Ἔχουμε δείξει, ὅτι μόνο οἱ
ἀρετές ανήκουν στη φύση του ἀνθρώπου καί ὅτι ἀποστρεφόμενος τίς ἀρετές ὁ ἄνθρωπος
εἰσάγει μέσα του τά πάθη· αὐτά πρέπει καταρχήν να ορίζονται ἀρνητικά ὡς ἡ ἀπουσία
καί ἡ ἀπώλεια τῶν ἀρετῶν, οἱ ὁποῖες τοῦ ἀντιστοιχούν, καί συνιστοῦν τήν ὁμοίωση
του ἀνθρώπου πρός τό Θεό. Εξηγεῖ σχετικά ὁ Ἅγιος Δωρόθεος Γάζης: «Φυσικά έχουμε
τις αρετές, που μας δόθηκαν από τον Θεό. Διότι όταν ο Θεός δημιούργησε τον
άνθρωπο, έσπειρε μέσα του τις αρετές, όπως λέει: «Ας δημιουργήσουμε τον άνθρωπο
κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή μας» (Γεν. 1,26) […]. Το «καθ’ ομοίωσιν» σημαίνει
τη ζωή κατ΄ αρετή. Ο Θεός μας έδωσε φυσικά τις αρετές· τα πάθη όμως δεν τα
έχουμε από τη φύση μας. Γιατί τα πάθη δεν έχουν κάποια ουσία ή υπόσταση. Όπως
το σκοτάδι δεν υπάρχει από μόνο του ως ουσία[…] που εμφανίζεται όταν λείπει το
φως[1],
έτσι συμβαίνει και με τα πάθη, Όταν η ψυχή, από φιληδονία, απομακρύνθηκε από
τις αρετές, τότε δημιούργησε τα πάθη και τα στερέωσε μέσα στον εαυτό της.[2]».
Παρόμοια διδάσκει καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός: «Η κακία δεν είναι τίποτε
άλλο παρά η απομάκρυνση από το αγαθό, όπως και το σκοτάδι είναι απομάκρυνση από
το φως. Όταν λοιπόν μένουμε σε αυτό που είναι κατά φύση, βρισκόμαστε στην
αρετή· όταν όμως απομακρυνόμαστε από το κατά φύση, ερχόμαστε στην κακία και
βρισκόμαστε μέσα σε αυτήν.[3]».
Στην κατά φύση λειτουργία τους ή ισοδύναμα στη λειτουργία τους σύμφωνα μέ τό
σκοπό, πού ὁ Θεός ὅρισε για αὐτούς δημιουργώντας τήν ἀνθρώπινη φύση, οἱ ἀρετές,
ὅπως ἔχουμε δεῖ, ἀποτελοῦν δυνάμεις, δεξιότητες, ἕξεις ἤ (ἀγαθές) κλίσεις τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀντιστοιχούν πρός τή φυσιολογική καί ἔλλογη χρήση καί νόημα τῶν δυνάμεών του
καί στοχεύουν στον προσανατολισμό και την άνοδο τοῦ ἀνθρώπου πρός τό Θεό· ἄλλωστε
ἔλλογος, λογικός σημαίνει, γιά τούς Πατέρες, σύμφωνος πρός τό λόγο, κατ' εἰκόνα
καί ὁμοίωση τοῦ ὁποίου ἔχει πλαστεῖ ὁ ἄνθρωπος. Αντίθετα τά πάθη συνίστανται
στην παρά φύση λειτουργία (δηλαδή λειτουργία πού ἔχει ἐκτραπεῖ ἀπό τήν ἐντελέχειά
της, συνεπῶς ἀπό τό Θεό) τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς καί τῶν ὀργάνων τοῦ σώματος[4],
στην παρέκκλιση, διαστροφή και παράχρησή τους. Ἔτσι ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ
Δαμασκηνός ὁρίζει τά πάθη ὡς τήν «ἐκ τοῦ κατά φύσιν εἰς τό παρά φύσιν εκούσιον
παρατροπήν»[5].
Ὅμοια ὁ Ἅγιος Νικήτας Στηθάτος θεωρεῖ ὅτι τά «πάθη τῆς ψυχῆς», ὑποκινοῦνται ἀπό
τήν «παρά φύσιν τῶν δυνάμεων [...] αὐτῆς»[6].
Στό ἴδιο πνεῦμα κινούμενος, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος γράφει ὅτι «τά
συστατικά τῆς φύσεως ἰδιώματα ἡμεῖς εἰς πάθη μετηνέγκαμεν»[7]. Ὁ Ἅγιος
Θαλάσσιος πάλι κάνει λόγο για μεταμόρφωση τῶν ἀρετῶν σέ κακίες[8].
Καί ὁ Μέγας Βασίλειος ἐξηγεῖ: «Από όλες τις εντολές που μας δόθηκαν από τον
Θεό, έχουμε λάβει από Αυτόν και τις δυνάμεις για να τις τηρούμε […]. Και με
αυτές τις δυνάμεις, όταν ενεργούμε σωστά και όπως πρέπει, εκπληρώνουμε ευσεβώς
τη ζωή της αρετής· όταν όμως διαστρέφουμε την ενέργειά τους, οδηγούμαστε προς
την κακία. Και αυτός είναι ο ορισμός της κακίας: η κακή και αντίθετη προς την
εντολή του Κυρίου χρήση αυτών που μας δόθηκαν από τον Θεό για το καλό. Όπως,
αντίθετα, η αρετή που ζητά ο Θεός είναι η χρήση αυτών των δυνάμεων, με αγαθή
συνείδηση, σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου.[9]».
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς διδάσκει: «Παράχρησίς [...] ἐστι τῶν δυνάμεων τῆς ψυχῆς
ἡ τά τῶν παθῶν ἀποτρόπαια φύουσα»[10].
Καί ὁ Ἅγιος Μάξιμος πού συχνά ἐπιβεβαιώνει τόν παρά φύση χαρακτήρα τῶν παθῶν[11],
προσδιορίζει κινούμενος στό ἴδιο πνεῦμα: «Δεν υπάρχει τίποτε κακό μέσα στα
όντα, παρά μόνο η κακή χρήση τους, η οποία προκύπτει από την αμέλεια του νου ως
προς τη φυσική καλλιέργεια. [Σ.τ.μ.: δηλ. τήν κατά φύση καλλιέργεια] »[12].
«Και σε όλα τα πράγματα, η κακή χρήση τους είναι η αμαρτία.[13]»- «Και από την
κακή χρήση προκύπτουν σε εμάς οι κακίες των δυνάμεων της ψυχής, δηλαδή της
επιθυμητικής, της θυμοειδούς και της λογιστικής.»[14]. Στό ἴδιο θέμα
αναφέρεται καί διδασκαλία τοῦ Εὐαγρίου, ὁ ὁποῖος διαπιστώνει ὅτι οἱ κακίες «τάς
ἐνεργείας τῆς ψυχῆς τάς κατά φύσιν διαφθείρουσιν». καί ἐξηγεῖ ἀναλυτικότερα: «Αν
κάθε κακό γεννιέται από το λογιστικό μέρος της ψυχής, από το επιθυμητικό της
και από το θυμικό της, και αν μπορούμε να χρησιμοποιούμε αυτά και για το καλό
και για το κακό, είναι φανερό ότι το κακό προκύπτει από τη χρήση τους με τρόπο
που δεν πρέπει (από την κατάχρηση). Και αν αυτό είναι έτσι, τότε τίποτε από όσα
δημιουργήθηκαν από τον Θεό και υπάρχουν δεν είναι κακό.[15]». Κατά τόν
τρόπο αυτό, ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁδηγεῖται στήν παρατήρηση ὅτι ἀρκεῖ στό διάβολο, «να
ξεσηκώνει πόλεμο εναντίον της αρετής και της γνώσης στους ανθρώπους, και προσπαθεί
να μεταστρέψει την ψυχή μέσω των δυνάμεων που υπάρχουν μέσα τους από τη φύση.»,
ὑποκινώντας τόν ἄνθρωπο να διαστρέφει τη χρήση τους καί ν' ἀνατρέπει το νόημα τῆς
ἐφαρμογῆς του[16].
Στο βαθμό πού οἱ κινήσεις αυτές συνίστανται στην έκτροπή τῶν δυνάμεων ἀπό τόν
κατά Θεό φυσιολογικό σκοπό τους καί στήν παρά φύση χρήση τους, γιά νά πετύχει ὁ
ἄνθρωπος τήν αἰσθητή ἡδονή, τά πάθη εἶναι ἄτακτες και παράλογες κινήσεις τῆς
ψυχῆς. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος λέγει, ὅτι «Πάθος είναι κίνηση της ψυχής αντίθετη προς
τη φύση, είτε προς παράλογη αγάπη είτε προς αδιάκριτο μίσος, είτε για κάποιο
από τα αισθητά πράγματα είτε εξαιτίας κάποιου από αυτά.»[17].
Γιά τό λόγο αυτό, καθώς καί ἐξαιτίας ὅλων τῶν ὑπόλοιπων, σύμφυτων μέ αὐτά,
ταραχῶν καί τῶν πολλῶν ἀταξιῶν πού προκαλοῦν στην ψυχή, τά πάθη μπορούν να
θεωρηθούν δικαίως ὡς μορφές ἀφροσύνης. Ο Μέγας Αθανάσιος κάνει λόγο «εἰς τήν τῶν
παθῶν ἀλογίαν πεσόντας ἀνθρώπους»[18].
Καί ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπιβεβαιώνει ὅτι «την πᾶσαν ἁμαρτίαν ἀφροσύνην
καλεῖ»[19],
καί ἐξηγεῖ σέ ἄλλο σημεῖο: «Καθένα από τα καταστροφικά πάθη που γεννιούνται
μέσα μας προκαλεί μέσα μας κάτι σαν μέθη και κορεσμό και σκοτίζει τον λογισμό
μας. Διότι η μέθη δεν είναι τίποτε άλλο παρά έξοδος του νου από τη φυσική του
κατάσταση, διαστροφή των λογισμών και απώλεια της σύνεσης.[20]». Ἔχει προηγηθεῖ
ὁ Ἐκκλησιαστής, που ἔγραφε: «Εκύκλωσα ἐγώ, καί ἡ καρδία μου τοῦ γνῶναι... ἀσεβοῦς
ἀφροσύνην» (Ἐκκλ. 7,25). Καί οἱ Πατέρες συχνά παρουσιάζουν τόν ἐφάμαρτο καί ἐμπαθή
βίο ὡς κατάσταση ἀφροσύνης[21].
[1] Στο σημεῖο αὐτό, ὁ Δωρόθεος παραπέμπει στο ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Εξαήμερος-ομιλία, 2, 5.
[2] ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Διδασκαλία, 12, 134.
[3] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 2, 30.
[4] Οἱ Πατέρες λοιπόν κάνουν γενικά διάκριση μεταξύ τῶν «παθῶν τῆς ψυχῆς» καί τῶν «παθῶν τοῦ σῶματος» (βλέπε ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, 35. 36. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 64. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 8. ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Λόγος ψυχωφελής. ΗΛΙΑΣ ΕΚΔΙΚΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 122). Εν τούτοις, ὅπως θά δοῦμε, τά πάθη τοῦ σώματος ἔχουν τήν ἀρχή αἴτια τους στην ψυχή σ' αὐτό τό γεγονός ὀφείλεται ἡ ταυτόχρονη εμπλοκή ὁρισμένων παθῶν καί μέ τήν ψυχή καί μέ τό σῶμα. Εξάλλου, κάθε πάθος ἐμπλέκει το σύνολο τῶν ψυχικῶν δυνάμεων (νοῦ, θέλησης, μνήμης, ἐπιθυμίας, θυμού, φαντασίας, κ.λπ.) σε κάποιο βαθμό. Ἄν καί μέ τή στενή ἔννοια τά πάθη προσβάλλουν κατά βάση από παθητικόν τῆς ψυχῆς», που συνίσταται ἀπό τήν ἐπιθυμητική καί τή θυμοειδή δύναμη, -οἱ ὁποῖες καί χαρακτηρίζονται «παθητικαί δυνάμεις»-, οἱ Πατέρες συχνά ὁμιλοῦν καί γιά τά πάθη τοῦ λογιστικού τμήματος τῆς ψυχῆς», στό ὁποῖο περιλαμβάνεται ὁ νοῦς.
[5] ΙΩΑΝΝΗΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ, Ἔκθεσις ἀκριβής, 4, 20.
[6] ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά, 37.
[7] ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 26Β, 41.
[8] Πρβλ. ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 89.
[9] ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡΕΙΑΣ, Ὅροι κατά πλάτος, 2.
[10] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΠΑΛΑΜΑΣ, Τριάδες, 2, 2, 19.
[11] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 16. Προς Θαλάσσιον, 55. Ὁ σχολιαστής του συγκεκριμένου ἔργου ὁμιλεῖ κατά περίπτωση για «πάθη παρά φύσιν» (Πρός Θαλάσσιον, 39, σχόλιο 4, σχόλιο 9.51, σχόλιο 4).
[12] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 4.
[13] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 86.
[14] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 3.
[15] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 3, 59.
[16] Πρβλ. ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Πρός Θαλάσσιον, 50.
[17] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 2, 16. Πρβλ. ΚΛΗΜΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΥΣ, Στρωματεῖς, 2.13, 59, 6 . 61, 2.
[18] ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ, Κατά ἑλλήνων, 19.
[19] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Κολοσσαεῖς ὁμιλία, 9, 1.
[20] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Κατήχησις, 5, 4. Πρβλ. 5, 6. Ομιλία-Δαίμονες, 1, 7. Ματθαῖος ὁμιλία 9, 1. Α ́ Κορινθίους-ὁμιλία, 9, 1. 4.
[21] Πρβλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Περί παρθενίας, 4, 3. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 17 (Ερώτησις). 115. 157. 192. 193. 250. ΘΕΟΔΩΡΗΤΟΣ ΚΥΡΟΥ, Περί προνοίας, 1, PG 83, 560. ΕΡΜΑΣ, Ποιμήν, Παραβολαί, 6, 5, 3. 9, 22, 3. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Κατήχησις, 6, 22. ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ, Προς Τρύφωνα, 95. ΜΕΘΟΔΙΟΣ ΟΛΥΜΠΟΥ, Συμπόσιον, 5, 5. ΣΥΜΕΩΝ ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ, Κατηχήσεις, 15, 48. 53. Ύμνοι, 20, 126-127. ΝΙΚΗΤΑΣ ΣΤΗΘΑΤΟΣ, Κεφάλαια πρακτικά, 34.
(συνεχίζεται)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου