Οἱ Πατέρες χρησιμοποιοῦν ἀκόμη συχνότερα τόν ὅρο «νόσος» ἤ «ἀσθένεια», γιά νά δηλώσουν τά πάθη καί τά συνήθη ἁμαρτήματα πού προέρχονται ἀπό αὐτά. Ἄλλωστε ὁ ὅρος «πάθος» παραπέμπει ἐννοιολογικά καί στόν ὅρο «νόσος», «ἀσθένεια»· ἡ προσέγγιση και παραβολή μεταξύ τῶν δύο ἐννοιῶν εἶναι πρακτικά πάντα ἔμμεση, μολονότι πάρα πολλές φορές οἱ Πατέρες την καθιστοῦν ἄμεση. Γράφει, για παράδειγμα ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης: «Με την ενέργεια του κακού αποκτούμε μια ξένη και παρά φύση κατάσταση· σαν να βρισκόμαστε σε μια μόνιμη κατάσταση κάποιας λοιμώδους ασθένειας.[1]». Ο Κλήμης ὁ Ἀλεξανδρέας με μεγαλύτερη σαφήνεια καταφάσκει τα πάθη ὡς «ψυχῆς νόσους»[2]. Μέ τόν ἴδιο τρόπο τα χαρακτηρίζει και ὁ ἅγιος Αμμωνός[3]. Ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος κάνει λόγο γιὰ τὴν [...] τῶν παθῶν ἀρρωστίαν»[4]. Παρόμοια καί ὁ Άγιος Μακάριος[5], που γράφει ότι «ή ψυχή από της παραβάσεως τῆς ἐντολῆς ἐν ἀσθενείᾳ τῶν παθῶν γέγον[εν]»[6]. Σε ἄλλο σημεῖο παρατηρεῖ: «Διότι Αυτός γνωρίζει σε ποια κακά βρίσκεται η ψυχή, πώς εμποδίζεται να πράττει τα έργα της ζωής και πώς έχει πέσει σε βαριά ασθένεια των παθών της ''ατιμίας''.[7]». Ὁ Εὐάγριος ἀξιολογεῖ τήν κακία, πού ἀντιτίθεται στήν ἀρετή καί συνεπῶς θεωρεῖται ὡς τό σύνολο των παθῶν, ὡς «νόσο[ν] τῆς ψυχῆς». Ὁ Ἅγιος Μάξιμος διδάσκει: «Όπως η υγεία και η ασθένεια αναφέρονται στο σώμα του ζωντανού οργανισμού […], έτσι και η αρετή και η κακία αναφέρονται στην ψυχή].[8]». Καί ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος γράφει: «Έτσι συμβαίνει και με όσα ανήκουν στην ψυχή και στο σώμα. Αν λοιπόν η αρετή είναι η φυσική υγεία της ψυχής, τότε τα πάθη είναι η ασθένεια της ψυχής»[9]· σημειώνει ἐπίσης ὅτι «χωρίς την κάθαρση από τα πάθη, η ψυχή δεν θεραπεύεται από τις ασθένειες της αμαρτίας.[10]».
Οἱ Πατέρες ἀσχολοῦνται ἐπιμελῶς μέ τήν ταξινόμηση αὐτῶν τῶν παθῶν/νόσων, δημιουργώντας κατ' αὐτό τόν τρόπο μιά ἀληθινή πνευματική νοσογραφία. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός ἐξηγεῖ πώς εἶναι δυνατό νά τά διακρίνει καί νά τά ταξινομεῖ σέ ἀναφορά, μέ τά διάφορα «μέρη» τῆς ψυχῆς ἤ τίς δυνάμεις, πού τά πάθη ἐπικαλούμενος ἀκριβή σύγκριση μέ τίς σωματικές ἀσθένειες ὡς ἀπόδειξη. Γράφει λοιπόν ὅτι ὅλες οἱ κακίες ἔχουν τήν ἴδια πηγή και ταυτόσημη γενεσιουργό αἰτία. Ανάλογα ὅμως μέ τό τμῆμα, και ειδικότερα τό μολυσμένο μέλος τῆς ψυχῆς ἀπό τήν κακία, ἡ ψυχή δέχεται τις διάφορες κλήσεις τῶν παθῶν καί τῶν πνευματικῶν νόσων. Συχνά τό ἀνάλογο τῶν σωματικών παθήσεων χρησιμεύει ως απόδειξη. Καθώς, ἄν καί ἡ αἰτία πού ὁδηγεῖ στην πάθηση εἶναι μία καί μοναδική, δεν παύει να διαφοροποιείται σε περισσότερα εἴδη νόσων, ὅταν προσβάλλει μετά το αρχικά προσβεβλημένο μέλος καί ἄλλα μέλη. Ἂν τό μολυσμένο σωματικό υγρό πιέζει τήν κεφαλή, τήν ἀκρόπολη του σώματος δηλαδή, προκαλεῖ πονοκέφαλο ἂν κατακλύσει τήν ὀφθαλμική κοιλότητα προκαλεῖ φλεγμονή τῶν ὀφθαλμῶν καί ἄν πλημμυρίσει την κοιλότητα τοῦ ὠτός προξενεῖ ὠταλγία: ἄν συγκεντρωθεῖ στὶς ἀρθρώσεις ἤ τά ἄκρα τῶν χειρῶν ὁδηγεῖ σέ ἀρθρίτιδα ἤ χειράγρα [Σ.τ.μ.: τό ἀντίστοιχο τῆς ποδάγρας στά ἄνω ἄκρα, δηλαδή αρθρίτιδα τῶν ἄνω ἄκρων], ἀντίστοιχα· ἄν τό υγρό κατέλθει στα κάτω άκρα, ἡ πάθηση αλλάζει ὄνομα καί λέγεται ποδάγρα. Γιά μιά καί τήν αυτή πηγή τοῦ μολυσμένου σωματικοῦ ὑγροῦ ἰσχύει: τόσες διαφορετικές κλήσεις/φωνές, ὅσα καί τά προσβεβλημένα τμήματα ἤ μέλη. Ὅταν πάλι μεταβαίνουμε ἀπό τά ορατά στα μή ορατά, μποροῦμε θαυμάσια να πιστέψουμε ὅτι ἡ ἐνέργεια τῶν κακιῶν βρίσκεται ἐντοπισμένη κατά παρόμοιο τρόπο στα διαφορετικά τμήματα καί, θά μπορούσαμε νά ποῦμε, στα μέλη τῆς ψυχῆς. Επομένως, οἱ σοφοί διακρίνουν ἐδῶ τρεῖς δυνάμεις: το λογιστικό, τό θυμοειδές καί τό ἐπιθυμητικό. Κατ' ανάγκη ἡ μιά ἤ ἡ ἄλλη δύναμη θά ἀλλοιώνεται ὅσες φορές θά μᾶς ἐπιτίθεται τό κακό. Ὅταν λοιπόν τό ἁμαρτωλό πάθος ἀφορᾶ κάποια ἀπό τίς δυνάμεις αυτές, τότε μετά τήν ἀλλοίωση πού ὑφίσταται ἡ δύναμη ἀπό τό πάθος, ἡ συγκεκριμένη κακία/ἁμαρτία λαμβάνει τήν ὀνομασία της[11]. Τό ἀπόσπασμα τοῦτο μπορεῖ νά θεωρηθεῖ ἀντιπροσωπευτικό του τρόπου, μέ τόν ὁποῖο οἱ Πατέρες βλέπουν το θέμα. Τό πάθος ἐμφανίζεται μέ σαφήνεια, εἶναι κατανοητό και καλά καθορισμένο, ὡς νόσος, και μάλιστα ὄχι κατά άλληγορικό τρόπο ἢ ἁπλά γιά νά δημιουργήσει κάποια εἰκόνα οὔτε δυνάμει μιᾶς ἁπλῆς σύγκρισης. Όπως τό προσδιορίζει μέ ἀκρίβεια ὁ ἴδιος ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Κασσιανός, τό πάθος ἐμφανίζεται κατά το μέτρο μιᾶς ἀληθινῆς, ὀντολογικῆς ἀναλογίας που υπάρχει μεταξύ τῶν προσβολῶν τοῦ σώματος καί αὐτῶν τῆς ψυχῆς καί ἡ ὁποία ἐπιτρέπει νά ὁμιλοῦμε γιά τίς μέν καί τίς δέ χρησιμοποιώντας ταυτόσημη ιατρική ορολογία. Στην πλειονότητα τῶν περιπτώσεων θά δοῦμε, ὅτι οἱ Πατέρες χρησιμοποιούν ἕνα λεξιλόγιο, τοῦ ὁποίου συνήθως κάνει χρήση ή παθολογία τοῦ σώματος, γιά νά περιγράψουν τά πάθη. Οφείλουμε να γνωρίζουμε ὅτι δέν πρόκειται γιά τή μορφή τοῦ λεκτικοῦ ὕφους, ἀλλά ὁπωσδήποτε γιά ἕνα τρόπο να εκφράσουν μέ πλήρη ἐπάρκεια αυτό που θέλουν να περιγράψουν, ἕνα τρόπο, ἀκριβή καί ἄμεσο, γιά νά ποῦν τά πράγματα ἀκριβῶς ὅπως εἶναι. Ἡ ἀναλογία πού ὑπάρχει μεταξύ τῶν δύο τάξεων πραγματικότητας θά ἐπέτρεπε στους Πατέρες καταρχήν να περιγράψουν τις σωματικές παθήσεις μέ προσεκτικούς ὅρους, ώσάν νά ἐπρόκειτο γιά νόσους τῆς ψυχῆς. Ἐάν μάλιστα οἱ κακίες τῆς ψυχῆς παρουσιάζονται γενικά μέ τό λεξιλόγιο τῆς παθολογίας τοῦ σώματος, τότε εἶναι εὐχερέστερη ἡ μετάβαση ἀπό τό ὁρατό στό ἀόρατο παρά ἡ ἀντίστροφη πορεία, εἰδικά ὅταν πρόκειται για διδασκαλία πού ἀφορᾶ σέ ὅσους εἶναι λίγο ἐξοικειωμένοι μέ τά πνευματικά.

 


[1] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 11, 122. Πρβλ ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 463.

[2] ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Προτρεπτικός, 11, 115, 2.

[3] ΑΜΜΩΝΑΣ, Επιστολαί, 12, 5 (από το συριακό κείμενο).

[4] ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια φυσικά, 22. Πρβλ. ὅλο τό κεφάλαιο, ὅπου τά πάθη παρουσιάζονται ὡς ἀσθένειες, όπως και στα Κεφάλαια πρακτικά, 34. 35. 51.

[5] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙΙ), 25, 2, 1.

[6] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ομιλία (Συλλογή ΙΙΙ), 27, 2. 4. Στη συγκεκριμένη παράγραφο (2), αναφέρει ὅτι «ἐν τῇ ἀσθενείᾳ τῆς ἁμαρτίας κατάκειται ἡ ψυχή» και κάνει λόγο για «την ψυχήν, τήν ἀπό τῆς παραβάσεως τῆς ἐντολῆς ἐν ἀσθενείᾳ τῶν παθῶν γεγονυῖαν».

[7] ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΑΙΓΥΠΤΙΟΣ, Ὁμιλία (Συλλογή ΙΙΙ), 26, 3, 4. Τα πάθη έξακολουθοῦν νά θεωροῦνται ὡς ἀσθένειες καί στά: Κεφάλαια μεταφρασθέντα, 41. 100. Ομιλία (Συλλογή ΙΙΙ), 7, 7, 2. Ομιλία (Συλλογή ΙΙ), 4, 26-27. 53, 11.

[8] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 4, 46.

[9]  ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 83. Ὅλος ὁ λόγος θεμελιώνεται στη συγκεκριμένη σύγκριση.

[10]  ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 86. Τα πάθη θεωρούμενα ὡς νοσήματα ἀπαντῶνται στούς Λόγους 26, 30, καί ἐπανειλημμένα στην Επιστολή 4, ὅπου ὁ Ἅγιος ΙΣΑΑΚ ὁ ΣΥΡΟΣ γράφει μάλιστα ὅτι ἡ κακία εἶναι νόσος της ψυχῆς και ὅτι ὅσο ἡ ψυχή πάσχει από τη νόσο τῶν παθῶν, δέν αἰσθάνεται τήν πνευματική της φύση.

[11] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, Conlationes, 24, 15.

 

(συνεχίζεται)

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top