Ο ΦΟΒΟΣ καί οἱ
καταστάσεις που συνδέονται ἐνδεχομένως με αὐτόν, ὅπως ἡ δειλία, ἡ ἀνησυχία, τό ἄγχος,
ἡ ἀγωνία, ή φοβία, ἔχουν ουσιαστική σχέση, ὅπως εἴδαμε, με την προσκόλληση στα
αισθητά ἀγαθά. Δέν εἶναι λοιπόν δυνατόν να θεραπευτεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπ' αὐτόν παρά
μόνο ἄν αποχωριστεί ἀπό τόν κόσμο τοῦτο[1],
ἂν ἀποθέσει ὅλη του τη μέριμνα στο Θεό, μέ σταθερή τήν ἐλπίδα, ὅτι μέσω τῆς
Πρόνοιας Του, θα φροντίσει γιά ὅλες του τίς ἀνάγκες. Αὐτό διδάσκει καί ὁ ἴδιος ὁ
Χριστός: «Μή οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἤ τί πίωμεν ἤ τί
περιβαλώμεθα; πάντα γάρ ταῦτα τά ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γάρ ὁ Πατήρ ἡμῶν ὁ οὐράνιος
ὅτι χρήζετε τούτων ἁπάντων. Ζητεῖτε δέ πρῶτον τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί τήν
δικαιοσύνην Αὐτοῦ, καί ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν. Μή οὖν μεριμνήσητε εἰς τήν
αὔριον» (Ματθ. 6,31-34). Στην ἴδια προοπτική ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος συμβουλεύει:
«Αν πιστεύεις ότι ο Θεός φροντίζει για σένα, γιατί μεριμνάς και φροντίζεις για
τα πρόσκαιρα και για τις ανάγκες του σώματός σου; […] Ρίξε στον Κύριο τη
μέριμνά σου, και Αυτός θα σε θρέψει. Και δεν θα ταραχθείς από φόβο που έρχεται
επάνω σου[2]».
«Πλησίασε, λέει, σε Εκείνον που έχεις ελπίσει, και θα αναπαυθείς από τον κόπο
και από τον φόβο[3]».
Ἡ ἔλλειψη πίστης εἶναι, ὅπως εἴδαμε, ἡ πρώτη πηγή του φόβου· αὐτός υπάρχει
λοιπόν σε καταστολή στην ψυχή του ἀνθρώπου κατά τό μέτρο τῆς πίστης του στο
Θεό. Ο Ευάγριος παρατηρεῖ: «Η πίστη που δεν παρεκκλίνει, δεν δέχεται υποψία
φόβου.[4]».
Ὅποιος ἔχει ἀκλόνητη πίστη στο Θεό και τήν Πρόνοιά Του εἶναι βέβαιο ότι θα
λάβει ἀπ ̓ Αὐτόν σε κάτ θε περίσταση βοήθεια και προστασία καί δέν πρέπει πλέον
να φοβᾶται οὔτε τις συγκυρίες οὔτε τους αντιπάλους οὔτε ἀκόμη καί τόν ἴδιο τόν θάνατο.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ύπενθύμιζει ὅτι «Αὐτός γάρ εἴρηκεν· οὐ μή σε ἀνῶ οὐδ ̓ οὐ μή
σε ἐγκαταλίπω» καί ὅτι «θαρροῦντας ἡμᾶς λέγειν· Κύριος ἐμοί βοηθός, καί οὐ
φοβηθήσομαι» (Εβρ. 13,5-6). Ὁ Ψαλμωδός σημειώνει: «Κύριος φωτισμός μου και
σωτήρ μου· τινα φοβηθήσομαι; Κύριος υπερασπιστής τῆς ζωῆς μου· ἀπό τινος δειλιάσω;
[...]. Ἐάν παρατάξηται ἐπ' ἐμέ παρεμβολή, οὐ φοβηθήσεται ἡ καρδία μου» (Ψαλμ.
26,1.3). «Εάν πορευθῶ ἐν μέσῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακά, ὅτι σύ μετ ̓ ἐμοῦ
εἶ» (Ψαλμ. 22,4). Καί οἱ Παροιμίαι ἀναφέρουν: «Καί οὐ φοβηθήσῃ πτόησιν ἐπελθοῦσαν,
οὐδέ ὁρμάς ἀσεβῶν ἐπερχομένας· ὁ γάρ Κύριος ἔσται ἐπί πασῶν ὁδῶν σου καί ἐρείσει
σόν πόδα, ἵνα μή σαλευθῇς».
Μόνη της ή πίστη δέν ἀπελευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τό φόβο· ὁ Θεός εἶναι ἐκεῖνος
πού ἀπαντῶντας στην πίστη του, τοῦ προσφέρει τή βοήθεια Του καί τήν ἀρωγή Του[5].
Ὁ Ἅγιος Ἰσαάκ Σύρος γράφει: «Αν η καρδιά δεν έχει γαλήνη εξαιτίας φόβου και
τρόμου, τότε να κατανοεί και να γνωρίζει ότι αυτός ο φόβος της καρδιάς του
δείχνει και φανερώνει ότι είναι οπωσδήποτε ελλιπής και έχει ανάγκη από κάποια
άλλη βοήθεια. […] Διότι η βοήθεια του Θεού, λέει, είναι αυτή που σώζει.»[6].
[1] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Ὁμιλία-ανδριάντες, 18, 4.
[2] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.
[3] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 58.
[4] ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Κεφάλαια γνωστικά, 4, 48.
[5] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Ἐπιστολή, 67. ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 5.
[6] ΙΣΑΑΚ ΣΥΡΟΣ, Λόγος, 21.
(συνεχίζεται)

