Τετάρτη 1 Απριλίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (2)

Οἱ Πατέρες υπογραμμίζουν ὅτι ἡ αἰτία τῆς λύπης ἐντοπίζεται μόνο μέσα σ' ἐμᾶς τούς ἴδιους· δέν τή συναντάμε σ' αὐτούς μέ τούς ὁποίους ἔχουμε ἐξοργιστεῖ καί σ' ὅσους διατηροῦμε μνησικακία οὔτε τή βρίσκουμε σ' αὐτούς πού μᾶς ἔχουν προσβάλει. Επομένως στην περίπτωση τούτη, δεν ἀποτελεῖ ἱκανοποιητική θεραπευτική ή διακοπή κάθε σχέσης μέ τά ἀφορώμενα πρόσωπα. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός γράφει ὅτι ὁ Θεός, ὁ Δημιουργός τῶν πάντων, Αὐτός πού γνωρίζει καλύτερα ἀπ' ὅλους πώς να θεραπεύσει το πλάσμα του, ξέρει ὅτι ἡ ρίζα καί ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτιῶν μας δέ βρίσκεται στα πράγματα αλλά σέ μᾶς τούς ἴδιους· ὁ Θεός λοιπόν δέν ἐντέλλεται νά ἐγκαταλείψουμε τη συναναστροφή με τους ἀδελφούς μας οὔτε ν' ἀποφεύγουμε ὅσους ἔχουμε ζημιώσει ή βλάψει ἤ ἐκείνους ἀπό τούς ὁποίους, πιστεύουμε ὅτι, ἔχουμε ἀδικηθεί[1]. Στην περίπτωση αυτή, ἡ ἐπικοινωνία μέ τόν ἄλλον ἐπιτρέπει, ἀντίθετα, την ταχύτερη θεραπεία σε σύγκριση μέ τήν ἀπομόνωση. Αὐτό συμβαίνει, ἐπειδή ἀποτελεῖ γιά τόν ἄνθρωπο μιά δοκιμασία πού τόν φέρνει ἀντιμέτωπο μέ τίς δυσκολίες που προέρχονται ἀπό τή λύπη που νιώθει· ἔτσι ἡ συναναστροφή τοῦ ἐπιτρέπει να θεραπεύεται ευκολότερα καί ταχύτερα. Μ' ἄλλα λόγια, ὁ κίνδυνος θά ἦταν να γίνουν οἱ δυσκολίες τοῦτες λιγότερο ή περισσότερο ἀνεπίγνωστες καίτοι παραμένουν ενεργές και διατηροῦν τόν ἄνθρωπο βυθισμένο στη λύπη. Από τήν ἄλλη πλευρά γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἀνάμνηση τῶν ὕβρεων, οἱ προσβολές, ἡ μνησικακία και γενικά ὅλα τά επακόλουθα τῆς ὀργῆς δέν ἐμφανίζουν την τάση να κοπάζουν αυτόματα αντίθετα τείνουν ν' ἀναπτύσσονται ὑπόγεια, νά ἐνισχύονται μέ τήν κυρίαρχη επίδραση τῆς φαντασίας καί νά διαχέονται ὡς δηλητήριο που δηλητηριάζει βαθμιαῖα ὅλη τήν ψυχή. Καί πάλι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός ἀναφέρει ὅτι ἡ λύπη ἀνήκει σ' ἐκεῖνα τά πάθη πού γιατρεμένα μέ τή νοερά προσευχή τῆς καρδίας καί τήν ἐκτενή νήψη, θεραπεύονται ἐπίσης μέ τή συναναστροφή τῶν ἀδελφῶν καί τή συνεχή πρόκληση από μέρους τους: ὅσο συχνότερα ἐκδηλώνονται οἱ ἐνοχλήσεις αὐτές καί μᾶς κατηγοροῦν, τόσο ταχύτερα καταφέρνουμε να θεραπευτοῦμε ἀπό αὐτές[2]. Ἀλλοῦ πάλι παρατηρεί ότι για τα πάθη αυτά η κοινωνία (Σ.τ.μ.: Μέ τό νόημα τῆς συναναστροφής, της επικοινωνίας] δέ βλάπτει· ἀντίθετα προσφέρει τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα σε όποιον ἐπιθυμεῖ πραγματικά να επανορθώσει. Ἀπογυμνώνονται με τις σχέσεις και τις δοσοληψίες των ἀνθρώπων· καί μέσω αὐτῶν πάλι, τα πάθη που εκδηλώνοντας συχνότερα με διάφορες αφορμές, τά ἴδια ἐπιτρέπουν και την ταχύτερη θεραπεία[3].
Στη συγκεκριμένη προοπτική, οἱ Πατέρες παραγγέλλουν ὄχι μόνο νά μή διακείμεθα ἐχθρικά πρός ὅποιον μᾶς ἀδικεῖ, ἀλλά νά τόν θεωροῦμε ὡς εὐεργέτη, ὡς ἰατρό που (ἀπ)εργάζεται τή θεραπεία τῆς ψυχῆς μας, καί νά τόν εὐχαριστοῦμε. Ἄν ἕνας ἀδελφός σου σε προσβάλει ή σε θλίψει μ' άλλο τρόπο, λέγει ἕνας Γέροντας[4], να προσεύχεσαι γι' αὐτόν ὅπως ἔχουν πεῖ οἱ Πατέρες, μέ τή σκέψη ὅτι σου παρέχει μεγάλες εὐεργεσίες καί ὅτι εἶναι ἰατρός πού σε θεραπεύει ἀπό τή φιληδονία. Καί ἕνας ἄλλος συμβουλεύει, ὅτι ἂν κάποιος διατηρεῖ ἀνάμνηση ἑνός προσώπου πού τόν ἔθλιψε, τόν ἀδίκησε ἤ τόν προσέβαλε, ὀφείλει νά τόν θυμᾶται ὡς κάποιο ἰατρό σταλμένο ἀπό τό Χριστό καί νά τόν θεωρεῖ ὡς εὐεργέτη. Για τί ἄν λυπεῖσαι μέ τέτοια περιστατικά, ἡ ψυχή σου εἶναι ἄρρωστη. Ἄν δέν ἤσουν πραγματικά ἄρρωστος δέ θά ὑπέφερες. Οφείλεις λοιπόν εὐχαριστίες στόν ἀδελφό, ἐπειδή χάρη σ' αὐτόν γνωρίζεις τήν ἀσθένειά σου πρέπει να προσεύχεσαι γι' αὐτόν καί νά δέχεσαι, ὅτι προέρχεται ἀπό αὐτόν, ὡς φάρμακα σταλμένα ἀπό τόν Κύριο. Ἄν, ἀντίθετα, θυμώνεις [Σ.τ.μ.: Λυπᾶσαι, στενοχωριέσαι] ἐναντίον του, εἶναι σά νά λεγες στόν Ἰησοῦ: “δέ θέλω να πάρω τα φάρμακά σου[5].
Ἀνεξάρτητα ἀπό τήν ἔκβαση τῶν πραγμάτων, πρέπει να συγχωροῦμε τόν ὑβριστή μας, ν' ἀφήνουμε κάθε μνησικακία ἐναντίον του καί ἀντίθετα νά τοῦ δείχνουμε καλοσύνη και ἀγάπη. Ἔχουμε τη δυνατότητα, ἰδιαίτερα με την προσευχή γι' αὐτόν, να κάνουμε πράξη μια τέτοια στάση και να βάλουμε τέλος στη λύπη". Εξηγεῖ ὁ Ἅγιος Μάξιμος: «Η λύπη είναι συνδεδεμένη με τη μνησικακία· όταν λοιπόν ο νους βλέπει μέσα του το πρόσωπο του αδελφού με λύπη, είναι φανερό ότι έχει μνησικακία εναντίον του»[6].
«Εάν εσύ κρατάς μνησικακία εναντίον κάποιου, να προσεύχεσαι γι’ αυτόν και έτσι σταματάς την κίνηση του πάθους, χωρίζοντας με την προσευχή τη λύπη από τη μνήμη του κακού που σου έκανε· και όταν γίνεις άνθρωπος γεμάτος αγάπη και φιλανθρωπία, εξαφανίζεις τελείως το πάθος από την ψυχή.[7]».
Αντί νά κατηγορεῖ τόν ὑβριστή του, θά ἦταν προτιμότερο ὁ ἀδικηθείς νά μέμφεται τόν ἑαυτό του: εἴτε παραδέχεται ὅτι «ἀξίζει» την προσβολή ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτητικῆς κατάστασής του εἴτε ἀναγνωρίζει ὅτι προκλήθηκε ἀπό ἕνα λόγο, μιά ἀνάγωγη στάση ἤ μία χειρονομία, τοῦ ἄλλου[8]. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης διδάσκει: «Πράγματι, αν κάποιος εξετάσει τον εαυτό του με φόβο Θεού, βρίσκει ότι οπωσδήποτε έδωσε αφορμή είτε με έργο είτε με λόγο είτε με τη στάση του.[9]».
3) Παράλληλα μέ τίς μορφές λύπης, τῶν ὁποίων εἶναι δυνατόν να καθοριστεῖ ἡ αἰτία μέ ἀκρίβεια, εἴδαμε ὅτι ὑπάρχει καί ἡ «ἀναιτιολόγητη» λύπη: μπορεῖ νά ἐμφανίζεται στην ψυχή χωρίς συγκεκριμένο λόγο και στην πλειονότητα τῶν περιπτώσεων ὑποκινεῖται ἀπό δαιμονική παρέμβαση αμεσότερη σε σύγκριση μέ τίς ὑπόλοιπες μορφές λύπης. Τη συγκεκριμένη περίπτωση εἶναι ἀδύνατο ν' ἀντιμετωπίσουμε μέ εἰδικό φάρμακο· ἁρμόζει νά ἐφαρμόσουμε μια γενικοῦ χαρακτήρα θεραπευτική: τήν ἴδια πού ἄλλωστε συμπληρώνει τις συγκεκριμένες μεθόδους θεραπείας ἀναφορικά μέ τίς μορφές λύπης πού μελετήσαμε προηγουμένως.
Γιά ὅποιον βρίσκεται ὑπό τήν ἐπίδραση τῆς λύπης εἶναι σημαντικό νά μή ἀποσύρεται [Σ.τ.μ.: Νά μή κλείνεται] στον ἑαυτό του, γεγονός πού θά εὐνοοῦσε τήν παραπέρα ἀνάπτυξη τῆς νόσου· ἀντίθετα ἔχει σημασία ν' ἀνοίγεται, νά ἐξαγορεύεται τούς λογισμούς του σέ ἔμπειρους πνευματικούς και να συζητάει μαζί τους. Μ' αυτό τον τρόπο θα μπορέσει ν' ἀπαλλαγεῖ ἀπό τούς λογισμούς του και ν' ἀκούει λόγους παρακλητικούς [Σ.τ.μ. Παρηγορητικούς] πού θ ̓ ἀποτελέσουν γι' αὐτόν ἀναντικατάστατη βοήθεια.

 


[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 7.

[2]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 6, 3.

[3]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 5, 4. Πρβλ. 19, 6.

[4] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, 15, 136.

[5] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Παράρτημα, 16, 17.

[6] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 89.

[7] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 90.

[8] Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ἐπιστολή, 7, 82.

[9] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 7, 82.




 (συνεχίζεται)


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου