Όπως προαναφέραμε, οἱ Πατέρες θεωροῦσαν ὅτι ὁ θάνατος ἐπετράπη ἀπό τόν Θεό προκειμένου τό κακό καί ἡ μεταπτωτική κατάσταση τῆς ἀνθρωπότητας νά μήν καταστούν αἰώνιες. Συγχρόνως ὅμως ἐδίδασκαν ὅτι ὁ θάνατος καταργήθηκε ἀπό τόν Χριστό ὥστε ἡ θνητή κατάσταση τοῦ ἀνθρώπου νά μήν καταστεί ἀνερμάτιστη καί ὁ θάνατός του νά μήν γίνει αἰώνιος. Κάτι τέτοιο θά ἀντιστρατευόταν πλήρως τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ να δημιουργήσει τόν ἄνθρωπο γιά νά ζήσει καί ὄχι για να πεθάνει. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ὅτι ἡ πονηρία τοῦ ὄφεως θά ἐπικρατοῦσε τῆς θείας βουλήσεως[1].
Διά τοῦ σωτηριολογικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἔχασε τόν ὁριστικό χαρακτήρα πού εἶχε πρωτύτερα. Ὅπως τονίζει ὁ Μ. Αθανάσιος: «Δεν πεθαίνουμε πλέον τώρα ως καταδικασμένοι, αλλά ως εκείνοι που πρόκειται να αναστηθούν, αναμένουμε την κοινή ανάσταση όλων, την οποία στους κατάλληλους καιρούς θα φανερώσει ο Θεός που και αυτήν πραγματοποίησε και χάρισε. Αυτή λοιπόν είναι η πρώτη αιτία της ενανθρώπησης του Σωτήρα.[2]». Μέχρι τά ἔσχατα τοῦ χρόνου και την ανάσταση νεκρῶν, ὁ θάνατος συνεχίζει να υφίσταται για ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, όσοι όμως διά τοῦ μυστηριακοῦ βίου και τῆς τηρήσεως τῶν θείων ἐντολῶν ζοῦν ἐν Χριστῷ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὴν τυραννία του. Συμβαίνει μέν ὡς φυσικό γεγονός, παύει ὅμως νὰ θεωρεῖται ὡς ἐκμηδενισμός, καθώς πλέον θεωρείται ὡς ἀνάπαυση ἡ ὕπνος[3]. Σε πνευματικό επίπεδο ἀπώλεσε την ἐξουσία του, την τυραννία του, δεν προκαλεί πλέον τέτοιο φόβο που να οδηγεῖ στὴν ἁμαρτία. Υπό τήν ἔννοια αὐτή, ὁ χριστιανός ἀπελευθερώνεται ἀπό τόν θάνατο. Στο πλαίσιο αυτό ὁ Μ. Ἀθανάσιος γράφει: «Διότι το ότι ο θάνατος έχει καταργηθεί και ότι ο σταυρός έχει γίνει νίκη εναντίον του, και ότι πλέον δεν έχει καμία δύναμη αλλά είναι πραγματικά νεκρός, αποτελεί όχι μικρό γνώρισμα και φανερή απόδειξη το ότι από όλους τους μαθητές του Χριστού καταφρονείται, και όλοι επιτίθενται εναντίον του και δεν τον φοβούνται πια, αλλά με το σημείο του σταυρού και με την πίστη στον Χριστό τον καταπατούν ως νεκρό… όλοι όσοι ζουν εν Χριστώ τον καταπατούν, και μαρτυρώντας για τον Χριστό περιγελούν τον θάνατο, τον εμπαίζουν και λένε τα λόγια που έχουν γραφεί εναντίον του: Πού είναι, θάνατε, η νίκη σου; Πού είναι, άδη, το κεντρί σου;[4]» (Α' Κορ. 15,55). Ὑπό τό αὐτό πνεῦμα ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος γράφει γιά τόν θάνατο: «Δεν είναι πλέον φοβερός, αλλά έχει καταπατηθεί, έχει καταφρονηθεί, είναι ευτελής και δεν αξίζει τίποτε… Διότι εκείνος που φοβάται τον θάνατο είναι δούλος και υπομένει τα πάντα για να μην πεθάνει· ή αυτό, ότι όλοι ήταν δούλοι του θανάτου, λέει, και επειδή δεν είχε ακόμη καταργηθεί, βρίσκονταν υπό την εξουσία του· ή ότι οι άνθρωποι ζούσαν διαρκώς μέσα σε φόβο… διότι εκείνος που δεν φοβάται τον θάνατο βρίσκεται έξω από την τυραννία του διαβόλου.[5]». Αλλά και στην ομιλία του εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα ἀναφέρει ὅτι ὁ θάνατος, ὁ ὁποῖος ἐθεωρεῖτο τρομερός προ της ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, κατέστη όμως αμελητέος μετά τήν Ἀνάστασή Του, διά τῆς ὁποίας οἱ πειρασμοί τοῦ διαβόλου ἔχασαν τήν ἐπήρειά τους. Πράγματι, διά της Αναστάσεως αδιαφοροῦμε γιά τόν θάνατο, θέτουμε ἑαυτούς υπεράνω του παρόντος βίου και μολονότι ἔχουμε υλικά σώματα, απολαμβάνουμε τά ἴδια προνόμια μέ τίς ἀσώματες δυνάμεις[6].
Χάρις στη θυσία τοῦ Χριστοῦ, ὁ θάνατος ἔλαβε εντελώς νέο νόημα. Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος υπογραμμίζει το παράδοξο, ὅτι διά τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ κατέστημεν ἀθάνατοι[7]. Υπό τό αὐτό πνεῦμα θέτει καί τό ἐρώτημα: «Βλέπεις τη σοφία του Θεού, πώς το μεγαλύτερο από τα κακά, το κεφάλαιο της δικής μας συμφοράς, εκείνο που εισήγαγε ο διάβολος, εννοώ τον θάνατο, αυτό το μετέβαλε σε τιμή και δόξα για εμάς· γι’ αυτό και οι αθλητές αγωνίζονται για τα βραβεία του μαρτυρίου;[8]». Ο ίδιος τονίζει σέ ἄλλο σημεῖο: «Μάθε λοιπόν τον προηγούμενο φόβο του, για να θαυμάσεις, βλέποντας τη σημερινή του καταφρόνηση, τον Θεό που είναι η αιτία της μεταβολής· μάθε την παλαιότερη δύναμή του, για να ευχαριστήσεις τον Χριστό που στο τέλος τον αποδυνάμωσε, βλέποντας τη σημερινή του αδυναμία. Τίποτε δεν ήταν παλαιότερα ισχυρότερο από εκείνον, αγαπητέ, και τίποτε ασθενέστερο από εμάς· αλλά τώρα τίποτε δεν είναι ασθενέστερο από εκείνον και τίποτε ισχυρότερο από εμάς. Είδες πόσο άριστη έγινε η μεταβολή; Πώς τα ισχυρά τα έκανε ασθενή και τα ασθενή τα κατέστησε ισχυρά ο Θεός, δείχνοντάς μας και από τα δύο μέρη τη δύναμή Του;[9]».


                                                                                                                         συνεχίζεται




[1]  ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΛΥΏΝΟΣ, Κατά αἱρέσεων, ΙΙΙ, 23, 1.

[2]  Περί ἐνανθρωπήσεως 10, PG 25b, 113C.

[3] Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλία εἰς τό ὄνομα τοῦ κοιμητηρίου και εἰς τόν σταυρόν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 1. Ὁμιλία εἰς τό ἅγιον Πάσχα, 2. Ὁμιλίαι εἰς τήν Γενέσιν, XXIX, 7.

[4] Περί ένανθρωπήσεως 27, Πρβλ. 28-30.

[5]  Εἰς τήν πρός Εβραίους, IV 4. PG 63, 41-42.

[6]  Εἰς τό ἅγιον Πάσχα, 2.

[7] Ὁμιλία εἰς τό ὄνομα τοῦ κοιμητηρίου καί εἰς τόν σταυρόν του Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, 2.

[8] Ἐγκώμιον εἰς τούς ἁγίους πάντας τούς ἐν τῷ ὅλῳ τῷ κόσμῳ μαρτυρήσαντας, PG 50, 707.

[9] Ὁμιλία εἰς τὰς ἁγίας Μάρτυρας Βερνίκην και Προσδόκην παρθένους, καί Δομνίναν την μητέραν αὐτῶν, ὁμιλία ἐγκωμιαστική, 1.

 


ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top