Σάββατο 18 Απριλίου 2026

Η νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου και η σημασία της (4ο μέρος)

Πέρα ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ θάνατος ἔχασε την πνευματική ἐξουσία του ἐπί τοῦ ἀνθρώπου, ἔπαυσε πλέον νά εἶναι τό βέβαιο τέλος και κατέστη ἡ ἀρχή μιας νέας ζωῆς, πού δέν ἔχει τέλος ἢ ἀλλιῶς, ὅπως τό διατυπώνει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ Χριστός κατέστησε τον θάνατο ἀρχή ἀλλαγῆς γιά τήν ἀφθαρσία[1]. Ἔτσι, ὁ θάνατος παρουσιάζεται με θετική μορφή στον πεπτωκότα κόσμο, ὡς τρόπος μεταβάσεως στήν ἄφθαρτη ζωή[2] καί ἀναγκαῖο μέσο για το πέρασμα σε μία καλύτερη κατάσταση, αὐτήν τοῦ ἄλλου κόσμου ὅπου ὁ ἄνθρωπος θα γνωρίσει, ψυχῇ τε καί σώματι, ἕναν ἀνώτερο τρόπο ὑπάρξεως, ἀπαλλαγμένο ἀπό χωροχρονικά όρια[3]. Χάρις στο σωτηριώδες ἔργο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος δέν ἀποτελεῖ πλέον μία πόρτα που κλείνει τήν ἐπίγεια ζωή, οὔτε βεβαίως μία πόρτα πού ὁδηγεῖ στά ὑπόγεια τοῦ Ἅδη, ὅπου μέχρι πρότινος πιστευόταν ὅτι φυλακίζονταν αἰώνια οἱ ψυχές, ἀλλά μία πόρτα πού ἀνοίγει πρός τήν οὐράνια ζωή καί ἐπιτρέπει στόν ἄνθρωπο να φθάσει στη βασιλεία τῶν οὐρανῶν[4], ὅπου ὁ ἄνθρωπος θά λάβει τελικῶς, ψυχῇ τε καί σώματι, ἐφόσον εἶναι ἄξιος, τό πλήρωμα τῶν θείων δώρων. Ὁ θάνατος δέν εἶναι πλέον κάτι πού ἐκμηδενίζει τή ζωή τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἕνα γεγονός πού τοῦ προσφέρει πρόσβαση σε μία ζωή πιό ἀληθινή, σέ ἕναν καλύτερο τρόπο ὕπαρξης[5], πληρέστερο[6], ὄχι σε κάτι πού τόν φθείρει καί ἐν τέλει τόν ἀφανίζει, ἀλλά κάτι πού τόν ἀνυψώνει καί τόν κάνει να βιώνει τήν ἀνάταση τοῦ εἶναι του. Ὅπως τονίζει ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὁ διάβολος παρουσίασε τον θάνατο γιά τήν ἀπώλειά μας, για νὰ μᾶς πάρει πίσω στή γῆ, προκειμένου νά ἀπωλέσουμε κάθε ἐλπίδα σωτηρίας. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὅμως τόν ἐπανέφερε από την πλευρά του καί τόν μεταμόρφωσε ολοκληρωτικά[7].
Χάρις στὸν Ἰησοῦ Χριστό ὁ θάνατος ἔπαυσε πλέον νά εἶναι αἰτία φόβου και παραδόξως κατέστη μία ἐπιθυμητή πραγματικότητα, ὄχι βέβαια αυτή καθ' ἑαυτήν, αλλά στο μέτρο πού προσφέρει στον πιστό μία καλύτερη μορφή ζωῆς, ἐγγύτερη πρός τόν Θεό. Οἱ Πατέρες ἀρέσκονται συχνά νά ἀναφέρονται στο παράδειγμα τῶν μαρτύρων οἱ ὁποῖοι ὁδεύουν μετά άγαλλιάσεως πρός τόν θάνατο[8]. Μολονότι δέν πρέπει νά ἐπιδιώκεται, γίνεται οἰκειοθελῶς ἀποδεκτός ἀπό τόν χριστιανό πού προετοιμάζεται νά τόν δεχθεῖ μέ τήν εἰς Χριστόν πίστη του.
Θά μποροῦσε κανείς νά ἀντιτείνει ὅτι ἡ στάση αυτή δέν εἶναι καινοφανής, ἀφοῦ ἀπαντᾶ ἤδη σε πολλές φιλοσοφίες, ὅπως ὁ Πλατωνισμός καί ὁ Στωικισμός. Εν τούτοις, ὑπάρχει μία μεγάλη διαφορά, ἀφοῦ ἡ χριστιανική στάση διαφέρει τῆς ἀντίστοιχης πλατωνικῆς, ὅπως πολύ εὔστοχα τονίζει ὁ J. Daniélou, καί αὐτό γιατί «δέν ἀποσκοπεῖ στήν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς ἀπό τή φυλακή τοῦ σώματος, ἀλλά τήν ἀπελευθέρωση τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος ἀπό τήν δουλεία τῆς σάρκας»[9]. Ἡ χριστιανική στάση διαφέρει επίσης καί ἔναντι τῆς στωϊκῆς, σύμφωνα μέ τήν ὁποία ἡ νίκη ἐπί τοῦ θανάτου εἶναι προδήλως πνευματική και ψυχολογική, ἤτοι ἐπί τῶν ἀντιλήψεων πού μᾶς κάνουν να φοβόμαστε τόν θάνατο. Αντιθέτως, γιά τόν χριστιανό εἶναι σημαντικό, ὅταν σκέφτεται ἢ δέχεται τόν θάνατο, νά ζεῖ ἐν Χριστῷ ἐγγύς τοῦ Θεοῦ. Ὑπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Ἰγνάτιος Ἀντιοχείας γράφει: «Καλύτερα για μένα να πεθάνω για τον Χριστό Ιησού, παρά να βασιλεύω στα πέρατα της γης... Εκείνον ζητώ, που πέθανε για μας... Και η γέννηση για μένα πλησιάζει. Συγχωρήστε με, αδελφοί... Μην κηρύσσετε τον Ιησού Χριστό αλλά επιθυμείτε τον κόσμο... Διότι, ενώ ζω, σας γράφω, ποθώντας να πεθάνω. Ο δικός μου έρωτας έχει σταυρωθεί, και δεν υπάρχει μέσα μου φωτιά σαρκική· αλλά νερό ζωντανό που μιλάει σε μένα μέσα μου, και μου λέει από μέσα: Έλα στον Πατέρα.»[10]. Παρόμοια εἶναι καί ἡ στάση πού μᾶς περιγράφει ὁ Γρηγόριος Νύσσης, αναφερόμενος στον θάνατο τῆς ὁσίας Μακρίνης: «Αλλά όσο πλησίαζε στην έξοδο, καθώς έβλεπε όλο και περισσότερο την ομορφιά του Νυμφίου, με πιο έντονη βιασύνη ορμούσε προς εκείνον που ποθούσε, λέγοντας αυτά όχι πια προς εμάς που ήμασταν παρόντες, αλλά προς εκείνον τον ίδιο, στον οποίο ατένιζε αδιάκοπα με τα μάτια της.»[11].
Στή συνέχεια τοῦ κειμένου, ὁ Γρηγόριος Νύσσης παραθέτει τήν προσευχή τῆς ἐκπνέουσας ὁσίας Μακρίνης, τά λόγια τῆς ὁποίας ανακεφαλαιώνουν τα προειρηθέντα καί μποροῦν νά χρησιμεύσουν ὡς κατακλεῖδα τοῦ κεφαλαίου αὐτοῦ: «Εσύ, λέει, Κύριε, διέλυσες τὸ φόβο μας γιὰ τὸ θάνατο. Ἐσὺ ἔκανες ἀρχὴ τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τὸ τέλος τῆς ἐδῶ ζωῆς μας. Ἐσὺ γιὰ ἕνα διάστημα ἀναπαύεις μὲ ὕπνο τὰ σώματά μας καὶ τὰ ξυπνᾶς πάλι μὲ τὴν ἔσχατη σάλπιγγα (Α' Κορ. 15,52). Ἐσὺ δίνεις ὡς παρακαταθήκη στὴ δική σου γῆ, τὴ γῆ τοῦ σώματός μας, που διαμόρφωσες μὲ τὰ ἴδια σου τὰ χέρια καὶ παίρνεις πάλι πίσω ὅ,τι ἔχεις δώσει μεταμορ φώνοντας μὲ τὴ χάρη σου τὴ θνητή μας καὶ ἀσχημάτιστη φύση σὲ ἄφθαρτη. Ἐσὺ μᾶς ἔσωσες ἀπὸ τὴν κατάρα καὶ τὴν ἁμαρτία, ἀφοῦ ἔγινες γιὰ χάρη μας καὶ τὰ δύο. Ἐσὺ συνέτριψες τὰ κεφάλια τοῦ δράκοντα (Ψαλμ. 73,14) ποὺ ἀνοίγοντας τὸ πελώριο χάσμα τοῦ λαιμοῦ του μὲ τὴν παρακοὴ κατάπιε τὸν ἄνθρωπο. Ἐσὺ μᾶς ἄνοιξες τὸ δρόμο γιὰ τὴν ἀνάσταση συντρίβοντας τις πύλες τοῦ ἅδη' καὶ ἐξουδετερώνοντας τὸν κυρίαρχο τοῦ θανάτου….»[12].


[1] Πρός Θαλάσσιον, 42, CCSG 7, σ. 285.

[2]  ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τό κατά Ματθαῖον, XXXΙ, 3.

[3] 107. Βλ. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Ἐπιστολή πρός Αὐτόλυκον, II, 267. ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, Εἰς τήν Ἀνάστασιν, XL, XLIII. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί θανάτου, PG 46, 516C. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Περί ἀναστάσεως νεκρῶν, 7. Ὁμιλίαι εἰς τήν Β' προς Κορινθίους ἐπιστολήν, Χ. 3. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ, Κεφάλαια..., 54.

[4] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τήν πρός Εβραίους ἐπιστολήν, IV, 4.

[5] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Εἰς τούς Ψαλμούς, XLVIII, V.

[6]  Βλ. ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Πρός Ρωμαίους, VI, 2.

[7] Ἐγκώμιον εἰς τοὺς ἁγίους πάντας τούς ἐν τῷ ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτυρήσαντας, 1.

[8] Βλ. ἐπί παραδείγματι Μ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Εἰς τήν ἐνανθρώπησιν, 28-29 Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, Εἰς τόν μάρτυρα Βαρλαάμ, 1.

[9]  «La doctrine de la mort chez les Pères de l'Église», εἰς Le Mystère de la mort et sa célébration, Paris 1956, σελ. 143-144. Υπενθυμίζουμε ὅτι ἡ σάρκα τόσο γιά τόν ἀπόστολο Παῦλο, ὅσο καί γιά τούς Πατέρες γενικότερα δεν περιγράφει τό σῶμα, ἀλλά ὅ,τι ἀντιτίθεται στο πνεῦμα.

[10] Πρός Ρωμαίους, PG 5, 692-693.

[11]  Εἰς τόν βίον τῆς ὁσίας Μακρίνης, 23. 116.

[12]  Ἔνθ. ἀνωτ.., 24.

 



ΠΗΓΗ: JEAN-CLAUDE LARCHET,
H ζωή μετά θάνατον
ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
σελ. 43-52
ΑΠΟΔΟΣΗ ΜΕΡΙΚΩΝ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΕΙΣ ΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ:
IΣΤΟΛΟΓΙΟ ''ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''.



ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Ανάσταση του Χριστού: το κεντρικό γεγονός του χριστιανισμού, που κανείς δεν είδε…


Η Ανάσταση του Χριστού έλαβε χώρα την πρώτη ημέρα της εβδομάδας σύμφωνα με το αρχαίο εβραϊκό ημερολόγιο ή την Κυριακή, σύμφωνα με το σύγχρονο ημερολόγιο, την τρίτη ημέρα μετά τη σταύρωση. Οι πρώτοι που το έμαθαν ήταν οι φρουροί που είχαν τοποθετηθεί στον τάφο από τους Ιουδαίους άρχοντες. Ο λίθος που έκλεινε την είσοδο του τάφου βρέθηκε να έχει αποκυλισθεί, και ο τάφος ήταν άδειος. Τρομαγμένοι με αυτό που είχε γίνει, οι φρουροί έτρεξαν στην πόλη, όπου έλαβαν εντολή να διαδίδουν ότι το σώμα είχε κλαπεί από τους μαθητές.

Το πρωί της Κυριακής, οι γυναίκες που ήρθαν στον Τάφο του Κυρίου, τον βρήκαν άδειο. Αυτές ήταν οι πρώτες που συνάντησαν τον αναστημένο Ιησού, αν και αρχικά δεν Τον αναγνώρισαν, καθώς Τον νόμιζαν για κηπουρό. Εκπληρώνοντας το αίτημα του Σωτήρα, οι γυναίκες έσπευσαν στους μαθητές Του για να τους ενημερώσουν για το συμβάν.

Απόσπασμα τοιχογραφίας του Τζιότο, πριν το 1305Απόσπασμα τοιχογραφίας του Τζιότο, πριν το 1305

Μιλώντας για την Ανάσταση, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε το ότι παρόλο που πρόκειται για το κεντρικό γεγονός του χριστιανισμού, δεν το είδε κανείς... Είναι Μυστήριο.

Η Ανάσταση είναι αδύνατο να απεικονιστεί. Πώς ανασταίνεται ένα νεκρό σώμα; Πώς η ψυχή, που κατέβηκε στον Άδη και συνάντησε τις ψυχές εκείνων που είχαν πεθάνει, επανέρχεται στη ζωή; Με ποιον τρόπο η πληρότητα του Προσώπου, το Οποίο ποτέ δεν χωρίζεται από τα άλλα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδας, περνά από την κατάσταση του θανάτου στην κατάσταση της Ανάστασης; Αυτό δεν το γνωρίζουμε. Γνωρίζουμε μόνο ότι αυτό πράγματι συνέβη.

Άλλαξε ο Χριστός μετά την Ανάσταση; Ναι. Το ανθρώπινο σώμα Του έγινε όπως ήταν το σώμα του ανθρώπου πριν από την πτώση του Αδάμ. Ο Χριστός μπορούσε να διαπερνά τους τοίχους: μπήκε στο δωμάτιο των μαθητών, παρόλο που οι πόρτες ήταν κλειδωμένες· μπορούσε να γίνεται αόρατος· κάτι διαφορετικό εμφανίζεται στην εμφάνισή Του. Φεύγει αυτό που οι άγιοι πατέρες αποκαλούν «πάχος σαρκός».

Οι θετικιστικές θεωρίες του 19ου αιώνα παρουσίαζαν την Ανάσταση ως ψευδαίσθηση, απάτη, βεβήλωση. Αλλά δεν ήταν οι πρώτοι. Ήδη οι Ιουδαίοι αρχιερείς είχαν λύσει το ζήτημα απλά και πρακτικά από την άποψη, για να το πούμε με τη σύγχρονη γλώσσα, του «δημοσίων σχέσεων»: δωροδόκησαν τους στρατιώτες, ώστε να ανακοινώσουν στον λαό ότι το σώμα το είχαν κλέψει οι μαθητές. Και αυτός ο μύθος έφτασε ακόμη και στα βιβλία των ειδικών επιστημονικού αθεϊσμού του περασμένου αιώνα.

Αλλά το ενδιαφέρον είναι ότι η Ανάσταση του Χριστού, εκτός από τα περιστατικά εμφάνισης του Χριστού στους μαθητές, επιβεβαιώνεται από τις συνέπειες που είχε αυτό το γεγονός στη ζωή τους.

Οι άνθρωποι που Τον ακολουθούσαν, δεκαπέντε περίπου από τους πιο στενούς μαθητές του και μερικές δεκάδες μαθητές του ενδιάμεσου κύκλου, δέχονται όλα αυτά ως αναμφισβήτητο γεγονός, ως κάτι που καθορίζει τα πάντα στη μετέπειτα ζωή τους. Σταματούν να φοβούνται. Εκεί που ο Πέτρος έτρεμε, όταν η υπηρέτρια τον αναγνώρισε ως μαθητή του Σωτήρα, στη συνέχεια όμως κηρύττει ανοιχτά μπροστά στους Ιουδαίους και είναι έτοιμος να υποστεί τον θάνατο. Και οι άλλοι απόστολοι πηγαίνουν ατρόμητοι μπρος στον θάνατο. Όλους τους, εκτός από τον Ιωάννη, θα τους σκοτώσουν. Αυτό δεν είναι καθόλου «θάνατος για μια ιδέα», παρόμοιος με τον θάνατο για τα παιδιά, για τη γυναίκα, για τα ιδανικά, για την πατρίδα. Οι ακόλουθοι του Χριστού γνωρίζουν ότι η Ανάσταση είναι ήδη εδώ, και δεν είναι τρομερό να πεθαίνει κανείς. Ο θάνατος δεν υπάρχει πια.

Η Ανάσταση του Χριστού μας βοηθά να καταλάβουμε ότι ο χριστιανισμός δεν είναι φιλοσοφία, ούτε κοσμοθεωρία, ούτε σύστημα ηθικών κανόνων. Είναι ζωή. Ξέρω ότι η καρδιά μου χτυπά, μπορεί να με δέρνουν, να με βασανίζουν, αλλά αυτή τη γνώση δεν θα μου την πάρουν. Το ίδιο ισχύει και για τη γνώση του αναστημένου Χριστού, που χαρίζει την αιώνια ζωή.

Όλοι ερχόμαστε σε επαφή με αυτή τη γνώση της Ανάστασης. Φυσικά, η έντασή της άλλαζε με την πάροδο των αιώνων. Η γνώση αυτή εκδηλωνόταν πιο έντονα στους αγίους, τους μάρτυρες και τους οσίους. Σε εμάς, τους απλούς χριστιανούς, είναι μικρότερη. Αυτή η γνώση σαν να μας αγγίζει ελάχιστα. Για παράδειγμα, αυτό συμβαίνει καμιά φορά στη νυχτερινή πασχαλινή λειτουργία, όταν ξαφνικά «διαπερνά» ακόμα και τον πιο σκληροτράχηλο άνθρωπο. Ή τη στιγμή της Θείας Κοινωνίας, όταν φαίνεται ότι μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα χωράει η αιωνιότητα. Πιθανώς, σχεδόν ο καθένας μπορεί να θυμηθεί μια παρόμοια εμπειρία στη ζωή του.

Φυσικά, πρέπει να προσπαθούμε να εδραιώσουμε μέσα μας τη σκέψη ότι ο Χριστός πράγματι αναστήθηκε. Απλώς δεν πρέπει να προκαλούμε τεχνητά τέτοια συναισθήματα. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να αντικαθιστούμε τη Χάρη με παιχνίδια της φαντασίας. Η Ανάσταση δεν είναι ψευδαίσθηση, είναι εμπειρία, για την οποία ο καθένας από εμάς πρέπει να ωριμάσει.

Πρωτοπρεσβύτερος Μαξίμ Κοζλόφ
Μετάφραση για την πύλη gr.pravoslavie.ru: Αναστασία Νταβίντοβα

foma.ru

4/15/2026

Περί ενός πλαστού κειμένου αποδιδόμενου στον Συμεών Θεσσαλονίκης

 


Το ανωτέρω απόσπασμα χρησιμοποιούν ως κύριο επιχείρημα οι πολέμιοι της συνεχούς Θείας Κοινωνίας και οπαδοί του "τριημέρου", αποδίδοντάς το στον Συμεών Θεσσαλονίκης, σπουδαίο Πατέρα και Διδάσκαλο του ΙΕ΄ αιώνος. 

Δεν είναι όμως κείμενο του Συμεώνος. Ας δούμε πως προέκυψε η πλαστογραφία. 

Η α΄ έκδοση των έργων του Συμεώνος έγινε το 1683 στο Ιάσιο από τον Δοσίθεο Ιεροσολύμων.

(Το εξώφυλλο της α΄ εκδόσεως)

Το 1791 ο Πολυζώης Λαμπανιτζιώτης εξέδωσε το παραπάνω έργο σε απλοελληνική μετάφραση προσθέτοντας ανωνύμως στο τέλος το (πιθανώς δικό του) κείμενο "Διδασκαλία προς τους Ιερείς και Διακόνους".

(Άνω: Το εξώφυλλο της εκδόσεως του Λαμπανιτζιώτη. Κάτω: Ο πλήρης τίτλος της προσθήκης του έργου του "Διδασκαλία", το οποίο αναφέρεται ότι επιθεωρήθηκε από τον Κωνσταντινουπόλεως Καλλίνικο, πρόσωπο ανύπαρκτο την εποχή που έζησε ο Συμεών Θεσσαλονίκης)

Όλες οι επόμενες επανεκδόσεις βασίστηκαν στην έκδοση του Λαμπανιτζιώτη και το προστεθέν κείμενο θεωρήθηκε ως δήθεν κείμενο του Συμεώνος Θεσσαλονίκης. Βεβαίως, αυτό δεν ισχύει, αφού ούτε ο Migne το συμπεριέλαβε στον Πατρολογία, ούτε οι βιογράφοι του Συμεώνος το κατέγραψαν στην εργογραφία του Αγίου, ούτε φυσικά βρίσκεται ή μαρτυρείται σε κάποιο χειρόγραφό του. 

(Το εξώφυλλο της εκδόσεως του Migne)

Για την Ιστορία, πρώτος την πλαστότητα του κειμένου, ως δήθεν έργο του Συμεώνος, απέδειξε ο μακαριστός μοναχός Θεοδόσιος Αγιοπαυλίτης (βλ. Ορθόδοξος Τύπος, 1-10-1972).

Κλείνοντας παραθέτουμε από το γνήσιο κείμενο του Αγίου Συμεώνος (τόσο από το πρωτότυπο, όσο και από τη μετάφραση του Λαμπανιτζιώτη) τη γνώμη του για το ζήτημα της συχνής Θείας Κοινωνίας, η οποία επιβεβαιώνει το consensus patrum.