Κυριακή 29 Μαρτίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΟΥ ΦΟΒΟΥ (1)

 

Ο ΦΟΒΟΣ καί οἱ καταστάσεις που συνδέονται ἐνδεχομένως με αὐτόν, ὅπως ἡ δειλία, ἡ ἀνησυχία, τό ἄγχος, ἡ ἀγωνία, ή φοβία, ἔχουν ουσιαστική σχέση, ὅπως εἴδαμε, με την προσκόλληση στα αισθητά ἀγαθά. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν να θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπ' αὐτόν παρά μόνο ἄν αποχωριστεί ἀπό τόν κόσμο τοῦτο[1], ἂν ἀποθέσει ὅλη του τη μέριμνα στο Θεό, μέ σταθερή τήν ἐλπίδα, ὅτι μέσω τῆς Πρόνοιας Του, θα φροντίσει γιά ὅλες του τίς ἀνάγκες. Αὐτό διδάσκει καί ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Μή οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταῦτα τά ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γάρ ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. Μή οὖν μεριμνήσητε εἰς τήν αὔριον» (Ματθ. 6,31-34). Στην ἴδια προοπτική ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος συμβουλεύει: «Αν πιστεύεις ότι ο Θεός φροντίζει για σένα, γιατί μεριμνάς και φροντίζεις για τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες του σώματός σου; […] Ρίξε στον Κύριο τη μέριμνά σου, και Αυτός θα σε θρέψει. Και δεν θα ταραχθείς από φόβο που έρχεται επάνω σου[2]». «Πλησίασε, λέει, σε Εκείνον που έχεις ελπίσει, και θα αναπαυθείς από τον κόπο και από τον φόβο[3]».
Ἡ ἔλλειψη πίστης εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ πρώτη πηγή του φόβου· αὐτός υπάρχει λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ἀνθρώπου κατά τό μέτρο τῆς πίστης του στο Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεῖ: «Η πίστη που δεν παρεκκλίνει, δεν δέχεται υποψία φόβου.[4]». Ὅποιος ἔχει ἀκλόνητη πίστη στο Θεό και τήν Πρόνοιά Του εἶναι βέβαιο ότι θα λάβει ἀπ ̓ Αὐτόν σε κάτ θε περίσταση βοήθεια και προστασία καί δέν πρέπει πλέον να φοβᾶται οὔτε τις συγκυρίες οὔτε τους αντιπάλους οὔτε ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν θάνατο. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ύπενθύμιζει ὅτι «Αὐτός γάρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ ̓ οὐ μή σε ἐγκαταλίπω» καί ὅτι «θαρροῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13,5-6). Ὁ Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και σωτήρ μου· τινα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής τῆς ζωῆς μου· ἀπό τινος δειλιάσω; [...]. Ἐάν παρατάξηται ἐπ' ἐμέ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου» (Ψαλμ. 26,1.3). «Εάν πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ ̓ ἐμοῦ εἶ» (Ψαλμ. 22,4). Καί οἱ Παροιμίαι ἀναφέρουν: «Καί οὐ φοβηθήσῃ πτόησιν ἐπελθοῦσαν, οὐδέ ὁρμάς ἀσεβῶν ἐπερχομένας· ὁ γάρ Κύριος ἔσται ἐπί πασῶν ὁδῶν σου καί ἐρείσει σόν πόδα, ἵνα μή σαλευθῇς».
Μόνη της ή πίστη δέν ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό φόβο· ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπαντῶντας στην πίστη του, τοῦ προσφέρει τή βοήθεια Του καί τήν ἀρωγή Του[5]. Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ Σύρος γράφει: «Αν η καρδιά δεν έχει γαλήνη εξαιτίας φόβου και τρόμου, τότε να κατανοεί και να γνωρίζει ότι αυτός ο φόβος της καρδιάς του δείχνει και φανερώνει ότι είναι οπωσδήποτε ελλιπής και έχει ανάγκη από κάποια άλλη βοήθεια. […] Διότι η βοήθεια του Θεού, λέει, είναι αυτή που σώζει.»[6].



[1] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-ανδριάντες, 18, 4.

[2] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.

[3] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.

[4]  ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 4, 48.

[5]  Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Ἐπιστολή, 67. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.

[6]  ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.

 

(συνεχίζεται)

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (1)


ΣΗΜΕΙΩΣΙΣ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ'': Στο κεφάλαιο αυτό θα ξεκινήσουμε αντίστροφα. Πρώτα θα παρουσιαστεί η θεραπευτική της και έπειτα η ανάλυση της λύπης ως νόσος - πάθος.


ΣΕ ΣΥΓΚΡΙΣΗ μέ τή θεραπευτική κάθε ἄλλου πάθους, ἡ ἀντίστοιχη τῆς λύπης προϋποθέτει τη νοσούσα συνείδηση του ἀνθρώπου καί τή βούλησή του να θεραπευτεί. Ὅπως παρατηρεῖ μάλιστα ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος[1], δέν εἶναι σπάνιο, στα πλαίσια τῆς συγκεκριμένης νόσου, ὁ ἄρρωστος ν' ἀρέσκεται ν' ἀντλεῖ τό ἀσήμαντο ὄφελος μιᾶς ὁρισμένης νοσηρῆς χαρᾶς καί νά ἐγκαταλείπεται παθητικά στην κατάστασή του. Μερικές φορές μάλιστα δέν παρατηρεῖ ὅτι ἀποτελεῖ τό θύμα ἑνός ἰδιαίτερα σοβαροῦ πάθους μέ ὀλέθρια ἀποτελέσματα στήν ὅλη πνευματική ζωή του. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός πάλι, ἀφοῦ ὑπενθυμίσει τις βλαβερές αὐτές συνέπειες, γράφει ἄν ἐπιθυμοῦμε νά δώσουμε τήν πνευματική μάχη σύμφωνα μέ τούς κανόνες, ὀφείλουμε να θεραπεύσουμε τήν ἀσθένεια μέ τόση σύνεση και περίσκεψη, ὅση καί τίς προηγούμενες[2]. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπιμένει στήν ἀνάγκη νά θελήσει καί νά εύχεται τή θεραπεία του και γράφει εἰδικότερα ὅτι εἶναι πολύ χρήσιμο για να διαλυθεῖ ἡ λύπη νά θλιβοῦμε ἰσχυρότερα[3].
Ἠ λύπη εἶναι δυνατόν νά ὀφείλεται σε διαφορετικές αἰτίες. Σε κάθε περίπτωση ἁρμόζει διαφορετική θεραπευτική.
1) Ἡ πρώτη πιθανή αἰτία τῆς λύπης εἶναι ἡ ματαίωση κάποιας ἡδονῆς παρούσας ἢ προσδοκώμενης καί ἑπομένως, -βαθύτερα ἡ ἀπώλεια ἑνός αἰσθητοῦ ἀγαθοῦ, ἡ ματαίωση μιᾶς ἐπιθυμίας ἢ ἡ διάψευση μιᾶς ἐλπίδας, σαρκικῶν βέβαια. Στην περίπτωση μιας τέτοιας αιτιολογίας, ἡ θεραπευτική τῆς λύπης συνεπάγεται ουσιαστικά την απάρνηση των «σαρκικῶν» ἐπιθυμιῶν καί ἡδονῶν, καί ἀντίστοιχα, τό χωρισμό ἀπ' ὅλα τά αἰσθητά «ἀγαθά» πού φθάνει μέχρι την περιφρόνησή τους[4]. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος παρατηρεί: «Αυτός που αποφεύγει όλες τις κοσμικές επιθυμίες, καθιστά τον εαυτό του ανώτερο από κάθε κοσμική λύπη.[5]», και στη συνέχεια συμβουλεύει: «Μπροστά στη λύπη, να περιφρονείς τα υλικά πράγματα[6]». Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Σιναΐτης διαπιστώνει μέ τό ἴδιο νόημα: «Αν κάποιος μίσησε τον κόσμο, αυτός ξέφυγε από τη λύπη· αν όμως κάποιος έχει προσκόλληση σε κάτι από τα ορατά, δεν έχει ακόμη ελευθερωθεί από τη λύπη· γιατί πώς δεν θα λυπηθεί όταν στερηθεί αυτό που αγαπά;[7]». Καί ὁ Εὐάγριος σημειώνει: «Αυτός που αποφεύγει όλες τις κοσμικές ηδονές είναι σαν πύργος απρόσιτος στον δαίμονα της λύπης· γιατί η λύπη είναι στέρηση της ηδονής, είτε αυτής που υπάρχει είτε αυτής που αναμένεται· και είναι αδύνατο να αποκρούσουμε αυτόν τον εχθρό, όσο έχουμε προσκόλληση σε κάτι επίγειο· γιατί εκεί στήνει την παγίδα και εργάζεται τη λύπη, όπου βλέπει ότι έχουμε μεγαλύτερη κλίση.[8]» [Σ.τ.μ.: Νά ἔχουμε ιδιαίτερα κλίση και κατεύθυνση]. Κάθε πάθος θεμελιώνεται σέ μιά σαρκική ἐπιθυμία πρός ἀναζήτηση τῆς αἰσθητῆς ἡδονῆς· τοῦτο σημαίνει ότι καί γιά τή θεραπευτική τῆς λύπης ἰσχύει ὅτι καί γιά τήν ἀντίστοιχη τῶν ὑπόλοιπων παθῶν. Ὁ Εὐάγριος ἐξηγεῖ: «Η λύπη δημιουργείται από την αποτυχία μιας σαρκικής επιθυμίας· και η επιθυμία είναι συνδεδεμένη με κάθε πάθος. Αυτός που νίκησε την επιθυμία, νίκησε τα πάθη· και αυτός που νίκησε τα πάθη, δεν θα κυριευθεί από τη λύπη. Εκείνος που κυριαρχεί στα πάθη, κυριάρχησε και στη λύπη· ενώ αυτός που νικιέται από την ηδονή, δεν θα ξεφύγει από τα δεσμά της. Αυτός που αγαπά τον κόσμο θα λυπηθεί πολύ· ενώ εκείνος που περιφρονεί τις ηδονές του κόσμου δεν θα ταραχθεί από λογισμούς λύπης.[9]».
Ὁ ἄνθρωπος πού ὑποτάσσεται στη σάρκα ἐπιζητεῖ ἄπληστα ὄχι μόνο υλικά αγαθά, ἀλλ' ἀκόμη καί τιμές και ανθρώπινη δόξα. Επισημάναμε, μελετώντας τό πάθος τῆς λύπης, το στενό σύνδεσμο που διατηρεῖ μέ τήν κενοδοξία. Ἡ διάψευση καί ἡ ἀπογοήτευση στην αναζήτηση τιμῶν καί δόξας στον κόσμο αὐτό ἀποτελεῖ συχνή αἰτία τῆς λύπης, τόσο γιά ὅσους ἤδη τίς ἀπολαμβάνουν ἀλλά ἐπιθυμοῦν καί ἀκόμη μεγαλύτερες, ὅσο καί γιά ἐκείνους που λαχταροῦν νά βγοῦν ἀπό τήν ἀφάνεια. Σε κάθε περίπτωση, ή θεραπευτική τῆς λύπης ἀφορᾶ στην περιφρόνηση τῆς δόξας καί τῶν ἐγκόσμιων τιμῶν[10] ἤ, καλύτερα, στην τέλεια ἀδιαφορία ἔναντι αὐτῶν, εἴτε κάποιος τίς ἀποκομίζει εἴτε τις στερεῖται. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος συμβουλεύει: «Μπροστά στη λύπη, να περιφρονείς τη δόξα και την ατιμία.[11]».
2) Δεύτερη σημαντική αἰτία τῆς λύπης ἀποτελεῖ ἡ ὀργή εἴτε ἡ λύπη ἕπεται αὐτῆς εἴτε εἶναι συνέπεια υπάρχουσας προσβολῆς, ὁπότε τότε συχνά λαμβάνει τή μορφή τῆς μνησικακίας.

 


[1] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 492.

[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 1-2.

[3]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 492.

[4] Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ρητά διάφορα, 3.

[5] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 1, 22.

[6] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 13.

[7]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 2, 11.

[8] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Λόγος πρακτικός, 19.

[9] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Πνεύματα πονηρίας, 11-12, PG 79, 1156. 1157

[10]  Πρβλ. ΔΩΡΟΘΕΟΣ ΓΑΖΗΣ, Ρητά διάφορα, 3.

[11] ΜΑΞΙΜΟΣ ΟΜΟΛΟΓΗΤΗΣ, Αγάπης ἑκατοντάς, 3, 13.

 

(συνεχίζεται)