Δέν θά πρέπει ὅμως νά
λησμονοῦμε ὅτι ὁ θρίαμβος τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου εἶναι ἐπίσης και μία
πνευματική νίκη. Διά τοῦ σταυρικοῦ του θανάτου ὁ Χριστός παρέδωσε τόν θάνατο
στήν ἁμαρτία καί ἀπάλειψε τίς ἁμαρτίες ὅλων τῶν ἀνθρώπων.
Ἐπιπλέον ὁ Χριστός ἐνίκησε καί τήν πνευματική ἐξουσία, πού ἀσκοῦν ἐπί τῆς ἀνθρωπότητος
ὁ διάβολος[1]
καί οἱ δαίμονες, διά τοῦ θανάτου Αὐτοῦ, καί μάλιστα πρίν νά ἀπεθάνει ὁ ἴδιος, ἤδη
κατά τη διάρκεια τοῦ σταυρικοῦ του πάθους, τῆς ἀγωνίας Του καί κατά το σταυρικό
του μαρτύριο, όταν δηλαδή ήδη παρουσιάσθηκε ἐνώπιον του ἡ προοπτική τῆς
θανατώσεώς Του καί ὁ διάβολος τόν ὑπέβαλε σε μία σωρεία πειρασμῶν πού
σχετίζονται μέ αὐτόν τόν θάνατο[2].
Πράγματι, ὁ διάβολος προσπάθησε νά ἐμφυσήσει στον Χριστό τον φόβο θανάτου, νά
τοῦ προκαλέσει ἀπελπισία, νά τόν κάνει νά ἀπορρίψει τό θεῖο θέλημα καί νά ἀπομακρυνθεῖ
ἀπό τόν Θεό ἤ ἀκόμη καί νά τόν ἐξεγείρει κατά τοῦ Θεοῦ. Ὁ Χριστός ὑπερίσχυσε τῶν
πειρασμῶν αὐτῶν ἀποδεικνυόμενος ἀπρόσβλητος, κρατώντας τό ἀνθρώπινο θέλημα
πάντοτε σύμφωνο πρός τό θεῖο θέλημα[3],
διασφαλίζοντας ἔτσι σέ ὅσους ἑνώνονται μαζί Του και δέχονται τήν χάρη του, να
νικήσουν δι' αὐτῆς ὅταν τούς προκληθοῦν ἀντίστοιχοι πειρασμοί. Ἡ ἀγωνία τοῦ
Χριστοῦ στή Γεθσημανῆ ἀποτελεῖ κομβικό σημεῖο αὐτῆς τῆς σωτηριώδους
διαδικασίας. Ἡ φράση τοῦ Χριστοῦ «Πάτερ μου, εἰ δυνατόν ἐστι, παρελθέτω ἀπ ̓ ἐμοῦ
τό ποτήριον τοῦτο· πλήν οὐχ ὡς ἐγώ θέλω, ἀλλ' ὡς σύ» (Μτθ. 26,39), μαρτυρᾶ τήν ἀπόρριψη
τοῦ πειρασμοῦ νά ὑποχωρήσει ἐνώπιον τοῦ φόβου του (ὅπως ἐκφράζεται στο α ́
μέρος του χωρίου) διά τῆς διατηρήσεως τῆς συμφωνίας τῆς ἀνθρώπινης βουλήσεως μέ
τό θεῖο θέλημα τοῦ Πατρός Του (ὅπως αὐτό ἐκφράζεται στο β ́ μέρος του χωρίου)[4].
Υπό τό πνεῦμα αὐτό, ὁ Χριστός μᾶς ἔδειξε την οδό που πρέπει να ακολουθήσουμε ὅταν
μᾶς παρουσιασθεῖ ἀντίστοιχος πειρασμός, καθιστώντας μας ἔτσι ἱκανούς νά τόν ἀντιμετωπίσουμε
στον βαθμό που εἴμαστε ενωμένοι με Αὐτόν. Πράγματι, ὅπως ἀκριβῶς ἡ ἀνθρώπινη
θέληση τοῦ Χριστοῦ ἔλαβε ὑποστήριξη και δύναμη από τη θεία φύση του μέ τήν ὁποία
ήταν ενωμένη στο πρόσωπό Του, ἔτσι καί ἐμεῖς, παρά τίς ἀνθρώπινες αδυναμίες
μας, στηριζόμαστε καί ἀντλοῦμε δύναμη ἀπό τήν φώτιση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού μᾶς
ἀποστέλλει ὁ Χριστός, εφόσον είμαστε ἑνωμένοι μαζί Του.
Ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου καί τῆς φθορᾶς εἶναι μέν φυσικό φαινόμενο,
αλλά συγχρόνως εἶναι καί νίκη ἐπί τῆς ἁμαρτίας καί ἐπί τῶν παθῶν πού ἐμφανίζονται
καί ἀναπτύσ σονται ἐνόψει τοῦ ἐπικειμένου θανάτου καί τῆς φοβίας πού προκαλεῖ
τό γεγονός αυτό. Γι' αὐτό καί ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου δέν ἀποκτά νόημα
γιά τούς ἀνθρώπους μόνον στα ἔσχατα τοῦ χρόνου, ὅταν ὅλοι θά ἀναστηθοῦμε, οὔτε ἁπλῶς
λειτουργεῖ ὡς πηγή ἐλπίδας και βεβαιότητος ὅτι ἡ πίστη μας δέν εἶναι μάταια (Α'
Κορ. 15,17). Ἡ πίστη αυτή συνεπάγεται γιά τήν πνευματική ζωή κάθε πιστοῦ τήν ἀπελευθέρωσή
του ἀπό τόν θάνατο, τήν ἁμαρτία, τά πάθη καί τόν διάβολο. Για τόν λόγο αὐτόν, ὁ
θάνατος καί ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ προ- σλαμβάνονται ἀπό τήν ἱερά Παράδοση, για
κάθε βαπτισμένο πιστό πού δέχεται τή θεία χάρη, καθιστοῦν τόν θάνατο μία ἀναγέννηση
πνευματική, σημαίνουν τον θάνατο τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου καί τήν γέννηση τοῦ νέου
(Β ́ Κορ. 5,17).
Τα σχετικά βιβλικά χωρία παρουσιάζουν τον θρίαμβο του Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου ὡς
ὑπερίσχυση ἔναντι τῆς ἁμαρτίας ὄχι μόνον γιατί ὁ θάνατος θεωρείται συνέπεια τοῦ
προπατορικού ἁμαρτήματος, ἀλλά καί ἐπειδή γιά τήν πεπτωκυῖα ἀνθρώπινη φύση ὁ
θάνατος ἀποτελεῖ δυνητική πηγή τῆς ἁμαρτίας, ένα ἐργαλεῖο στα χέρια τοῦ διαβόλου
για να οδηγήσει τούς ἀνθρώπους στήν ἁμαρτία και στα χειρότερα πάθη. Πρόκειται
για ἕνα μέσο ἐξ αἰτίας τοῦ ὁποίου βασιλεύει στην ανθρωπότητα ὁ νόμος τῆς ἁμαρτίας.
Γι' αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφει: «καί αὐτός παραπλησίως μετέσχε τῶν αὐτῶν, ἵνα
διὰ τοῦ θανάτου καταργήσῃ τὸν το κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοῦτ' ἔστι τὸν
διάβολον, καί ἀπαλλάξη τούτους, ὅσοι φόβω θανάτου διά παντός τοῦ ζῆν ἔνοχοι ἦσαν
δουλείας» (Εβρ. 2,14-15).
Ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Πατέρες παρουσιάζουν επίσης την νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ
θανάτου ὡς νίκη ἐπί τοῦ διαβόλου, ἀφοῦ ὁ θάνατος εἰσῆλθε στὴν ἀνθρώπινη φύση λόγω
της ένδοτικότητας τῶν πρωτοπλάστων στον πειρασμό, καί συνεπῶς, στο θέλημα τοῦ
διαβόλου, ἀφοῦ αὐτός χρησιμοποιεί τον φόβο τοῦ θανάτου ὡς ὄργανο χειραγώγησης
τοῦ ἀνθρώπου καί ὑποταγῆς του στήν ἁμαρτία και στα πάθη.
[1] Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Εἰς τό Πάτερ ἡμῶν, CCSG 23, σ. 36
[2] ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Πρός Θαλάσσιον, 21, CCSG 7, σ. 131.
[3] Βλ. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Πρός Θαλάσσιον, 21, CCSG 7, σ. 129-131- 42, CCSG 7, σ. 287.
[4] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΑΖΑΝΖΗΝΟΥ, Λόγος Λ'. ΜΑΞΙΜΟΥ ΟΜΟΛΟΓΗΤΟΥ, Προς Μαρίνον, VI, PG 91, 65A-68D. VII, PG 91, 80C XVI, PG 91, 1961- III, PG 91, 48C XV, PG 91, 160C, 164C, 165AB. 169C.
ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΑ ΜΕΡΗ
Η νίκη τοῦ Χριστοῦ ἐπί τοῦ θανάτου και η σημασία της (1ο μέρος)

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου