Παρασκευή 9 Ιανουαρίου 2026

Αν φοβάσαι τη σύγκρουση περισσότερο απ’ την απώλεια του εαυτού σου - Άγιος Σιλουανός

Υπάρχει ένας φόβος σιωπηλός, σχεδόν αόρατος, που δεν εκδηλώνεται με κραυγές ή φυγή, αλλά με υποχώρηση. Είναι ο φόβος της σύγκρουσης. Ο άνθρωπος που τον κουβαλά δεν λέει πως φοβάται, λέει πως θέλει ειρήνη, ηρεμία, αρμονία. Όμως βαθιά μέσα του τρέμει μήπως χαλάσει κάτι, μήπως  δυσαρεστήσει, μήπως φανεί δύσκολος και έτσι σιγά σιγά αρχίζει να χάνει τον εαυτό του, χωρίς να το καταλάβει. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης γνώριζε καλά αυτή την εσωτερική μάχη όχι θεωρητικά, αλλά βιωματικά. Η δική του ζωή ήταν ένας διαρκής αγώνας ανάμεσα στην ταπείνωση και την αλήθεια, ανάμεσα στη σιωπή που θεραπεύει και στη σιωπή που σκοτώνει την ψυχή.
Ο άνθρωπος λέει πως δεν αξίζει να μαλώνει, πως δεν θέλει εντάσεις, πως προτιμά να κάνει πίσω, όμως όταν αυτό γίνεται μόνιμη στάση, η ψυχή αρχίζει να συρρικνώνεται. Δεν εκφράζεται, δεν τοποθετείται, δεν αναπνέει. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που δεν ζει στην αλήθεια δεν μπορεί να βρει ειρήνη ακόμη κι αν εξωτερικά όλα φαίνονται ήσυχα. Η ειρήνη που βασίζεται στην άρνηση του εαυτού δεν είναι η ειρήνη του Θεού αλλά εύθραυστη ισορροπία.
Για πολλούς ανθρώπους, η σύγκρουση ταυτίζεται με την απόρριψη. Νομίζουν ότι αν πουν αυτό που νιώθουν, αν σταθούν με ειλικρίνεια, θα χάσουν την αγάπη των άλλων. Έτσι προτιμούν να χάσουν την επαφή με τον εαυτό τους, παρά να ρισκάρουν μια ρήξη. Ο Άγιος Σιλουανός όμως δίδασκε κάτι βαθύτερο. Έλεγε πως η αληθινή αγάπη δεν φοβάται την αλήθεια. Όπου υπάρχει φόβος να μιλήσεις, εκεί κάτι δεν έχει ριζώσει σωστά. Η αγάπη του Θεού δεν ζητά να εξαφανιστείς για να υπάρξει. Η απώλεια του εαυτού δεν γίνεται απότομα γίνεται λίγο λίγο. Ένα ανείπωτο, μια κατάποση συναισθήματος, μια σιωπή εκεί που έπρεπε να υπάρξει λόγος. Ο άνθρωπος συνηθίζει να ζει έτσι και κάποια στιγμή δεν ξέρει πια τι θέλει, τι πιστεύει, τι τον πονά. 
Ο Άγιος Σιλουανός μιλούσε για τη διάκριση ανάμεσα στην ταπείνωση και την αυτοακύρωση. Η ταπείνωση γεννά ζωή η αυτοακύρωση γεννά σκοτάδι. Δεν είναι το ίδιο να χαμηλώνεις από αγάπη και να εξαφανίζεσαι από φόβο. Πολλοί πιστεύουν ότι η πνευματική ζωή σημαίνει να μην συγκρούεσαι ποτέ, να είσαι πάντα ήρεμος, πάντα υποχωρητικός, πάντα σιωπηλός. Όμως ο Χριστός μιλά για αλήθεια που χωρίζει όχι γιατί αγαπά τη σύγκρουση, αλλά γιατί η αλήθεια αποκαλύπτει. Ο Άγιος Σιλουανός έζησε αυτή την αλήθεια βαθιά. Η ειρήνη που έφερε μέσα του δεν ήταν αποτέλεσμα αποφυγής, αλλά καρπός βαθύτατης συμφιλίωσης με την αλήθεια του Θεού και αυτή η ειρήνη άντεχε ακόμη και μέσα σε δυσκολίες και εντάσεις.
Στην καρδιά του φόβου της σύγκρουσης βρίσκεται συχνά ένας παλιός πόνος. Ο φόβος ότι αν δείξεις ποιος είσαι, δεν θα σε αγαπήσουν. Ότι η αξία σου εξαρτάται από το πόσο εύκολος είσαι για τους άλλους. Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως η ψυχή που στηρίζεται στην αποδοχή των ανθρώπων δεν μπορεί να σταθεί ελεύθερη. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριζώσει την αξία του στην αγάπη του Θεού, παύει να φοβάται τόσο πολύ την αντίδραση των άλλων.
Η αλήθεια δεν είναι πάντα γλυκιά, μερικές φορές πονά αλλά αυτός ο πόνος δεν είναι καταστροφικός, είναι θεραπευτικός. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε ότι χωρίς αλήθεια δεν υπάρχει θεραπεία της ψυχής. Ο Χριστός μιλά για την αλήθεια που ελευθερώνει, όχι για την αλήθεια που βολεύει. Η ελευθερία αυτή περνά συχνά μέσα από δυσκολίες, μέσα από λόγια που φοβόμαστε να πούμε, μέσα  από συγκρούσεις  που αποφεύγαμε  χρόνια. Ο  Άγιος Σιλουανός αγαπούσε  τη σιωπή όχι όμως κάθε σιωπή. Ξεχώριζε τη σιωπή που γεννιέται από ταπείνωση και προσευχή, από τη σιωπή που γεννιέται από φόβο. Η πρώτη φέρνει φως, η δεύτερη συσσωρεύει σκοτάδι. Όταν σωπαίνεις για να μην χαλάσεις τη σχέση, αλλά μέσα σου καταρρέεις, τότε η σιωπή δεν είναι αρετή. Ο άνθρωπος έχει ευθύνη όχι μόνο απέναντι στους άλλους, αλλά και απέναντι στη ψυχή του. Να μην την προδίδει, να μην την ακυρώνει, να μην τη θυσιάζει συνεχώς στο όνομα μιας ψεύτικης ειρήνης.
Ο Άγιος Σιλουανός έλεγε πως ο Θεός δεν χαίρεται όταν ο άνθρωπος χάνεται για να μην δυσαρεστήσει. Ο Θεός χαίρεται όταν ο άνθρωπος στέκεται με ταπείνωση και αλήθεια, ακόμη και αν αυτό φέρει δυσκολία. Το να μην φοβάσαι τη σύγκρουση δεν σημαίνει να γίνεσαι επιθετικός, σημαίνει να μπορείς να μιλήσεις χωρίς μίσος, να σταθείς χωρίς να πληγώσεις, να πεις την αλήθεια χωρίς να καταστρέφεις. Ο Άγιος Σιλουανός δίδασκε την πραότητα ως δύναμη, όχι ως αδυναμία. Η πραότητα δεν είναι σιωπή από φόβο, αλλά λόγος που βγαίνει από καρδιά φωτισμένη.
Η απώλεια του εαυτού δεν είναι σταυρός. Πολλοί μπερδεύουν την απώλεια του εαυτού με τον σταυρό. Νομίζουν ότι το να υπομένεις στα πάντα, να καταπιέζεσαι, να μην μιλάς, είναι θυσία ευάρεστη στο Θεό, όμως ο Άγιος Σιλουανός ξεκαθάριζε ότι ο σταυρός του Χριστού δεν καταστρέφει τον άνθρωπο, τον ανασταίνει. Η απώλεια του εαυτού από φόβο δεν οδηγεί στην ανάσταση, αλλά στην εσωτερική νέκρωση. Ο σταυρός του Χριστού περνά μέσα από την αλήθεια, όχι από την αυτοακύρωση.
Η θεραπεία του φόβου της σύγκρουσης δεν έρχεται με τεχνικές, αλλά με εμπιστοσύνη στο Θεό, ότι ο Θεός τον κρατά, τότε παύει να φοβάται τόσο πολύ να σταθεί. Ο Άγιος έλεγε πως όταν η ψυχή μάθει να στέκεται ενώπιον του Θεού με ειλικρίνεια, τότε μαθαίνει σιγά σιγά να στέκεται και ενώπιον των ανθρώπων χωρίς να χάνεται.
Η ειρήνη του Θεού δεν είναι φυγή από τη σύγκρουση, αλλά παρουσία μέσα στην αλήθεια. Είναι η δύναμη να μείνεις εκεί, χωρίς να διαλύεσαι, χωρίς να μισείς, χωρίς να εξαφανίζεσαι. Ο Άγιος έζησε αυτή την ειρήνη μέσα σε βαθιές εσωτερικές μάχες και γι' αυτό τα λόγια του δεν είναι θεωρία, αλλά μαρτυρία.
Αν φοβάσαι τη σύγκρουση περισσότερο απ' την απώλεια του εαυτού σου, δεν σημαίνει ότι είσαι αδύναμος, σημαίνει ότι η ψυχή σου διψά για ασφάλεια και αγάπη. Ο Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης θα σου έλεγε να μη φοβηθείς την αλήθεια, να την πεις με ταπείνωση, με προσευχή, με αγάπη γιατί μόνο εκεί που ο άνθρωπος παύει να χάνεται, αρχίζει πραγματικά να ζει ενώπιον του Θεού.

 

 

ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ,  ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''

Η εκκλησιολογική κληρονομιά του Αγίου Χρυσοστόμου του Νέου Ομολογητού. (Απομαγνητοφώνηση Γ΄ μέρος)

 

Προχωράμε στο τρίτο.
Μια βασική ή θεμελιώδης θέση αρχή του Αγίου Χρυσοστόμου είναι η φύση του σχίσματος στο πλαίσιο της Τοπικής Εκκλησίας
. Κάθε Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι, όπως γράφει ο Άγιος Χρυσόστομος στην «Διασάφηση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου», Μία και αδιαίρετη, περιλαμβάνοντας τόσο τον κλήρο όσο και το πλήρωμα των πιστών. Ωστόσο, εντός μίας Τοπικής Εκκλησίας είναι δυνατόν να προκύψουν διαφορές απόψεων, οι οποίες ορισμένες φορές οδηγούν σε ρήξη της εκκλησιαστικής κοινωνίας, όπως συνέβη μεταξύ της πλειοψηφίας των Νεοημερολογιτών και της μειοψηφίας των Παλαιοημερολογιτών. Σε τέτοιες περιστάσεις, ο Άγιος Χρυσόστομος θέτει ένα φυσικό ερώτημα: ποια από τις δύο ομάδες που διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους εκπροσωπεί τη Μία και αδιαίρετη Εκκλησία της Ελλάδος, δεδομένου ότι και οι δύο αντλούν από Αυτήν την αγιαστική Χάρη και την εκκλησιαστική εγκυρότητα των Μυστηρίων τους; Στην απάντησή του ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγεί ότι, όσο κι αν φαίνεται, εξαιτίας της χωριστής λατρείας της, των ιδίων ευκτηρίων οίκων και των ιδίων λειτουργών της, πως η Παλαιοημερολογιτική Εκκλησία αποτελεί ένα σώμα διακριτό από εκείνο από το οποίο χωρίσθηκε,παρ΄ όλα αυτά δεν παύει να ανήκει κανονικώς στην αυτήν μίαν και αδιαίρετον Εκκλησίαν, ως άμωμον και αναπόσπαστον μέρος τής, αντλούσα την πνευματικήν αυτής ζωήν και δύναμιν εκ του οργανισμού της Μητρός Εκκλησίας, της οποίας η  ιστορία συνεχίζεται υπό την καθαρά και ανόθευτη έννοια μιάς αμιγούς Ορθοδόξου ταυτότητος. Η κατάσταση αυτή διαρκεί έως ότου η διαφωνία μεταξύ των δύο αυτών διηρημένων μερών της Μίας Τοπικής Εκκλησίας, του ενός που διαφυλάσσει την Ορθοδοξία και του άλλου που αποκλίνει από αυτήν, κριθεί από μία Πανορθόδοξη Σύνοδο. Όταν μία τέτοια Πανορθόδοξη Σύνοδος καταδικάσει τελικώς την καινοτομούσα πλειοψηφία της Τοπικής Εκκλησίας ως φρονούσα και πράττουσα αντικανονικώς και αντορθοδόξως, και δικαιώσει τη μειοψηφία που παρέμεινε σταθερή στην Πίστη, τότε θα καθαιρέσει και θα αποκόψει την πρώτη από το Καθολικό Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ θα αναγνωρίσει τη δεύτερη, δηλαδή εκείνους που διατηρούν ανόθευτη την Πίστη και τις παραδόσεις, ως τους μόνους κανονικούς εκπροσώπους της μίας και αδιαιρέτου Τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με βάση αυτό, ο Άγιος Χρυσόστομος διευκρινίζει ότι η απόφασή του να αναλάβει την ηγεσία της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας δεν αποσκοπούσε στην ίδρυση μίας διαφορετικής ή δεύτερης Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ελλάδα, αντιθέτως, ο στόχος του ήταν να θεραπεύσει το Νεοημερολογιτικό σχίσμα και να επανένωσει την διηρημένη Εκκλησία της Ελλάδος στην Ορθόδοξη Πίστη και στον εορτασμό των Εορτών.
Σύμφωνα με τον Άγιο Χρυσόστομο, η ιδέα ότι οι Παλαιοημερολογίτες, αντί να ενεργούν ως φρουροί της Ορθοδοξίας εντός της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος ως το λαμπρό της μέρος, είχαν συμπεριφερθεί ως στασιαστές που, χωρίς εκκλησιαστική ή κανονική δικαιολόγηση, ίδρυσαν ξεχωριστή Εκκλησία, εισήχθη για πρώτη φορά από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Αθηνών και αργότερα αναπτύχθηκε από τον Επίσκοπο Ματθαίο και τους οπαδούς του. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και ως προς την ιδέα της ακυρότητας των Μυστηρίων, η οποία αρχικώς εισήχθη από τους Νεοημερολογίτες και κατόπιν υιοθετήθηκε από ορισμένους Παλαιοημερολογίτες. Ο Άγιος Χρυσόστομος επιμένει ότι κανείς γνώστης του κανονικού δικαίου δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι οι Παλαιοημερολογίτες συνιστούν δεύτερη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Αντιθέτως, διαβεβαιώνει ότι η Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών αποτελεί την παραδοσιακήν και μη καινοτομούσαν Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος. Σε άλλη περίπτωση γράφει ότι η Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, λόγω της αμετακίνητης πίστης της στα δόγματα και στις παραδόσεις που παρεδόθησαν από τις Αγίες Οικουμενικές Συνόδους, εκφράζει την μη καινοτομούσα πληρότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σύμφωνα με τον Άγιο Χρυσόστομο, δεν υπάρχουν δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες στην Ελλάδα, αλλά Μία, στην οποία η μορφή και η διοικητική δομή εκπροσωπούνται από την πλειοψηφία της Νεοημερολογιτικής Ιεραρχίας, ενώ το πνεύμα και η ουσία της Ορθοδοξίας εκπροσωπούνται από τη μειοψηφία της Παλαιοημερολογιτικής Ιεραρχίας και κοινότητας.
Η τέταρτη τελευταία αρχή του Αγίου Χρυσοστόμου είναι ο ρόλος της Πανορθοδόξου ή Οικουμενικής Συνόδου.
Στην εγγενώς ελαττωματική, απλοϊκή και, ακριβώς γι’ αυτό, ελκυστική θεωρία του Επισκόπου Ματθαίου, δεν υπήρχε θέση και καμία ανάγκη για τον θεσμό της Συνόδου. Αντιθέτως, στην ανάλυση του Αγίου Χρυσοστόμου για το Νεοημερολογιτικό σχίσμα, η Πανορθόδοξη ή Μεγάλη Σύνοδος κατέχει κεντρική θέση. Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας, είναι η Εκκλησία στο σύνολό της, ως Ταμείο της Χάριτος, που συγκροτεί τις Εκκλησίες και τις εφοδιάζει με τα Θεία Μυστήρια και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι και πάλι η Εκκλησία στο σύνολό της, ως Ταμείο της Χάριτος, η οποία, όταν συνέρχεται σε Οικουμενική ή Πανορθόδοξη Σύνοδο και αφού εξαντλήσει όλα τα ειρηνικά μέσα φωτισμού των πλανωμένων, τελικώς τους αποκόπτει από το Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στερώντας τους τη δυνατότητα τελέσεως έγκυρων εκκλησιαστικών Μυστηρίων. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως απαράδεκτο και αντίθετο προς την συνοδική και κανονική παράδοση της Ορθοδοξίας να γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός του Επισκόπου Ματθαίου ότι το δικαίωμα αυτό ανήκει σε ορθοφρονούντες Ιεράρχες που αποσχίσθηκαν από καινοτόμους. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει ότι ποτέ στην ιστορία της Εκκλησίας, δεν κηρύχθηκαν αιρετικοί ή σχισματικοί και δεν καθαιρέθηκαν Ιεράρχες που ενήργησαν μεμονωμένα, χωρίς δίκη και απολογία. Τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονταν πάντοτε μέσω Συνόδων και κανονικώς συγκροτημένων εκκλησιαστικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων οι κατηγορούμενοι καλούνταν να υπερασπισθούν τον εαυτό τους και εάν αρνούνταν να αποκηρύξουν την αίρεσή τους, τότε μόνο στερούνταν των δικαιωμάτων τους ως Ιεράρχες και της εξουσίας τους να διοικούν μία Εκκλησία και να τελούν τα Μυστήρια. Οι εκκλησιαστικοί κανόνες, συγκεκριμένα ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, παρέχουν στα άτομα μόνον το δικαίωμα να αποκηρύξουν τον Πρώτο Ιεράρχη όταν αυτός απομακρύνεται από τις παραδόσεις της Εκκλησίας και να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του ακόμη και πριν από συνοδική απόφαση. Ωστόσο, μόνον η Πανορθόδοξη Σύνοδος έχει την αρμοδιότητα να τον καταδικάσει ως αιρετικό.
Τώρα θα προχωρήσουμε στο τρίτο μέρος της εισηγήσεώς μας.
Αν συγκρίνει κανείς τις εκκλησιολογικές τοποθετήσεις του Αγίου πριν και μετά το ματθαιϊκό σχίσμα, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει μία σαφή μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε τον χαρακτήρα και τη σημασία της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας, το κανονικό της καθεστώς και τη σχέση της με τη Νεοημερολογιτική Εκκλησία και τα Μυστήριά της. Το ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά είναι εάν αυτή η μεταβολή συνιστά εγκατάλειψη της αρχικής εκκλησιολογικής θέσης με την οποία εισήλθε στον Ιερό Αγώνα για την αποκατάσταση των εκκλησιαστικών παραδόσεων ή εάν πρόκειται για μία εξέλιξη που παραμένει πιστή στις αρχικές του αρχές. Ο Επίσκοπος Ματθαίος ήταν πεπεισμένος ότι ο Άγιος Χρυσόστομος είχε ανακαλέσει και προδώσει την αρχική του ομολογία και, για τον λόγο αυτό, τον αποκήρυξε. Όπως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχαν επίσης και μεταξύ των στενών συνεργατών του Αγίου εκείνοι για τους οποίους ορισμένες διατυπώσεις της Ποιμαντορικής Εγκυκλίου του 1944 προκάλεσαν κρίσιμα ερωτήματα, αμηχανία και ακόμη και αμφιβολίες ως προς το πώς έπρεπε να ερμηνευθούν και πώς μπορούσαν να συμβιβασθούν με τις προηγούμενες εκκλησιολογικές του διακηρύξεις. Η κύρια αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγούσε και διατύπωνε την κατανόησή του για την αμοιβαία σχέση μεταξύ της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας και της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας. Μέχρι την αποχώρηση του Επισκόπου Ματθαίου, όπως είδαμε, θεωρούσε τους Παλαιοημερολογίτες ως συγκροτούντες δικαίως μία χωριστή και διακριτή Εκκλησία, ανεξάρτητη από την επίσημη Νεοημερολογιτική Εκκλησία. Ως συνέπεια της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως, υποστήριζε ότι στην Ελλάδα είχαν προκύψει δύο διαφορετικές Σύνοδοι. Η μία εκείνη των Νεοημερολογιτών, την οποία θεωρούσε σχισματική, και την άλλη που ταύτιζε με τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος που παρέμενε πιστή στις πατροπαράδοτες παραδόσεις. Κατά τα πρώτα αυτά έτη, τόνιζε επανειλημμένως ότι οι ιεροί Κανόνες παρείχαν στους Παλαιοημερολογίτες το δικαίωμα να αποκηρύξουν την καινοτομούσα Ιεραρχία και να συγκροτήσουν τη δική τους Εκκλησία.
Κατά τα έτη που ακολούθησαν το ματθαιϊκό σχίσμα, όμως, αναδύεται μία διαφορετική προοπτική. Ο Άγιος Χρυσόστομος θεωρεί πλέον τους Παλαιοημερολογίτες, υπό μία ιδιαίτερη έννοια, ως εξακολουθούντες να ανήκουν στη Μία και αδιαίρετη Εκκλησία της Ελλάδος, την οποία αποκαλεί Μητέρα Εκκλησία. Απορρίπτει ρητώς την ιδέα μίας δεύτερης, χωριστής Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας και αντ’ αυτού μιλά για Μία και την αυτή Εκκλησία της Ελλάδος, εντός της οποίας οι Παλαιοημερολογίτες αποτελούν την λαμπράν και ακαινοτόμητον πλευράν και την ανύστακτον φρουράν, την αγρύπνως φρυκτωρούσα επί των αδαμαντίνων επάλξεων της Μίας Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Κατά συνέπεια, οι Παλαιοημερολογίτες δεν συνιστούν Εκκλησία ξεχωριστή από εκείνη με την οποία διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά αντίθετα είναι εκείνοι που συνεχίζουν την ιστορία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος στο πνεύμα της αρχικής και ανόθευτης Ορθοδοξίας. Η μεταβολή αυτή στην ερμηνεία του Αγίου Χρυσοστόμου ως προς το εκκλησιαστικό καθεστώς της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας προκάλεσε πλήθος ερωτημάτων. Σ’ αυτά απάντησε στο δεκαπεντασέλιδο κείμενο το οποίο ονόμασε ''Επεξήγησις Ποιμαντορικής Εγκυκλίου''. Εκεί απορρίπτει ρητώς τον ισχυρισμό ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση ή ασυμφωνία μεταξύ των προγενέστερων και των μεταγενέστερων εκκλησιολογικών του διατυπώσεων. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει: «Αντιφάσκει και αναιρεί εκείνος που απορρίπτει ρητώς ό,τι προηγουμένως εβεβαίωνε», κάτι το οποίο, όπως επιμένει, δεν συμβαίνει στην περίπτωσή του. Εκείνο που ορισμένοι από τους συνεργάτες του αντιλήφθηκαν ως προβληματικό, ο Άγιος Χρυσόστομος το ερμήνευσε ως αποτέλεσμα βαθύτερης, σοβαρότερης και ωριμότερης μελέτης των εκκλησιολογικών ζητημάτων. Η εμφάνιση της ματθαιϊκής εκκλησιολογίας τον υποχρέωσε, να τροποποιήσει την προτέραν του γνώμην προς το καλύτερο, δίνοντας της μια ευρύτερη ερμηνεία και διατυπώνοντάς την με καλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Μία τέτοια τροποποίηση και λεπτομερέστερη διατύπωση, υποστηρίζει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάκληση, αλλά ως πιο ολοκληρωμένη διευκρίνηση μίας συμπυκνωμένης και συνοπτικής ιδέας, ώστε να μπορεί να γίνεται ευκολότερα κατανοητή από ένα άλλο άτομο.
Μία προσεκτική μελέτη της εξέλιξης της εκκλησιολογικής σκέψης του Αγίου επιβεβαιώνει πλήρως αυτήν την εκτίμηση. Ο Άγιος Χρυσόστομος ουδέποτε εγκατέλειψε την αρχική του θέση ως προς το Νεοημερολογιτικό σχίσμα· αντιθέτως, η πρόκληση που συνιστούσε η ματθαιϊκή τοποθέτηση κατέστησε αναγκαία μία πληρέστερη και ισορροπημένη παρουσίαση του εκκλησιολογικού καθεστώτος τόσο της Παλαιοημερολογιτικής όσο και της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας. Για να γίνει κατανοητή αυτή η εξέλιξη, πρέπει να ανακληθούν όσα έχουν ήδη λεχθεί σχετικά με τη διάκριση μεταξύ δυνάμει σχισματικών και ενεργεία σχισματικών, καθώς και ο ρόλος του συνοδικού θεσμού στη διαδικασία με την οποία μία Τοπική Εκκλησία αποκόπτεται από το Σώμα της Εκκλησίας. Ως αντίδραση στη ημερολογιακή μεταρρύθμιση, εκείνοι που αρνήθηκαν να μοιραστούν την ευθύνη με τους καινοτομούντες Νεοημερολογίτες χωρίσθηκαν κανονικώς και συγκρότησαν το δικό τους ανεξάρτητο διοικητικό σώμα, τη Σύνοδο των Παλαιοημερολογιτών. Σε αυτό το αρχικό στάδιο, ήταν αναγκαίο να υποστηριχθεί η κανονικότητα του χωρισμού αυτού μέσω της έντονης υπογράμμισης του σχισματικού χαρακτήρα της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας. Αργότερα, όμως, όταν ήρθε αντιμέτωπος με τη ματθαιϊκή διαστρέβλωση της ανάλυσής του για το εκκλησιολογικό καθεστώς της επίσημης Εκκλησίας, ο Άγιος Χρυσόστομος έκρινε αναγκαίο να διευκρινίσει ότι, ως δυνάμει ή μη καταδικασμένοι σχισματικοί, η Νεοημερολογιτική Ιεραρχία εξακολουθούσε να ανήκει τυπικώς και θεσμικώς στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Η αποκοπή της από αυτήν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον από μία Πανορθόδοξη Σύνοδο, εφόσον δεν μετανοούσε και επέμενε στην αντικανονική απόρριψη του εκκλησιαστικού ημερολογίου.



(συνεχίζεται)

 


 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''