Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Οι Άγιοι Απόστολοι και η παραχάραξη του Ευαγγελίου.

«Οὐ τοίνυν ἀρκεῖ τὸ εἰπεῖν, ὅτι ἐν τῇ Γραφῇ γέγραπται, ἀλλὰ χρῇ καὶ τὴν ἀκολουθίαν ἀναγνῶναι πᾶσαν, ἐπεὶ εἰ μέλλοιμεν διακόπτειν τὴν πρὸς ἀλλῆλα συνέχειαν αὐτῶν καὶ συγγένειαν, πολλὰ τεχθήσονται πονηρὰ δόγματα» (Ι. Χρυσοστόμου, PG 56,156)

«Οὒ’ δεῖ ἁπλῶς τὰς τῶν Γραφῶν ῥήσεις παραφέρειν, οὐδὲ ἐκκόπτοντας τῆς ἀκολουθίας, οὐδὲ τῆς συγγενείας ἀποσπῶντας, οὐδὲ ἔρημα καὶ γυμνὰ τὰ ῥήματα τῆς τῶν ἑπομένων ἢ προλαβόντων βοηθείας λαμβάνοντας συκοφαντεῖν ἁπλῶς καὶ ἐπηρεάζειν» (Ι. Χρυσοστόμου, ΡG 56,158).


Αύριο η Αγία μας Εκκλησία εορτάζει την ιερά μνήμη των Αγίων ενδόξων και πανευφήμων Αποστόλων. Των ανθρώπων εκείνων τους οποίους ο ίδιος ο Κύριος εξέλεξε, εκπαίδευσε και απέστειλε «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς» (Πράξ. 1,8), ώστε να κηρύξουν το Ευαγγέλιο «πάσῃ τῇ κτίσει» (Μάρκ. 16,15).
Η αποστολή τους δεν ήταν να ιδρύσουν μία νέα φιλοσοφική σχολή, ούτε να παρουσιάσουν προσωπικές θεωρίες ή θεολογικούς στοχασμούς. Η αποστολή τους ήταν μία και μοναδική: να μεταδώσουν αναλλοίωτο εκείνο το οποίο παρέλαβαν από τον ίδιο τον Θεάνθρωπο Κύριό μας Ιησού Χριστό.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει χαρακτηριστικά:
«Παρέδωκα γὰρ ὑμῖν ἐν πρώτοις ὃ καὶ παρέλαβον...» (Α΄ Κορ. 15,3).
Δεν παρέδωσε ό,τι σκέφθηκε, αλλά ό,τι παρέλαβε. Και όμως, ενώ το ίδιο Ευαγγέλιο άρχισε να φωτίζει τα έθνη, σχεδόν ταυτόχρονα άρχισε και μία άλλη παράλληλη πορεία. Ο διάβολος, ο οποίος από την αρχή είναι «ψεύστης καὶ ὁ πατὴρ αὐτοῦ» (Ιω. 8,44), δεν μπορούσε να καταργήσει το Ευαγγέλιο. Επιχείρησε λοιπόν κάτι πολύ πιο ύπουλο: να το παραχαράξει. Δεν δημιούργησε δικό του ευαγγέλιο, χρησιμοποίησε το ίδιο. Δεν αρνήθηκε πάντοτε την Αγία Γραφή, την παρερμήνευσε. Δεν απέρριψε εξ ολοκλήρου τα λόγια των Αποστόλων, τα απέκοψε από την Παράδοση της Εκκλησίας και τους έδωσε διαφορετικό νόημα. Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που ενεργεί κατ' αυτόν τον τρόπο. Ακόμη και κατά τον πειρασμό του Κυρίου στην έρημο, ο διάβολος χρησιμοποίησε χωρία της Αγίας Γραφής. Δεν παρέθεσε ψευδή εδάφια· παρέθεσε αληθινά, αλλά διαστρεβλωμένα και αποκομμένα από τον πραγματικό τους σκοπό. Το ίδιο συνέβη και αργότερα. Οι περισσότερες αιρέσεις δεν γεννήθηκαν επειδή απέρριψαν το Ευαγγέλιο, αλλά επειδή ισχυρίστηκαν ότι μόνο αυτές το κατανοούν σωστά.
Πολλοί αιρετικοί  επικαλούνταν την Αγία Γραφή. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να ισχυρισθεί ότι επειδή όλοι χρησιμοποιούσαν την ίδια Αγία Γραφή, όλοι δίδασκαν και την ίδια πίστη; Προφανώς όχι διότι το πρόβλημα δεν ήταν το Ευαγγέλιο. Το πρόβλημα ήταν η ερμηνεία του. Γι' αυτό και οι Άγιοι Πατέρες ποτέ δεν διαχώρισαν την Αγία Γραφή από την Ιερά Παράδοση. Το ίδιο Πνεύμα το Άγιο που ενέπνευσε τους Αποστόλους να συγγράψουν τα ιερά κείμενα, καθοδήγησε και την Εκκλησία στην ορθή κατανόησή τους. Έξω από αυτήν την ζωή της Εκκλησίας, η αυθαίρετη ερμηνεία έγινε πάντοτε η γεννήτρια των αιρέσεων.
Δεν είναι τυχαίο ότι ήδη από τους αποστολικούς χρόνους οι ίδιοι οι Απόστολοι προειδοποιούσαν για τον κίνδυνο αυτό.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει:
«δεῖ γὰρ αἱρέσεις ἐν ὑμῖν εἶναι...» (Α΄ Κορ. 11,19).
Ενώ προς τους Γαλάτας είναι ακόμη αυστηρότερος:
«Ἀλλὰ καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἢ ἄγγελος ἐξ οὐρανοῦ εὐαγγελίζηται παρ' ὃ εὐηγγελισάμεθα ὑμῖν, ἀνάθεμα ἔστω» (Γαλ. 1,8).
Αξίζει να σταθούμε λίγο στα λόγια αυτά. Δεν λέγει: «αν σας κηρύξει διαφορετική θρησκεία». Λέγει: «αν σας κηρύξει διαφορετικό ευαγγέλιο». Δηλαδή ακόμη και αν χρησιμοποιούνται οι ίδιες λέξεις, ακόμη και αν επικαλείται κανείς τον Χριστό, ακόμη και αν παραθέτει αποστολικά χωρία, εφόσον αλλοιώνει το περιεχόμενο της πίστεως, τότε δεν πρόκειται πλέον για το Ευαγγέλιο που παρέδωσαν οι Άγιοι Απόστολοι.
Δυστυχώς, το φαινόμενο αυτό δεν περιορίστηκε στους πρώτους αιώνες, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πόσες ομολογίες δεν επικαλούνται καθημερινά την Αγία Γραφή; Πόσες αιρέσεις δεν δηλώνουν ότι ακολουθούν τον Χριστό; Πόσοι δεν ισχυρίζονται ότι βασίζονται αποκλειστικά στο Ευαγγέλιο; Και όμως, ενώ κρατούν το ίδιο βιβλίο στα χέρια τους, καταλήγουν σε δεκάδες ή και εκατοντάδες διαφορετικές δογματικές αντιλήψεις. Άραγε ευθύνεται το Ευαγγέλιο γι' αυτήν την κατάσταση ή μήπως ευθύνεται η αυθαίρετη ερμηνεία του; Η απάντηση είναι προφανής. Το Ευαγγέλιο δεν γεννά αιρέσεις. Η υπερηφάνεια του ανθρώπου γεννά τις αιρέσεις. Όταν ο άνθρωπος θεωρεί ότι μπορεί μόνος του να ερμηνεύσει την θεία Αποκάλυψη, χωρίς την εμπειρία των Αγίων, χωρίς την σύμφωνη φωνή των Πατέρων και χωρίς την ζωή της Εκκλησίας, τότε εύκολα οδηγείται στην πλάνη. Αυτή ακριβώς είναι και η μεγάλη παρακαταθήκη των Αγίων Αποστόλων. Δεν μας παρέδωσαν μόνο τα ιερά κείμενα. Μας παρέδωσαν και τον τρόπο με τον οποίο αυτά βιώνονται μέσα στο Σώμα του Χριστού.
Με την ευκαιρία λοιπόν της αυριανής εορτής των Αγίων Αποστόλων, ας τους τιμήσουμε όχι μόνο με ύμνους και εγκώμια, αλλά κυρίως με την πιστή διαφύλαξη εκείνου που οι ίδιοι παρέδωσαν στην Εκκλησία, χωρίς προσθήκες, χωρίς αφαιρέσεις και χωρίς ιδιωτικές ερμηνείες. Διότι η αληθινή τιμή προς τους Αγίους Αποστόλους δεν βρίσκεται στα λόγια, αλλά στην πιστή διατήρηση της Αποστολικής Παραδόσεως, την οποία σφράγισαν όχι μόνο με το κήρυγμά τους, αλλά και με το ίδιο τους το αίμα.


Ι. Ν. Παπαρρήγας






ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ





 


Πορτρέτο ενός πιθανού οπαδού αίρεσης.

 

Στο παρόν άρθρο εξετάζεται ένα από τα βασικά ζητήματα που αφορούν την πρόληψη της αρνητικής επιρροής των αιρέσεων στην κοινωνία: το πορτρέτο του δυνητικού μέλους μιας αίρεσης. Αναδεικνύονται τόσο οι γενικοί λόγοι που οδηγούν κάποιον στην ένταξη σε θρησκευτικές οργανώσεις όσο και μια σειρά κοινωνικών και ψυχολογικών χαρακτηριστικών των ανθρώπων που εμφανίζουν τη μεγαλύτερη προδιάθεση να ενταχθούν σε αιρέσεις και λατρευτικές ομάδες. Παράλληλα, εντοπίζονται τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που είτε αποτρέπουν είτε καθιστούν σημαντικά δυσκολότερη την ένταξη σε μια αίρεση.

Γιατί οι άνθρωποι προσχωρούν στις αιρέσεις; Πρόκειται για ένα αρκετά σύνθετο ερώτημα, το οποίο στη σύγχρονη κοινωνία συνήθως απλοποιείται σε υπερβολικό βαθμό. Συχνά ακούγεται ότι «οι κακόβουλοι αιρετικοί τού έκαναν πλύση εγκεφάλου», ότι του αφαίρεσαν την ελευθερία του, στερώντας του την ικανότητα να σκέφτεται αυτόνομα και να αξιολογεί σωστά τον κόσμο γύρω του. Ως παραδείγματα προβάλλονται πολλές κατεστραμμένες ζωές ανθρώπων που υπέστησαν σοβαρή ηθική και ψυχική βλάβη, εγκατέλειψαν την εργασία ή τις σπουδές τους και διέλυσαν την ίδια τους την οικογένεια.
Έτσι γεννάται εύλογα το ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να οδηγηθεί ένας άνθρωπος σε μια τέτοια κατάσταση; Ωστόσο, το ίδιο το ερώτημα είναι εξαρχής λανθασμένα διατυπωμένο, διότι προϋποθέτει ότι κάποιος άλλος οδηγεί τον άνθρωπο σε αυτή την κατάσταση.
Καταρχάς εννοούνται οι ίδιοι οι αιρετικοί, στους οποίους αποδίδεται όλη η ευθύνη για την καταστροφή της ψυχής του θύματος. Αυτή είναι η ευκολότερη λύση, διότι μας απαλλάσσει πλήρως από κάθε ευθύνη για το ίδιο το γεγονός ότι ένας δικός μας άνθρωπος προσχώρησε σε μια αίρεση, καθώς και από τη δύσκολη και δυσάρεστη συνειδητοποίηση της δικής μας ευθύνης. Ναι, είναι πολύ εύκολο να κατηγορήσει κανείς αποκλειστικά την αίρεση. Πολύ δυσκολότερο είναι να κατανοήσει τις περίπλοκες διεργασίες και τις προϋποθέσεις που προηγούνται και συνοδεύουν την ένταξη σε αυτήν.
Είναι ενδιαφέρον ότι, ενώ στον δημόσιο λόγο το ζήτημα της ένταξης στις αιρέσεις περιβάλλεται από πλήθος μύθων και παρανοήσεων, στην ψυχολογία της θρησκείας αποτελεί ένα από τα πλέον διεξοδικά μελετημένα αντικείμενα. Με το πρόβλημα της προσχώρησης σε θρησκευτικές οργανώσεις ασχολήθηκαν ήδη οι θεμελιωτές αυτού του επιστημονικού κλάδου, όπως ο William James, ο D. Loiba, ο Edwin Starbuck και άλλοι.
Το 1976 οι ερευνητές του φαινομένου της προσχώρησης σε θρησκευτικές οργανώσεις D. Scroggs και W. Douglas επισήμαναν ότι από τις αρχές του 20ού αιώνα είχαν ήδη δημοσιευθεί περισσότερες από 500 επιστημονικές μελέτες αφιερωμένες στο συγκεκριμένο θέμα. Στη Δύση, για να περιγραφεί η διαδικασία ένταξης σε μια θρησκευτική οργάνωση, χρησιμοποιείται ευρέως ο όρος μεταστροφή (conversion), δηλαδή μετάβαση σε άλλη πίστη ή αλλαγή πεποιθήσεων και αντιλήψεων [1].

Κλασικός θεωρείται ο ορισμός της μεταστροφής που διατύπωσε ο R. Travisano το 1970. Σύμφωνα με τον ερευνητή, η ουσία της ένταξης ενός ανθρώπου σε μια θρησκευτική οργάνωση συνίσταται στη μεταβολή της συνολικής του ταυτότητας, η οποία περιλαμβάνει:

α) την κοσμοθεωρία του ατόμου,

β) τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του,

γ) τις στάσεις του απέναντι σε ένα ευρύ φάσμα καταστάσεων, οι οποίες καθορίζουν τη σχέση του με τους άλλους ανθρώπους και με το περιβάλλον του[2].

Το 1976 ο R. Austin διέκρινε δύο βασικές διαστάσεις της ένταξης σε μια θρησκευτική οργάνωση:

α) τη δομική διάσταση, δηλαδή την απόκτηση ή μεταβολή της ιδιότητας του μέλους μιας θρησκευτικής ομάδας, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από εσωτερική μεταμόρφωση της προσωπικότητας,

β) την ψυχολογική διάσταση, δηλαδή την πνευματική και εσωτερική αναγέννηση της προσωπικότητας, η οποία μπορεί να συνοδεύεται από αλλαγή της ιδιότητας του μέλους μιας θρησκευτικής ομάδας [3].

Η δομική και η ψυχολογική διάσταση της ένταξης σε μια αίρεση συνήθως συνυπάρχουν. Στην περίπτωση αυτή γίνεται λόγος για ολική μεταστροφή. Ωστόσο, είναι δυνατόν να υπάρχουν και ανεξάρτητα η μία από την άλλη. Στη δεύτερη περίπτωση, ένα άτομο μπορεί να ενταχθεί τυπικά σε μια θρησκευτική δομή χωρίς ποτέ να γίνει ουσιαστικό μέλος της ή, αντίθετα, να διαθέτει όλα τα ψυχολογικά χαρακτηριστικά ενός αιρετικού χωρίς ακόμη να έχει ενταχθεί σε κάποια οργάνωση.

Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ένταξη σε μια αίρεση περιλαμβάνει δύο βασικά στοιχεία:

α) το σύνολο των ενεργειών που πραγματοποιεί η ίδια η αίρεση για τη στρατολόγηση ενός νέου μέλους,

β) τα ατομικά χαρακτηριστικά του ίδιου του ανθρώπου και τη συμπεριφορά του, τα οποία δημιουργούν το υπόβαθρο για την πιθανή ένταξή του στην αίρεση.

Κατά συνέπεια, τίθεται το ερώτημα: ποια ακριβώς κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας καθιστούν κάποιον δυνητικό μέλος αιρέσεων και λατρευτικών ομάδων;

Για τις μεθόδους εξαπάτησης και τις τεχνικές που χρησιμοποιούν οι θρησκευτικές οργανώσεις για να στρατολογήσουν νέα μέλη έχουν ήδη γραφεί πολλά. Εξετάζοντας το πορτρέτο του δυνητικού μέλους μιας αίρεσης, δεν θα επανέλθουμε στο ζήτημα αυτό.
Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι μόνο λίγες αιρέσεις αρχίζουν τη στρατολόγηση με άμεση προσωπική επαφή στον δρόμο ή στην πόρτα του σπιτιού. Οι περισσότερες αρκούνται στην ανάρτηση ανακοινώσεων, στη δημοσίευσή τους στον Τύπο ή στο διαδίκτυο. Δηλαδή, τις περισσότερες φορές το πρώτο βήμα προς την ένταξη σε μια αίρεση το κάνει ο ίδιος ο άνθρωπος, ο οποίος δεν είναι υποχρεωμένος να ανταποκριθεί στη διαφήμιση, να σταματήσει στον δρόμο για να συνομιλήσει με έναν επίμονο αιρετικό ή ακόμη και να του ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του.
Αν το πρώτο βήμα γίνει τυχαία, μηχανικά, από λάθος ή από απλή περιέργεια για κάτι καινούργιο, τότε στο δεύτερο στάδιο, όταν ο άνθρωπος παρακολουθήσει μια συγκέντρωση ύστερα από σχετική ανακοίνωση ή αρχίσει να συνομιλεί με έναν αιρετικό στον δρόμο ή στο σπίτι του, η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων χάνει το ενδιαφέρον της και αποχωρεί.
Εκείνοι όμως που παραμένουν μπορούν πλέον να θεωρηθούν δυνητικά μέλη μιας αίρεσης. Και αυτό όχι επειδή έμειναν στο δεύτερο στάδιο της διαδικασίας. Η αιτιώδης σχέση είναι διαφορετική. Παραμένουν ακριβώς επειδή είχαν ήδη διαμορφωθεί, πολύ πριν από εκείνη τη στιγμή, ως δυνητικά μέλη μιας αίρεσης.
Η διάκριση αυτή είναι εξαιρετικά σημαντική. Ορισμένοι επιστήμονες θεωρούν ότι, για να κατανοηθεί σε βάθος ολόκληρη η ιστορία της ένταξης ενός ανθρώπου σε μια αίρεση, το σημαντικότερο είναι να γίνουν κατανοητά τα αίτια και τα κίνητρα που τον οδήγησαν να παραμείνει στην οργάνωση ήδη από τα πρώτα λεπτά της γνωριμίας του μαζί της. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, όταν οι ειδικοί εργάζονται με άτομα που έχουν υπάρξει θύματα αιρέσεων, ενδιαφέρονται πρωτίστως για τα στοιχεία της βιογραφίας τους και όχι για τις συγκεκριμένες τεχνικές επιρροής που άσκησε πάνω τους η ίδια η αίρεση.
Ποιοι είναι, λοιπόν, εκείνοι οι άνθρωποι που, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να προστεθούν στις τάξεις των αιρετικών;
Το σύνολο των χαρακτηριστικών που απαντώνται στα δυνητικά μέλη μιας αίρεσης μπορεί να διακριθεί σε γενικά και ειδικά χαρακτηριστικά.
Στα γενικά χαρακτηριστικά, τα οποία σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό απαντώνται σε όλους ανεξαιρέτως τους δυνητικούς οπαδούς αιρέσεων και λατρειών, συγκαταλέγονται τα εξής:

α) Η απουσία ή η σημαντικά μειωμένη ικανότητα κριτικής σκέψης, καθώς και η αδυναμία πολύπλευρης αξιολόγησης των καταστάσεων που προκύπτουν στη ζωή και ιδιαίτερα εκείνων στις οποίες απαιτείται επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών λύσεων. Το επίπεδο μόρφωσης, οι επιστημονικοί τίτλοι και τα ακαδημαϊκά αξιώματα δεν αποτελούν πάντοτε ένδειξη ύπαρξης κριτικής σκέψης και σε καμία περίπτωση δεν προστατεύουν από την ένταξη σε μια αίρεση. Επιπλέον, ακόμη και η γνώση σχετικά με τους κινδύνους των αιρέσεων αποδεικνύεται εντελώς άχρηστη, εάν ο άνθρωπος δεν είναι σε θέση να σκέφτεται ανεξάρτητα, να αξιολογεί κριτικά τις πληροφορίες που λαμβάνει και να ελέγχει επανειλημμένα την αξιοπιστία των πηγών τους. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο, η διδασκαλία της λογικής, της φιλοσοφίας και της ανάπτυξης της κριτικής σκέψης είναι πολύ πιο χρήσιμη από εξειδικευμένες διαλέξεις ή βιβλία περί αιρέσεων.

β) Η απουσία ή η σημαντικά μειωμένη ικανότητα λήψης αυτόνομων αποφάσεων, καθώς και η έλλειψη διάθεσης και ικανότητας ανάληψης ευθύνης για τις πράξεις του ανθρώπου. Στις αιρέσεις καταλήγουν συνήθως άνθρωποι που φοβούνται τον ίδιο τους τον εαυτό και προσπαθούν να ξεφύγουν από αυτόν. Οι αιρέσεις θα τους προσφέρουν «άρτον και θεάματα», και εκείνοι θα παραδώσουν πρόθυμα σε αντάλλαγμα την ελευθερία και την πληρότητα της ζωής τους. Τέτοιοι άνθρωποι αισθάνονται ιδιαίτερη ευγνωμοσύνη προς εκείνον που αναλαμβάνει το δύσκολο έργο να παίρνει όλες τις σημαντικές αποφάσεις αντί γι' αυτούς.

γ) Η ανυπαρξία ή η καθαρά τυπική ένταξη στην παραδοσιακή θρησκεία. Η βαθιά γνώση και κατανόηση των θεμελίων της χριστιανικής πίστης, σε συνδυασμό με την κριτική σκέψη και την εσωτερική ελευθερία, αποτελούν ανυπέρβλητο εμπόδιο σε κάθε προσπάθεια υποδούλωσης του ανθρώπου και παρασύρσεώς του σε αιρέσεις ή άλλα ολοκληρωτικά συστήματα. Ωστόσο, η απλή βάπτιση στην Εκκλησία, χωρίς τακτική και συνειδητή πνευματική ζωή, δεν αρκεί για τον σκοπό αυτό.
Πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και η ύπαρξη ενός μόνο από τα τρία αυτά χαρακτηριστικά αυξάνει αισθητά τον κίνδυνο να παρασυρθεί κάποιος σε μια αίρεση. Εκείνο που διαφοροποιείται είναι μόνο ο τρόπος και το αποτέλεσμα της ένταξής του στη θρησκευτική οργάνωση.
Έτσι, άνθρωποι που δεν πιστεύουν, αλλά διαθέτουν αίσθημα ευθύνης και κριτική σκέψη, όταν ενταχθούν σε μια αίρεση, συνήθως ανελίσσονται γρήγορα σε ηγετικές θέσεις μέσα σε αυτήν. Αντίθετα, μια βαθιά πίστη, όταν στερείται κριτικής σκέψης και υπευθυνότητας, μπορεί να οδηγήσει ακόμη και σε ενδοεκκλησιαστικό σεκταρισμό.
Μπορούν να διακριθούν τουλάχιστον πέντε συνηθισμένοι κοινωνικοψυχολογικοί τύποι προσωπικότητας, οι οποίοι παρουσιάζουν αυξημένη προδιάθεση για ένταξη σε αιρέσεις και λατρευτικές ομάδες.
Στον πρώτο τύπο ανήκουν άνθρωποι που αντιμετωπίζουν προβλήματα κοινωνικής φύσεως (δυσκολίες στην εργασία ή στις σπουδές, δυσαρέσκεια για την κοινωνική τους θέση κ.λπ.) ή προσωπικής φύσεως (οικογενειακές συγκρούσεις, ψυχικές ή σωματικές ασθένειες κ.ά.). Οι άνθρωποι αυτοί αναζητούν, συνειδητά ή ασυνείδητα, στη αίρεση μια διέξοδο από τις δυσκολίες τους. Η αίρεση ισχυρίζεται ότι κατανοεί βαθιά τα προβλήματά τους και υπόσχεται να τους προσφέρει έτοιμες λύσεις. Έτσι, ο άνθρωπος εγκαταλείπει τη σύνθετη και αντιφατική πραγματικότητα και την αντικαθιστά με τον τεχνητό, απλό και ανέμελο κόσμο της αίρεσης, ο οποίος τον απομακρύνει από την πραγματική ζωή.
Θέλει τόσο πολύ να πιστέψει ότι αυτό το παραμύθι που του αφηγούνται αποτελεί την «αληθινή» ζωή, ώστε οι αιρετικοί δεν χρειάζεται να καταβάλουν ιδιαίτερη προσπάθεια για να τον προσελκύσουν. Είναι ήδη έτοιμος να βυθιστεί ολοκληρωτικά στη νέα αυτή πραγματικότητα, χωρίς να σκέφτεται το τίμημα που θα κληθεί αργότερα να πληρώσει.
Στη σύγχρονη κοινωνία, τεράστιος αριθμός ανθρώπων προσπαθεί να ξεφύγει τόσο από τον ίδιο του τον εαυτό όσο και από τον κόσμο μέσω του αλκοόλ, των ναρκωτικών, του τζόγου και... των αιρέσεων.
Στον δεύτερο τύπο, όσο παράδοξο κι αν ακούγεται, ανήκουν άνθρωποι που δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα στη ζωή τους. Είναι οικονομικά εξασφαλισμένοι και κοινωνικά τακτοποιημένοι, αλλά δεν γνωρίζουν με τι να ασχοληθούν μέσα σε έναν κόσμο ευημερίας που τους φαίνεται γκρίζος και μονότονος. Μια «εξέγερση της χορτάτης ζωής» τούς ωθεί στην αναζήτηση περιπετειών. Για αυτούς, η αίρεση αποτελεί μία ακόμη μορφή διασκέδασης.
Αφού ενταχθούν σε μια θρησκευτική οργάνωση, είναι δυνατόν να παραμείνουν σε αυτήν και, με την πάροδο του χρόνου, να πιστέψουν ειλικρινά στη διδασκαλία της. Ωστόσο, το αρχικό τους κίνητρο δεν ήταν η φυγή από τα προβλήματα της ζωής, αλλά η αναζήτηση παιχνιδιού, διασκέδασης, νέων εμπειριών ή κάποιου νέου νοήματος για τη ζωή τους.
Ξανά και ξανά, ο άνθρωπος αυτός ξεκινά εθελοντικά την αναζήτηση εκείνου που του φαίνεται μια συναρπαστική περιπέτεια, η οποία όμως στο τέλος μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά τραγική τόσο για τον ίδιο όσο και για τους οικείους του.
Στον τρίτο τύπο ανήκουν άνθρωποι που απέχουν από τις ακρότητες των δύο προηγουμένων κατηγοριών. Κατά κανόνα, πρόκειται για εσωστρεφείς, ήρεμους, καλοαναθρεμμένους, ευφυείς και ευγενικούς ανθρώπους, οι οποίοι έχουν ελάχιστους φίλους και σχεδόν κανένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον ή χόμπι. Δεν εκκλησιάζονται.
Αν και διαθέτουν έναν αρκετά ανεπτυγμένο ηθικό κώδικα, τον οποίο προσπαθούν να εφαρμόζουν στην πράξη, ο κώδικας αυτός δεν στηρίζεται σε ένα συνεκτικό και ολοκληρωμένο σύστημα πεποιθήσεων. Η αίρεση τους προσφέρει επιδέξια μια τέτοια θεωρητική θεμελίωση μέσω της διδασκαλίας της και, κυρίως, τους εξασφαλίζει κάτι που τους λείπει: ανθρώπους που δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον γι' αυτούς.
Τους αποδέχονται όπως ακριβώς είναι: εσωστρεφείς, παθητικούς και κάπως μονότονους. Η διδασκαλία και οι τελετουργίες της ομάδας έχουν γι' αυτούς δευτερεύουσα σημασία. Εκείνο που προέχει είναι το αίσθημα ότι κάποιος τους καταλαβαίνει και τους αποδέχεται, ότι υπάρχει δίπλα τους κάποιος με τον οποίο μπορούν να μιλήσουν και ο οποίος ίσως τους βοηθήσει όταν το χρειαστούν.
Η πλειονότητα των νέων που προσχωρούν στις αιρέσεις ανήκει ακριβώς σε αυτόν τον τύπο.
Στον τέταρτο τύπο ανήκουν άνθρωποι με αρκετή αυτοπεποίθηση, οι οποίοι επιδιώκουν διαρκώς να γνωρίσουν κάτι νέο, ενδιαφέρον και μυστηριώδες. Είναι ικανοί να αφιερώσουν όλες τις δυνάμεις τους σε μια ενασχόληση και στη συνέχεια να την εγκαταλείψουν χωρίς δυσκολία, μόλις βρουν κάποιο νέο ενδιαφέρον.
Οι άνθρωποι αυτοί αδυνατούν να διακρίνουν ένα σοβαρό, συνεκτικό και βαθύ σύστημα γνώσης από μια πρόχειρη απομίμηση που διεκδικεί απόλυτη αυθεντία σε κάθε γνωστικό πεδίο. Η θρησκευτική γνώση, ως τέτοια, αποτελεί το κύριο αντικείμενο του ενδιαφέροντός τους.
Για αυτούς ισχύει ένας απλός κανόνας: «Θρησκευτικό σημαίνει καλό.»
Δεν διακρίνουν τις ουσιαστικές διαφορές μεταξύ των θρησκευτικών συστημάτων και, γι' αυτό, είναι καταδικασμένοι να περιπλανώνται διαρκώς από τη μία αίρεση στην άλλη, αποδεχόμενοι τα πάντα, συμφωνώντας με όλους, χωρίς ποτέ να κατανοούν πραγματικά τίποτε σε βάθος.
Όταν, μάλιστα, τέτοιοι άνθρωποι διαθέτουν έντονη ενεργητικότητα, είναι δυνατόν να παρασύρουν πολλούς άλλους στην αίρεση στην οποία ανήκουν, για να την εγκαταλείψουν αργότερα οι ίδιοι χωρίς κανέναν ενδοιασμό.
Στον πέμπτο τύπο ανήκουν άνθρωποι που έλκονται από αποκλειστικές και «ελιτίστικες» θρησκευτικές διδασκαλίες και κοσμοθεωρίες. Το μορφωτικό και οικονομικό τους επίπεδο μπορεί να διαφέρει σημαντικά. Εκείνο που τους ενώνει είναι η απόρριψη κάθε μορφής μαζικότητας και συλλογικότητας, τις οποίες θεωρούν συνώνυμες του επιφανειακού, του πρωτόγονου και του ψευδούς.
Κατά τη γνώμη τους, η αλήθεια αποτελεί προνόμιο των λίγων.
Οι αιρέσεις που απευθύνονται σε αυτόν τον τύπο ανθρώπων καλλιεργούν την πεποίθηση ότι η οργάνωσή τους και η γνώση που προσφέρουν είναι μοναδικές, ανεκτίμητες και ανεπανάληπτες. Αυτό επιτυγχάνεται με τρεις σχετικά απλές, και συχνά αλληλοεπικαλυπτόμενες, μεθόδους.
Στην πρώτη περίπτωση, η αίρεση απαιτεί πολύ μεγάλα χρηματικά ποσά  για τη συμμετοχή στις δραστηριότητές της. Έτσι δημιουργείται στον άνθρωπο η εντύπωση ότι αγοράζει εξαιρετικά πολύτιμη γνώση, προσιτή μόνο σε ελάχιστους εκλεκτούς. Το υψηλό αντίτιμο που κατέβαλε θεωρείται από τον ίδιο εγγύηση της αλήθειας, της ελιτίστικης φύσης και της αποκλειστικότητας των πληροφοριών που λαμβάνει, ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για πληροφορίες που του παρέχουν απλοί απατεώνες.
Οι άνθρωποι αυτής της κατηγορίας αδυνατούν να κατανοήσουν ότι δεν αγοράζονται όλα με χρήματα και ότι οι πραγματικά βαθιές και πολύτιμες αλήθειες προσφέρονται στον άνθρωπο δωρεάν.
Στη δεύτερη περίπτωση, η αίρεση δημιουργεί ένα πολύπλοκο και πολυδιάστατο δογματικό σύστημα, ικανό να προσελκύσει κυρίως ανθρώπους με κάποιο επίπεδο μόρφωσης. Η αίσθηση της μοναδικότητας της ομάδας δεν βασίζεται πλέον στο οικονομικό κόστος, αλλά στη διδασκαλία, η οποία υποτίθεται ότι είναι κατανοητή μόνο από τους εκλεκτούς.
Η πολυπλοκότητα και η δυσνόητη φύση της διδασκαλίας εκλαμβάνονται ως βασικά κριτήρια της αλήθειας, του βάθους και της αξίας της.
Στην τρίτη περίπτωση, η εικόνα της μοναδικότητας καλλιεργείται μέσω σοβαρών περιορισμών ως προς την είσοδο στην ομάδα. Η αίρεση είτε δεν ασκεί καθόλου ιεραποστολική δράση είτε δέχεται αυστηρά περιορισμένο αριθμό νέων μελών.
Τα μέλη αυτά αποτελούν έναν κλειστό κύκλο «μυημένων» στα μυστικά της οργάνωσης και απολαμβάνουν το αίσθημα υπεροχής απέναντι στον υπόλοιπο κόσμο.
Οι αιρέσεις και οι λατρευτικές ομάδες που προσφέρουν στους ανθρώπους την αίσθηση της μοναδικότητας και της εκλεκτότητας μέσα σε ένα «σκοτεινό» και «αμόρφωτο» πλήθος βρίσκουν σχετικά εύκολα θύματα ανάμεσα σε όσους έχουν μεγαλοϊδεατικές τάσεις ή απλώς επιθυμούν να αισθάνονται ανώτεροι από όλους τους άλλους.
Τα κοινωνικά και ψυχολογικά χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν παραπάνω αποτελούν τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για την ένταξη ενός ανθρώπου σε αιρέσεις και λατρευτικές ομάδες. Συχνά, οι άνθρωποι είναι ήδη «αιρετικοί» ως προς την ψυχολογική τους συγκρότηση πριν ακόμη ενταχθούν τυπικά σε μια αίρεση· η επίσημη ένταξή τους απλώς παγιώνει οργανωτικά την ήδη διαμορφωμένη κατάστασή τους και την αντίληψη που έχουν για τον κόσμο.
Στην κατηγορία των δυνητικών μελών αιρέσεων ανήκουν επίσης άνθρωποι των οποίων ορισμένα στοιχεία της κοσμοθεωρίας συμπίπτουν με επιμέρους στοιχεία της διδασκαλίας κάποιας αίρεσης. Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι περισσότερες σύγχρονες αιρέσεις και λατρευτικές ομάδες, κατά τη διαμόρφωση της διδασκαλίας τους, αξιοποιούν ενεργά ιδέες και νοηματικά σχήματα που προέρχονται από τη μη θεσμοθετημένη, μη παραδοσιακή θρησκευτικότητα της κοινωνίας.
Πρόκειται για ψευδοεπιστημονικές και ψευδοθρησκευτικές αντιλήψεις, οι οποίες διαδίδονται ευρύτατα στη σύγχρονη κοινωνία, χωρίς όμως οι περισσότεροι άνθρωποι να τις συνδέουν με τον σεκταρισμό. Έτσι, τις αποδέχονται εύκολα ως αξιόπιστες και αληθείς.
Μεταξύ των πιο γνωστών τέτοιων αντιλήψεων συγκαταλέγονται η πίστη:
στην αστρολογία,
στη μαγεία και στα μάγια,
στο «κακό μάτι»,
στην αύρα,
στη βιοενέργεια,
στις παραψυχολογικές ή εξωαισθητηριακές ικανότητες,
στη μετενσάρκωση,
στα ΑΤΙΑ,
στις ανώμαλες και γεωπαθογόνες ζώνες,
στο φενγκ σούι,
στις διάφορες μορφές μαντείας,
και σε παρόμοιες δοξασίες.
Όταν ο άνθρωπος συναντήσει μια αιρετική διδασκαλία στην οποία υπάρχουν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, τέτοιες ιδέες, αντιλαμβάνεται ότι δεν πρόκειται για κάτι εντελώς άγνωστο. Ήδη πιστεύει σε ορισμένα από όσα του προτείνει η θρησκευτική οργάνωση.
Ακόμη και αν δεν διαθέτει την κοινωνικοψυχολογική προδιάθεση να ενταχθεί σε μια αίρεση, μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται μήπως θα έπρεπε να προσχωρήσει σε μια οργάνωση που κηρύσσει πράγματα τα οποία του είναι ήδη οικεία.
Οι ίδιες αυτές ιδέες και τα νοηματικά τους σχήματα, μολονότι παραπλανούν τους ανθρώπους, δεν προκαλούν από μόνα τους άμεση κοινωνική ή ψυχολογική βλάβη. Ωστόσο, ακριβώς αυτές διευκολύνουν την είσοδο του ανθρώπου σε πραγματικά επικίνδυνες αιρέσεις και λατρευτικές ομάδες.
Εάν ένας άνθρωπος επιθυμεί να εξαπατηθεί και είναι ήδη έτοιμος να ενταχθεί σε μια αίρεση, τότε απαιτείται ελάχιστη προσπάθεια για τη στρατολόγησή του.
Αξιοσημείωτο είναι ότι στους δρόμους και στις κατοικίες δεν κυκλοφορούν συνήθως οι ηγέτες των αιρέσεων, οι οποίοι πράγματι διαθέτουν υψηλή ικανότητα να επηρεάζουν τους ανθρώπους, αλλά απλά μέλη τους. Μερικά από αυτά δεν διαθέτουν ούτε στοιχειώδεις δεξιότητες επικοινωνίας, πόσο μάλλον σοβαρές τεχνικές ψυχολογικής επιρροής πάνω στη συνείδηση και το υποσυνείδητο του ανθρώπου.
Επομένως, η ένταξη σε μια αίρεση αποτελεί πάντοτε αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης. Η επιρροή δεν ασκείται μόνο από εκείνον που επιχειρεί να στρατολογήσει το πιθανό θύμα, αλλά και από τον ίδιο τον στρατολογούμενο.
Εάν ένας αιρετικός συναντήσει τυχαία έναν ειδικό στη θρησκειολογία ή απλώς έναν άνθρωπο που είναι ικανός να σκέπτεται λογικά και να αναλύει συστηματικά το αντικείμενο της συζήτησης, τότε είναι δυνατόν να «στρατολογηθεί» τελικά ο ίδιος ο κήρυκας της αίρεσης.
Τουλάχιστον, μέσα από αυτή τη σύντομη αλληλεπίδραση μπορεί να γίνει προσπάθεια να αφυπνιστεί η κριτική του σκέψη, να του αποδειχθεί η αστήρικτη φύση των ψευδών στερεοτύπων της αντίληψής του για τον κόσμο, γεγονός που μπορεί τελικά να τον οδηγήσει στην προσωπική και ελεύθερη αποχώρησή του από την αίρεση.


Πηγή του άρθρου:

Β. Α. Μαρτίνοβιτς, «Το πορτρέτο του δυνητικού μέλους μιας αίρεσης», Εκπαίδευση και Αγωγή, 2009, αρ. 3, σσ. 59–63.



[1] ·  Previous Convictions. Conversion in the Real World. Επιμ. Martyn Percy. London: SPCK, 2000.

·  Religious Conversion. Contemporary Practices and Controversies. Επιμ. Christopher Lamb & Darrol Bryant. London: Cassell, 1999.

[2] ·  Travisano, R. V. «Alternation and Conversion as Qualitatively Different Transformations», στο Social Psychology Through Symbolic Interaction. Waltham, MA: Ginn-Blaisdell, 1970, σσ. 238–248.

[3] Austin, R. L. «Empirical Adequacy of Lofland's Conversion Model», Review of Religious Research, 1976, τόμ. 18, αρ. 3, σσ. 282–283.



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το πορτρέτο ενός σύγχρονου «αγωνιστή»....

ΦΩΤΟ ΑΠΟ ΤΥΠΟ «ΑΓΩΝΙΣΤΗ» ΠΟΥ ΞΗΛΩΝΕΙ ΤΑ ΚΑΛΩΔΙΑ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΗΣ-ΤΗΛΕΦΩΝΙΚΗΣ ΣΥΝΔΕΣΗΣ ΑΣΧΕΤΑ ΑΝ Ο ΙΔΙΟΣ ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΕΙ ΤΟ ΙΔΙΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ ΑΝΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΑ ΔΙΚΑ ΤΟΥ «ΟΜΟΛΟΓΙΑΚΑ» ΒΙΝΤΕΟ! 
 

Υπάρχει ένας ιδιαίτερος τύπος πιστού-αγωνιστή, του οποίου το χαρακτηριστικό γνώρισμα είναι μια νοσηρή, αν όχι μανιακή, αναζήτηση των εχθρών της Ορθοδοξίας, οι οποίοι, επιταχύνουν όσο μπορούν τον ερχομό του Αντιχρίστου.
Κατά τη σκέψη αυτών των «αγωνιστών», το βασικό καθήκον των Ορθοδόξων είναι να αντισταθούν στα σχέδια αυτών των τελευταίων να μετατρέψουν την Εκκλησία σε άντρο και οχυρό τους.
Στα έντυπα και, πλέον, στα ηλεκτρονικά μέσα δημοσιεύεται ένα αρκετά ευρύ φάσμα «εχθρών».
Η ένταση τέτοιων δημοσιευμάτων και το πάθος που προκαλούσαν άσκησαν σημαντική επίδραση σε ένα συγκεκριμένο τμήμα του εκκλησιαστικού αναγνωστικού κοινού, το οποίο ήταν πρόθυμο να δραστηριοποιηθεί. Άρχισαν να δημιουργούνται κύκλοι ομοφρόνων, μικρές κινήσεις και αδελφότητες, ενωμένες από την κοινή ιδέα της αντίστασης στις «δυνάμεις του κακού», ανάμεσα στις οποίες εξέχουσα θέση κατείχαν οι «προδότες της Ορθοδοξίας».
Έτσι διαμορφώθηκε μια εντελώς ιδιαίτερη μορφή του «αγωνιστή, στην τυπολογία της οποίας θα ήθελα να προσκαλέσω τον ευμενή αναγνώστη να στρέψει την προσοχή του. Σκοπός μου, ωστόσο, δεν είναι ούτε να υπερασπιστώ την ορθότητα της εκκλησιαστικής ηγεσίας, ούτε να αντιπαρατεθώ στα επιχειρήματα και στις θεωρίες των «αγωνιστών», πολύ περισσότερο δε να προβώ στην αναλυτική εξέτασή τους.
Οι «αγωνιστές» αποτελούν στην πραγματικότητα ένα εξαιρετικά ετερόκλητο σύνολο ανθρώπων. Συχνά υποστηρίζουν απόψεις που, αν όχι εκ διαμέτρου αντίθετες, πάντως δύσκολα συμβιβάζονται μεταξύ τους. Δεν μπορεί να ειπωθεί ότι συμφωνούν πάντοτε σε όλα· αντιθέτως, συχνά επικρίνουν ο ένας τον άλλον για ορισμένες πεποιθήσεις τους και δεν διαθέτουν καμία οργανωμένη δομή. Αντίθετα, η έλλειψη συνοχής αποτελεί χαρακτηριστικό τους γνώρισμα.
Σε αυτούς μπορεί να ανήκει το μεγαλύτερο μέρος διαφόρων ομάδων, οπαδών, αντιοικουμενιστών κάθε απόχρωσης. Πρέπει όμως εξαρχής να διευκρινίσουμε ότι ο «αγωνιστής» που εξετάζουμε δεν αποτελεί φαινόμενο αποκλειστικά του θρησκευτικού χώρου.
Αυτό που επίσης ενώνει τους «αγωνιστές» είναι μια διαρκής κινδυνολογία – μια αγχώδης και ανήσυχη ψυχική κατάσταση, που εκδηλώνεται ως μόνιμη νευρική αναμονή μιας προδοσίας της Ορθοδοξίας από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Στην ίδια κατηγορία ανήκει και η πανικόβλητη, αθεράπευτη αναμονή της έλευσης του Αντιχρίστου και του τέλους του κόσμου.
Θα ήθελα να τονίσω ότι ακριβώς αυτό το πνεύμα κινδυνολογίας διαποτίζει την πλειονότητα των φυλλαδίων και των λιβελογραφημάτων που έχουν γραφτεί από τους «αγωνιστές», οι περισσότεροι από τους οποίους δύσκολα θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για κακή πρόθεση ή ανειλικρίνεια. Η ακλόνητη και απολύτως ειλικρινής πεποίθησή τους ότι έχουν δίκιο είναι εκείνη που προσδιορίζει κυρίως το περιεχόμενο του όρου «αγωνιστής»· γι' αυτό και μου φάνηκε ο πιο εύστοχος χαρακτηρισμός για την κατηγορία αυτή των ανθρώπων.
Όταν μιλούν για τα δεινά της Εκκλησίας και της πατρίδας , δεν αναφέρονται στα αίτια αλλά στους ενόχους. Έτσι προκύπτει ότι ο λαός, δηλαδή όλοι εμείς, δεν έχουμε αμαρτήσει σε τίποτε· είμαστε όλοι άγιοι και άμεμπτοι. Αυτή είναι η κοινή τους τάση να προβάλλουν το κακό αποκλειστικά προς τα έξω, κάτι που έρχεται σε άμεση αντίθεση με το ευαγγελικό διδασκαλικό πνεύμα της μετάνοιας. Δεν υπάρχει τίποτε για το οποίο να πρέπει να μετανοήσουμε· για όλα φταίνε οι μασόνοι, οι οικουμενιστές και οι παγκοσμιοποιητές.
Ένα ακόμη χαρακτηριστικό του τρόπου σκέψης των «αγωνιστών» είναι η ύπαρξη μιας ιδιαίτερης μεταγλώσσας, την οποία χρησιμοποιούν όχι για να απευθυνθούν στη λογική του συνομιλητή τους, αλλά στα κρυφά στρώματα του υποσυνειδήτου του, δηλαδή στον ψυχισμό του. Με τον ίδιο τρόπο και η κινδυνολογία αποτελεί φαινόμενο ψυχολογικής φύσεως.
Ακριβώς επειδή αυτή η μεταγλώσσα απευθύνεται στην ψυχή και στο συναίσθημα και όχι στη λογική, κάθε επιστημονική ή θεολογική αντιπαράθεση με τους «αγωνιστές» καθίσταται ουσιαστικά άνευ νοήματος, διότι οι δύο πλευρές μιλούν διαφορετικές «γλώσσες». Οι ψυχικές εντυπώσεις δεν επιδέχονται διάψευση· όσο ικανός και αν είναι ένας πολεμιστής του λόγου που επιχειρεί, με επιχειρήματα της λογικής, να αντικρούσει την πανικόβλητη κινδυνολογία των «αγωνιστών», δεν πρόκειται να επιτύχει.
Οι ιδέες που αποτελούν αντικείμενο της συνήθους συλλογιστικής μπορούν να ανατραπούν με σαφή επιχειρήματα και πραγματικά γεγονότα. Στο επίπεδο όμως της ψυχικής λειτουργίας ούτε τα επιχειρήματα ούτε τα γεγονότα έχουν ουσιαστική σημασία, διότι αυτό που αισθάνομαι εγώ μπορεί να μην το αισθανθεί ποτέ κανείς άλλος, ενώ το συναίσθημα δεν αποδεικνύεται.
Η μεταγλώσσα των «αγωνιστών», όπως συμβαίνει και σε πολλές ολοκληρωτικές αιρέσεις, χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ορισμένων λέξεων-συμβόλων, οι οποίες, μόλις εκφωνηθούν, προκαλούν μέσα τους μια αλυσίδα ψυχικών αντιδράσεων, όπως θυμό, αγανάκτηση ή, αντίθετα, σεβασμό και αλληλεγγύη.
Αρκεί να ακουστούν λέξεις όπως «οικουμενισμός», «Βατικανό», «παγκοσμιοποίηση». Αυτές οι λέξεις-κλειδιά μπορούν να προκαλέσουν στους «αγωνιστές» ένα είδος «πεντάλεπτου μίσους».
Ακριβώς λόγω της υπεροχής της συναισθηματικής και ψυχικής δραστηριότητας έναντι της διανοητικής, σε αυτού του είδους τους ανθρώπους παρατηρούνται και άλλα χαρακτηριστικά, τα οποία γεννούν διαφορετικά προβλήματα. Διακρίνονται από ψυχική αστάθεια, γρήγορες μεταβολές της διάθεσης και έλλειψη πειθαρχίας.
Αρκεί να περιηγηθεί κανείς για λίγο σε ιστολόγια και διαδικτυακά φόρουμ αφιερωμένα σε παρόμοια θεματολογία για να διαπιστώσει ότι οι πιο φανατικοί και αδιάλλακτοι αντίπαλοι του οικουμενισμού και κάθε επαφής με τους αιρετικούς βρίσκονται σχεδόν ολόκληρο το εικοσιτετράωρο στο διαδίκτυο.
Η ανεπαρκής ανάπτυξη της διανοητικής λειτουργίας του εγκεφάλου, η οποία αντισταθμίζεται από ποικίλα ψυχικά φαινόμενα, που συχνά εξελίσσονται σε φοβίες, εμμονές και μανία καταδίωξης, καθιστά αυτούς τους ανθρώπους σχεδόν ανίκανους για διάλογο. Απλούστατα, δεν αισθάνονται την ανάγκη να διαλεχθούν με κάποιον, αφού είναι εκ των προτέρων απολύτως βέβαιοι για την τελική ορθότητα των εσωτερικών τους βιωμάτων, τα οποία εκφράζονται συνήθως μέσα από μακροσκελείς μονολόγους.
Από εδώ προέρχεται και η εντυπωσιακή ανεπάρκεια γνώσεων που χαρακτηρίζει αρκετούς «αγωνιστές», οι οποίοι όμως δεν διστάζουν να διατυπώνουν απόψεις για θεολογικά, κανονικά και εκκλησιαστικοϊστορικά ζητήματα. Παρά τον προφανή παραλογισμό και την αβάσιμη φύση των εκκλησιαστικοϊστορικών και κανονικών θεωριών τους, τα λόγια τους βρίσκουν έναν μικρό αλλά ιδιαίτερα θορυβώδη κύκλο υποστηρικτών. Αυτό όμως δεν οφείλεται στη δύναμη των τεκμηριωμένων επιχειρημάτων τους, αλλά στην αύρα του ίδιου του «αγωνιστή» – ενός ανθρώπου ίδιου με αυτούς.
Κατά τη διάρκεια μιας θεολογικής συζήτησης, οι άνθρωποι αυτοί μπορούν εύκολα να χρησιμοποιούν πολιτικά ή ιστορικά επιχειρήματα για να δικαιολογήσουν τη θέση τους, χωρίς να αισθάνονται την παραμικρή αμηχανία για το γεγονός ότι δεν αντιλαμβάνονται τα όρια μέσα στα οποία τέτοιου είδους επιχειρήματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε μια θεολογική αντιπαράθεση.
Όταν μιλούν για τους αγίους, για τους αγώνες ή τη διδασκαλία τους, συχνά αποσπούν ορισμένες μόνο σκέψεις ή περιστατικά από το ευρύτερο πλαίσιο, παραμένοντας αδιάφοροι απέναντι σε άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποδυναμώσουν τα επιχειρήματά τους. Έτσι, όπως ακριβώς συνέβαινε με τους πρώτους Ιησουίτες, ο σκοπός φαίνεται να αγιάζει τα μέσα.
Το ουσιαστικό σημείο εδώ είναι ότι οι «αγωνιστές» δεν εκφράζουν απλώς ιδέες· διακηρύσσουν ιδέες στις οποίες πιστεύουν. Αυτό τις μετατρέπει από απλές γνώμες σε αντικείμενα πίστεως, κάτι που από τη φύση τους δεν θα έπρεπε να συμβαίνει.
Κάθε θεολογική αντιπαράθεση με τους «αγωνιστές» καταλήγει αναπόφευκτα σε πολιτική συζήτηση. Ενώ για τη θεολογία δείχνουν εμφανή αδιαφορία, για την πολιτική εκδηλώνουν συχνά ζωηρό ενδιαφέρον και παρουσιάζουν ορισμένες γνώσεις, οι οποίες όμως απέχουν πολύ από το να είναι ουσιαστικές ή βαθιά επεξεργασμένες.
Γι' αυτό δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι και στα κηρύγματά τους, ακούγονται συχνά λόγοι περί της μη χρειαζόμενης μόρφωσης ή περί της βλαπτικής επίδρασής της.
Άλλωστε, τι χρειάζονται όλα αυτά όταν το σημαντικότερο είναι να είναι κανείς «αγωνιστής»;
Έτσι, η πολιτική διάσταση μετατρέπεται σταδιακά σε πολεμική, ακόμη και σε μαχητική νοοτροπία. Δεν είναι τυχαίο ότι από τα χείλη αυτού του τύπου ανθρώπων ακούγονται συχνά κατάρες εναντίον διαφόρων εκκλησιαστικών ή κρατικών προσώπων. Παρερμηνεύοντας το χρέος του Ορθοδόξου να είναι στρατιώτης του Χριστού, οι «αγωνιστές» —είτε από πλάνη είτε από ενοχή— επεκτείνουν την αρχή της μαχητικότητας σε κάθε τομέα της ζωής.
Ακριβώς αυτή η ακραία πολιτικοποίηση, η τάση για επιδεικτικές ενέργειες, η εμμονή στην κοινωνική δράση και το ύφος των δημόσιων συγκεντρώσεων είναι εκείνα που διακρίνουν περισσότερο τους «αγωνιστές», ανεξάρτητα από την ιδεολογική τους τοποθέτηση. Οι ιδεολογίες τους μπορεί να διαφέρουν, όμως η τυπολογία των εκδηλώσεων του πνεύματός τους είναι κοινή.
Παρά τις διαφορές τους, όλους τους ενώνει ένας ακραίος βαθμός ιδεολογικοποίησης ή, αν προτιμά κανείς, ιδεολογικής χειραγώγησης. Αυτό εκφράζεται στην ετοιμότητά τους να αγωνιστούν για την υπόθεσή τους με κάθε διαθέσιμο μέσο, χωρίς την παραμικρή αμφιβολία για τη δική τους ορθότητα, επειδή πιστεύουν απολύτως ειλικρινά σε όσα λένε. Όμως αυτή δεν είναι πίστη στον αληθινό Θεό, αλλά πίστη στο είδωλο των δικών τους ιδεών και των προσωπικών τους ψυχικών διαισθήσεων, οι οποίες έχουν μετατραπεί σε αντικείμενα πίστεως.
Ένα ακόμη στοιχείο που δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής ενός προσεκτικού παρατηρητή είναι όχι μόνο ο έντονα κοσμικός προσανατολισμός των αναζητήσεων των «αγωνιστών», αλλά και η πραγματική τους αδιαφορία για την πνευματική ζωή.
Στην ουσία, δεν τους ενδιαφέρει η πνευματική εμπειρία των αγίων Πατέρων της ερήμου· δεν διακρίνονται από επιθυμία για πνευματική άσκηση και αύξηση εν Χριστώ. Και αυτό επειδή όλα αυτά δεν προσφέρουν δημόσιο βήμα ούτε μικρόφωνο. Εκείνο όμως ακριβώς που χρειάζονται οι «αγωνιστές», οι οποίοι δεν θέλουν να παραμένουν στην αφάνεια, είναι να αποκτήσουν οπαδούς και δόξα.
Ακούγοντας οτιδήποτε από τους λόγους τους, μένει κανείς με τη δυσάρεστη αίσθηση ότι μόλις ολοκληρώθηκε ομιλία κάποιου ακόμη αντιπολιτευόμενου κόμματος.
Από αυτό και από πολλά άλλα παραδείγματα μπορεί εύκολα να διαπιστώσει κανείς ότι η δραστηριότητα των «αγωνιστών» είναι ουσιαστικά παραεκκλησιαστική. Τα εκκλησιαστικά ζητήματα που επικαλούνται δεν αποτελούν την πραγματική αιτία των αντιδράσεών τους, αλλά απλώς την αφορμή για μια ακόμη εκδήλωση δυσαρέσκειας. Αν π.χ. εξαφανιστεί ο οικουμενισμός, θα βρεθούν άλλες αιτίες διαμαρτυρίας, και αυτό θα συνεχιστεί επ' άπειρον.
Ας αναλογιστούμε τώρα τη σημασία και τον ρόλο αυτής της πολιτικοποίησης και της ιδεολογικοποίησης στην ψυχολογία των «αγωνιστών», έχοντας υπόψη και την αδιαφορία τους για την αυθεντική πνευματική ζωή.
Κατά τη γνώμη μου, οι «αγωνιστές» επιδιώκουν ασυνείδητα την εξουσία – ή, στην περίπτωση ορισμένων από αυτούς, την υποταγή σε μια εξουσία.
Αυτό που συμβαίνει στους κύκλους που εξετάζουμε μπορεί να χαρακτηριστεί με διάφορους τρόπους: μαζική υστερία ή ομαδική ψύχωση. Ευτυχώς, τα φαινόμενα αυτά δεν έχουν ακόμη λάβει κρίσιμες διαστάσεις ούτε για την Εκκλησία ούτε για τη  κοινωνία, σε αντίθεση με ό,τι συνέβη στα τέλη του 17ου και στις αρχές του 18ου αιώνα, όταν άνθρωποι, προσπαθώντας να διασώσουν την «παλαιά πίστη», εγκατέλειπαν οικογενειακώς τα σπίτια τους και κατέφευγαν στα δάση, περιμένοντας την εκδίκηση του «αντιχρίστου», ή ακόμη και αυτοπυρπολούνταν μαζί με τα παιδιά τους.
Σε ένα χωριό της περιοχής Πένζα, μερικές δεκάδες άνθρωποι θάφτηκαν κάτω από τη γη. Ο αριθμός δεν είναι μεγάλος. Άφησαν όμως πίσω τους μια διάχυτη ατμόσφαιρα ψευδομεσσιανικού ενθουσιασμού και έναν ψευδοπροφητικό παλμό εσχατολογικής κοινωνικοθρησκευτικής διαμαρτυρίας, ο οποίος αναπόφευκτα θα εκδηλωθεί ξανά στο μέλλον και ήδη δρα μέσα στους «αγωνιστές».
Η ανεπαρκής εκκλησιαστική κατήχηση μεγάλου μέρους του πληθυσμού αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα. Έτσι θα είναι ακόμη ευκολότερο να παρασυρθούν από τις εκκλήσεις κάποιας νέας γενιάς «αγωνιστών», όποιο χρώμα κι αν έχουν και κάτω από όποιες σημαίες κι αν εμφανιστούν.
Ο συγγραφέας αυτών των γραμμών απέχει πολύ από το να θεωρεί όλους τους «αγωνιστές» ψυχικά ασθενείς ή διανοητικά ανεπαρκείς. Το εντυπωσιακό είναι ακριβώς ότι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, πρόκειται ακόμη και  για υγιείς και ειλικρινείς ανθρώπους, οι οποίοι όμως έχουν μολυνθεί, σε διαφορετικό βαθμό ο καθένας, από τα «ρεύματα» διαφόρων πνευματικών παθολογιών, που δημιουργήθηκαν όταν οι ιδέες πήραν τη θέση του πραγματικού αντικειμένου της πίστης..
Οι άνθρωποι έχουν δικαίωμα να έχουν διαφορετικές απόψεις και πεποιθήσεις, ακόμη και μέσα στην Εκκλησία. Κανείς δεν καλεί σε ομοιομορφία της σκέψης ούτε επιβάλλει τις δικές του αντιλήψεις στους άλλους. Μέσα στην Εκκλησία υπάρχει πάντοτε χώρος για υγιή κριτική και διάλογο, αρκεί να μην είναι ατεκμηρίωτος και να χαρακτηρίζεται από λογική συνέπεια.
Στην Εκκλησία όμως, ως Σώμα του Χριστού, δεν μπορεί να υπάρχει θέση για ψεύδος και υστερία, διότι τίποτε από αυτά δεν υπάρχει ούτε μπορεί να υπάρξει μέσα στον Χριστό.
Θα ήθελα να υπογραμμίσω ακόμη μία φορά ότι είναι μάταιο και αδύνατο να επιχειρήσει κανείς, με λογικά επιχειρήματα, να μεταπείσει έναν «αγωνιστή» που έχει πιστέψει στην ιδιαίτερη αποστολή και εκλογή του. Για τον λόγο αυτό, οι ταπεινές αυτές σκέψεις μου δεν απευθύνονται σε εκείνους, αλλά σε όλους όσους προσεύχονται για την ενότητα της Εκκλησίας, για το παρόν και το μέλλον της, σε όσους αγαπούν όλα τα παιδιά της, ανεξάρτητα από τις απόψεις που αυτά μπορεί να έχουν.

Ιερέας Αλέξανδρος Βασιούτιν




ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ