Σάββατο 6 Δεκεμβρίου 2025

Αναζητώντας τη «Χρυσή Εποχή» (7ο μέρος)

 

Λίγες δεκαετίες αργότερα ο άγιος Τύχων  θρηνεί:

«Οι σημερινοί χριστιανοί κατά το πλείστον αντιστέκονται στον Χριστό, και δεν μαθαίνουν από τον Χριστό… Ο Χριστός διδάσκει να αποφεύγουμε το κακό, αλλά πολλοί χριστιανοί κάνουν το κακό. Ο Χριστός διδάσκει να ζούμε με νηφαλιότητα, αλλά πολλοί χριστιανοί μεθούν. Ο Χριστός διδάσκει αγνή ζωή, αλλά πολλοί χριστιανοί πορνεύουν… Ο Χριστός διδάσκει να είμαστε ελεήμονες, αλλά πολλοί χριστιανοί, βλέποντας τον φτωχό, λένε αναιδέστατα: ‘τι με νοιάζει εμένα;’. Βλέποντας τον γυμνό, δεν θέλουν να τον ντύσουν… βλέποντας τον πεινασμένο, δεν θέλουν να τον ταΐσουν… Ω! πόσο σε περιφρόνηση βρίσκεται ο Χριστός για πολλούς χριστιανούς! Ω, πώς ώρα με την ώρα λιγοστεύει ο καρπός του σπόρου του λόγου του Θεού, πώς πληθαίνουν τα ζιζάνια… πώς αυξάνει η ασέβεια! Λιγοστεύει η αληθινή ευσέβεια και περισσεύει η υποκρισία, λιγοστεύουν οι αληθινοί χριστιανοί και πληθαίνουν οι υποκριτές!… Μη βλέπεις τι κάνουν οι σημερινοί χριστιανοί, αλλά τι κηρύττει και διδάσκει ο λόγος του Θεού. Γιατί ο ένας παίρνει παράδειγμα από τον άλλον και σκανδαλίζεται… και λιγοστεύουν οι αληθινοί χριστιανοί και μπαίνει η υποκρισία. Ορίστε το συμπέρασμα! Σώσου εν Χριστώ!”»[1].

Στον 19ο αιώνα ο άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ ζωγραφίζει μια εικόνα πνευματικής καταστροφής:

«Η φτώχεια στις πνευματικές γνώσεις που είδα στη μονή σας με συγκλόνισε. Μα σε ποιο μοναστήρι δεν με συγκλόνιζε; Οι κοσμικοί άνθρωποι που λαμβάνουν πνευματική καθοδήγηση έχουν γνώσεις ασύγκριτα μεγαλύτερες και πιο καθορισμένες από αυτούς τους κατοίκους των μοναστηριών. Ζούμε σε δύσκολο καιρό. “Εξαφανίστηκε ο όσιος από τη γη”. Ήρθε πείνα λόγου Θεού! Τα κλειδιά της κατανόησης βρίσκονται στους γραμματείς και τους φαρισαίους. Οι ίδιοι δεν μπαίνουν και εμποδίζουν και τους άλλους να μπουν. Ο χριστιανισμός και ο μοναχισμός βρίσκονται στην τελευταία τους πνοή. Η μορφή της ευσέβειας κάπως διατηρείται, κυρίως με υποκρισία, αλλά από τη δύναμη της ευσέβειας έχουν αποκηρύξει οι άνθρωποι. Πρέπει να κλαίμε και να σιωπούμε»[2].

«Για τον μοναχισμό σας έγραψα ότι στη Ρωσία, και παντού, ζει τις τελευταίες του μέρες μέσα στον χρόνο που του δόθηκε. Τελειώνει τον αιώνα του μαζί με τον χριστιανισμό. Δεν αναμένω ανάσταση. Στη σύγχρονη μοναστική κοινωνία έχει χαθεί η ορθή έννοια της νοεράς εργασίας»[3].

«Πολλά μοναστήρια από καταφύγια ηθικής και ευσέβειας μεταβλήθηκαν σε άβυσσους ανηθικότητας και ασεβείας. Η φλογισμένη γνώμη των τυφλών, που τα βλέπουν όλα ανθισμένα, δεν πρέπει να έχει κανένα βάρος»[4].

«Σημαντικό σημάδι της τελευτής του μοναχισμού είναι η καθολική εγκατάλειψη της εσωτερικής εργασίας και η αυτάρκεια στην εξωτερικότητα για το θεαθήναι…»[5].

«Έχουμε καλή εξωτερική εμφάνιση· διατηρήσαμε όλες τις τελετές και τα σύμβολα της αρχαίας Εκκλησίας· αλλά όλα αυτά είναι ένα νεκρό σώμα, μέσα στο οποίο υπάρχει ελάχιστη ζωή»[6].

Ο άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος εκφράζει την ευχή να διοριστεί σε εκείνη την επισκοπή όπου κατοικεί ο παραλήπτης της επιστολής του ένας επίσκοπος «φρόνιμος, καλός και, το κυριότερο, Ορθόδοξος. Γιατί υπάρχουν, λένε, και πολλοί μη Ορθόδοξοι»[7].

Τον 20ό αιώνα, ο σεβάσμιος γέροντας Βαρσανούφιος της Όπτινα αναφέρει:

«Κοιτάξτε, στα θεολογικά σεμινάρια και τις ακαδημίες υπάρχει τέτοια απιστία, μηδενισμός, νεκρότητα, και όλα αυτά επειδή υπάρχει μόνο
αυτά επειδή υπάρχει μόνο παπαγαλία χωρίς συναίσθημα και νόημα. Το γράμμα σκοτώνει»[8].

Σε μια επιστολή του Αγίου Σεραφείμ (Τσιτσάγκοφ) με ημερομηνία 14 Νοεμβρίου 1910, αναφέρεται:

«Κάθε μέρα βλέπουμε μπροστά στα μάτια μας την εικόνα της παρακμής του κλήρου μας. Δεν υπάρχει καμία ελπίδα να συνέλθουν, να κατανοήσουν την κατάστασή τους! Η ίδια παλιά μέθη, η ακολασία, οι δικαστικές διαμάχες, οι εκβιασμοί, τα εγκόσμια πάθη! Οι τελευταίοι πιστοί τρέμουν από τη διαφθορά ή την αναισθησία του κλήρου, και λίγο περισσότερο, οι σέχτες θα κερδίσουν το πάνω χέρι... Δεν υπάρχει κανείς που θα μπορούσε τελικά να καταλάβει σε ποιο χείλος καταστροφής βρίσκεται η Εκκλησία, και να κάνει απολογισμό για το τι συμβαίνει...ο κλήρος κυλάει στην άβυσσο, χωρίς αντίσταση ή τη δύναμη να αντισταθεί….»[9].

Ο άγιος Λουκάς στα μηνύματά του προς τον κλήρο της επισκοπής Κριμαίας στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές του ’50, θρηνεί για τους ποιμένες:

«Ο δύσμοιρος λαός μας έχει χάσει την συνήθεια να πηγαίνει κάθε μέρα στην εκκλησία, όπως γινόταν παλιά. Ξέχασαν και οι ιερείς το χρέος τους να είναι σταθεροί μεσίτες για τον λαό. Κανείς δεν τελεί τη μνήμη των αγίων, στους οποίους είναι ορισμένες ακολουθίες για κάθε ημέρα. Πολλοί εφημέριοι της υπαίθρου μου λένε ευθέως ότι δεν έχουν τίποτε να κάνουν όλη την εβδομάδα, από Κυριακή σε Κυριακή… Μα δεν είναι άραγε η ιερατική διακονία γενικά, και ιδιαίτερα στην εποχή μας, ένας βαρύς άθλος υπηρεσίας προς έναν λαό που στενάζει και βασανίζεται από την πείνα και τη δίψα να ακούσει τα λόγια του Κυρίου; Και πολλοί άραγε από τους λειτουργούς του Θεού θέτουν ως σκοπό τους έναν τέτοιο άθλο; Δεινά και οδυνηρές δοκιμασίες υπέμεινε η Εκκλησία μας στον καιρό της Μεγάλης Επανάστασης, φυσικά όχι χωρίς δική της ευθύνη. Εδώ και πολύ καιρό συσσωρευόταν η οργή του λαού εναντίον των φιλοχρήματων, μεθυσμένων και ανήθικων ιερέων, που προς καταισχύνη μας δεν ήταν λίγοι. Και με απόγνωση βλέπουμε ότι πολλούς, πολλούς τέτοιους, ούτε η επανάσταση τούς δίδαξε τίποτε. Όπως πριν, και μάλιστα χειρότερα από πριν, φανερώνουν το απεχθές πρόσωπο των μισθωτών, όχι των ποιμένων, και όπως πριν, εξαιτίας τους οι άνθρωποι φεύγουν σε σέκτες προς όλεθρό τους… Οι ποιμένες σιωπούν… Όταν μιλώ μαζί σας γι’ αυτά, πιο συχνά ακούω ως απάντηση: “Δεν έχουμε βοηθήματα για το κήρυγμα”. Δεν είναι ντροπή να απαντάτε έτσι; Μήπως το κήρυγμα συνίσταται στην επανάληψη άλλων κηρυγμάτων; Μήπως δεν ακούσατε τον άγιο απόστολο Παύλο: “Ο λόγος μου και το κήρυγμά μου δεν έγιναν με πειστικούς λόγους ανθρώπινης σοφίας, αλλά με φανέρωση πνεύματος και δυνάμεως” (Α΄ Κορ. 2, 4); Τι σημαίνει λοιπόν αυτό; Ότι δεν υπάρχει μέσα σας ούτε πνεύμα ούτε δύναμη, αφού δεν θέλετε να κηρύξετε· ότι, μη έχοντας συλλογές με άλλων κηρύγματα, δεν έχετε δικές σας σκέψεις για τον Θεό και ζητάτε ξένες; Τι να τις κάνετε τις συλλογές ξένων κηρυγμάτων, όταν η ίδια η Αγία Γραφή είναι ανεξάντλητος οδηγός για τα κηρύγματα; Μα, προς ντροπή μας, πρέπει να σας επισημάνω τους σεκταριστές, που αδιάκοπα κηρύττουν μόνο από τη Γραφή και την διαβάζουν με ζήλο κάθε μέρα! Κι εγώ έχω δει πολλούς ιερείς που δεν διάβασαν ποτέ ολόκληρη την Γραφή! Δεν είναι αυτό ντροπή;… Ξέρω ότι πολλοί έχουν έτοιμη την απάντηση στην κατηγορία για ραθυμία. Ξέρω ότι πολλοί θα πουν: είμαι άραγε ένοχος που δεν έλαβα από τον Θεό το χάρισμα του ρητορικού λόγου και δεν μπορώ να συντάσσω κηρύγματα, και οι συλλογές με έντυπα κηρύγματα είναι τώρα σχεδόν αδύνατο να βρεθούν; Μην είσαι πονηρός, ράθυμε ιερέα, διότι το ζήτημα δεν βρίσκεται στις συλλογές κηρυγμάτων, αλλά στην καρδιά σου… Αν ο ιερέας ή ο επίσκοπος δεν κηρύττει, σημαίνει ότι όχι μόνο δεν υπάρχει άγιος περίσσιος καρπός στην καρδιά του αλλά ότι είναι άδεια, και δεν έχει για τι να μιλήσει και να κηρύξει»[10].



[1] Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. Έργα: Σε 5 τόμους. Μόσχα, 1889. Τόμος 5.

[2] Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοφ), Επίσκοπος. Επιστολές προς Διάφορα Πρόσωπα: Τεύχος 1. Σ. 151. 1913.

[3] Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοφ), Επίσκοπος.Επιστολές προς τον Αντώνιο (Μπότσκοφ), Ηγούμενο του Τσερεμενέτς. Μόσχα, 1875. Σ. 25.

[4] Παράθεση από:Novοselov M.A. Διάταγμα. Op. M., 1994.Σ.95.

[5]  Επίσκοπος Ιγνάτιος (Μπριαντσανίνοφ). Επιστολές προς τον Αντώνιο Μπότσκοφ, Ηγούμενο του Τσερεμενέτς. Μόσχα, 1875. Σελ. 22-23.

[6] Γεώργιος Φλωρόφσκι. Μονοπάτια της Ρωσικής Θεολογίας. Παρίσι, 1981. Σ. 394.

[7] Άγιος Θεοφάνης ο Έγκλειστος.Συλλογή επιστολών: Σε 8 τεύχη. Μόσχα, 1994. Τεύχος 3. Σελίδα 52.

[8] Osipov A. I. Ρωσική Πνευματική Εκπαίδευση // Περιοδικό του Πατριαρχείου Μόσχας. Μόσχα, 1998. Τεύχος 3.Σ.58.

[9] Παρατίθεται από: ...Και δύο φτερά θα δοθούν στη σύζυγο. Μόσχα, 2002. Σελ. 521-522.

[10] Διατάγματα του Αγίου Λουκά //Πρωτοδιάκονος Βασίλι Μαρουστσάκ. Βίος του Αρχιεπισκόπου Λουκά. Μ., 1997.σσ.135–152.


Άγνωστη επιστολή του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς

 

Σχόλιο "Κρυφού Σχολειού": Επειδή με αφορμή τις πρόσφατες προδοτικές ενέργειες των εν Φαναρίω ιθυνόντων αφενός μεν οι κοινωνούντες αδιαφόρως μαζί τους αποποιούνται για άλλη μια φορά των ευθυνών τους, αφετέρου δε γιγαντώθηκε πάλι και το άλλο άκρο, δηλαδή η ακραία ζηλωτική θεώρηση περί "Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας" και "Οικουμενιστικού Πατριαρχείου", θεωρούμε επίκαιρη τη μετάφραση και δημοσίευση της παρακάτω άγνωστης επιστολής του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς που βρέθηκε μέσα στα έγγραφά του με ημερομηνία 13 Σεπτεμβρίου 1963 (υπογραμμίσεις ημέτερες): 

«Όταν επί Μητροπολίτου Αντωνίου άρχιζαν να μιλούν για "εσφαλμένες ενέργειες της Εκκλησίας", εκείνος τους σταματούσε, υποδεικνύοντας ότι οι ενέργειες της Ιεραρχίας δεν μπορούν να αποδίδονται στην Εκκλησία, διότι η Ιεραρχία δεν αποτελεί όλη την Εκκλησία, αν και μιλά εξ ονόματός Της. Στον θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως υπήρξαν ο Παύλος ο Ομολογητής, ο Μακεδόνιος, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Νεστόριος, ο Πρόκλος, ο Φλαβιανός, ο Γερμανός· άλλοι έλαμπαν από αγιότητα και Ορθοδοξία, άλλοι ήταν αρχηγοί αιρέσεων, αλλά η Εκκλησία παρέμενε Ορθόδοξη.

Κατά την περίοδο της Εικονομαχίας, μετά την εκδίωξη του Σεβηριανού, του Νικηφόρου και άλλων, όχι μόνο οι δικές τους έδρες, αλλά και η πλειονότητα των επισκοπών καταλήφθηκε από αιρετικούς· άλλες Εκκλησίες ούτε καν είχαν κοινωνία με αυτήν, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αγίου Παύλου, που εγκατέλειψε την αίρεση και τον θρόνο, μη θέλοντας να έχει κοινωνία μέσω των εικονομάχων· ωστόσο η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως εξακολουθούσε να παραμένει ορθόδοξη, αν και μέρος του λαού, και ιδιαιτέρως η φρουρά και οι αξιωματούχοι, παρασύρονταν στην εικονομαχία.

Έτσι και τώρα, είναι κατανοητό να χρησιμοποιούν την έκφραση "Σοβιετική Εκκλησία" οι απλοί άνθρωποι, που γνωρίζουν ελλιπώς την εκκλησιαστική γλώσσα· αλλά ο όρος αυτός είναι ακατάλληλος για υπεύθυνες και θεολογικές συζητήσεις. Όταν ολόκληρη η Ιεραρχία της Νοτιοδυτικής Ρωσίας πέρασε στην Ουνία, η Εκκλησία συνέχισε να υπάρχει στο πρόσωπο του πιστού ορθοδόξου λαού, ο οποίος, ύστερα από πολλούς αγώνες, αποκατέστησε την Ιεραρχία του. Συνεπώς είναι ορθότερο να μιλάμε όχι για "Σοβιετική Εκκλησία", πράγμα που με τη σωστή έννοια της λέξεως "Εκκλησία" δεν μπορεί να υπάρξει, αλλά για την Ιεραρχία που βρίσκεται στην υπηρεσία της σοβιετικής εξουσίας. Η στάση απέναντί της μπορεί να είναι ίδια με εκείνη απέναντι σε άλλους εκπροσώπους της ίδιας εξουσίας. Το αξίωμά τους τούς δίνει τη δυνατότητα να ενεργούν με μεγαλύτερο κύρος και να υποκαθιστούν τη φωνή της πάσχουσας Ρωσικής Εκκλησίας, παραπλανώντας εκείνους που νομίζουν ότι μπορούν να μάθουν από αυτούς την πραγματική κατάσταση της Εκκλησίας στη Ρωσία. Φυσικά, ανάμεσά τους υπάρχουν και συνειδητοί προδότες, και εκείνοι που απλώς δεν βρίσκουν μέσα τους τη δύναμη να αγωνιστούν ενάντια στο περιβάλλον και παρασύρονται από το ρεύμα — αυτό είναι θέμα της προσωπικής τους ευθύνης. Αλλά συνολικά αποτελούν μηχανισμό της σοβιετικής εξουσίας, μιας εξουσίας θεομάχου. Αποτελώντας μεν στο λειτουργικό πεδίο Ιεραρχία — διότι η Χάρις ενεργεί ανεξάρτητα από την προσωπική αξία — στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο αποτελούν κάλυψη της θεομάχου σοβιετικής δραστηριότητος. Γι’ αυτό όσοι βρίσκονται εκτός Ρωσίας και εντάσσονται στις τάξεις της γίνονται συνειδητοί συνεργοί εκείνης της εξουσίας.

Πηγή πρωτότυπου κειμένου:  https://www.rocorstudies.org/ru/2019/10/26/letopis-tserkovnyh-sobytij-pravoslavnoj-tserkvi-nachinaya-s-1917-goda-chast-v-1961-1971-gg/


ΠΗΓΗ: https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2025/12/blog-post.html




Η στιγμή που ο Θεός αποσύρει τη Χάρη Του - Άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος

 

Υπάρχει μια φοβερή και ιερή στιγμή στην πορεία κάθε ψυχής, όταν ο Θεός με τρόπο μυστικό αποσύρει τη χάρη του. Δεν το κάνει από οργή, ούτε για να τιμωρήσει, αλλά για να παιδαγωγήσει. Ο Άγιος Συμεών, ο νέος θεολόγος, λέει ότι ο Θεός επιτρέπει να φύγει η χάρη, για να δοκιμαστεί ο άνθρωπος να φανερωθεί αν τον αγαπά πραγματικά, ή αν τον αγαπά μόνο για τα δώρα του. Είναι η ώρα της ερήμου, της σιωπής του Θεού. Η ώρα που η ψυχή δοκιμάζεται στα βαθύτερα της υπάρξεώς της. Όταν ο Θεός αποσύρει τη χάρη του, ο άνθρωπος αισθάνεται ξαφνικά έρημος, ξηρός, ψυχρός. Εκεί όπου πριν έκλαιγε με δάκρυα μετανοίας και ευγνωμοσύνης, τώρα δεν μπορεί να ψελλίσει ούτε μια λέξη προσευχής. Εκεί που πριν πλημμύριζε από φως και ειρήνη, τώρα νιώθει σκοτάδι και σύγχυση. Αυτή η στιγμή, όσο οδυνηρή κι αν είναι, κρύβει μέσα της το πιο μεγάλο μυστήριο της πνευματικής ζωής, το πώς ο Θεός εργάζεται την καθαρότητα της ψυχής, μέσα από την απουσία του.
Ο Άγιος Συμεών διδάσκει ότι ο Θεός αποσύρει τη χάρη του, όχι γιατί η ψυχή αμάρτησε πάντοτε, αλλά πολλές φορές γιατί θέλει να την ανεβάσει σε ανώτερο βαθμό γνώσεως και ταπεινώσεως. Ο άνθρωπος, όσο αισθάνεται τη χάρη, νομίζει ότι στέκεται καλά, πιστεύει πως αγαπά τον Θεό αληθινά, πως έχει πίστη και υπομονή, όταν όμως φύγει η χάρη, τότε φαίνεται η αλήθεια. Η καρδιά αποκαλύπτεται, η αδυναμία φανερώνεται, η αυτοπεποίθηση γκρεμίζεται και εκεί, μέσα στη γύμνια και την οδύνη, ο άνθρωπος μαθαίνει να κρατιέται μόνο από τον Θεό, χωρίς παρηγοριές. Η απουσία της χάριτος είναι ο καθρέφτης της ζωής,  είναι ο καθρέφτης  της ψυχής. Αν μέσα μας υπάρχει υπερηφάνεια θα ξεχειλίσει, αν υπάρχει ταπείνωση θα φανερωθεί με υπομονή και σιωπή. Ο Άγιος λέει ότι όπως το σίδερο καθαρίζεται στη φωτιά, έτσι η ψυχή καθαρίζεται όταν ο Θεός αποσύρει τη χάρη του. Είναι ο σταυρός της εσωτερικής σιωπής.
Η ψυχή που ζει τη χάρη του Θεού γνωρίζει μια γλυκύτητα που δεν συγκρίνεται με τίποτα. Είναι σαν να βλέπει μέσα της ένα φως άκτιστο, που θερμαίνει, φωτίζει και ζωοποιεί, όμως όπως ακριβώς η αυγή προετοιμάζει την ψυχή για τον ήλιο, έτσι και η απουσία της χάριτος προετοιμάζει τον άνθρωπο για τη βαθύτερη ένωσή του με τον Θεό. Ο Άγιος Συμεών εξηγεί πως ο Θεός αποσύρει τη χάρη του για να δοκιμάσει την πίστη. Όταν όλα είναι φωτεινά, εύκολα πιστεύεις, όταν όμως έρθει η νύχτα, όταν δεν νιώθεις τίποτα, τότε φαίνεται αν τον αγαπάς για τον ίδιο ή για τα δώρα του. Όταν ο Θεός σιωπά, η καρδιά αποκαλύπτει την γνησιότητά της. Αν μείνει σταθερή, τότε η χάρη επιστρέφει πιο δυνατή, πιο καθαρή, πιο βαθιά.
Ο άνθρωπος πολλές φορές δεν αντέχει τη σιωπή του Θεού. Νομίζει ότι εγκαταλείφθηκε, νιώθει πως όλα κατέρρευσαν, πως η προσευχή δεν φτάνει πουθενά, μα ο Θεός είναι εκεί, κρυμμένος. Ο Άγιος Συμεών λέει ότι ο Θεός τότε είναι πιο κοντά μας, όταν νομίζουμε πως τον χάσαμε. Είναι σαν τον ήλιο που κρύβεται πίσω από τα σύννεφα, δεν παύει να φωτίζει, απλώς δεν τον βλέπουμε. Η ψυχή που αγαπά το Θεό αληθινά δεν ταράζεται, κλαίει, πονά, αλλά δεν απελπίζεται, ξέρει πως αυτή η δοκιμασία είναι απαραίτητη, ξέρει πως ο Θεός την παιδαγωγεί για να την κάνει καθαρό δοχείο της χάριτός του. Ο Άγιος παρομοιάζει αυτή τη στιγμή με τη μητέρα που κρύβεται για λίγο από το παιδί της, για να μάθει εκείνο να την αναζητά. Το παιδί φωνάζει, κλαίει, ψάχνει, και τότε όταν η μητέρα εμφανιστεί ξανά, η χαρά είναι διπλή. Ο Θεός δεν αποσύρεται επειδή θέλει να μας πληγώσει, αλλά επειδή θέλει να μας διδάξει την ταπείνωση. Όσο η χάρη ενεργεί αισθητά μέσα μας, υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος να υπερηφανευθούμε, να νομίσουμε πως κάτι κατορθώσαμε. Τότε ο Θεός αποσύρεται, για να καταλάβουμε ότι χωρίς Αυτόν δεν μπορούμε τίποτα. Όταν ο άνθρωπος το καταλάβει αυτό βαθιά, τότε η ψυχή του συντρίβεται και μέσα από αυτή τη συντριβή, η χάρη επιστρέφει. Όχι για να τον στηρίξει στην υπερηφάνειά του, αλλά για να τον φωτίσει στην ταπείνωση. Η αληθινή χάρη μένει μόνο εκεί όπου υπάρχει ταπεινή καρδιά. «'Επὶ τίνα ἐπιβλέψω, ἀλλ᾿ ἢ ἐπὶ τὸν ταπεινὸν καὶ ἡσύχιον καὶ τρέμοντα τοὺς λόγους μου;», λέγει ο Κύριος κατά Ησαΐαν.
Η δοκιμασία της απουσίας της χάριτος είναι μια μορφή σταυρού. Ο Άγιος Συμεών μιλά για τις θεοεγκαταλείψεις. Εκείνες τις στιγμές όπου ο άνθρωπος ζει μέσα στην πνευματική ερημιά. Όμως, όπως ο Χριστός επάνω στο σταυρό φώναξε, «Θεέ μου, Θεέ μου, ίνα τί με εγκατέλειπες!», έτσι και κάθε πιστός περνά τη δική του εγκατάλειψη όχι γιατί ο Θεός τον άφησε, αλλά γιατί θέλει να τον κάνει κοινωνό του πάθους του. Αν ο άνθρωπος μείνει πιστός μέσα στην ερημιά, τότε αξιώνεται της Αναστάσεως. Η δοκιμασία γίνεται φως. Ο Θεός δεν εγκαταλείπει, αλλά κρύβεται για λίγο, όπως ο νυμφίος που θέλει να δει αν η νύμφη θα τον αναζητήσει με δάκρυα, και όταν τον βρει πάλι, η αγάπη της θα είναι πιο δυνατή από πριν.
Όταν ο άνθρωπος χάσει τη χάρη, δεν πρέπει να ταραχθεί, ούτε να πιστέψει ότι ο Θεός τον αποδοκίμασε. Αν αρχίσει να απελπίζεται, τότε ανοίγει την πόρτα στον πειρασμό. Ο Άγιος συμβουλεύει να περιμένουμε με υπομονή, να προσευχόμαστε με ταπείνωση, να μην σταματάμε τον αγώνα γιατί η χάρη δεν έφυγε για πάντα, απλώς κρύφτηκε για να μας καθαρίσει από την αυτοπεποίθηση. Ο Θεός δεν θέλει την τελειότητα, θέλει την καρδιά που τον ζητά, θέλει να τον αγαπούμε όχι για τη χαρά που μας δίνει, αλλά για εκείνον τον ίδιο.
Η εμπειρία της απουσίας της χάριτος είναι επίσης ευλογία, γιατί μας κάνει να καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ψεύτικη ειρήνη του κόσμου και στην αληθινή ειρήνη του Θεού. Όταν ο Θεός αποσύρει τη χάρη, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πόσο φτωχός είναι χωρίς Εκείνον και αυτό τον οδηγεί στη βαθιά ταπείνωση, στην αδιάλειπτη προσευχή, στην ειλικρινή μετάνοια. Ο Άγιος λέει πως όποιος δεν έχει περάσει μέσα από τη θεοεγκατάλειψη δεν γνωρίζει τι σημαίνει αληθινή χάρη, γιατί μόνο όταν γευθείς την απουσία του καταλαβαίνεις το μέγεθος της παρουσίας του. Η σιωπή του Θεού γίνεται δάσκαλος και ο πόνος γίνεται άνοιγμα προς το άκτιστο φως.
Ο άνθρωπος που έμαθε να αντέχει τη στιγμή που ο Θεός αποσύρει τη χάρη του είναι πνευματικά ώριμος. Δεν παραπονιέται, δεν κατακρίνει, δεν απελπίζεται. Σιωπά, προσεύχεται, περιμένει. Ο Άγιος Συμεών λέει ότι όταν ο Θεός δει ότι ο άνθρωπος τον ζητά με δάκρυα και πίστη τότε επιστρέφει η χάρη του ξαφνικά και γεμίζει την ψυχή με ανέκφραστη χαρά. Αυτή η χαρά δεν είναι συναισθηματική, είναι θεϊκή, είναι η εμπειρία του φωτός του Θεού μέσα στην καρδιά και τότε ο άνθρωπος καταλαβαίνει ότι όλη η δοκιμασία άξιζε, γιατί μέσα από την απουσία γνώρισε την παρουσία, μέσα από το σκοτάδι είδε το φως, μέσα από τη φτώχεια γεύθηκε τον αληθινό πλούτο. Η στιγμή που ο Θεός αποσύρει την χάρη του είναι η στιγμή που η ψυχή μαθαίνει να αγαπά χωρίς ανταλλάγματα, να πιστεύει χωρίς αποδείξεις, να ελπίζει χωρίς φως. Είναι η πιο βαθιά στιγμή της πνευματικής ζωής, γιατί εκεί γεννιέται η καθαρή αγάπη προς τον Θεό. Ο Άγιος την αποκαλεί νύχτα φωτεινή, γιατί μέσα στο σκοτάδι της κρύβεται η αρχή της αιώνιας ένωσης με τον Θεό. Ο Θεός αποσύρει την χάρη του για λίγο, για να τον ποθήσουμε αιώνια και όταν τον ξαναβρούμε, δεν τον αφήνουμε πια. Η ψυχή τότε λέει όπως η νύμφη στο άσμα, «εζήτησα τον αγαπητόν της ψυχής μου, εύρων αυτόν και ούκ αφήσω αυτόν».
Η σιωπή του Θεού δεν είναι εγκατάλειψη, αλλά κάλεσμα. Η απουσία της χάριτος δεν είναι τιμωρία, αλλά παιδαγωγία. Ο Θεός αποσύρει τη χάρη του για να δούμε τι υπάρχει μέσα μας, να μάθουμε να αγαπούμε άδολα, να συντριβούμε για να φωτιστούμε. Ο Άγιος Συμεών ο νέος θεολόγος μας διδάσκει πως αυτή η στιγμή, αν τη δεχθούμε με ταπείνωση, γίνεται η αρχή μιας νέας πνευματικής αναστάσεως γιατί τότε καταλαβαίνουμε ότι η χάρη του Θεού δεν χάνεται ποτέ, απλώς κρύβεται μέχρι να μάθουμε, να την κρατούμε με καθαρή καρδιά.



ΠΗΓΗ



ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ ΚΑΙ ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''