Πέμπτη 8 Ιανουαρίου 2026

Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Β΄ μέρος)

Πριν όμως προχωρήσουμε, ας σκιαγραφήσουμε συνοπτικά την ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στο Ματθαιϊικό σχίσμα.
Τον Ιούνιο του 1937, ο Άγιος Χρυσόστομος έδωσε μια πιο αναλυτική εξήγηση σχετικά με το ερώτημα ποιος έχει το κανονικό δικαίωμα να κηρύξει οριστικά και τελεσίδικα τη Νεοημερολογιτική Εκκλησία της Ελλάδος σχισματική. Σε επιστολή του προς τον μοναχό Μάρκο (Χανιώτη), ο Άγιος Χρυσόστομος διατύπωσε εκείνο που θεωρούσε ως τη θεμελιωδέστερη αρχή του ανατολικού κανονικού δικαίου, ότι δηλαδή μια τέτοια εξουσία ανήκει μόνο σε μία Πανορθόδοξη Σύνοδο και όχι σε εκείνους που είχαν κανονικώς διακόψει την κοινωνία με τους Νεοημερολογίτες, προκειμένου να αποφύγουν τη συνυπευθυνότητα για τις παραβάσεις των εκκλησιαστικών κανόνων. Εφόσον αυτό δεν είχε ακόμη συμβεί, οι καινοτόμοι δεν είχαν καταδικαστεί και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να επαναλαμβάνεται το χρίσμα στα παιδιά που είχαν χρισθεί στη Νεοημερολογιακή Εκκλησία μετά την εισαγωγή της ημερολογιακής καινοτομίας.
Αυτές οι διευκρινίσεις σκανδάλισαν τον παραλήπτη της επιστολής και ορισμένους άλλους μοναχούς, οι οποίοι βρήκαν πρόθυμο ακροατή στο πρόσωπο του Επισκόπου Ματθαίου Βρεσθένης. Τον Ιούλιο του 1937, ο Επίσκοπος Ματθαίος ζήτησε επισήμως από την Ιερά Σύνοδο να εκδώσει εγκύκλιο που να δηλώνει ότι όλα τα Μυστήρια της καινοτομούσας σχισματικής Εκκλησίας στερούνται της Θείας Χάριτος και ότι τα παιδιά που βαπτίζονται στο σχίσμα πρέπει να χρίονται εκ νέου κατά την είσοδό τους στη Γνησία Εκκλησία του Χριστού. Ωστόσο το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Ως απάντηση, ο Επίσκοπος Ματθαίος, τον Σεπτέμβριο του 1937, εξέδωσε δήλωση με την οποία ανήγγελλε τη διακοπή της πνευματικής κοινωνίας του με την Ιερά Σύνοδο, μέχρις ότου αυτή επιστρέψει, κατά τη γνώμη του, στην αρχική ομολογία της Πίστεως, χωρίς επιείκεια, παραχωρήσεις ή συμβιβασμούς.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ακολούθησε με μία «Καταγγελία» κατά του Μητροπολίτου Γερμανού και του Αγίου Χρυσοστόμου, κατηγορώντας τους ότι δήθεν προσχώρησαν στις τάξεις των αποστατών από την Ορθοδοξία και ότι βλασφημούν κατά του Αγίου Πνεύματος, εξαιτίας της πεποίθησής τους πως τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών Ιεραρχών και κληρικών εξακολουθούν να διατηρούν τη Θεία Χάρη.
Αν και η σημερινή διάλεξη δεν μας επιτρέπει μια πιο εκτενή παρουσίαση της απλοϊκής εκκλησιολογικής θέσης του Επισκόπου Ματθαίου, αρκεί να ειπωθεί ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερα πλούσιο υλικό προς μελέτη, δεδομένου ότι ολόκληρη η εκκλησιολογική του σκέψη εξαντλείται σε έναν κατάλογο γενικευμένων και κατηγορηματικών διακηρύξεων περί της ακυρότητας των Μυστηρίων της Νεοημερολογιακής Εκκλησίας, χωρίς καμία προσπάθεια θεμελίωσης της θέσης του στην Δογματικήν και Κανονικήν διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Επειδή ο χρόνος μας είναι περιορισμένος, θα παρουσιάσω την εκκλησιολογική σκέψη του Αγίου Χρυσοστόμου, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά την περίοδο που ακολούθησε το Ματθαιϊικό σχίσμα, υπό τη μορφή τεσσάρων θεμελιωδών εκκλησιολογικών αρχών. Για όσους επιθυμούν να ερευνήσουν βαθύτερα αυτό το τμήμα της κληρονομιάς του Αγίου, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα κείμενα στα οποία πρέπει να δώσουν προσοχή. Τα δύο πρώτα είναι επιστολές του Αγίου Χρυσοστόμου από τον Οκτώβριο του 1937, απευθυνόμενες στον Επίσκοπο Γερμανό Κυκλάδων, ο οποίος, μολονότι αρχικά απέρριψε τη θέση του Επισκόπου Ματθαίου, αργότερα άλλαξε στάση και προσχώρησε στο σχίσμα του. Η πρώτη από αυτές τις δύο επιστολές ανακαλύφθηκε μόλις πρόσφατα από τον Μητροπολίτη Λαρίσης και Πλαταμώνος κ.κ. Κλήμη, κατά την έρευνά του σε ιστορικά αρχεία της Εκκλησίας μας, και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά. Το τρίτο κείμενο είναι μία ποιμαντορική εγκύκλιος που ο Άγιος Χρυσόστομος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1944, μετά την κοίμηση του Μητροπολίτου Γερμανού Δημητριάδος. Κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν ο μόνος εναπομείνας Ιεράρχης της κανονικής Συνόδου της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας και στο έγγραφο αυτό αντέκρουσε συστηματικά τις κύριες θέσεις της εκκλησιολογίας του Επισκόπου Ματθαίου. Επειδή η εγκύκλιος αυτή προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις, όχι μόνο από τους Ματθαιϊκούς αλλά και από ορισμένους στενούς συνεργάτες του, ο Άγιος Χρυσόστομος θεώρησε αναγκαίο να τη συμπληρώσει με ένα ακόμη εκκλησιολογικό κείμενο, υπό τον τίτλο «Διευκρίνιση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου», το οποίο αποτελεί το τέταρτο από τα κείμενα που εξετάζουμε. Έτσι η πρώτη κατηγορία αφορά την πρώτη αρχή την διάκριση μεταξύ της θείας και της διοικητικής διάστασης της Εκκλησίας
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία διακρίνει δύο διαστάσεις της Εκκλησίας, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χαλκηδονίου δόγματος, σύμφωνα με το οποίο στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Κατά παρόμοιο τρόπο, η Εκκλησία αποτελείται από δύο μέρη ή πλευρές, τη θεία, πνευματική και αόρατη από την μία πλευρά, και την επίγεια, ανθρώπινη και ορατή από την άλλη. Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία παραμένει Μία και ενιαία, υφιστάμενη ως το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού.
Στην προηγούμενη ενότητα είδαμε πώς ο Άγιος Χρυσόστομος διέκρινε μεταξύ των Ιεραρχών ως προσώπων και των Εκκλησιών που αυτοί εκπροσωπούν και διοικούν. Στη «Διευκρίνιση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου» του 1945, ο Άγιος Χρυσόστομος ανέπτυξε την αρχή αυτή με πιο αναλυτικό τρόπο, γράφοντας ότι, Κατὰ τὴν θεμελιώδη ᾿Αρχὴν τοῦ ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησιαστικοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Δογματικῆς Θεολογίας καὶ τὴν αἰωνόβιον πρᾶξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἡ ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς ἱδρύματος θείου καὶ αὐθυποστάτου, εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν διάφορος καὶ ἀνεξάρτητος τῆς ἐννοίας τῶν προσώπων τῶν ᾿Επισκόπων, ἅτινα ἐκπροσωποῦσι καὶ διοικοῦσιν Αὐτήν. Διὸ καὶ αἱ ἐσφαλμέναι τυχὸν ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἰδέαι καὶ ἀντιλήψεις τῶν ᾿Επισκόπων, ἐφ᾿ ὅσον αὗται δὲν κρίνονται καὶ δὲν καταδικάζονται ὑπὸ Κανονικῆς καὶ ᾿Εγκύρου Συνόδου, ὡς ἀντορθόδοξοι καὶ κακόδοξοι, δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ᾿Ορθόδοξον ἔννοιαν τῆς ᾿Εκκλησίας, εἰς ἣν ἀνήκουσιν οὗτοι. Παραδείγματος χάριν, ὅταν εἷς ἢ καὶ πλείονες τῶν ᾿Επισκόπων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Διοικοῦσαν ᾿Εκκλησίαν, εἰσάγωσιν εἰς Αὐτὴν μίαν καινοτομίαν, ἀντιστρατευομένην εἰς τὸ ὑγιὲς καὶ ἀκραιφνὲς πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ἐννοίας τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ πλημμελὲς καὶ τὸ ἀντορθόδοξον τῆς καινοτομίας ταύτης, ισχυρίζεται ο Άγιος Χρυσόστομος, βαρύνει μὲν τοὺς καινοτόμους ᾿Επισκόπους, ὡς ἄτομα καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς ὑποδίκους ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, δὲν ἐπηρεάζει ὅμως οὐδὲ μειοῖ τὸ ὀρθόδοξον κῦρος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἣν διοικοῦσι. Μία τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, εξηγεί ο Άγιος Χρυσόστομος, χάνει τον ορθόδοξο χαρακτήρα της και την εγκυρότητα των Θείων Μυστηρίων της μόνο όταν αναγνωριστεί ως αιρετική ή σχισματική από Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μόνον αυτή έχει το δικαίωμα να της αφαιρέσει τη Χάρη και το θείο κύρος των Μυστηρίων της, αφού μόνον αυτή έχει το δικαίωμα να της τα μεταδώσει. Αν αυτή η διάκριση δεν αναγνωριστεί, οδηγεί σε σοβαρές δυσκολίες και σύγχυση. Αυτό μπορεί να φανεί από την περίπτωση των αντιοικουμενιστών εντός της επίσημης Ορθοδοξίας. Αν και αναγνωρίζουν ότι οι Ιεράρχες τους κηρύσσουν αίρεση μέσα στην Εκκλησία, υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να διακόψουν την κοινωνία μαζί τους, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι χωρίζονται και από την ίδια την Εκκλησία. Έτσι καταλήγουν στο φαινομενικά παράδοξο, τουλάχιστον από ορθόδοξη σκοπιά, συμπέρασμα ότι πρέπει κανείς να παραμένει σε κοινωνία με έναν αιρετίζοντα Ιεράρχη, για να παραμείνει εντός της Εκκλησίας.
Στην περίπτωση του Επισκόπου Ματθαίου και όσων τον ακολούθησαν, η αδυναμία κατανόησης αυτής της διάκρισης βρίσκεται στον πυρήνα της διδασκαλίας τους περί της άμεσης και αυτόματης απώλειας της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας από τη Χάρη του Θεού με την εισαγωγή της ημερολογιακής μεταρρύθμισης από τους Ιεράρχες της. Σύμφωνα με τη λογική τους, η προσωπική πτώση της Ιεραρχίας επιφέρει αναγκαστικά την πτώση ολόκληρης της Εκκλησίας, καθώς και όλων των άλλων Εκκλησιών που παρέμειναν σε κοινωνία μαζί της.
Η δεύτερη αρχή, η διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχίσματος. Αντικρούοντας τη Ματθαιϊική εκκλησιολογική θέση, ο Άγιος Χρυσόστομος αναφέρεται σε μία βασική έννοια του εκκλησιαστικού κανονικού δικαίου, τη διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχισματικών. Εφάρμοσε αυτή τη διάκριση για να εξηγήσει το νόημα της ανακήρυξης της Νεοημερολογιακής Εκκλησίας ως σχισματικής, όπως είδαμε νωρίτερα. Ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγεί ότι, όταν χαρακτήρισε τους Νεοημερολογίτες Ιεράρχες σχισματικούς και τη Νεοημερολογιακή Εκκλησία σχισματική, παρέλειψε, από αβλεψία, να προσθέσει ότι είναι σχισματικοί δυνάμει και όχι ενεργεία, πράγμα που σημαίνει ότι θα υποστούν τις συνέπειες της αποκοπής τους από το σώμα της καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στερούμενοι του δικαιώματος να τελούν έγκυρα Μυστήρια και να μεταδίδουν θεία Χάρη και αγιασμό στους πιστούς, μόνον όταν δικαστούν από έγκυρη Μεγάλη Σύνοδο και καταδικαστούν σε καθαίρεση για εσφαλμένη πίστη, εφόσον επιμένουν αμετακίνητοι σε αυτήν. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει ότι οι θείοι κανόνες, τα ιερά δόγματα και οι παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ήταν εκείνοι που τον υποχρέωσαν να αρνηθεί να θεωρήσει την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ενεργεία σχισματική, αλλά μόνο δυνάμει, μέχρις ότου συγκληθεί έγκυρη Σύνοδος για να δικάσει τους καινοτομούντες Ιεράρχες και, αν αυτοί αρνηθούν, μετά από επαρκή διευκρίνιση, να επιστρέψουν στην Παράδοση του ορθοδόξου εορτολογίου, να τους καθαιρέσει, να τους αποκόψει και να τους κηρύξει ενεργεία σχισματικούς. Ο Άγιος Χρυσόστομος παραπέμπει στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και στα σχόλιά του στο Πηδάλιο, όπου δηλώνεται σαφώς ότι οι εκκλησιαστικοί κανόνες απαιτούν Σύνοδο ζώντων Ιεραρχών για την καθαίρεση κληρικών ή για τον αφορισμό ή τον αναθεματισμό λαϊκών που παραβαίνουν τους κανόνες. Αν όμως η Σύνοδος δεν προβεί πράγματι στην καθαίρεση ή τον αφορισμό, τότε οι κληρικοί και οι λαϊκοί αυτοί δεν είναι ούτε ενεργεία καθηρημένοι ούτε ενεργεία αφορισμένοι ή αναθεματισμένοι.
Επειδή αυτή η πτυχή της εκκλησιολογικής διδασκαλίας του Αγίου μας έγινε από την αρχή αντικείμενο έντονης συζήτησης και εκτέθηκε σε σφοδρή κριτική και αμφισβήτηση, είναι χρήσιμο να εξεταστεί πώς σχετίζεται με την ορθόδοξη δογματική και κανονική παράδοση.
Αυτό που εννοούν ο Άγιος Χρυσόστομος και ο Άγιος Νικόδημος με τη διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχισματικών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων σχισματικών ή αιρετικών. Αν και αυτή η έννοια αποτελεί αναπόσπαστο και απολύτως αναγκαίο στοιχείο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, υπάρχει σημαντική σύγχυση γύρω από αυτήν, τόσο εντός της επίσημης Ορθοδοξίας όσο και εντός της λεγόμενης Γνησίας Ορθοδοξίας. Ας ξεκινήσουμε με τη διαστρέβλωση αυτής της ιδέας εντός του Παλαιοημερολογιτικού κινήματος. Όχι μόνο μεταξύ των οπαδών του Επισκόπου Ματθαίου υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται ουσιαστικά διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων αιρετικών. Επικαλούνται, για παράδειγμα, τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος προτρέπει τον Άγιο Τίτο να απορρίπτει τον αιρετικό άνθρωπο μετά την πρώτη και δεύτερη νουθεσία, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αυτοκατάκριτος. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι αιρετικοί, με την ίδια την πράξη της διάδοσης της αιρέσεως, αυτοαφορίζονται και αποκόπτονται από την Εκκλησία και ότι, ως συνέπεια, τα Μυστήριά τους είναι άκυρα. Η πιο προφανής αδυναμία αυτής της θεωρίας είναι ότι καθιστά τον ουσιώδη σκοπό των Συνόδων, και ιδίως των Οικουμενικών Συνόδων, ανώφελο, δηλαδή την καταδίκη και τον αφορισμό των αιρετικών από την Εκκλησία. Είναι φανερό ότι, αν οι αιρετικοί αποκόπτονταν αυτομάτως και από μόνοι τους από το Σώμα της Εκκλησίας, δεν θα υπήρχε ανάγκη καθαιρέσεως ή αφορισμού, αφού η Εκκλησία δεν κρίνει εκείνους που βρίσκονται εκτός αυτής.
Η διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων αιρετικών διαστρεβλώνεται και στο αντίθετο άκρο του εκκλησιαστικού χώρου. Ενώ οι Ματθαιϊκοί συγχέουν αυτή τη διάκριση για να παρουσιάσουν όλους τους αιρετικούς ως ήδη καταδικασμένους και εκτός Εκκλησίας, οι ορθόδοξοι οικουμενιστές επιδιώκουν τον αντίθετο σκοπό. Λαμβάνουν όσα διακηρύχθηκαν και εφαρμόστηκαν στην εκκλησιαστική ιστορία σχετικά με αιρετικούς που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί και τα χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν το βασικό δόγμα του οικουμενισμού, δηλαδή τη διεύρυνση των ορίων της Εκκλησίας και τον ισχυρισμό ότι οι μη ορθόδοξες εκκλησίες εξακολουθούν, κατά κάποιον τρόπο, να ανήκουν στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Παρότι οι δύο αυτές θέσεις είναι ριζικά αντίθετες, αμφότερες διαπράττουν το ίδιο σφάλμα όσο αφορά τη συνοδική και κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δηλαδή καινοτομούν με την απόρριψη ενός στοιχείου που πάντοτε αποτελούσε μέρος της παραδόσεώς της, δηλαδή της αναγνώρισης διαφορετικής εκκλησιολογικής κατάστασης των αιρετικών πριν και μετά τη συνοδική κρίση. Η διαστρέβλωση αυτή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή και δυσνόητη, αν λάβει κανείς υπόψη ότι το ζήτημα συζητήθηκε και επιλύθηκε οριστικά στο ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο, δηλαδή στις Οικουμενικές Συνόδους, και ειδικότερα στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας οι τρεις πρώτες συνεδρίες αφιερώθηκαν αποκλειστικά στη διεξοδική εξέταση δύο στενά συνδεδεμένων ζητημάτων. Το πρώτο αφορούσε τον τρόπο υποδοχής εκείνων που προέρχονταν από την αίρεση της Εικονομαχίας και το δεύτερο το καθεστώς των χειροτονιών τους, δηλαδή την εγκυρότητα των Μυστηρίων τους.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα που εξεταζόταν δεν αφορούσε τους αιρετικούς γενικώς, δηλαδή τόσο τους μη καταδικασμένους όσο και τους καταδικασμένους αιρετικούς. Αντιθέτως, ολόκληρη η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά το κατά πόσον ήταν σκόπιμο, εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να γίνονται δεκτοί οι Εικονομάχοι που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί, καθώς και το ζήτημα των χειροτονιών τους. Η συζήτηση διεξήχθη μεταξύ δύο πλευρών. Από τη μία πλευρά, οι Ιεράρχες υπό του Αγίου Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προήδρευε της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, υποστήριζαν την αποδοχή των μετανοούντων Εικονομάχων και την αναγνώριση των χειροτονιών τους. Από την άλλη πλευρά, οι εκπρόσωποι των μοναστικών κοινοτήτων που ίδρυσε ο Σάββα, ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου, αντιτίθεντο στην αποδοχή των μετανοούντων Εικονομάχων στις τάξεις της Ιεραρχίας. Ύστερα από μακρά συζήτηση, κατά την οποία παρουσιάστηκαν, εξετάστηκαν προσεκτικά και συζητήθηκαν διεξοδικά διάφοροι κανόνες, αποσπάσματα από τους Αγίους Πατέρες και αποφάσεις προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων, τόσο οι Ιεράρχες όσο και οι μοναχοί κατέληξαν σε κοινό συμπέρασμα, αυτό που ο Άγιος Ταράσιος αποκάλεσε «το φρόνημα των Πατέρων μας», οι οποίοι, όντες του αυτού Πνεύματος, πάντες τα αυτά κηρύττουσι και διδάσκουσι. Η κοινώς αποδεκτή απόφαση ήταν να γίνονται δεκτοί οι μετανοούντες Εικονομάχοι Ιεράρχες, αφού πρώτα αναθεμάτιζαν την αίρεσή τους και ομολογούσαν την Ορθόδοξη Πίστη, και να γίνει δεκτή η εγκυρότητα των χειροτονιών τους, διότι, όπως διακήρυξε η Σύνοδος διά του Προέδρου της, Αγίου Ταρασίου, η χειροτονία τους είναι από τον Θεό.
Οι Πατέρες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου έλαβαν αυτή την απόφαση με πλήρη επίγνωση ότι ακολουθούσαν τα συμπεράσματα των προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων. Κατά την εξέταση των συνοδικών αρχείων και των πράξεων των παλαιότερων Οικουμενικών Συνόδων, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στον Άγιο Μελέτιο, ο οποίος χειροτονήθηκε Επίσκοπος Αντιοχείας από Αρειανούς αιρετικούς, αλλά αργότερα έγινε δεκτός σε εκκλησιαστική κοινωνία από τους Ορθοδόξους λόγω της ορθόδοξης ομολογίας του και κατόπιν έγινε Πρόεδρος της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου. Ο Άγιος Ταράσιος, κατά την διάρκεια των συζητήσεων, ανέφερε επίσης την περίπτωση του Αγίου Ανατολίου, ο οποίος χειροτονήθηκε από τον αιρετικό Διόσκορο μετά τη Ληστρική Σύνοδο και πριν την καταδίκη του Διοσκόρου από την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, και ο οποίος αργότερα, ο Άγιος Ανατόλιος, έγινε συμπρόεδρος της ίδιας Συνόδου. Ο Άγιος Ταράσιος επεσήμανε επίσης το παράδειγμα των Πατέρων της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είχε χειροτονηθεί από Μονοθελήτες αιρετικούς, τους οποίους οι ίδιοι καταδίκασαν αργότερα στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σκόπιμο να αναφερθεί τι έγραψε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σχετικά με την κατάσταση στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο. Στην επιστολή του προς τον αναγνώστη Στέφανο και όσους ήταν μαζί του, όπου εξηγεί τη θέση του σχετικά με τα κριτήρια υποδοχής στην Ορθοδοξία κληρικών που είχαν χειροτονηθεί από αιρετικούς, τονίζει το γεγονός ότι όλοι οι Ιεράρχες που έλαβαν μέρος στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο είχαν χειροτονηθεί είτε από Εικονομάχους αιρετικούς είτε από Ιεράρχες χειροτονημένους από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αγίου Ταρασίου. Εξηγεί στους ένθερμους, οι οποίοι επιθυμούσαν να βρουν κληρικό του οποίου η χειροτονία να ανάγεται απευθείας στον Άγιο Γερμανό, τον τελευταίο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους Εικονομάχους, ότι αν κανείς απέρριπτε τις αποφάσεις των Πατέρων και αρνιόταν να δεχθεί την εγκυρότητα των χειροτονιών που τελέστηκαν από μη καταδικασμένους αιρετικούς, αυτό θα οδηγούσε, σύμφωνα με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, στην καταστροφή της Εκκλησίας, διότι, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα παρέμενε κανένα δώρο της ιερωσύνης λόγω του οποίου έχουμε το δικαίωμα να ονομαζόμαστε χριστιανοί, κάτι που είναι παράλογο.
Πριν ολοκληρωθεί αυτή η ενότητα, είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί μία πιθανή ένσταση που μπορεί να προκύψει σε κάποιον που μελετά προσεκτικά τις Πράξεις της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Ένας τέτοιος αναγνώστης ενδέχεται να θέσει τα εξής ερωτήματα:
Δεν ήταν τρεις συνεδρίες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου αφιερωμένες στο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οι Εικονομάχοι θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία; Δεν ζήτησαν οι ίδιοι οι μετανοούντες Ιεράρχες να ενωθούν με την Καθολική Εκκλησία; Δεν διακήρυξε η Ιερά Σύνοδος ότι είναι προφανές η αίρεση αποκόπτει κάθε άνθρωπο από την εκκλησία; Δεν υποδηλώνουν όλα αυτά ότι οι Εικονομάχοι βρίσκονταν εκτός της Εκκλησίας και, για τον λόγο αυτό, ζητούσαν να γίνουν δεκτοί σε αυτήν;
Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι καταφατική. Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές δεν πρέπει να απομονώνονται από το ορθό τους πλαίσιο ούτε να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να έρχεται σε άμεση αντίθεση με άλλες δηλώσεις των ίδιων Πατέρων και με τις ίδιες τις αποφάσεις στις οποίες κατέληξαν.
Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση σχετικά με το καθεστώς των μη καταδικασμένων αιρετικών σε σχέση με την Εκκλησία, είναι αναγκαίο να υπενθυμίζουμε όσα αναφέρθηκαν νωρίτερα σχετικά με τη διάκριση των δύο πτυχών της Εκκλησίας, της θείας και της διοικητικής. Η αίρεση της Εικονομαχίας, όπως και κάθε άλλο θανάσιμο αμάρτημα, χώριζε τους Εικονομάχους Ιεράρχες ως πρόσωπα από την Εκκλησία, δηλαδή από τη θεία της διάσταση, αφού, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, ποια κοινωνία μπορεί να έχει το φως με το σκότος ή ο Χριστός με τον Βελίαρ; Παρ’ όλα αυτά, μέχρι να εκδοθεί συνοδική απόφαση εναντίον τους, παρέμεναν ενωμένοι με την Εκκλησία ως προς τη διοικητική και θεσμική της διάσταση. Για τον λόγο αυτό, η ιερωσύνη τους δεν είχε ακόμη καταστεί άκυρη. Μόνον μετά την αποκοπή των αιρετικών με συνοδική απόφαση ολοκληρώνεται πλήρως η έκπτωσή τους από την Εκκλησία. Τότε πλέον δεν ανήκουν στην Εκκλησία ούτε ως προς τη θεία ούτε ως προς τη διοικητική της διάσταση και τα Μυστήρια που τελούνται από αυτούς στερούνται της εκκλησιαστικής Χάριτος. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι Πατέρες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, στον Όρο που εκδόθηκε κατά τη λήξη της, όρισαν ότι οι Εικονομάχοι αιρετικοί που αρνούνταν να μετανοήσουν και να αποδεχθούν τις συνοδικές αποφάσεις, αν είναι επίσκοποι ή κληρικοί πρέπει να καθαιρεθούν, αν είναι μοναχοί ή λαϊκοί να αφορισθούν. 


(συνεχίζεται)

 


 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''


Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Α΄ μέρος)

 

Η παρούσα διάλεξη αποτελεί συνέχεια μιας δίπτυχης σειράς διαλέξεων με αφορμή τη συμπλήρωση εβδομήντα ετών από την κοίμηση του Αγίου Χρυσοστόμου Φλωρίνης, του Νέου Ομολογητού. Ο πατήρ Πατάπιος, Κοσμήτωρ της Σχολής μας, στη θαυμάσια διάλεξή του την οποία συνιστώ ανεπιφύλακτα σε όλους όσοι δεν είχαν τη δυνατότητα να την παρακολουθήσουν ζωντανά και η οποία είναι πλέον διαθέσιμη στο κανάλι μας στο YouTubε, παρουσίασε τη βιογραφία και τις θεμελιώδεις πτυχές του εκκλησιαστικού έργου αυτής της κεντρικής μορφής του ελληνικού παλαιοημερολογίτικου κινήματος. Επάνω σε αυτό το θεμέλιο, η σημερινή διάλεξη θα αφιερωθεί αποκλειστικά σε ένα και μόνο θέμα, το οποίο αναμφίβολα ανήκει στον ίδιο τον πυρήνα της παρακαταθήκης που μας άφησε ο Άγιος Χρυσόστομος.
Ο Απόστολος Παύλος γράφει στους Χριστιανούς της Κορίνθου ότι, μολονότι μπορεί να έχουν πολλούς παιδαγωγούς εν Χριστώ, δεν έχουν πολλούς πατέρες, διότι αυτός ήταν που τους γέννησε εν Χριστώ Ιησού. Παρόμοιο ρόλο με εκείνον που διαδραμάτισε ο Απόστολος Παύλος στην Κόρινθο ανέλαβε ο Άγιος Χρυσόστομος στην Εκκλησία μας των Παλαιοημερολογιτών.
Η εκκλησιολογία —το θέμα της σημερινής διάλεξης— είναι ίσως το περισσότερο συζητημένο ζήτημα που συνδέεται με την εκκλησιαστική παρακαταθήκη του Αγίου Χρυσοστόμου. Σκοπός μας δεν είναι να ανοίξουμε εκ νέου ή να αναζωπυρώσουμε παλαιές πληγές. Εκείνο που μας καθοδήγησε στη μελέτη μας ήταν η προσπάθεια να γνωρίσουμε τι ανακαλύπτει κανείς γύρω από το εκκλησιολογικό ζήτημα όταν εντρυφά άμεσα στα ίδια τα συγγράμματα του Αγίου Χρυσοστόμου, αντί να βασίζεται αποκλειστικά στις συχνά αντιφατικές παρουσιάσεις της εκκλησιολογικής του σκέψεως από δευτερογενείς πηγές.
Ο Άγιος Χρυσόστομος Φλωρίνης ήταν ακλόνητα πεπεισμένος ότι, κάποια ημέρα, η ιστορία του Παλαιοημερολογιτικού κινήματος, ανεξαρτήτως των προβληματικών του πλευρών, θα εγγραφεί με χρυσά γράμματα στην ιστορία της Εκκλησίας του Χριστού. Αν εμείς, τα πνευματικά του τέκνα, δεν μελετήσουμε αυτή την ιστορία, αν δεν διατηρήσουμε ζωντανή τη συνείδησή της, ποιος τότε θα τη γράψει;
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι η σημερινή εκκλησιαστική κατάσταση είναι σε πολλά σημεία θεμελιωδώς διαφορετική από εκείνη που αντιμετώπισε ο Άγιος Χρυσόστομος. Επιπλέον, στην Ορθόδοξη Παράδοση δεν υπάρχει καμία εναλλακτική λύση στο θεσμό του προσωπικού αλαθήτου. Όλα αυτά θα πρέπει να μας βοηθήσουν να προσεγγίσουμε, χωρίς φόβο αλλά και χωρίς αποφυγή των επίμαχων ζητημάτων, τη μελέτη και τη συζήτηση της παρακαταθήκης αυτού του γίγαντα της εκκλησιαστικής ιστορίας του εικοστού αιώνα, η οποία, κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να αποτελεί μία από τις κύριες πηγές μας όταν σήμερα στοχαζόμαστε πώς να προσεγγίσουμε το εκκλησιολογικό ζήτημα και την αίρεση του Οικουμενισμού. Για να γίνει αυτό, όμως, είναι απαραίτητο να τον γνωρίσουμε, να τον διαβάσουμε και να τον μελετήσουμε. Σε αυτό ακριβώς αποσκοπεί η σημερινή διάλεξη.
Ένα από τα σημαντικότερα επιτεύγματα του Αγίου Χρυσοστόμου υπήρξε η θεολογική, εκκλησιολογική και κανονική του ανάλυση της νέας εκκλησιαστικής καταστάσεως που δημιούργησε η ημερολογιακή καινοτομία. Χρησιμοποίησε τα χαρίσματα της βαθιάς εκκλησιαστικής του σκέψεως και της εκτενούς γνώσεώς του στην πατερική θεολογία, την ιστορία της Εκκλησίας και το κανονικό δίκαιο, προκειμένου να ερμηνεύσει το εκκλησιολογικό καθεστώς τόσο των νεοημερολογιτών καινοτόμων όσο και εκείνων που τους αντιτάχθηκαν. Για να επιτελέσει αυτό το αξιοθαύμαστο έργο, χρειάστηκε να αγωνιστεί ταυτόχρονα σε δύο μέτωπα. Από τη μία πλευρά, όφειλε να υπερασπιστεί τη νομιμότητα της αντιστάσεως της Εκκλησίας απέναντι στους νεοημερολογίτες καινοτόμους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ως σχισματικό και τον καθαίρεσαν από το αρχιερατικό του αξίωμα. Από την άλλη πλευρά, έπρεπε να αντιμετωπίσει ορισμένους Παλαιοημερολογίτες, οι οποίοι, στην προσπάθειά τους να τηρήσουν την αποστολική προτροπή «στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις», στερούνταν ζήλου κατ’ ἐπίγνωσιν και τον κατηγορούσαν ως συμβιβαστικό και προδότη του Ιερού Αγώνος. Αυτή η διπλή πρόκληση τον υποχρέωσε να προσεγγίσει το ζήτημα της εκκλησιολογίας με πιο σύνθετο τρόπο, επιτρέποντάς του να θεμελιώσει την Εκκλησία των Παλαιοημερολογιτών πάνω στη σταθερή και ασφαλή κανονική βάση του πολυαιώνιου αντιαιρετικού αγώνος των Πατέρων της Εκκλησίας, στο πνεύμα τόσο της Αληθείας όσο και της Αγάπης.
Θα διαιρέσουμε την παρουσίαση της εκκλησιολογικής σκέψεως του Αγίου Χρυσοστόμου σε τέσσερα μέρη. Το πρώτο μέρος θα καλύψει τα δύο αρχικά έτη, κατά τα οποία η Παλαιοημερολογίτικη Σύνοδος παρέμεινε ενωμένη στον αγώνα της για την αποκατάσταση της Ορθοδοξίας. Το δεύτερο μέρος θα παρακολουθήσει την εξέλιξη της θεολογικής του σκέψεως ως απάντηση στο τραγικό σχίσμα που έλαβε χώρα εντός της Παλαιοημερολογίτικης Εκκλησίας το 1937. Στο τρίτο μέρος θα προσπαθήσουμε να διαπιστώσουμε αν υπάρχει συνέχεια ή μετατόπιση μεταξύ αυτών των δύο περιόδων στην ανάπτυξη της εκκλησιολογικής σκέψεως του Αγίου. Τέλος, στο τέταρτο μέρος θα εξετάσουμε δύο αμφιλεγόμενες εγκυκλίους που εκδόθηκαν από την Ιερά Σύνοδο υπό την προεδρία του Αγίου Χρυσοστόμου, επιδιώκοντας να κατανοήσουμε για ποιο λόγο ο Άγιος έθεσε την υπογραφή του σε αυτές.
Ας ξεκινήσουμε λοιπόν με το πρώτο μέρος.
Ο Άγιος Χρυσόστομος, ακολουθώντας τα βήματα του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού και του Αγίου Γρηγορίου Παλαμά, καθιέρωσε μια αιτιώδη σχέση μεταξύ της ουσίας της Εκκλησίας και της ομολογίας της Αληθινής Πίστεως. Ο Άγιος Μάξιμος διακήρυξε ότι η Καθολική Εκκλησία συνίσταται στην αληθινή και σωτηριώδη ομολογία της Πίστεως. Με παρόμοιο πνεύμα, ο Άγιος Γρηγόριος Παλαμάς έγραψε ότι όσοι δεν ανήκουν στην Αλήθεια δεν ανήκουν ούτε στην Εκκλησία του Χριστού, διότι η Εκκλησία δεν συνίσταται σε ανθρώπους, αλλά στην Αλήθεια και στην ακρίβεια της Πίστεως. Τοποθετημένος από τη Θεία Πρόνοια σε θέση παρόμοια με εκείνη αυτών των δύο Ομολογητών —ως κάποιος δηλαδή που κλήθηκε να υπερασπιστεί την Ορθοδοξία και να σταθεί απέναντι στην πλειονότητα της εκκλησιαστικής ιεραρχίας της εποχής του, η οποία είχε αποτύχει στο αρχιερατικό της καθήκον να διατηρήσει ανόθευτη την Πίστη και τις παραδόσεις της Εκκλησίας— ο Άγιος Χρυσόστομος έγραψε: «Η ουσία της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας δεν καθορίζεται από τον αριθμό των Αρχιερέων, αλλά από τα δόγματα και τις παραδόσεις που παραλάβαμε από τις Επτά Οἰκουμενικές Συνόδους, οι οποίες αποτελούν το αλάθητο κριτήριο της Ορθοδοξίας». (Α΄, 139) Στην Ορθόδοξη Εκκλησία, τόσο οι ποιμένες όσο και οι ποιμαινόμενοι τελούν υπό τη δεσμευτική εξουσία του εκκλησιαστικού πολιτεύματος. Εκείνο που καθιστά μια απόφαση Αρχιερέως ή Συνόδου Αρχιερέων κανονική, κατά τον Άγιο Χρυσόστομο, δεν είναι το γεγονός ότι εκδόθηκε από την επίσημη Ιεραρχία, αλλά το αν συμφωνεί με τα δόγματα και τους κανόνες της Εκκλησίας. Εφόσον οι ίδιοι οι Αρχιερείς υπόκεινται στο πολίτευμα της Εκκλησίας, οι αποφάσεις τους είναι έγκυρες και δεσμευτικές μόνο στο μέτρο που συμμορφώνονται προς τους κανόνες. Αντιθέτως, αν οι Αρχιερείς μετακινούν τα αιώνια όρια που έθεσαν οι Άγιοι Πατέρες, χάνουν κάθε δικαίωμα να γίνονται σεβαστοί και υπακουστοί από το ποίμνιό τους.
Το επιχείρημα ότι η πλειονότητα των Αρχιερέων αποδέχθηκε τη μεταρρύθμιση του ημερολογίου δεν έχει καμία ισχύ ως προς την ουσία της Ορθοδοξίας, η οποία διασφαλίζεται μόνο εκεί όπου διατηρείται ακέραιο το πολίτευμα της Εκκλησίας. Υπενθυμίζει στους αναγνώστες του ότι υπήρξαν περίοδοι στην ιστορία της Εκκλησίας κατά τις οποίες η πλειονότητα της Ιεραρχίας, μαζί με το κράτος, προσχώρησε στην αίρεση, ενώ μόνο λίγοι Αρχιερείς παρέμειναν πιστοί στην Ορθοδοξία. Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία ουδέποτε καταδίκασε αυτούς τους λίγους πιστούς Αρχιερείς ως στασιαστές ή σχισματικούς. Αντιθέτως, καταδικάστηκαν οι πολλοί που ακολούθησαν την αίρεση, διότι εκείνοι είχαν παρεκκλίνει από την Αληθινή Πίστη.
Εξηγώντας την κανονικότητα της διακοπής της εκκλησιαστικής κοινωνίας με καινοτόμους Αρχιερείς που επαναστατούν εναντίον του ορθοδόξου εκκλησιαστικού πολιτεύματος, αναφέρεται στον ΙΕ΄ Κανόνα της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα να αποσχίζεται κανείς από Αρχιερέα που διδάσκει δημοσίως στην Εκκλησία κάτι αντίθετο προς όσα καθόρισαν οι Θείοι Πατέρες σε Οἰκουμενικές και Τοπικές Συνόδους, ακόμη και πριν εκδοθεί συνοδική απόφαση εναντίον του. Επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τον κανόνα αυτό, τα πρόσωπα αυτά «οὐ μόνον οὐχὶ τῆς ἐπιτιμήσεως ἄξιοι εἰσίν, ἀλλὰ καὶ τῆς προσήκουσας τιμῆς ἀπολαύουσιν», διότι «οὐ σχίσματι ἐχώρισαν τὴν Ἐκκλησίαν, ἀλλὰ σπουδάζουσιν ἐκ σχισμάτων καὶ διαιρέσεων τὴν Ἐκκλησίαν ῥύσασθαι».
Ο Άγιος Χρυσόστομος απέρριπτε με σφοδρότητα κάθε κατηγορία ότι ο χωρισμός των Παλαιοημερολογιτών από τους καινοτόμους συνιστούσε πράξη στάσεως ή σχίσματος. Σε πολλές περιπτώσεις διευκρίνισε ότι δεν ύψωσαν τη σημαία της ανταρσίας, αλλά το ένδοξο και τιμημένο λάβαρο της ενώσεως της διηρημένης Ορθοδοξίας και της συμφιλιώσεως της Εκκλησίας στη μόνη αποδεκτή βάση, εκείνη των ιερών παραδόσεων των Οἰκουμενικών Συνόδων.
Σύμφωνα με αυτό που ο Άγιος Χρυσόστομος αποκαλεί πλήρη και ακριβή κατανόηση του δόγματος της Μίας Εκκλησίας, η Εκκλησία της Ελλάδος, μετά τη μονομερή και αντικανονική εισαγωγή του Νέου Ημερολογίου, διαιρέθηκε. Παλαιοημερολογίτες και Νεοημερολογίτες, παρότι διατηρούν τα ίδια δόγματα και την ίδια θεία λατρεία, δεν μπορούν στην πραγματικότητα να ανήκουν στην ίδια Εκκλησία, όταν δεν είναι ενωμένοι στον εορτασμό των εκκλησιαστικών εορτών.
Την επομένη ημέρα αφότου ο Άγιος Χρυσόστομος, μαζί με τους Μητροπολίτες Γερμανό Δημητριάδος και Χρυσόστομο Ζακύνθου, ανέλαβαν αρχιερατική ευθύνη για το παλαιοημερολογίτικο ποίμνιο, απέστειλαν διακήρυξη προς τη Νεοημερολογίτικη Σύνοδο, στην οποία δήλωναν ότι η Ιεραρχία της, λόγω της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως, διέρρηξε την ενότητα ολόκληρης της Ορθοδόξου Εκκλησίας και διαίρεσε τους Χριστιανούς σε δύο αντιμαχόμενες ημερολογιακές παρατάξεις Η Διοικούσα Ιεραρχία της Εκκλησίας του Νέου Ημερολογίου, «σύμφωνα με το πνεύμα των ιερών κανόνων, είχε χωριστεί και απομονωθεί από το παγκόσμιο Σώμα της Ορθοδοξίας» σε σχέση με τις Ορθόδοξες Εκκλησίες που συνέχιζαν να στέκονται ακλόνητες στο θεμέλιο των Επτά Οικουμενικών Συνόδων και των Ορθοδόξων παραδόσεων.  Εδώ μπορούμε να προσθέσουμε ότι αυτή η κανονική αποτίμηση της ημερολογιακής καινοτομίας αντιστοιχεί στην κρίση που εξέδωσε η Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων την οποία συνέστησε η ελληνική κυβέρνηση το 1922. Ένα από τα μέλη της τότε ήταν ο Αρχιμανδρίτης Χρυσόστομος (Παπαδόπουλος), καθηγητής Εκκλησιαστικής Ιστορίας, ο οποίος αργότερα έγινε Μητροπολίτης Αθηνών και δύο χρόνια μετά επέβαλε το Νέο Ημερολόγιο στην Εκκλησία της Ελλάδος. Η επιτροπή κατέληξε στο εξής συμπέρασμα: «Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι αι Αυτοκέφαλοι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι, αν και εσωτερικώς ανεξάρτητοι, συνδέονται όμως στενώς μεταξύ των και ενώνονται διά της αρχής της πνευματικής ενότητος της Εκκλησίας, αποτελούσαι μίαν και μόνην Ορθόδοξον Εκκλησίαν, έπεται ότι ουδεμία εξ αυτών δύναται να αποσπασθή από τας λοιπάς και να υιοθετήση νέον ημερολόγιον άνευ του να καταστή σχισματική έναντι των λοιπών».
Ιδιαίτερη σημασία, ενόψει της μελλοντικής διαιρέσεως εντός της Παλαιοημερολογίτικης Εκκλησίας, έχουν και άλλες δηλώσεις του Αγίου Χρυσοστόμου, στις οποίες διευκρινίζει τη φύση του νεοημερολογίτικου σχίσματος. Στο αριστούργημά του, γραμμένο κατά την πρώτη του εξορία, «Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως Κριτήριον της Ορθοδοξίας», αποσαφηνίζει την προαναφερθείσα διακήρυξη περί σχίσματος λέγοντας: «Τους εκηρύξαμεν σχισματικούς ως πρόσωπα και όχι ως εκπροσώπους της εννοίας της Εκκλησίας».
Σε άλλο κείμενο προσθέτει ότι, μολονότι το σχίσμα υφίσταται ήδη κατ’ ουσίαν, δεν έχει ακόμη επισήμως κηρυχθεί από Πανορθόδοξη Σύνοδο, της οποίας η σύγκληση αναβάλλεται από έτος σε έτος, λίγο παρακάτω, προτρέπει τους υποκινητές και κύριους αρχιτέκτονες του σχίσματος να θεραπεύσουν αυτό το κακό και να επουλώσουν αυτή τη σαπίζουσα πληγή πριν μετατραπεί σε γάγγραινα, η οποία θα καταστήσει αναγκαίο τον ακρωτηριασμό ενός μέρους του εκκλησιαστικού σώματος.
Αυτές οι διευκρινίσεις είναι εξαιρετικά σημαντικές για την κατανόηση της εκκλησιολογικής στάσεως του Αγίου μας έναντι της σχισματικής Νεοημερολογίτικης Εκκλησίας, καθώς γράφτηκαν κατά την περίοδο της ενωμένης Παλαιοημερολογίτικης Συνόδου.
Όπως διαπιστώνουμε, ο Άγιος Χρυσόστομος διακρίνει μεταξύ των Αρχιερέων ως προσώπων και των Εκκλησιών που αυτοί εκπροσωπούν και διοικούν. Μεμονωμένοι Αρχιερείς μπορούν να αμαρτήσουν και να αποτύχουν στην ομολογία της Ορθοδόξου Πίστεως και στην τήρηση των Ορθοδόξων παραδόσεων. Πράττοντας έτσι,  χωρίζονται από το Σώμα της Εκκλησίας, καθίστανται σχισματικοί και καθίστανται άξιοι αποκηρύξεως και απορρίψεως από τους Ορθοδόξους πιστούς που δεν θέλουν να καταστούν συνυπεύθυνοι για τις αμαρτίες και τις παραβάσεις τους και γι’ αυτό αποτειχίζονται απέναντί τους.
Ωστόσο, το ίδιο δεν μπορεί να λεχθεί για τις Εκκλησίες τους. Για να καταστεί μία Τοπική Εκκλησία σχισματική και να αποκοπεί από το Σώμα της Εκκλησίας, απαιτείται εκκλησιαστική δίκη, όπως προβλέπεται από τους ιερούς κανόνες. Με τη βαθιά του γνώση του κανονικού δικαίου, ο Άγιος Χρυσόστομος θεωρούσε τη Νεοημερολογίτικη Εκκλησία κατηγορούμενη για σχίσμα και αναμένουσα την εκδίκαση της υποθέσεώς της ενώπιον Πανορθοδόξου Συνόδου, η οποία και μόνη είναι αρμόδια να επιλύσει το ημερολογιακό ζήτημα.
Η ιδέα ότι η Εκκλησία της Ελλάδος θα μπορούσε να εκπέσει αυτομάτως από την εκκλησιαστική αλήθεια χωρίς κανονική δικαστική διαδικασία ενώπιον Πανορθοδόξου Συνόδου ήταν για τον Άγιο απολύτως αβάσιμη και απαράδεκτη, καθώς ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με τη διδασκαλία των Οικουμενικών Συνόδων και ολόκληρη την κανονική παράδοση. Γι’ αυτόν τον λόγο διέκρινε μεταξύ ενός ήδη υφισταμένου σχίσματος και εκείνου που θα κηρυσσόταν επισήμως από Πανορθόδοξη ή Οικουμενική Σύνοδο.
Μέχρι να υπάρξει μια τέτοια κήρυξη, οι σχισματικοί διατηρούν ακόμη τη δυνατότητα να θεραπεύσουν το σχίσμα τους μέσω της μετανοίας και της επιστροφής από την καινοτομία στο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο, αν όμως αρνηθούν να το πράξουν, η νόσος  τους θα μετατραπεί σε γάγγραινα, την οποία η Πανορθόδοξη Σύνοδος θα υποχρεωθεί να αποκόψει από το Σώμα της Εκκλησίας.
Όπως βλέπουμε στην εκκλησιολογική σκέψη του Αγίου Χρυσοστόμου, ο θεσμός της Πανορθοδόξου ή Οικουμενικής  Συνόδου διαδραμάτιζε αναντικατάστατο ρόλο στην επίλυση του σχίσματος που προκάλεσε η ημερολογιακή καινοτομία. Γι’ αυτό, αμέσως μετά τον χωρισμό του από την Κρατική Εκκλησία, επικοινώνησε με άλλα Πατριαρχεία που δεν είχαν εισαγάγει το Νέο Ημερολόγιο, προσπαθώντας να τα πείσει για την αναγκαιότητα και το αναπόφευκτο της συγκλήσεως  Πανορθοδόξου Συνόδου προς αποκατάσταση της ενότητας της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Υπενθυμίζουμε εδώ ότι ο Άγιος Χρυσόστομος περιόδευσε στη Μέση Ανατολή από τον Δεκέμβριο του 1935 έως τον Μάιο του 1936, προκειμένου να συζητήσει με τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων, Αντιοχείας και Αλεξανδρείας.
Επίσης, τον Ιούνιο του 1936, δημοσίευσε το κείμενο «Διατί  αι Ορθόδοξοι Εκκλησίαι δεν εκήρυξαν σχισματικόν τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Χρυσόστομον;». Υποστήριζε ότι οι Εκκλησίες που δεν είχαν διακόψει την κοινωνία με τις Νεοημερολογίτικες Εκκλησίες, παρά την απόρριψη της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως, το έπραξαν επειδή ανέμεναν τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου, όπου το ζήτημα θα αντιμετωπιζόταν συνοδικά. Ενημέρωνε το κοινό ότι τα Πατριαρχεία Ιεροσολύμων και Αντιοχείας, απαντώντας στην αδελφική του έκκληση για συμβολή στην επίλυση του οδυνηρού αυτού προβλήματος, του υποσχέθηκαν ότι θα προβούν στις αναγκαίες ενέργειες στον κατάλληλο χρόνο για τη σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου. Στο ίδιο πλαίσιο, πρέπει να προστεθεί ότι, στις 10 Νοεμβρίου 1936, ο Άγιος Χρυσόστομος απέστειλε «Υπόμνημα προς την Ιεράν Σύνοδον της Εκκλησίας της Ελλάδος» σχετικά με τη γνώμη των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων για το Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο. Ενημέρωνε τη Νεοημερολογίτικη Ιεραρχία για τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει σχετικά με τη σύγκληση Οικουμενικής  Συνόδου και έφθασε μάλιστα στο σημείο να απευθύνει έκκληση να συμβάλουν και οι ίδιοι στη σύγκληση Πανορθοδόξου Συνόδου, «του μόνου αρμοδίου σώματος να άρη τα σκάνδαλα και να ενώση τους διηρημένους… προς αποκατάστασιν της ενότητος ολοκλήρου της Ορθοδόξου Εκκλησίας… εντός του πλαισίου των θείων και ιερών κανόνων και των συνοδικών διατάξεων των Επτά Αγίων Οἰκουμενικών Συνόδων».
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο της προσδοκίας μιας Μεγάλης ή Πανορθοδόξου Συνόδου που θα θεράπευε το ημερολογιακό σχίσμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία πρέπει να ερμηνεύσουμε και τις πρώτες διακηρύξεις του Αγίου Χρυσοστόμου περί της μυστηριολογικής Χάριτος εντός της Νεοημερολογίτικης Εκκλησίας.
Όπως είναι γνωστό, οι Ομολογητές Αρχιερείς παραπέμφθηκαν σε δίκη την 1/14 Ιουνίου 1935 από τη Σύνοδο των καινοτόμων, η οποία στη συνέχεια τους έθεσε σε αργία και τους καταδίκασε σε πενταετή εγκλεισμό. Πριν οδηγηθούν στην εξορία, οι τρεις διωκόμενοι Αρχιερείς εξέδωσαν «Ποιμαντορικήν Εγκύκλιον προς τον Ορθόδοξον Ελληνικόν Λαόν», η οποία δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 21 Ιουνίου 1935. Μέσω αυτής της εγκυκλίου προέτρεπαν το ποίμνιό τους να συνεχίσει τον αγώνα για τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας. Επανέλαβαν τη διαπίστωσή τους ότι η επίσημη Ιεραρχία είχε δημιουργήσει σχίσμα, αλλά αυτή τη φορά πρόσθεσαν και μια επείγουσα έκκληση «να μη έχουν πνευματική κοινωνία με την σχισματικήν Εκκλησίαν και τον κλήρον αυτής, τον οποίον εγκατέλειψεν η Χάρις του Αγίου Πνεύματος». Επικαλέστηκαν τον Α΄ Κανόνα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου για να στηρίξουν τον ισχυρισμό τους ότι «η σχισματική Εκκλησία δεν έχει πλέον την Χάριν και το Άγιον Πνεύμα».
Σε παρόμοιο ύφος, στο άρθρο «Το Παλαιοημερολογητικόν και ο Αρχηγός της Εκκλησίας», που δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1935, έγραφε ότι οι Παλαιοημερολογίτες ορθώς και κανονικώς απεκήρυξαν τους ποιμένες τους, ως στερηθέντας της Χάριτος του Παναγίου Πνεύματος, διότι αυτοί είχαν αποσπασθεί από το καθολικό σώμα της Ορθοδοξίας με την αντικανονική εισαγωγή του παπικού ημερολογίου.
Οι δηλώσεις αυτές, οι οποίες λίγο αργότερα χρησιμοποιήθηκαν από τον Επίσκοπο Βρεσθένης Ματθαίο για να δικαιολογήσει τον χωρισμό του από την Ιερά Σύνοδο, πρέπει να ερμηνευθούν μέσα στο ευρύτερο εκκλησιολογικό πλαίσιο που προαναφέρθηκε και όχι απομονωμένα. Προκειμένου να κατανοηθεί το νόημά τους, πρέπει να ληφθούν υπόψη τουλάχιστον οι ακόλουθοι παράγοντες.
Κατ’ αρχάς, η άποψη περί απώλειας της αγιαστικής Χάριτος του Αγίου Πνεύματος και ακυρότητας των Μυστηρίων εισήχθη για πρώτη φορά στο πλαίσιο της ημερολογιακής διαμάχης από τον ιδρυτή της, τον Μητροπολίτη Αθηνών Χρυσόστομο (Παπαδόπουλο), και τη Σύνοδό του, στην εγκύκλιο του 1926, όπου διακηρυσσόταν ότι οι συνοδικές αποφάσεις είναι απολύτως δεσμευτικές και, για τον λόγο αυτό, όσοι δεν υπακούν σε αυτές  δεν ανήκουν πλέον στην Εκκλησία, στερούνται των διαύλων της Θείας Χάριτος και αποκόπτονται από την Εκκλησία, καθιστάμενοι υπόχρεοι αιωνίου καταδίκης. Η διακήρυξη αυτή είναι τόσο κατάφωρα αντορθόδοξη και αντικανονική, ώστε δεν χρήζει καν σχολιασμού.
Προφανώς, ως αντίδραση σε αυτούς τους εξωφρενικούς ισχυρισμούς, αλλά και ως απάντηση στις θηριωδίες που διαπράχθηκαν από τις κρατικές δυνάμεις επιβολής του νόμου κατά τον διωγμό, η κατά τα άλλα εσφαλμένη διδασκαλία περί αυτόματης απώλειας της Θείας Χάριτος στα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών σχισματικών διαδόθηκε ευρέως μεταξύ του Παλαιοημερολογίτικου κλήρου, ιδίως μεταξύ των αγιορειτών ζηλωτών. Επισήμως, αυτή η αντίληψη εκφράστηκε στη «Δήλωση Αποκηρύξεως της Καινοτομούσης Εκκλησίας», η οποία δημοσιεύθηκε το 1934, ένα έτος πριν ο Άγιος Χρυσόστομος προσχωρήσει στο Παλαιοημερολογίτικο κίνημα.
Πρέπει επίσης να έχουμε υπόψη ότι, για προφανείς λόγους, υπήρχε έλλειψη εμπιστοσύνης εκ μέρους ορισμένων Παλαιοημερολογιτών κληρικών και μοναχών προς Αρχιερείς που είχαν καθυστερήσει επί πολλά έτη να ενταχθούν στην αντίσταση κατά της ημερολογιακής καινοτομίας. Στα μάτια τους, η διακήρυξη της απουσίας της Θείας Χάριτος από τη σχισματική Εκκλησία των διωκτών και καινοτόμων ήταν αναγκαία προκειμένου να αποδείξουν την ειλικρίνειά τους και το ομολογιακό τους φρόνημα και, με αυτόν τον τρόπο, να ενισχύσουν τη θέση τους ως ηγέτες του Ιερού Αγώνος.
Από την άλλη πλευρά, είναι σαφές ότι ολόκληρη η εγκύκλιος συντάχθηκε υπό το βάρος της παράνομης συνοδικής καταδίκης των Αρχιερέων μας σε πενταετή εξορία. Υπήρχε η κοινή αντίληψη ότι η σχισματική Ιεραρχία ήταν σε θέση να εκδώσει μια τέτοια αντικανονική απόφαση μόνο και μόνο επειδή είχε εγκαταλειφθεί από τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Οι Αρχιερείς αισθάνονταν επίσης την επείγουσα ανάγκη να τονίσουν τη σοβαρότητα της καταστάσεως και να προστατεύσουν το ποίμνιό τους, το οποίο, λόγω των πολυετών εξοριών, θα έμενε αποκομμένο από τους ποιμένες του και εκτεθειμένο στην προπαγάνδα και στις πιέσεις της Κρατικής Εκκλησίας, υποστηριζόμενης από τις δυνάμεις ασφαλείας, για να αποκηρύξει το Παλαιό Ημερολόγιο και να προσχωρήσει στο νεοημερολογίτικο σχίσμα.
Μέχρι εδώ, γνωρίζουμε ότι ο Άγιος Χρυσόστομος θεωρούσε την Εκκλησία της Ελλάδος διηρημένη εξαιτίας της ημερολογιακής καινοτομίας. Η Νεοημερολογίτικη Εκκλησία ήταν σχισματική, αλλά δεν είχε ακόμη επισήμως κηρυχθεί ως τέτοια από Πανορθόδοξη Σύνοδο. Η Εκκλησία αυτή ήταν σοβαρά μολυσμένη από μια ασθένεια, η οποία θα μπορούσε ακόμη να θεραπευθεί μέσω της επιστροφής στο Εκκλησιαστικό Ημερολόγιο, προτού εξελιχθεί σε θανατηφόρα γάγγραινα, που τελικώς θα απαιτούσε την αποκοπή της από το Σώμα του Χριστού με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου.
Πώς όμως αντιλαμβανόταν το εκκλησιαστικό καθεστώς της Παλαιοημερολογίτικης Εκκλησίας; Στην ήδη μνημονευθείσα πραγματεία «Το Εκκλησιαστικόν Ημερολόγιον ως Κριτήριον της Ορθοδοξίας», γράφει για την ύπαρξη δύο Συνόδων στην Ελλάδα, μίας Νεοημερολογίτικης και σχισματικής και μίας Παλαιοημερολογίτικης, η οποία ονομάζεται «η Σύνοδος της Ελληνικής Εκκλησίας, η ακολουθούσα τας πατροπαραδότους παραδόσεις και συνεχίζουσα την ιστορίαν της Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας».
Σε άρθρο που γράφτηκε για την εκκλησιαστική εφημερίδα «Κήρυξ των Ορθοδόξων» και δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1935, ο Άγιος Χρυσόστομος τόνισε επανειλημμένως την κοινή αντίληψη εκείνων που απέρριπταν το Νέο Ημερολόγιο, ότι η Παλαιοημερολογίτικη Εκκλησία αποτελούσε διαφορετική και ξεχωριστή Εκκλησία. Έγραφε ότι οι Παλαιοημερολογίτες είχαν το δικαίωμα να συγκροτήσουν ξεχωριστή Εκκλησία, ανεξάρτητη από την επίσημη, στο μέτρο που η ημερολογιακή καινοτομία της επίσημης Εκκλησίας παραβίαζε την Ορθόδοξη συνείδησή τους, και ότι είχαν το δικαίωμα να αποσπασθούν από την επίσημη Εκκλησία και να συγκροτήσουν τη δική τους Εκκλησία, συνεχίζοντας την ιστορία της Αυτοκεφάλου Ελληνικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Τόνιζε ακόμη ότι αυτό το δικαίωμα της αποκηρύξεως και της συγκροτήσεως ιδίας Εκκλησίας, ανεξάρτητης από την καινοτομούσα, τόσο για τους Αρχιερείς όσο και για τον Ορθόδοξο Ελληνικό Λαό, απορρέει από τους θείους και ιερούς Κανόνες.  Μπορούμε επίσης να προσθέσουμε ότι από τότε η σφραγίδα της Εκκλησίας έφερε την επιγραφή «Ἡ Ἐκκλησία τῶν Γνησίων Ὀρθοδόξων Χριστιανῶν τῆς Ἑλλάδος».
Αυτά ως προς το πρώτο μέρος· τώρα στο δεύτερο μέρος θα εξετάσουμε πώς η εκκλησιολογική θέση του Αγίου Χρυσοστόμου αναπτύχθηκε περαιτέρω μέσα στο πλαίσιο της διαιρέσεως που προκάλεσε ο Επίσκοπος Ματθαίος το 1937.



ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''