Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2025

Από τον σταυρό στον ουρανό με τα διαμάντια Χριστιανικοί συμβολισμοί στα έργα του Τσέχοφ

 

Αντόν Πάβλοβιτς ΤσέχοφΑντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ

Η αγάπη χωρίς ανταπόκριση, η ανίατη ασθένεια, η εξάντληση από την εργασία, η πτώχευση των αρχών της ζωής. Αυτά τα θέματα αγγίζει ο Τσέχοφ στα καλύτερα έργα του. Ο συγγραφέας συμπάσχει με τον άνθρωπο που υποφέρει. Αυτό αποδίδει στα διηγήματά του, στις ιστορίες και στα θεατρικά του μία διαπεραστική νότα, η οποία ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ήρωες του Τσέχοφ αισθάνονται έντονα την παροδικότητα της ζωής, την αδυναμία όλων των γήινων πραγμάτων, τη μελαγχολία της ανυπαρξίας.

Ας πούμε, ο μικρός Γιεγκόρουσκα, βασικός ήρωας του διηγήματος «Στέπα», εγκαταλείπει το σπίτι του για να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού συναντά στη στέπα ένα ξύλινο στραβό σταυρό κάτω από τον τάφο ενός δολοφονημένου εμπόρου.

«Σε έναν μοναχικό τάφο υπάρχει κάτι λυπηρό, ονειρικό και σε μεγάλο βαθμό ποιητικό…Μπορείς να ακούσεις πώς σωπαίνει και σε αυτή τη σιωπή να αισθανθείς την παρουσία της ψυχής του άγνωστου ανθρώπου, που κείτεται κάτω απ’ τον σταυρό…» γράφει ο Τσέχοφ στη νουβέλα «Στέπα»

Το θέμα της αδυναμίας όλων των γήινων πραγμάτων εμφανίζεται και στο διήγημα «Ιώνιτς», όπου ο δόκτωρ Στάρτσεφ βρίσκεται τη νύχτα στο νεκροταφείο, όπου τον κάλεσε σε συνάντηση μία κοπέλα, την οποία αγαπούσε χωρίς ανταπόκριση: «Ο Στάρτσεφ μπήκε από την πύλη και το πρώτο που είδε ήταν λευκοί σταυροί και αγάλματα και από τις δύο πλευρές της μεγάλης αλέας και μαύρες σκιές από αυτά και από τις λεύκες…»

Ο συγγραφέας απεικόνιζε την πραγματικότητα της εποχής του και τη νοοτροπία της διανόησης, όπου συνδέονται η ορθόδοξη ανατροφή, η πίστη στην επιστήμη και η πρόοδος

Ο ήρωας περπατά μέσα στη νύχτα στο νεκροταφείο και αισθάνεται σε κάθε τάφο την παρουσία ενός μυστηρίου που «υπόσχεται μια ζωή ήσυχη, υπέροχη, αιώνια». Και ταυτόχρονα τον πιάνει μια «αμυδρή μελαγχολία για την ανυπαρξία»

Η κοσμοθεωρία του Τσέχοφ, ο οποίος ομολόγησε ότι ήθελε να είναι μόνο ένας «ελεύθερος καλλιτέχνης», ξεφεύγει από σαφείς ορισμούς. Ο συγγραφέας απεικόνιζε την πραγματικότητα της εποχής του και τη νοοτροπία της διανόησης, όπου συνδέονται η ορθόδοξη ανατροφή, η πίστη στην επιστήμη και η πρόοδος. Παρά την τόση ποικιλία ιδεών, πολλά έργα του Τσέχοφ εκφράζουν μια χριστιανική ματιά στον κόσμο.

Ο Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ στην ΚριμαίαΟ Αντόν Πάβλοβιτς Τσέχοφ στην Κριμαία

Έτσι, ο βασικός ήρωας της νουβέλας «Ιστορία ενός ανώνυμου ανθρώπου», ένας τρομοκράτης, που ήταν απογοητευμένος από την επαναστατική δραστηριότητα, γράφει ένα γράμμα, στο οποίο συλλογίζεται τη μεταμορφωτική δύναμη της μετάνοιας: «Ο ληστής, που κρεμόταν στον σταυρό, κατάφερε να ανακτήσει τη χαρά της ζωής και μια τολμηρή, εφικτή ελπίδα, παρόλο που ίσως δεν του απέμενε να ζήσει πάνω από δυο ώρες.»

Και προσθέτει: «θέλουμε η ζωή μας να ήταν ιερή, υψηλή και επίσημη όπως τα θησαυροφυλάκια του ουρανού» Ο πρώην επαναστάτης όχι μόνο σκέφτεται χριστιανικά, αλλά πράττει κιόλας: εκδηλώνοντας τις πιο ευγενείς ποιότητες, φροντίζει το ορφανό κορίτσι. Ταυτόχρονα ο ήρωας φέρει τον σταυρό της ανίατης ασθένειας που ξεθωριάζει από την χρήση.

Ο Τσέχοφ είχε επίσης τον δικό του σταυρό στη ζωή, τον σταυρό της εξασθένισης της υγείας λόγω της φυματίωσης. Η αιμόπτυση εμφανίστηκε ήδη από νεαρή ηλικία, αφού τελείωσε το πανεπιστήμιο, ενώ το πρώτο σοβαρό κρούσμα συνέβη το 1896. Ο συγγραφέας πήγε στην κλινική και άκουσε τη διάγνωση, η οποία ακουγόταν σαν καταδίκη.

Τα υπόλοιπα οχτώ χρόνια ο Τσέχοφ έζησε εξαιρετικά έντονα. Συνεργαζόταν με το θέατρο ΜΧΤ, όπου τα θεατρικά του ενσαρκώνονταν με επιτυχία στη σκηνή, έχτισε σπίτι στη Γιάλτα, ταξίδευε στην Ευρώπη, παντρεύτηκε την ηθοποιό Όλγα Κνίπερ, με την οποία αργότερα βρήκε την οικογενειακή ευτυχία, που αποτελείτο από χαρούμενες συναντήσεις, επώδυνους χωρισμούς και γράμματα γεμάτα τρυφερότητα.

Ο ναός της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι ΒράζεκΟ ναός της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι ΒράζεκΕίναι ενδιαφέρον ότι ο γάμος του Αντόν Τσέχοφ και της Όλγας Κνίπερ τελέστηκε στον ναό της Ύψωσης του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ. (Μόσχα). Όποιος πηγαίνει σήμερα εκεί, βλέπει στην αυλή κοντά στον ναό, κιόσκια αφιερωμένα στον Τσέχοφ και την Κνίπερ, την ιστορία αγάπης, με φωτογραφίες και τσιτάτα από την αλληλογραφία τους.

Λόγω της φυματίωσης, ο Τσέχοφ -κατά τη σύσταση των γιατρών- έπρεπε την περίοδο φθινοπώρου - χειμώνα να πηγαίνει να μένει στην Κριμαία. Στη Γιάλτα λαχταρούσε πολύ έντονα τη Μόσχα, την πνευματική και πολιτισμική ζωή της πόλης. Τα γράμματα της γυναίκας του ήταν μια διέξοδος. Η Όλγα Κνίπερ τού μιλούσε για τις πρόβες και τις πρεμιέρες, μοιραζόταν νέα, τον στήριζε, και ακόμη εξομολογείτο: «Κάθε βράδυ πριν κοιμηθώ, σε βαφτίζω στο σκοτάδι και τότε έτσι καθαρά βλέπω το πρόσωπό σου!»

Βέβαια, η ζωή μακριά από την αγαπημένη του σύζυγο, την οποία ο Τσέχοφ αποκαλούσε χαϊδευτικά περιστεράκι, ερωδιό, σκυλάκι, το άλλο μισό, γριούλα, αγαπητή, Κνιπούσα, δεν ήταν εύκολη. Εν μέρει ο συγγραφέας προφήτεψε αυτή τη μοίρα, όταν αστειεύτηκε σε ένα γράμμα προς τον Σουβόριν: «Δώστε μου μια σύζυγο, η οποία σαν το φεγγάρι, να εμφανίζεται στον ουρανό μου κάθε μέρα» Έτσι και έγινε.

Αξίζει να σημειωθεί ότι στα έργα του Τσέχοφ πολύ δύσκολα να βρεις διηγήματα, αφιερωμένα στην ευτυχισμένη οικογενειακή ζωή. Οι ήρωές του είτε είναι μόνοι, είτε δυσκολεύονται στον γάμο, υποφέρουν από ψυχρά συναισθήματα, ζήλεια, συζυγική απιστία, και επίσης δεν μπορούν να ξεπεράσουν παιδικά τραύματα, που συνδέονται με δεσποτικούς γονείς. Όλα αυτά τα θέματα θίγονται στη νουβέλα «Τρία χρόνια», βασικός ήρωας της οποίας είναι ο κληρονόμος μιας πλούσιας δυναστείας εμπόρων, Αλεξέι Λάπτεφ. Λέει κιόλας στον αδερφό του: «Εσύ κι εγώ καλά θα κάνουμε να μην κάνουμε παιδιά». Το τέλος αυτού του έργου είναι ανοικτό. Ο Λάπτεφ με τη νεαρή σύζυγό του ωριμάζουν πνευματικά και αναλαμβάνουν την ευθύνη για τους αγαπημένους τους.

Κιόσκι δίπλα στον ναό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ, αφιερωμένο στον Τσέχοφ και την ΚνίπερΚιόσκι δίπλα στον ναό της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού στο Τσίστι Βράζεκ, αφιερωμένο στον Τσέχοφ και την Κνίπερ

Σε αυτή τη νουβέλα μπορούμε να παρατηρήσουμε μια ονομαστική κλήση από τη βιογραφία του συγγραφέα: Ο Τσέχοφ, γιος ενός χρεοκοπημένου εμπόρου, από τα φοιτητικά του χρόνια πραγματικά έγινε η κεφαλή της οικογένειάς του, αυτός τους έτρεφε και ήταν ο πυλώνας. Είχε να φροντίσει όχι μόνο τους γονείς και την αδερφή του, αλλά και τους μεγαλύτερους αδερφούς του, τον συγγραφέα Αλέξανδρο και τον ζωγράφο Νικόλαο.

«Αυτοί και οι δύο αποδείχθηκαν ότι ήταν ο σταυρός του Αντόν Τσέχοφ με κάποιο τρόπο. Και οι δύο ήταν αλκοολικοί.» σημειώνει ο συγγραφέας και κριτικός λογοτεχνίας Μπόρις Ζάιτσεφ στη βιογραφία «Τσέχοφ»

Στη νουβέλα «Τρία χρόνια» ο Τσέχοφ εξέφρασε με πολλούς τρόπους την «σκέψη του για την οικογένεια» Και εκεί υπάρχει μια ομοιότητα της δημιουργίας με τη μοίρα: ο γάμος του Τσέχοφ με την Κνίπερ διήρκεσε όλα και όλα τρία χρόνια. Αυτή η σύμπτωση είναι θλιβερή, επειδή στον εργένη Τσέχοφ άρεσε να είναι παντρεμένος, ήθελε να είχε ένα παιδί με την Κνίπερ. Όμως αυτά τα όνειρα δεν πραγματοποιήθηκαν. Η μετέπειτα οικογενειακή ευτυχία αποδείχθηκε απογοητευτικά σύντομη.

Η προσωπική άνεση και η ευημερία δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός για τον συγγραφέα

Ο Τσέχοφ έζησε σε μια σχετικά ήσυχη περίοδο της ρωσικής ιστορίας. Χωρίς μεγάλους πολέμους, επαναστάσεις και κοινωνικές αναταραχές. Ωστόσο για τον συγγραφέα, η προσωπική άνεση και η ευημερία δεν ήταν ποτέ αυτοσκοπός. Στα χρόνια της κακής συγκομιδής, συγκέντρωσε χρήματα για τους πεινασμένους και όταν ξέσπασε η χολέρα εργαζόταν ως αγροτικός γιατρός κατά τη διάρκεια της επιδημίας. Ο συγγραφέας δε φοβόταν να βυθιστεί στο επίκεντρο του ανθρώπινου πόνου, εξ ου και το ταξίδι του στη νήσο Σαχαλίνη. Ως αποτέλεσμα του ταξιδιού υπήρξε το ομώνυμο βιβλίο, το οποίο εφιστά την προσοχή στη δεινή κατάσταση των καταδίκων.

Ο Α.Π Τσέχοφ στη Σαχαλίνη 1891-1893Ο Α.Π Τσέχοφ στη Σαχαλίνη 1891-1893

Ένα εκπληκτικό γεγονός ήταν όταν τον Γενάρη του 1904 άρχισε ο ρωσο - ιαπωνικός πόλεμος και άρχισαν να φτάνουν απ’ το μέτωπο ανησυχητικά μηνύματα συναγερμού, ο Τσέχοφ ανησυχούσε βαθιά γι’ αυτά τα νέα και ακόμη, πήρε την εξής απόφαση: «Αν είμαι υγιής, τον Ιούλιο ή τον Αύγουστο θα πάω στην Άπω Ανατολή, όχι σαν ανταποκριτής, αλλά ως γιατρός.» Και ο συγγραφέας έγραφε έτσι ενώ υπέφερε από αιμόπτυση, δύσπνοια, απώλεια βάρους. Οι γιατροί τον αποκαλούσαν ανάπηρο.

Δυστυχώς, η υγεία του επιδεινώθηκε ραγδαία. Έπειτα από συστάσεις των γιατρών, πήγε για θεραπεία στην Ευρώπη, στη μικρή πόλη Μπαντενβάιλερ. Εκεί, τη νύχτα της 15ης Ιουλίου 1904, αφού ήπιε ένα ποτήρι σαμπάνια και είπε στη σύζυγό του στα γερμανικά «Ich sterbe», ο Τσέχοφ ολοκλήρωσε το επίγειο ταξίδι του.

Ο Α.Π Τσέχοφ και η Ο.Λ. Κνίπερ τον Μάιο του 1901Ο Α.Π Τσέχοφ και η Ο.Λ. Κνίπερ τον Μάιο του 1901

Ως συγγραφέας ο Τσέχοφ ήταν γεννημένος με ένα τυχερό αστέρι. Κυριολεκτικά ανέβηκε τη σκάλα της επιτυχίας. Από την κωμωδία και το βαριετέ, στη σοβαρή πρόζα και τη δραματουργία. Και ακόμη και η οδυνηρή αποτυχία του «Γλάρου» μετατράπηκε σε θεατρικό θρίαμβο. Ταυτόχρονα, ο ώριμος Τσέχοφ συχνά κατηγορήθηκε για έλλειψη «μεγάλων συγχορδιών». Αυτό ήταν δίκαιο, επειδή πολλά από τα εικονικά του έργα, όπως: «Βαρετή ιστορία», «Φωτιές», «Θάλαμος Νο 6», «Μαύρος μοναχός» είναι γεμάτα απαισιοδοξία και φαίνεται να λένε: όλοι θα πεθάνουν, όλοι θα ξεχαστούν, τίποτα δε θα μείνει. Ο Τσέχοφ είχε και μια λέξη «σήμα κατατεθέν» που εξέφραζε τη θλίψη και τη λαχτάρα «μελαγχολία». Σε αυτή την κατάσταση βλέπουμε τη Μάσα από τις «Τρεις αδερφές», και Ιβάνοφ από το ομώνυμο έργο. Αυτοί οι χαρακτήρες βασανίζονται από την ανία, την απουσία θέλησης, τη δυσαρέσκεια για τον εαυτό τους και για τους άλλους.

Ευτυχώς μεταξύ των ηρώων του Τσέχοφ υπάρχουν και αυτοί που δεν έχουν μολυνθεί από τον σκεπτικισμό, αλλά εμπιστεύονται το Έλεος του Θεού, όσο και αν υπομένουν θλίψεις

Ευτυχώς μεταξύ των ηρώων του Τσέχοφ υπάρχουν και αυτοί που δεν έχουν μολυνθεί από τον σκεπτικισμό, αλλά εμπιστεύονται το Έλεος του Θεού, όσο και αν υπομένουν θλίψεις. Η ηρωίδα του «Γλάρου», η Νίνα, εγκαταλειμμένη από τον αγαπημένο της σύζυγο, και αφού έθαψε το παιδί της, λέει: «Να μπορείς να κουβαλάς τον σταυρό σου και να πιστεύεις!» Στο θεατρικό «Θείος Βάνιας», η Σόνια, κουρασμένη από την εξαντλητική δουλειά στο κτήμα, προφέρει λόγια, γεμάτα χριστιανική ελπίδα: «Θα ξεκουραστούμε! Θα ακούσουμε τους αγγέλους, θα δούμε ολόκληρο τον ουρανό σπαρμένο με διαμάντια.»

Ακόμη, με τι ζεστασιά είναι σχεδιασμένες οι εικόνες των κληρικών από τον Τσέχοφ, όπως ο πατήρ Χριστόφορος στη «Στέπα» και ο διάκονος Πομπέντοφ στη «Μονομαχία». Σε αυτούς τους χαρακτήρες υπάρχει ζωντανή πίστη, ακεραιότητα της φύσης, ενεργός αγάπη για τον πλησίον. Μια ορθόδοξη ματιά στον κόσμο εκφράζεται και στο διήγημα «Αρχιερέας» περί της διακονίας και του θανάτου της χάρης του Πέτρου. Σε αυτό το έργο υπάρχουν προθανάτιοι πόνοι και το πέρασμα της ψυχής στην αιωνιότητα, ο πόνος της απώλειας και η πασχαλινή χαρά.

Ο Τσέχοφ στο νεκρικό κρεβάτιΟ Τσέχοφ στο νεκρικό κρεβάτι

Η σύζυγός του παρέδωσε ένα χριστιανικό υστερόγραφο στη μοίρα του συγγραφέα. Μετά τον θάνατο του Τσέχοφ, η Όλγα Κνίπερ για ένα διάστημα συνέχιζε να του γράφει γράμματα, κάτι σαν επικοινωνία με τον ουρανό. Αισθανόταν πολύ έντονα την παρουσία της ψυχής του: «Και όταν σου γράφω, μου φαίνεται ότι είσαι ζωντανός και κάπου περιμένεις το γράμμα μου. Αγαπημένε μου, γλυκέ μου, τρυφερέ μου, επίτρεψέ μου να σου πω τρυφερά, στοργικά λόγια, άφησέ με να κοιτάξω τα καλοσυνάτα, λαμπερά, στοργικά σου μάτια.»

ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΜΙΑΝ ΑΝΑΣΑ Ο ΑΡΡΩΣΤΟΣ…

 

«Είπε ο όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης: “Όταν υπέφερα απ’ το πρώτο εγκεφαλικό, ήρθε ένας γιατρός από το Σωτηρία. Μου είπε:

- Γέροντα, και τα μάτια σου και το χέρι σου θα επανέλθουν.

Μεγάλη παρηγοριά μου έδωσε. Η αγάπη δεν εκδηλώνεται μόνο με το να δώσεις χρήματα. Πες στον άρρωστο έναν λόγο παρηγορητικό, να πάρει μιαν ανάσα…”» (Από το βιβλίο του Μητρ. Αργολίδος Νεκταρίου, «Θα ’μαστε μαζί», Συντροφιά με τον άγιο Εφραίμ τον Κατουνακιώτη).

Ο μεγάλος σύγχρονος όσιος Εφραίμ Κατουνακιώτης, που και μόνο η μορφή και τα μάτια του προκαλούσαν ελέγχους συνειδήσεως και διάθεση μετανοίας, θίγει με τον προσωπικό και βιωματικό αυτόν λόγο του ένα πολύ κρίσιμο θέμα, που άπτεται της σχέσεως ιατρού και ασθενούς. Κι αξίζει ιδιαιτέρως να προσεχτούν τα λόγια του, διότι επρόκειτο περί ανθρώπου με ασυνήθιστη ευαισθησία στον πόνο και τη θλίψη, αφού όλη τη ζωή του σχεδόν την πέρασε μέσα στις δοκιμασίες, τον πόνο και τα βάσανα, με κατά καιρούς διαστήματα μεγάλης επισκέψεως του Θεού διά παρηγορίας και παρακλήσεως, ή καλύτερα: ζούσε την παρηγορία και την παράκληση της Χάρης του Θεού μέσα από τις θλίψεις αυτές. Γράφει εν προκειμένω ο γνωστός σοφός και άγιος Γέροντας, Μητροπολίτης Λεμεσού Αθανάσιος, που ευλογήθηκε από τον Κύριο να γνωρίσει και να συναναστραφεί επί πολλά χρόνια τον όσιο Κατουνακιώτη: «Πέρασε ο Γέροντας πολλές αρρώστιες και ταλαιπωρίες, ήταν συνεχώς στο κρεβάτι. Ήταν το 1976, που τον γνώρισα. Αλλά συνήθως ήτανε στο κρεβάτι, έτσι τον θυμάμαι. Μια φορά, μάλιστα, τον έπιασε απελπισία. Μου είπε: - Τόσα χρόνια στο κρεβάτι… Άμα σηκωθώ να κάνω ένα βήμα, ανοίγουν συνέχεια πληγές. Όταν με πλησίασε το πνεύμα της απογνώσεως, άκουσα τη φωνή της Παναγίας να μου λέει: “- Έτσι σε θέλεις ο Θεός”. Αυτός ήταν!» Κι ακόμη άλλος επί χρόνια υποτακτικός του (π. Γ. Αθανασάκης) σημειώνει: «Όλη του η ζωή ήταν μαρτυρική. Περισσότερο ήταν το μαρτύριο, παρά οι παρακλήσεις από τον Θεό. Είχε μεγάλες καταστάσεις Χάριτος, αλλά περνούσε και πνευματικές δυσκολίες».

Λοιπόν, η γνώμη ενός τέτοιου έμπειρου στον πόνο και τις δοκιμασίες ανθρώπου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Και τι λέει; Ότι γενικώς οι άνθρωποι, εξαιρέτως όμως ο γιατρός, λόγω και επαγγέλματος/λειτουργήματος, πρέπει να στέκει στο πλευρό του ασθενούς με τέτοια λεπτότητα και σεβασμό, που ο λόγος και η όλη στάση του να δημιουργεί κλίμα παρηγοριάς σ’ αυτόν, πράγματι στάση που όπως αφήνει να εννοήσουμε αποτελεί για τον άρρωστο το «φιλί της ζωής». Και δεν είναι υπερβολή: «Να πάρει μια ανάσα» σημειώνει. Γιατί; Διότι ένας αναγκεμένος άνθρωπος, είτε σωματικά είτε ψυχικά – αυτά τα δύο πάνε πάντοτε «παρέα» - βρίσκεται μπροστά στο φάσμα του θανάτου, χαρακτηρίζει ως «πνιγμό» σχεδόν την κατάστασή του. Ακόμη και για πιο ήπιες περιπτώσεις ασθένειας ο λογισμός της απώλειας της ζωής έρχεται υπόγεια στον νου του αρρώστου. Οπότε στην περίπτωση αυτή που βιώνεται μία υπαρξιακή στην ουσία κρίση, εκεί που ο άνθρωπος νιώθει να ταλαντεύεται στο μεταίχμιο των δύο κόσμων ή στην αίσθηση απώλειας της μέχρι τώρα πορείας του, εκεί χρειάζεται η υποστήριξη και η παρηγοριά. Κάποιος να του τονώσει το ηθικό, να του πει ότι δεν είναι μόνος, να του προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας, μία όντως αγκαλιά. Κι αυτός – κι εδώ αναδεικνύεται το μεγαλείο του ως του πιο εγγύτερου προς τον ανθρώπινο πόνο – είναι ακριβώς ο γιατρός.

Ποιος δεν έχει ζήσει παρόμοιες καταστάσεις, όπως ο όσιος Γέροντας; Να κείτεσαι στο κρεβάτι του πόνου ή να αντιμετωπίζεις έστω μία απρόσμενη αρρώστια και ο γιατρός να έρχεται να σου δίνει ελπίδα. Ο λόγος του να γίνεται βάλσαμο στην καρδιά σου κι ίσως λιγότερο στο σώμα σου. Διότι διαρκώς επιβεβαιώνεται ότι ο ψυχολογικός παράγοντας είναι ό,τι ανώτερο και ισχυρότερο στη θεραπεία ενός ασθενούς. Ακόμη και στις περιπτώσεις των πασχόντων από καρκίνο, οι γιατροί το πρώτο που τονίζουν είναι η σημασία του ψυχολογικού παράγοντα. Διακεκριμένη πανεπιστημιακή ιατρός έλεγε προ ολίγο μόλις καιρού ότι ο ψυχολογικός παράγοντας υπερβαίνει κατά πολύ το πενήντα τοις εκατό για την ίαση των παθήσεων. Ποιος λοιπόν μπορεί να «συναγωνιστεί» έναν γιατρό, που εκ των πραγμάτων είναι ο ειδικός και έχεις εμπιστοσύνη στην εκτίμησή του;

Αλλά και αντιστρόφως δυστυχώς. Αρκετοί ασθενείς έχουν «εισπράξει» απόρριψη από τον γιατρό, ακόμη και στο… ιατρείο τους, λόγω της αποτομίας του χαρακτήρα του, λόγω της σκληρότητας του λόγου του – υπάρχουν κι εκείνοι που επιλέγουν το «σπαθί» για να μιλήσουν στον ασθενή – λόγω της όποιας πράγματι κούρασής του που τον κάνει να μη λαβαίνει υπ’ όψιν του τον ψυχολογικό παράγοντα και όσα παραπάνω αναφέραμε. Και ποιο το αποτέλεσμα; Η καταρράκωση του ασθενή, το σβήσιμο ίσως της ελπίδας μέσα του, ένα «πάγωμα» της καρδιάς του που του δίνει συντριπτικό κτύπημα για να βουλιάξει μέσα στην απόγνωσή του – το καλύτερο «φάρμακο» για να τελειώσεις τον ασθενή. Ποιος θα ήθελε να έχει έναν τέτοιο «γιατρό»; Πάντως όχι ο άγιος Εφραίμ αλλ’ ούτε και ο άγιος Πορφύριος που τόνιζε την ίδια αλήθεια: ότι η στάση του γιατρού επηρεάζει τα μέγιστα την κατάσταση και την πορεία του όποιου ασθενούς.

Και τι συμπληρώνει καίρια ο όσιος Γέροντας ως όρο για να λειτουργούν με τον σωστό τρόπο και ο γιατρός ασφαλώς αλλά και όλοι μας; Η αγάπη. Η αγάπη είναι η βάση που θα σε κάνει να δεις τον συνάνθρωπό σου, κατεξοχήν τον εν ανάγκαις ευρισκόμενο, ως άνθρωπο, ως… Χριστό! Ο ίδιος ο Κύριος έτσι δεν χαρακτήρισε ιδίως τον ελάχιστο συνάνθρωπο, που ψυχολογικά και σωματικά, είναι ο ασθενής; Ως τον Ίδιο! «Ό,τι κάνατε σ’ έναν από αυτούς τους ελαχίστους, σ’ εμένα το κάνατε». Κι ο απόστολος Παύλος θα το πει κι αλλιώς: «Αμαρτάνοντας στους αδελφούς και τραυματίζοντας τη συνείδησή του, στον Χριστό αμαρτάνετε!» Αλλά… πρέπει να είσαι έστω και λίγο χριστιανός!

Λόγος παρηγορητικός. Μια ανάσα! Ό,τι χρειαζόμαστε όλοι μας! Ό,τι πρέπει να κάνουμε όλοι μας!  


Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης (2ο μέρος)


Την επόμενη ημέρα, ο Μητροπολίτης εξέδωσε διάταγμα με το οποίο έθετε τον Βεντένσκι «εκτός της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας», εξηγώντας όλους τους λόγους που τον οδήγησαν σ’ αυτή την απόφαση. Ωστόσο, σημείωνε ότι ο αφορισμός μπορούσε να θεωρηθεί απλώς προσωρινό μέτρο, «έως ότου ο Βεντένσκι αναγνωρίσει το σφάλμα του και το αποκηρύξει».
Η διαταγή του Μητροπολίτη τυπώθηκε αμέσως σε όλες τις σοβιετικές εφημερίδες. Δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι προκάλεσε έκπληξη και οργή ανάμεσα στους κομμουνιστές.
Ύστερα από λίγες ημέρες, ο Βεντένσκι, συνοδευόμενος από τον κομαντάντε της Πετρούπολης, Μπακάεφ, παρουσιάστηκε ενώπιον του Μητροπολίτη και του έφερε τελεσίγραφο: Ο Μητροπολίτης έπρεπε να διαλέξει: είτε να ανακαλέσει τη διαταγή του σχετικά με τον Βεντένσκι, είτε να είναι έτοιμος για δικαστική δίωξη εναντίον του ίδιου και πολλών άλλων κληρικών, σε σχέση με την υπόθεση της κατάσχεσης των εκκλησιαστικών θησαυρών. Προειδοποιήθηκε ότι από την επιλογή του θα εξαρτιόταν αν ο ίδιος θα καταδικαζόταν σε θάνατο μαζί με τα πλησιέστερά του πρόσωπα.

Ο Μητροπολίτης άκουσε με ηρεμία τις απειλές και αρνήθηκε κατηγορηματικά να υποταχθεί. Όταν ο Βεντένσκι και ο Μπακάεφ αποχώρησαν, ο Μητροπολίτης κατάλαβε πολύ καλά ότι οι απειλές τους ήταν ειλικρινείς· ότι, από τη στιγμή που αποφάσισε να αντιταχθεί στα σχέδιά τους να ιδρύσουν μια «επαναστατική Εκκλησία» καταστρέφοντας την αληθινή πίστη, είχε ουσιαστικά καταδικάσει τον εαυτό του σε θάνατο. Ωστόσο, δεν μπορούσε ούτε και ήθελε να εγκαταλείψει τον δρόμο που είχε επιλέξει.
Προβλέποντας το πλησίασμα του μαρτυρίου του, προετοιμάστηκε για ό,τι η μοίρα έμοιαζε να του επιφυλάσσει· έδωσε τις τελευταίες του εντολές για τη διοίκηση της μητροπόλεως, οργάνωσε τις τελευταίες συναντήσεις με φίλους και αποχαιρέτησε τους δικούς του.

Λίγες ημέρες αργότερα, όταν επέστρεψε στη Λαύρα από ένα σύντομο ταξίδι, βρήκε στα διαμερίσματά του ορισμένους «επισκέπτες»· τον ανακριτή, πολυάριθμους πράκτορες της Τσέκα και φρουρούς. Η μακρά και εξονυχιστική έρευνά τους στα δωμάτιά του αποδείχθηκε άκαρπη· τότε κατηγόρησαν τον Μητροπολίτη (καθώς και ορισμένους άλλους) για αντίσταση στην κατάσχεση των εκκλησιαστικών τιμαλφών. Τέθηκε σε κατ’ οίκον περιορισμό και, ύστερα από λίγες ημέρες, οδηγήθηκε στη φυλακή, όπου παρέμεινε μέχρι την ώρα του θανάτου του.
Η υπόθεση διεξήχθη όπως όλες οι «δίκες» της σοβιετικής δικαιοσύνης εκείνης της εποχής. Αυτή η τερατώδης δίκη προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση σε ολόκληρη την πόλη.
Πρώτα απ’ όλα, υπήρχε το ζήτημα της οργάνωσης της υπεράσπισης του Μητροπολίτη. Ορισμένοι οργανισμοί και σύλλογοι επιθυμούσαν να την αναθέσουν στον πρώην δημοφιλή δικηγόρο Ι. Σ. Γκουρόβιτς, έναν άνθρωπο που, αφότου οι κομμουνιστές ανέλαβαν την εξουσία, είχε εγκαταλείψει το δικηγορικό λειτούργημα και δεν συμμετείχε στα σοβιετικά δικαστήρια. Ο Γκουρόβιτς δίσταζε και ανέφερε μία ένσταση ως προς τη συγκατάθεσή του· την εβραϊκή του καταγωγή. Κανείς, όπως τόνισε, δεν είναι ασφαλισμένος απέναντι σε πιθανά σφάλματα· όμως, αν ένας Ρώσος δικηγόρος έκανε λάθος, δεν θα του το καταλόγιζαν, ενώ σε έναν Εβραίο συνήγορο θα το απέδιδαν σίγουρα, όσο έντιμος κι αν ήταν.
Όλες οι αμφιβολίες και οι συζητήσεις έλαβαν ξαφνικά τέλος, όταν ο Μητροπολίτης, μέσα από τη φυλακή, ζήτησε από τον Γκουρόβιτς να αναλάβει την υπεράσπισή του, προτρέποντάς τον να το δεχθεί χωρίς δισταγμό και προσθέτοντας ότι τον εμπιστευόταν πλήρως.
Όταν ο Μητροπολίτης Βενιαμίν εισήλθε στην αίθουσα του δικαστηρίου, φορώντας την αρχιερατική του στολή και κρατώντας τη ράβδο του, ακολουθούμενος από τον Επίσκοπο Βενέδικτο, άλλα μέλη του κλήρου και μερικούς λαϊκούς κρατουμένους, όλοι όσοι βρίσκονταν παρόντες σηκώθηκαν από τις θέσεις τους και παρακολούθησαν την πομπή μέσα σε απόλυτη σιωπή. Ο Μητροπολίτης τους ευλόγησε όλους.
Οι δικαστές άρχισαν την ανάκριση με τις συνηθισμένες τους δόλιες μεθόδους, προσπαθώντας να παγιδεύσουν τον Μητροπολίτη και να τον εξαναγκάσουν να αποκαλύψει ποιος τον ενέπνευσε και ποιος συνέταξε την πρόταση που είχε υποβάλει στην Επιτροπή της «Βοηθείας προς τους Πεινῶντας». Έδωσαν σαφείς υπαινιγμούς στον Μητροπολίτη ότι θα μπορούσε να σώσει τον εαυτό του απλώς και μόνο κατονομάζοντας «τους συντάκτες» ή ακόμη και αποκηρύσσοντας το περιεχόμενο της ίδιας του της πρότασης.
Το να σταλεί ο Μητροπολίτης Βενιαμίν στο εκτελεστικό απόσπασμα για το θάρρος των πεποιθήσεών του θα δημιουργούσε ένα είδος «δυσκολίας» για τους κομμουνιστές και θα τους εξέθετε. Αντίθετα, το να τον παρουσιάσουν ενώπιον των μαζών ως «μετανοημένο», ταπεινωμένο, ηθικά συντριμμένο — ως έναν άνθρωπο που είχε πλήρως υποταχθεί στις διαταγές των αρχών — θα αποτελούσε μια σοβιετική νίκη επί της Εκκλησίας.
Ο Μητροπολίτης προσποιήθηκε πως δεν πρόσεξε τα «σωσίβια» που του πρόσφεραν και, κοιτάζοντας κατευθείαν στα πρόσωπα των δικαστών, επανέλαβε με σταθερή φωνή: «Εγώ και μόνον εγώ το έκανα — τα σκέφθηκα όλα, συνέταξα, έγραψα και απέστειλα την πρόταση ο ίδιος. Δεν επέτρεψα σε κανέναν άλλον να συμμετάσχει στη λήψη αποφάσεων για τα ζητήματα που μου είχαν ανατεθεί ως αρχιερέα». Τα λόγια αυτά, φυσικά, υπέγραψαν την καταδίκη του. Όλοι όσοι παρευρίσκονταν στην αίθουσα του δικαστηρίου αντιλήφθηκαν το θάρρος και το μεγαλείο της ψυχής του, καθώς έτσι επιχειρούσε να προστατεύσει τους άλλους.
Όταν τελείωσε η ανάκριση, ο Μητροπολίτης, με αξιοπρέπεια και γαλήνη στο πρόσωπο, επέστρεψε στη θέση του, ενώ οι παρευρισκόμενοι αναστέναζαν και προσπαθούσαν να συγκρατήσουν τα δάκρυά τους. Μόνο ένας τόλμησε, στην αρχή της δίκης, να απευθυνθεί προς τον Μητροπολίτη με περιφρονητικό τόνο· ο συνήγορος υπεράσπισης, Γούροβιτς, αντέδρασε έντονα σε αυτή την ασέβεια.
Οι λοιποί κατηγορούμενοι —κληρικοί και λαϊκοί— διατήρησαν γενικώς την ψυχραιμία τους και δεν επιδίωξαν καμία εύνοια από τους δικαστές. Δεν υπήρξαν περιπτώσεις συκοφαντίας, καταγγελίας ή υπαινιγμών· κανείς δεν θέλησε να κατηγορήσει άλλον για να ελαφρύνει τη δική του μοίρα. Οι περισσότεροι από τους κατηγορουμένους στάθηκαν με αξιοπρέπεια, και μερικοί μάλιστα έδειξαν αληθινό ηρωισμό, δηλώνοντας ανοικτά τη συμφωνία τους με τη θέση του Μητροπολίτη.
Η δίκη διήρκεσε δύο εβδομάδες, και τότε το δικαστήριο άρχισε να καλεί τους μάρτυρες· ανάμεσά τους ήταν και κάποιος Κρασνίτσκι, ντυμένος με ιερατική στολή. Ο άνθρωπος αυτός ήταν προφανώς έμμισθος πράκτορας, οπλισμένος με ψευδείς κατηγορίες, αναιδείς ψευδολογίες και γενικολογίες. Στην παραφορά του να καταστρέψει τους αθώους και άδικα κατηγορουμένους, ξεπέρασε ακόμη και τα μέλη του δικαστηρίου. Έμοιαζε με αληθινό Ιούδα. Ακόμη και τα μέλη του δικαστηρίου κατέβασαν με αμηχανία τα μάτια τους κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του.
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο ιερέας Μπογιάρσκι. Ήταν ένας από τους «δώδεκα» που είχαν υπογράψει την επιστολή που δημοσιεύθηκε στην Pravda. Έμπειρος ρήτορας και δημοφιλής ιεροκήρυκας, αποδείχθηκε τελικά απογοήτευση για την κατηγορούσα αρχή, καθώς ο λόγος του υπήρξε φλογερή απολογία υπέρ του Μητροπολίτη και προκάλεσε μεγάλη εντύπωση σε όλους τους παρευρισκόμενους.
Ο επόμενος μάρτυρας, ο Εγκόροφ, καθηγητής του Τεχνολογικού Ινστιτούτου, εξήγησε με λεπτομέρεια τις διαπραγματεύσεις του Μητροπολίτη με την Επιτροπή. Η ειλικρινής του κατάθεση ανέτρεψε πλήρως τα προηγούμενα σημεία του κατηγορητηρίου. Τότε ο εισαγγελέας αμέσως κατηγόρησε τον Εγκόροφ ότι ήταν οπαδός του Μητροπολίτη και διέταξε τη σύλληψή του επί τόπου. Έτσι, ο Εγκόροφ προστέθηκε στους υπόλοιπους κρατούμενους. Τέτοια ήταν η θέση του μάρτυρα στα σοβιετικά δικαστήρια.


                                                                                                                                        (συνεχίζεται)

 


 ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ