Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025

Μην αφήσεις τη θλίψη να σε πείσει πως είσαι μόνος - Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης

Όταν η ψυχή σκοτεινιάζει υπάρχουν ώρες που ο άνθρωπος νιώθει πως όλα γύρω του έχουν σβήσει. Ο ουρανός φαίνεται κλειστός, οι άνθρωποι απόμακροι και μέσα του απλώνεται μια βαριά σιωπή, σαν να έσβησε κάθε φως. Εκείνη τη στιγμή η θλίψη ψιθυρίζει στο αυτί του. Είσαι μόνος, κανείς δεν σε καταλαβαίνει, ούτε ο Θεός. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη στιγμή της ψυχής, γιατί η θλίψη όταν δεν γίνει προσευχή μετατρέπεται σε απελπισία, και η απελπισία είναι το μεγαλύτερο ψέμα του εχθρού. Ο Άγιος Ιωάννης της Κροστάνδης έλεγε πως ο διάβολος προσπαθεί να πείσει τον άνθρωπο ότι είναι εγκαταλελειμμένος, ενώ ακριβώς τότε ο Θεός στέκεται πιο κοντά του από ποτέ. Η θλίψη λοιπόν δεν είναι ένδειξη ότι ο Θεός σε ξέχασε, είναι απόδειξη ότι σε παιδαγωγεί. Ο Θεός δεν στέλνει τη θλίψη για να σε τσακίσει, αλλά για να μαλακώσει την καρδιά σου, για να την κάνει εύφορη, ικανή, να δεχθεί τη χάρη του. Όπως το σκληρό χώμα πρέπει να σπάσει για να φυτρώσει ο σπόρος, έτσι και η καρδιά πρέπει να ραγίσει για να μπει μέσα της η ζωή.
Ο Θεός σιωπά για να μας μάθει να Τον ακούμε. Πολλοί λένε προσεύχομαι, αλλά ο Θεός δεν μου απαντά. Και ξεχνούν ότι η σιωπή του Θεού είναι και αυτή λόγος. Δεν είναι αδιαφορία, αλλά τρόπος να μάθεις να Τον ακούς όχι με τα αυτιά, αλλά με την καρδιά. Ο Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης γράφει πως «Ο Θεός απαντά στην ψυχή όταν αυτή ησυχάσει από τους λογισμούς της. Όταν σταματήσεις να περιμένεις θαύματα, όταν πάψεις να ζητάς εξηγήσεις, τότε θα καταλάβεις ότι Εκείνος δεν έφυγε ποτέ». Η θλίψη συχνά είναι το εργαλείο του Θεού για να καθαρίσει την ακοή της ψυχής. Μόνο μέσα στη σιωπή των δακρύων ακούγεται η φωνή Του. Όταν όλα γύρω σου γκρεμίζονται, τότε μαθαίνεις ποιος είναι το θεμέλιο. Και αυτό το θεμέλιο είναι ο Χριστός. Μην νομίζεις ότι σε εγκατέλειψε. Ο Θεός στέκεται πίσω από την κουρτίνα της δοκιμασίας και περιμένει να Τον καλέσεις με καρδιά συντετριμμένη, γιατί η συντριβή δεν Τον φοβίζει, Τον ελκύει.
Η μοναξιά είναι η πλάνη του αιώνα. Σήμερα περισσότερο από ποτέ οι άνθρωποι νιώθουν μόνοι. Ζούμε μέσα σε πλήθος, αλλά η ψυχή μας είναι άδεια. Το τηλέφωνο χτυπά, τα κοινωνικά δίκτυα γεμίζουν με πρόσωπα, αλλά κανείς δεν αγγίζει τον πυρήνα μας. Ο Άγιος Ιωάννης έγραφε «Μην αναζητείς στον κόσμο παρηγορητή. Ούτε άνθρωπος, ούτε λόγος μπορεί να γεμίσει την καρδιά σου όπως ο Χριστός». Η μοναξιά είναι πνευματική ασθένεια που θεραπεύεται μόνο με τη χάρη. Δεν φεύγει επειδή γέμισες το πρόγραμμά σου, αλλά επειδή άνοιξες την καρδιά σου. Όταν αισθάνεσαι μόνος, θυμήσου ότι ο Χριστός έμεινε μόνο στον κήπο της Γεθσημανή. Όμως Εκείνος προσευχόταν για όλους. Όταν τον μιμείσαι σε αυτό, τότε η μοναξιά μεταμορφώνεται σε κοινωνία με τον Θεό. Η αληθινή μοναξιά δεν είναι όταν δεν έχεις ανθρώπους, αλλά όταν δεν έχεις εσωτερική σχέση με τον Χριστό, και όταν τον βρεις μέσα σου, τότε ακόμη και στην έρημο δεν είσαι μόνος. Γιατί η έρημος γίνεται παράδεισος.
Ο Θεός γράφει πάνω στις πληγές. «Κανένα δάκρυ δεν πάει χαμένο». Ο Θεός δεν ξεχνά ούτε ένα στεναγμό. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως η πληγή της ψυχής είναι η σελίδα πάνω στην οποία ο Θεός γράφει την χάρη Του. Όταν πονάς, μην προσπαθείς απλώς να ξεχάσεις τον πόνο. Κοίτα να τον βρεις μέσα σ' αυτόν. Ο Θεός γράφει τα πιο ιερά λόγια Του όχι πάνω σε καθαρές, άψογες ζωές, αλλά πάνω σε ραγισμένες καρδιές. Εκεί όπου το δάκρυ γίνεται μελάνι και η μετάνοια χαρτί. Η πληγή της ψυχής είναι τόπος ιερός. Αν τη δώσεις στο Θεό, θα την κάνει πηγή ευλογίας. Αν όμως την κρατήσεις μέσα σου με γογγυσμό, θα γίνει δηλητήριο. Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε «μας πληγώνει, εκεί ακριβώς εργάζεται ο Θεός για τη σωτηρία μας». Και αυτό είναι το μυστήριο της χάριτος. Όταν ο άνθρωπος είναι πληγωμένος, η προσευχή του γίνεται αληθινή. Δεν είναι πια τυπικά λόγια, αλλά κραυγή. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως «Ο στεναγμός που βγαίνει από την καρδιά του πονεμένου ανεβαίνει ως θυμίαμα ευωδίας στον ουρανό». Ο Θεός αγαπά την ειλικρίνεια περισσότερο από τη ρητορική. Όταν ο άνθρωπος είναι πληγωμένος, όταν του λες «Κύριε, δεν αντέχω», αυτός δεν σε απορρίπτει, σε αγκαλιάζει, γιατί ξέρει ότι αυτό το «δεν αντέχω» είναι πιο βαθιά προσευχή από «Χίλια ευχαριστώ», ειπωμένα μηχανικά. Μη φοβάσαι να κλάψεις μπροστά του. Τα δάκρυα είναι το νερό που καθαρίζει την ψυχή και πολλές φορές ο Θεός επιτρέπει να περάσουμε από θλίψεις, μόνο και μόνο για να βγάλει από μέσα μας τη γνήσια κραυγή που τον καλεί. Όταν δεν έχεις λόγια, πες μόνο «Κύριε, ελέησόν με». Αυτό φτάνει γιατί μέσα σε αυτή τη φράση κρύβεται όλη η αγάπη, η μετάνοια και η πίστη. Και όταν την πεις με καρδιά συντετριμμένη, τότε δεν είσαι μόνος. Έχεις μαζί σου τον ίδιο τον Θεό.
Παράξενο, αλλά αληθινό. Η χαρά δεν βρίσκεται στην απουσία του πόνου, αλλά στη μεταμόρφωσή του. Ο Θεός δεν αφαιρεί πάντα τη θλίψη, την αγιάζει. Όπως ο σταυρός δεν εξαφανίστηκε μετά την Ανάσταση, αλλά έλαμψε. Ο Άγιος Ιωάννης μας διδάσκει πως ο σταυρός του καθενός γίνεται η γέφυρα προς τον ουρανό. Ο σταυρός σου, η ασθένεια, η απώλεια, η απογοήτευση, δεν είναι κατάρα, αλλά κάλεσμα. Ο Θεός σε καλεί να το γνωρίσεις μέσα από τον πόνο σου. Και τότε βλέπεις ότι η θλίψη δεν ήταν τιμωρία, αλλά πρόσκληση. Πρόσκληση να αγαπήσεις πιο βαθιά, να συγχωρήσεις, να εμπιστευθείς. Όταν περάσεις τη φωτιά με πίστη, βγαίνεις χρυσάφι. Η χαρά του Χριστού δεν είναι επιφανειακό συναίσθημα, αλλά ειρήνη μέσα στη θύελλα. Όπως η καρδιά του παιδιού που κοιμάται ήσυχο στα χέρια του πατέρα του, ακόμη κι αν έξω βρέχει.
Όλοι κάποτε θα νιώσουμε την εγκατάλειψη. Ο φίλος που δεν σε κατάλαβε, η οικογένεια που δεν σε στήριξε, η κοινωνία που σε ξέχασε. Μα εκείνη τη στιγμή πρέπει να θυμηθείς, ο Θεός δεν εγκαταλείπει ποτέ. Ο Χριστός είπε, «Εγώ είμαι μεθ΄ υμών πάσας τας ημέρας». Δεν είπε όταν όλα πάνε καλά, αλλά πάσας τας ημέρας, και στις σκοτεινές. Ο Άγιος Ιωάννης τόνιζε πως ο Θεός βρίσκεται πλησιέστερα όταν όλοι οι άνθρωποι απομακρυνθούν. Γιατί τότε μόνο αφήνεις χώρο στην καρδιά σου για να τον νιώσεις. Όσο γεμίζουμε με ανθρώπινες παρηγοριές, δεν μπορούμε να καταλάβουμε την Θεϊκή. Ο Θεός δεν χρειάζεται πλήθη για να σε στηρίξει, χρειάζεται μόνο να του πεις «Ναι» μέσα στη θλίψη σου. Και τότε θα ανακαλύψεις ότι Εκείνος ήταν πάντοτε δίπλα σου, απλώς περίμενε να τον δεις.
Μπορεί να χάσεις πολλά στη ζωή. Χρήματα, υγεία, ανθρώπους. Μην χάσεις όμως την ελπίδα γιατί η ελπίδα είναι το σχοινί που σε κρατά ενωμένο με το Θεό. Ο Άγιος Ιωάννης έλεγε πως η ελπίδα στον Θεό είναι η πνοή της ψυχής. Όσο την κρατάς, δεν θα πεθάνεις πνευματικά. Και η ελπίδα δεν είναι αίσθημα, είναι πίστη στην αγάπη του. Όταν δεν βλέπεις φως, μην πεις δεν υπάρχει, πες, δεν το βλέπω ακόμη, γιατί το φως του Θεού δεν έρχεται πάντα με λάμψη, αλλά με ειρήνη, και η ειρήνη του μπορεί να φωτίσει ακόμη και τη νύχτα της θλίψης σου. Μην αφήσεις τη θλίψη να σε πείσει πως είσαι μόνος. Η μοναξιά είναι ψευδαίσθηση.
Ο Θεός είναι πάντοτε κοντά σε εκείνον που τον φωνάζει. Όταν νομίζεις πως σε εγκατέλειψαν όλοι, ο ίδιος Ιωάννης της Κρονστάνδης που γνώρισε βαθιά τη δύναμη του πόνου και της προσευχής, μας διδάσκει ότι η θλίψη είναι δρόμος προς τη χάρη όχι απόδειξη απουσίας. Μάθε λοιπόν να βλέπεις μέσα στη δοκιμασία το άγγιγμα του Θεού. Να δέχεσαι τον πόνο ως ευκαιρία να τον γνωρίσεις πιο προσωπικά. Και τότε η ψυχή σου όσο κι αν πληγωθεί θα γίνει τόπος Θείας Γραφής. Γιατί εκεί όπου πόνεσες εκεί θα σε αγιάσει ο Θεός.


ΠΗΓΗ



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



Μητροπολίτης Βενιαμίν της Πετρούπολης (3ο μέρος)

Εικόνα του Ιερομάρτυρος Βενιαμίν, Μητροπολίτη Πετρουπόλεως. Έχει φιλοτεχνηθεί για την 100η επέτειο της δίκης της Πετρούπολης το 1922. Φωτογραφία από την ιστοσελίδα της Μητρόπολης Αγίας Πετρούπολης
 

Η κυβέρνηση δεν έχασε χρόνο για να προετοιμάσει την υπόθεση. Θα διεξήγαγε απλώς μια δίκη-παρωδία, η οποία θα τελείωνε γρήγορα και σύμφωνα με ένα προκαθορισμένο σενάριο — το αποτέλεσμα, όπως πάντα, θα ήταν ευνοϊκό για τη σοβιετική εξουσία. Η λέξη «υπεράσπιση» δεν είχε κανένα νόημα· ήταν απλώς μια κενή κοροϊδία, γιατί υπήρχε — και υπάρχει — μόνο «κατηγορία».
Όταν ο εισαγγελέας ολοκλήρωσε την αγόρευσή του και ανέφερε το κατηγορητήριό του, δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τίποτε άλλο παρά μόνο ότι ζητούσε «δεκαέξι κεφάλια». Μια ομάδα ανθρώπων στην αίθουσα του δικαστηρίου, τοποθετημένων εκεί επί τούτου, ενισχυμένων από μερικές εκατοντάδες στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού, απάντησε με δυνατά χειροκροτήματα. (Μέλη του Κόκκινου Στρατού με τους διοικητές τους κατείχαν τον εξώστη).
Έπειτα δόθηκε ο λόγος στον συνήγορο υπεράσπισης, τον Γκούροβιτς. Στην αρχή της αγόρευσής του, ο Γκούροβιτς επισήμανε ότι η κατηγορούσα αρχή προσπαθούσε να δικαιολογήσει την κατηγορία με ιστορικά και πολιτικά επιχειρήματα, θέματα που δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τη δίκη. Τόνισε ότι η κατηγορία συνδέθηκε αυθαίρετα με κάθε είδους πρωτόκολλα και γραφειοκρατικές διαδικασίες, με γεγονότα και χρονικές περιόδους που δεν είχαν καμία κοινή βάση με την υπόθεση. Κατόπιν ο Γκούροβιτς ανέπτυξε λεπτομερώς τα αίτια και την ιστορία της προελεύσεως της δίκης.
Επεσήμανε ότι ο Μητροπολίτης Βενιαμίν, κατά τις κρίσιμες ώρες της ανακρίσεως, δεν δείλιασε καθόλου στη στάση του. «Μπορείτε να καταστρέψετε τον Μητροπολίτη», είπε ο Γκούροβιτς, «αλλά δεν έχετε δύναμη να καταστρέψετε τη πνευματική του ισχύ, ούτε τη γενναιότητα και το ύψος των σκέψεων και των πράξεών του».
Κλείνοντας την αγόρευσή του, ο Γκούροβιτς είπε: «Πώς θα τελειώσει αυτή η δίκη, και τι θα πει η Ιστορία γι’ αυτήν; Η ιστορία θα καταγράψει ότι, την άνοιξη του 1922, ανεκτίμητοι θησαυροί αφαιρέθηκαν από τις εκκλησίες της Πετρούπολης από τους Σοβιετικούς· ότι, σύμφωνα με τις σοβιετικές αναφορές, όλα έγιναν χωρίς σοβαρές αντιδράσεις ή δημόσια διαμαρτυρία. Θα προσθέσει όμως η ιστορία ότι, παρά ταύτα, οι σοβιετικές αρχές —προς αγανάκτηση ολόκληρου του πολιτισμένου κόσμου— θεώρησαν ακόμη αναγκαίο να παρατάξουν τον Μητροπολίτη και άλλους ενώπιον του εκτελεστικού αποσπάσματος;».
«Δε σας ζητώ τίποτα, ξέρω ότι οι εκκλήσεις είναι μάταιες. Για εσάς πρωτεύουν μόνο τα πολιτικά ζητήματα και όλες οι αποφάσεις πρέπει να ευνοούν την πολιτική σας. Κάθε εμπόδιο πρέπει να αφαιρείται αδυσώπητα. Θα τολμήσετε να εφαρμόσετε μια τέτοια διαδικασία σε αυτή την υπόθεση, μια υπόθεση εξαιρετικής σημασίας για εμάς; Θα τολμήσετε να παραδεχτείτε σε όλον τον κόσμο ότι αυτή η «δικαστική δίκη» δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια παρωδία;».
«Σε κάθε περίπτωση, μην κάνετε τον Μητροπολίτη μάρτυρα, σας παρακαλώ. Οι μάζες τον σεβονται, και αν τον σκοτώσετε για την πίστη του και την αφοσίωσή του στο λαό, τότε θα γίνει πολύ πιο επικίνδυνος για την σοβιετική εξουσία. Ο αμετάβλητος νόμος της Ιστορίας πρέπει να σας είναι μάθημα. Θυμηθείτε ότι η αληθινή πίστη τρέφεται και δυναμώνει με το αίμα των μαρτύρων. Θα ρισκάρετε να προσφέρετε ακόμη περισσότερους μάρτυρες στον ανήσυχο λαό;»
Πριν από την αγόρευσή του, ο συνήγορος υπεράσπισης είχε προειδοποιήσει το κοινό να παραμείνει ήρεμο και να συγκρατήσει τα συναισθήματά του, τόσο για το καλό των κατηγορουμένων όσο και για το δικό του, επειδή το κοινό μπορούσε επίσης να υποστεί τιμωρία. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος της αγόρευσης ακολούθησε θύελλα χειροκροτημάτων, που διήρκεσε για αρκετή ώρα. Το δικαστήριο, εξαιρετικά δυσαρεστημένο, προσπάθησε «να λάβει μέτρα», αλλά συνέβη κάτι απρόσμενο, πολλοί κομμουνιστές, που καταλάμβαναν μεγάλο μέρος της αίθουσας, συμμετείχαν τις επευφημίες. (Αυτό εξηγήθηκε από το γεγονός ότι πολλοί «κομμουνιστές από τον λαό» δεν ενέκριναν τη δίκη).
Οι συζητήσεις έληξαν, και ο τελευταίος λόγος δόθηκε στους κατηγορουμένους. Στους στενογράφους δεν επετράπη να καταγράψουν τα λόγια των κατηγορουμένων, διότι οι κομμουνιστές δεν ήθελαν να διασωθούν οι τελευταίες λέξεις των καταδικασμένων, μήπως και ο λαός αναπαραστήσει αργότερα την τραγική εκείνη στιγμή.
Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν σηκώθηκε αργά από τη θέση του· το ψηλό του ανάστημα διαγραφόταν καθαρά μέσα στο φως. Σιωπή βασίλευε μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου.
Ο Μητροπολίτης εξέφρασε πρώτα τη λύπη του επειδή τον αποκάλεσαν «εχθρό του λαού». «Είμαι αληθινός υιός του λαού μου», είπε. «Αγαπώ, και πάντοτε αγάπησα, τον λαό. Όλη μου τη ζωή την αφιέρωσα σ’ αυτόν και αισθανόμουν ευτυχής βλέποντας ότι κι εκείνος —εννοώ τον απλό λαό— μου ανταπέδιδε την ίδια αγάπη. Ήταν ο ρωσικός λαός που με ανύψωσε στη μεγάλη θέση που κατέχω μέσα στην Εκκλησία της Ρωσίας».
Αυτό ήταν όλο ό,τι είχε να πει για τον εαυτό του. Το υπόλοιπο της ομιλίας του αφορούσε εξηγήσεις και σκέψεις υπέρ της υπεράσπισης των άλλων. Αναφερόμενος σε ορισμένα έγγραφα και άλλα γεγονότα, έδειξε εξαιρετική μνήμη, λογική και ψυχραιμία.
Μια σεβαστή σιωπή ακολούθησε τα καταληκτικά λόγια της ομιλίας του Μητροπολίτη, ώσπου ο πρόεδρος του δικαστηρίου το διέκοψε. Απευθύνθηκε τότε προς τον Μητροπολίτη με πιο ήπιο τόνο απ’ ό,τι πριν, σαν να είχε και ο ίδιος συγκινηθεί από τη δύναμη της ψυχής του κατηγορουμένου. «Όλον αυτόν τον καιρό», είπε, «μιλούσατε για τους άλλους· το δικαστήριο θα ήθελε να ακούσει κάτι και για εσάς τον ίδιο».
Ο Μητροπολίτης, που είχε καθίσει, σηκώθηκε, κοίταξε τον πρόεδρο του δικαστηρίου με απορία και ρώτησε με χαμηλή, καθαρή φωνή: «Για τον εαυτό μου; Μα τι άλλο μπορώ να σας πω για τον εαυτό μου; Ίσως ένα ακόμη πράγμα· ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η απόφασή σας, όποια κι αν είναι η καταδίκη μου —ζωή ή θάνατος— θα υψώσω ευλαβικά τα μάτια μου προς τον Θεό, θα σταυροκοπηθώ και θα πω: “Δόξα Σοι, Κύριε· δόξα Σοι για όλα.”». Και αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του Μητροπολίτη Βενιαμίν. Στο σημείο αυτό το δικαστήριο κήρυξε διακοπή.
Ένας άλλος κατηγορούμενος, ο Αρχιμανδρίτης Σέργιος, προκάλεσε βαθιά εντύπωση στον λαό. Περιέγραψε τη ζωή του ασκητή μοναχού και τόνισε ότι, αποκηρύσσοντας τον κόσμο με τις μέριμνες και τις απολαύσεις του, και αφιερώνοντας τον εαυτό του στη θεία μελέτη και την προσευχή, διατηρούσε μόνο έναν αμυδρό δεσμό με τον έξω κόσμο. «Μπορεί, άραγε», ρώτησε, «το δικαστήριό σας να νομίζει ότι, κόβοντας το αδύναμο νήμα που με συνδέει με τη ζωή, θα με φοβίσει; Κάντε το έργο σας! Εγώ σας λυπάμαι και προσεύχομαι για σας».
Στις 9 το βράδυ της 5ης Ιουλίου, το δικαστήριο εμφανίστηκε από την αίθουσα συνεδριάσεων και ο πρόεδρος ανακοίνωσε την ακόλουθη απόφαση: δέκα άτομα, συμπεριλαμβανομένου του Μητροπολίτη, καταδικάστηκαν σε εκτέλεση με πυροβολισμούς. Κανείς δεν εξέφρασε έκπληξη, και το «Κόκκινο» μπαλκόνι επευφήμησε την απόφαση.
Ακολούθησαν μακριές και κουραστικές ημέρες. Οι δικηγόροι ασχολούνταν με εφέσεις, ταξίδια στη Μόσχα και την υποβολή αιτήσεων για χάρη στο Κεντρικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Τη Δευτέρα, 14 Αυγούστου 1922, όσοι εμφανίζονταν τακτικά στις φυλακές με τα συνήθη πακέτα τροφίμων για τους καταδικασμένους, ενημερώθηκαν ότι οι κρατούμενοι είχαν σταλεί στη Μόσχα. Γνωρίζοντας τη σοβιετική ορολογία, κατάλαβαν πολύ καλά το τρομακτικό νόημα αυτών των λέξεων. Στην πραγματικότητα, οι κρατούμενοι είχαν βγει από τη φυλακή και εκτελέστηκαν σε απόσταση μόλις λίγων μιλίων από την Πετρούπολη.
Πριν από την εκτέλεση τους ξύρισαν και τους έντυσαν με κουρέλια, ώστε η ομάδα εκτελεστών να μην γνωρίζει ότι επρόκειτο να εκτελέσει κληρικούς. Ο πατήρ Σέργιος προσευχήθηκε δυνατά: «Κύριε, συγχώρεσέ τους, διότι δεν ξέρουν τι κάνουν». Ο Κοβσάροφ χλεύασε και γέλασε με τους εκτελεστές. Ο Νοβίτσκι έκλαψε, σκεπτόμενος την ορφανή νεαρή κόρη του, και ζήτησε να της δοθεί το ασημένιο ρολόι του και μια τούφα γκρίζων μαλλιών ως τελευταίο δώρο. Ο Μητροπολίτης Βενιαμίν προχώρησε προς τον θάνατο με ηρεμία, ψιθυρίζοντας μια προσευχή και σημειώνοντας τον σταυρό του. Έτσι πέθαναν αυτοί οι άνδρες.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα ο πληθυσμός αρνιόταν να πιστέψει ότι ο Μητροπολίτης Βενιαμίν είχε πεθάνει. Ανεπτύχθησαν διάφορες ιστορίες. Υποστηριζόταν ότι ο Μητροπολίτης είχε φυλακιστεί σε κάποιο απομακρυσμένο, μυστικό μέρος. Οι φήμες ενισχύονταν από το γεγονός ότι δεν είχε δοθεί καμία επίσημη πληροφορία για τις εκτελέσεις. Στο μυαλό πολλών, ο Μητροπολίτης ζούσε ακόμα, και η εικόνα του φώτιζε τις καρδιές τους, όπως και η αγαπημένη μνήμη του ζει μέχρι σήμερα.


                                                     ΠΗΓΗ: ''Oι Νέοι Μάρτυρες της Ρωσίας'', Μόντρεαλ 1972




 

                                                               ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ