοιο ήταν το σύνθημα του Κομμουνιστικού Κόμματος, γεγονός που η Επιτροπή δεν είχε ακόμη υποπτευθεί.
Όταν οι αντιπρόσωποι του Μητροπολίτη επισκέφθηκαν την Επιτροπή λίγες ημέρες αργότερα, τους απάντησαν ψυχρά ότι δεν μπορούσε να γίνει λόγος ούτε για «δωρεές» ούτε για «έλεγχο» εκ μέρους των μελών της Εκκλησίας σχετικά με τη διανομή του εκκλησιαστικού πλούτου. Τα ιερά κειμήλια, είπαν, θα κατάσχονταν από την κυβέρνηση «κανονικώς», σύμφωνα με τη συνήθη διαδικασία.
Η κατάσχεση της εκκλησιαστικής περιουσίας άρχισε από τους μικρούς ναούς της Πετρούπολης· εξοργισμένα πλήθη συγκεντρώνονταν γύρω από τις εκκλησίες, εκφράζοντας την αγανάκτησή τους και φωνάζοντας συνθήματα εναντίον των κομμουνιστών και των «προδοτών» ιερέων που συνεργάζονταν μαζί τους. Κατά διαστήματα πετούσαν πέτρες στους κομμουνιστές πράκτορες και μάλιστα τους ξυλοκοπούσαν, αλλά επειδή δεν συνέβη κάτι κρίσιμο, οι αρχές δεν θεώρησαν αναγκαίο να επέμβουν. Ωστόσο, πλησίαζε η ημέρα της κατάσχεσης των μεγάλων εκκλησιαστικών θησαυρών· οι κομμουνιστές προετοίμαζαν «έκτακτα μέτρα». Ο πληθυσμός της πόλης ήταν ανήσυχος, καθώς προμηνυόταν αναταραχή.
Εκείνη την εποχή, κανείς ακόμη δεν είχε σκεφτεί το ενδεχόμενο μιας διάσπασης μέσα στους κόλπους του κλήρου. Υπήρχαν, βέβαια, διαφορές απόψεων, και μπορούσε κανείς να αισθανθεί ένα ανήσυχο πνεύμα σε ορισμένους ιερείς· κάποιοι ίσως να περνούσαν στο πλευρό των κομμουνιστών, αλλά τέτοιοι «αποστάτες» ήταν λίγοι και αδύναμοι, και κανείς δεν τους έπαιρνε στα σοβαρά.
Στις 24 Μαρτίου 1922, η εφημερίδα της Πετρούπολης Πράβντα δημοσίευσε μια επιστολή με δώδεκα υπογραφές, που ανήκαν, ως επί το πλείστον, σε εκείνους που αργότερα θα αποτελούσαν τους βασικούς πυλώνες της διαίρεσης, εκείνης που οι κομμουνιστές αποκαλούσαν «Ζωντανή Εκκλησία».
Οι συντάκτες της επιστολής διακήρυξαν ότι διαχωρίζουν σαφώς τη θέση τους από τον υπόλοιπο κλήρο· κατηγόρησαν τους αδελφούς τους ιερείς ότι «αναμειγνύονται στην πολιτική» και ότι είναι «αντεπαναστάτες», φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να τους θεωρήσουν υπεύθυνους για τον λιμό. Απαιτούσαν την άμεση δήμευση όλων των εκκλησιαστικών τιμαλφών ή την άνευ όρων παράδοσή τους στις σοβιετικές αρχές. Ο κλήρος της Πετρούπολης έμεινε συγκλονισμένος και αγανακτισμένος διαβάζοντας την επιστολή των «δώδεκα», και δικαίως την θεώρησε πολιτική καταγγελία.
Με τη συνήθη ψυχραιμία, ο Μητροπολίτης Βενιαμίν προσπάθησε να κατευνάσει την οργή των ιερέων. Το σημαντικότερο για εκείνον ήταν να αποτραπούν αιματηρές συγκρούσεις μεταξύ του λαού και των οργάνων της εξουσίας. Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο· μέρα με τη μέρα, η κατάσταση γινόταν ολοένα πιο τεταμένη. Τότε αποφασίστηκε να γίνει μία ακόμη προσπάθεια διαλόγου με τις αρχές.
Το έργο αυτό ανατέθηκε στους Βεντένσκι και Μπογιάρσκι, δύο από τους «δώδεκα», οι οποίοι πλέον έχαιραν της εύνοιας της κομμουνιστικής κυβέρνησης. Η επιλογή τους αποδείχθηκε επιτυχής, καθώς οι νέοι απεσταλμένοι κατάφεραν σύντομα να επιτύχουν μια συμφωνία. Το μεγαλύτερό τους επίτευγμα ήταν ότι εξασφάλισαν την άδεια να αντικατασταθούν τα ιερά αντικείμενα με άλλα περιουσιακά στοιχεία ίσης αξίας.
Ο Μητροπολίτης υποσχέθηκε να απευθυνθεί στον λαό με μια κατάλληλη έκκληση. Αν και δεν απαρνιόταν τις αληθινές του πεποιθήσεις και αρχές, ικέτευσε τον λαό να μην αντισταθεί στις αρχές, αλλά να παραδώσει τα τιμαλφή σε περίπτωση αναγκαστικής δήμευσης.
Η κατάσχεση των θησαυρών υπήρξε, τελικά, τόσο επιτυχής, ώστε ο επικεφαλής της τοπικής αστυνομίας αναγκάστηκε να δηλώσει στην επίσημη αναφορά του ότι η επιχείρηση είχε στεφθεί με μεγάλη επιτυχία και είχε ολοκληρωθεί εντελώς ειρηνικά. Ωστόσο, η αναταραχή ξέσπασε, αν και για εντελώς διαφορετικούς λόγους.
Ο Βεντένσκι, ο Μπογιάρσκι και μερικοί άλλοι δεν μπόρεσαν, και δεν ήθελαν, να σταματήσουν εκεί. Παροτρυνόμενοι από τις σοβιετικές αρχές, που ήταν έτοιμες να συνεργαστούν μαζί τους, είχαν στο μυαλό τους ένα τεράστιο σχέδιο: την κατάληψη της εκκλησιαστικής εξουσίας, για να τη χρησιμοποιήσουν σύμφωνα με το θέλημά τους, υπό την προστασία της κομμουνιστικής κυβέρνησης.
Στις αρχές Μαΐου, διαδόθηκε στην Πετρούπολη μια φήμη για μια «επανάσταση» στις εκκλησιαστικές υποθέσεις, που είχε πραγματοποιηθεί από την προαναφερθείσα ομάδα. Σύμφωνα με τη φήμη, ο Πατριάρχης Τύχων είχε στερηθεί την εξουσία του σε θέματα της Εκκλησίας.
Ο Βεντένσκι εμφανίστηκε στην Πετρούπολη, πήγε στον Μητροπολίτη και τον ενημέρωσε για την «επανάσταση». Δήλωσε ότι είχε εγκαθιδρυθεί μια νέα εκκλησιαστική διοίκηση, διορίζοντας τον ίδιο, τον Βεντένσκι, ως εκπρόσωπό της στη Μητρόπολη της Πετρούπολης. Ο Μητροπολίτης μπορούσε να είναι πολύ ευέλικτος όταν επρόκειτο απλώς για εκκλησιαστικά κειμήλια. Αλλά μετά τη συνάντηση πρόσωπο με πρόσωπο με έναν από τους καταληψίες της εκκλησιαστικής εξουσίας, ο Μητροπολίτης κατάλαβε ότι ένα κύμα εξέγερσης ήδη απειλούσε την Εκκλησία και την αληθινή θρησκεία.



(συνεχίζεται)

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ