Πριν όμως προχωρήσουμε, ας σκιαγραφήσουμε συνοπτικά την ακολουθία των γεγονότων που οδήγησαν στο Ματθαιϊικό σχίσμα.
Τον Ιούνιο του 1937, ο Άγιος Χρυσόστομος έδωσε μια πιο αναλυτική εξήγηση σχετικά με το ερώτημα ποιος έχει το κανονικό δικαίωμα να κηρύξει οριστικά και τελεσίδικα τη Νεοημερολογιτική Εκκλησία της Ελλάδος σχισματική. Σε επιστολή του προς τον μοναχό Μάρκο (Χανιώτη), ο Άγιος Χρυσόστομος διατύπωσε εκείνο που θεωρούσε ως τη θεμελιωδέστερη αρχή του ανατολικού κανονικού δικαίου, ότι δηλαδή μια τέτοια εξουσία ανήκει μόνο σε μία Πανορθόδοξη Σύνοδο και όχι σε εκείνους που είχαν κανονικώς διακόψει την κοινωνία με τους Νεοημερολογίτες, προκειμένου να αποφύγουν τη συνυπευθυνότητα για τις παραβάσεις των εκκλησιαστικών κανόνων. Εφόσον αυτό δεν είχε ακόμη συμβεί, οι καινοτόμοι δεν είχαν καταδικαστεί και, συνεπώς, δεν ήταν αναγκαίο να επαναλαμβάνεται το χρίσμα στα παιδιά που είχαν χρισθεί στη Νεοημερολογιακή Εκκλησία μετά την εισαγωγή της ημερολογιακής καινοτομίας.
Αυτές οι διευκρινίσεις σκανδάλισαν τον παραλήπτη της επιστολής και ορισμένους άλλους μοναχούς, οι οποίοι βρήκαν πρόθυμο ακροατή στο πρόσωπο του Επισκόπου Ματθαίου Βρεσθένης. Τον Ιούλιο του 1937, ο Επίσκοπος Ματθαίος ζήτησε επισήμως από την Ιερά Σύνοδο να εκδώσει εγκύκλιο που να δηλώνει ότι όλα τα Μυστήρια της καινοτομούσας σχισματικής Εκκλησίας στερούνται της Θείας Χάριτος και ότι τα παιδιά που βαπτίζονται στο σχίσμα πρέπει να χρίονται εκ νέου κατά την είσοδό τους στη Γνησία Εκκλησία του Χριστού. Ωστόσο το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από τα υπόλοιπα μέλη της Ιεράς Συνόδου. Ως απάντηση, ο Επίσκοπος Ματθαίος, τον Σεπτέμβριο του 1937, εξέδωσε δήλωση με την οποία ανήγγελλε τη διακοπή της πνευματικής κοινωνίας του με την Ιερά Σύνοδο, μέχρις ότου αυτή επιστρέψει, κατά τη γνώμη του, στην αρχική ομολογία της Πίστεως, χωρίς επιείκεια, παραχωρήσεις ή συμβιβασμούς.
Λίγες εβδομάδες αργότερα, ακολούθησε με μία «Καταγγελία» κατά του Μητροπολίτου Γερμανού και του Αγίου Χρυσοστόμου, κατηγορώντας τους ότι δήθεν προσχώρησαν στις τάξεις των αποστατών από την Ορθοδοξία και ότι βλασφημούν κατά του Αγίου Πνεύματος, εξαιτίας της πεποίθησής τους πως τα Μυστήρια των Νεοημερολογιτών Ιεραρχών και κληρικών εξακολουθούν να διατηρούν τη Θεία Χάρη.
Αν και η σημερινή διάλεξη δεν μας επιτρέπει μια πιο εκτενή παρουσίαση της απλοϊκής εκκλησιολογικής θέσης του Επισκόπου Ματθαίου, αρκεί να ειπωθεί ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερα πλούσιο υλικό προς μελέτη, δεδομένου ότι ολόκληρη η εκκλησιολογική του σκέψη εξαντλείται σε έναν κατάλογο γενικευμένων και κατηγορηματικών διακηρύξεων περί της ακυρότητας των Μυστηρίων της Νεοημερολογιακής Εκκλησίας, χωρίς καμία προσπάθεια θεμελίωσης της θέσης του στην Δογματικήν και Κανονικήν διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας.
Επειδή ο χρόνος μας είναι περιορισμένος, θα παρουσιάσω την εκκλησιολογική σκέψη του Αγίου Χρυσοστόμου, όπως αυτή αναπτύχθηκε κατά την περίοδο που ακολούθησε το Ματθαιϊικό σχίσμα, υπό τη μορφή τεσσάρων θεμελιωδών εκκλησιολογικών αρχών. Για όσους επιθυμούν να ερευνήσουν βαθύτερα αυτό το τμήμα της κληρονομιάς του Αγίου, υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερα κείμενα στα οποία πρέπει να δώσουν προσοχή. Τα δύο πρώτα είναι επιστολές του Αγίου Χρυσοστόμου από τον Οκτώβριο του 1937, απευθυνόμενες στον Επίσκοπο Γερμανό Κυκλάδων, ο οποίος, μολονότι αρχικά απέρριψε τη θέση του Επισκόπου Ματθαίου, αργότερα άλλαξε στάση και προσχώρησε στο σχίσμα του. Η πρώτη από αυτές τις δύο επιστολές ανακαλύφθηκε μόλις πρόσφατα από τον Μητροπολίτη Λαρίσης και Πλαταμώνος κ.κ. Κλήμη, κατά την έρευνά του σε ιστορικά αρχεία της Εκκλησίας μας, και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά. Το τρίτο κείμενο είναι μία ποιμαντορική εγκύκλιος που ο Άγιος Χρυσόστομος κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 1944, μετά την κοίμηση του Μητροπολίτου Γερμανού Δημητριάδος. Κατά τον χρόνο εκείνο, ήταν ο μόνος εναπομείνας Ιεράρχης της κανονικής Συνόδου της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας και στο έγγραφο αυτό αντέκρουσε συστηματικά τις κύριες θέσεις της εκκλησιολογίας του Επισκόπου Ματθαίου. Επειδή η εγκύκλιος αυτή προκάλεσε αρνητικές αντιδράσεις, όχι μόνο από τους Ματθαιϊκούς αλλά και από ορισμένους στενούς συνεργάτες του, ο Άγιος Χρυσόστομος θεώρησε αναγκαίο να τη συμπληρώσει με ένα ακόμη εκκλησιολογικό κείμενο, υπό τον τίτλο «Διευκρίνιση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου», το οποίο αποτελεί το τέταρτο από τα κείμενα που εξετάζουμε. Έτσι η πρώτη κατηγορία αφορά την πρώτη αρχή την διάκριση μεταξύ της θείας και της διοικητικής διάστασης της Εκκλησίας
Η ορθόδοξη εκκλησιολογία διακρίνει δύο διαστάσεις της Εκκλησίας, ακολουθώντας το παράδειγμα του Χαλκηδονίου δόγματος, σύμφωνα με το οποίο στον Χριστό υπάρχουν δύο φύσεις, η θεία και η ανθρώπινη, ενωμένες ασυγχύτως και αδιαιρέτως. Κατά παρόμοιο τρόπο, η Εκκλησία αποτελείται από δύο μέρη ή πλευρές, τη θεία, πνευματική και αόρατη από την μία πλευρά, και την επίγεια, ανθρώπινη και ορατή από την άλλη. Παρ’ όλα αυτά, η Εκκλησία παραμένει Μία και ενιαία, υφιστάμενη ως το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού.
Στην προηγούμενη ενότητα είδαμε πώς ο Άγιος Χρυσόστομος διέκρινε μεταξύ των Ιεραρχών ως προσώπων και των Εκκλησιών που αυτοί εκπροσωπούν και διοικούν. Στη «Διευκρίνιση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου» του 1945, ο Άγιος Χρυσόστομος ανέπτυξε την αρχή αυτή με πιο αναλυτικό τρόπο, γράφοντας ότι, Κατὰ τὴν θεμελιώδη ᾿Αρχὴν τοῦ ὀρθοδόξου ᾿Εκκλησιαστικοῦ Κανονικοῦ Δικαίου, καὶ τὸ πνεῦμα τῆς Δογματικῆς Θεολογίας καὶ τὴν αἰωνόβιον πρᾶξιν τῆς ᾿Ορθοδόξου ᾿Εκκλησίας, ἡ ἔννοια τῆς ᾿Εκκλησίας, ὡς ἱδρύματος θείου καὶ αὐθυποστάτου, εἶναι κατ᾿ ἀρχὴν διάφορος καὶ ἀνεξάρτητος τῆς ἐννοίας τῶν προσώπων τῶν ᾿Επισκόπων, ἅτινα ἐκπροσωποῦσι καὶ διοικοῦσιν Αὐτήν. Διὸ καὶ αἱ ἐσφαλμέναι τυχὸν ἀπὸ ὀρθοδόξου ἀπόψεως ἰδέαι καὶ ἀντιλήψεις τῶν ᾿Επισκόπων, ἐφ᾿ ὅσον αὗται δὲν κρίνονται καὶ δὲν καταδικάζονται ὑπὸ Κανονικῆς καὶ ᾿Εγκύρου Συνόδου, ὡς ἀντορθόδοξοι καὶ κακόδοξοι, δὲν ἐπηρεάζουσι τὴν ᾿Ορθόδοξον ἔννοιαν τῆς ᾿Εκκλησίας, εἰς ἣν ἀνήκουσιν οὗτοι. Παραδείγματος χάριν, ὅταν εἷς ἢ καὶ πλείονες τῶν ᾿Επισκόπων, τῶν ἀνηκόντων εἰς τὴν Διοικοῦσαν ᾿Εκκλησίαν, εἰσάγωσιν εἰς Αὐτὴν μίαν καινοτομίαν, ἀντιστρατευομένην εἰς τὸ ὑγιὲς καὶ ἀκραιφνὲς πνεῦμα τῆς ᾿Ορθοδόξου ἐννοίας τῆς ᾿Εκκλησίας, τὸ πλημμελὲς καὶ τὸ ἀντορθόδοξον τῆς καινοτομίας ταύτης, ισχυρίζεται ο Άγιος Χρυσόστομος, βαρύνει μὲν τοὺς καινοτόμους ᾿Επισκόπους, ὡς ἄτομα καὶ καθιστᾷ αὐτοὺς ὑποδίκους ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς ὅλης ᾿Εκκλησίας, δὲν ἐπηρεάζει ὅμως οὐδὲ μειοῖ τὸ ὀρθόδοξον κῦρος τῆς ᾿Εκκλησίας, ἣν διοικοῦσι. Μία τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία, εξηγεί ο Άγιος Χρυσόστομος, χάνει τον ορθόδοξο χαρακτήρα της και την εγκυρότητα των Θείων Μυστηρίων της μόνο όταν αναγνωριστεί ως αιρετική ή σχισματική από Πανορθόδοξη Σύνοδο, η οποία μόνον αυτή έχει το δικαίωμα να της αφαιρέσει τη Χάρη και το θείο κύρος των Μυστηρίων της, αφού μόνον αυτή έχει το δικαίωμα να της τα μεταδώσει. Αν αυτή η διάκριση δεν αναγνωριστεί, οδηγεί σε σοβαρές δυσκολίες και σύγχυση. Αυτό μπορεί να φανεί από την περίπτωση των αντιοικουμενιστών εντός της επίσημης Ορθοδοξίας. Αν και αναγνωρίζουν ότι οι Ιεράρχες τους κηρύσσουν αίρεση μέσα στην Εκκλησία, υποστηρίζουν ότι δεν μπορούν να διακόψουν την κοινωνία μαζί τους, διότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι χωρίζονται και από την ίδια την Εκκλησία. Έτσι καταλήγουν στο φαινομενικά παράδοξο, τουλάχιστον από ορθόδοξη σκοπιά, συμπέρασμα ότι πρέπει κανείς να παραμένει σε κοινωνία με έναν αιρετίζοντα Ιεράρχη, για να παραμείνει εντός της Εκκλησίας.
Στην περίπτωση του Επισκόπου Ματθαίου και όσων τον ακολούθησαν, η αδυναμία κατανόησης αυτής της διάκρισης βρίσκεται στον πυρήνα της διδασκαλίας τους περί της άμεσης και αυτόματης απώλειας της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας από τη Χάρη του Θεού με την εισαγωγή της ημερολογιακής μεταρρύθμισης από τους Ιεράρχες της. Σύμφωνα με τη λογική τους, η προσωπική πτώση της Ιεραρχίας επιφέρει αναγκαστικά την πτώση ολόκληρης της Εκκλησίας, καθώς και όλων των άλλων Εκκλησιών που παρέμειναν σε κοινωνία μαζί της.
Η δεύτερη αρχή, η διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχίσματος. Αντικρούοντας τη Ματθαιϊική εκκλησιολογική θέση, ο Άγιος Χρυσόστομος αναφέρεται σε μία βασική έννοια του εκκλησιαστικού κανονικού δικαίου, τη διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχισματικών. Εφάρμοσε αυτή τη διάκριση για να εξηγήσει το νόημα της ανακήρυξης της Νεοημερολογιακής Εκκλησίας ως σχισματικής, όπως είδαμε νωρίτερα. Ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγεί ότι, όταν χαρακτήρισε τους Νεοημερολογίτες Ιεράρχες σχισματικούς και τη Νεοημερολογιακή Εκκλησία σχισματική, παρέλειψε, από αβλεψία, να προσθέσει ότι είναι σχισματικοί δυνάμει και όχι ενεργεία, πράγμα που σημαίνει ότι θα υποστούν τις συνέπειες της αποκοπής τους από το σώμα της καθολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, στερούμενοι του δικαιώματος να τελούν έγκυρα Μυστήρια και να μεταδίδουν θεία Χάρη και αγιασμό στους πιστούς, μόνον όταν δικαστούν από έγκυρη Μεγάλη Σύνοδο και καταδικαστούν σε καθαίρεση για εσφαλμένη πίστη, εφόσον επιμένουν αμετακίνητοι σε αυτήν. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει ότι οι θείοι κανόνες, τα ιερά δόγματα και οι παραδόσεις της Ορθοδόξου Εκκλησίας ήταν εκείνοι που τον υποχρέωσαν να αρνηθεί να θεωρήσει την Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος ενεργεία σχισματική, αλλά μόνο δυνάμει, μέχρις ότου συγκληθεί έγκυρη Σύνοδος για να δικάσει τους καινοτομούντες Ιεράρχες και, αν αυτοί αρνηθούν, μετά από επαρκή διευκρίνιση, να επιστρέψουν στην Παράδοση του ορθοδόξου εορτολογίου, να τους καθαιρέσει, να τους αποκόψει και να τους κηρύξει ενεργεία σχισματικούς. Ο Άγιος Χρυσόστομος παραπέμπει στον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη και στα σχόλιά του στο Πηδάλιο, όπου δηλώνεται σαφώς ότι οι εκκλησιαστικοί κανόνες απαιτούν Σύνοδο ζώντων Ιεραρχών για την καθαίρεση κληρικών ή για τον αφορισμό ή τον αναθεματισμό λαϊκών που παραβαίνουν τους κανόνες. Αν όμως η Σύνοδος δεν προβεί πράγματι στην καθαίρεση ή τον αφορισμό, τότε οι κληρικοί και οι λαϊκοί αυτοί δεν είναι ούτε ενεργεία καθηρημένοι ούτε ενεργεία αφορισμένοι ή αναθεματισμένοι.
Επειδή αυτή η πτυχή της εκκλησιολογικής διδασκαλίας του Αγίου μας έγινε από την αρχή αντικείμενο έντονης συζήτησης και εκτέθηκε σε σφοδρή κριτική και αμφισβήτηση, είναι χρήσιμο να εξεταστεί πώς σχετίζεται με την ορθόδοξη δογματική και κανονική παράδοση.
Αυτό που εννοούν ο Άγιος Χρυσόστομος και ο Άγιος Νικόδημος με τη διάκριση μεταξύ δυνάμει και ενεργεία σχισματικών δεν είναι τίποτε άλλο παρά η διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων σχισματικών ή αιρετικών. Αν και αυτή η έννοια αποτελεί αναπόσπαστο και απολύτως αναγκαίο στοιχείο της ορθόδοξης εκκλησιολογίας, υπάρχει σημαντική σύγχυση γύρω από αυτήν, τόσο εντός της επίσημης Ορθοδοξίας όσο και εντός της λεγόμενης Γνησίας Ορθοδοξίας. Ας ξεκινήσουμε με τη διαστρέβλωση αυτής της ιδέας εντός του Παλαιοημερολογιτικού κινήματος. Όχι μόνο μεταξύ των οπαδών του Επισκόπου Ματθαίου υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι δεν υφίσταται ουσιαστικά διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων αιρετικών. Επικαλούνται, για παράδειγμα, τον Απόστολο Παύλο, ο οποίος προτρέπει τον Άγιο Τίτο να απορρίπτει τον αιρετικό άνθρωπο μετά την πρώτη και δεύτερη νουθεσία, γνωρίζοντας ότι ένας τέτοιος άνθρωπος είναι αυτοκατάκριτος. Υποστηρίζουν επίσης ότι οι αιρετικοί, με την ίδια την πράξη της διάδοσης της αιρέσεως, αυτοαφορίζονται και αποκόπτονται από την Εκκλησία και ότι, ως συνέπεια, τα Μυστήριά τους είναι άκυρα. Η πιο προφανής αδυναμία αυτής της θεωρίας είναι ότι καθιστά τον ουσιώδη σκοπό των Συνόδων, και ιδίως των Οικουμενικών Συνόδων, ανώφελο, δηλαδή την καταδίκη και τον αφορισμό των αιρετικών από την Εκκλησία. Είναι φανερό ότι, αν οι αιρετικοί αποκόπτονταν αυτομάτως και από μόνοι τους από το Σώμα της Εκκλησίας, δεν θα υπήρχε ανάγκη καθαιρέσεως ή αφορισμού, αφού η Εκκλησία δεν κρίνει εκείνους που βρίσκονται εκτός αυτής.
Η διάκριση μεταξύ μη καταδικασμένων και καταδικασμένων αιρετικών διαστρεβλώνεται και στο αντίθετο άκρο του εκκλησιαστικού χώρου. Ενώ οι Ματθαιϊκοί συγχέουν αυτή τη διάκριση για να παρουσιάσουν όλους τους αιρετικούς ως ήδη καταδικασμένους και εκτός Εκκλησίας, οι ορθόδοξοι οικουμενιστές επιδιώκουν τον αντίθετο σκοπό. Λαμβάνουν όσα διακηρύχθηκαν και εφαρμόστηκαν στην εκκλησιαστική ιστορία σχετικά με αιρετικούς που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί και τα χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν το βασικό δόγμα του οικουμενισμού, δηλαδή τη διεύρυνση των ορίων της Εκκλησίας και τον ισχυρισμό ότι οι μη ορθόδοξες εκκλησίες εξακολουθούν, κατά κάποιον τρόπο, να ανήκουν στη Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία. Παρότι οι δύο αυτές θέσεις είναι ριζικά αντίθετες, αμφότερες διαπράττουν το ίδιο σφάλμα όσο αφορά τη συνοδική και κανονική παράδοση της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Δηλαδή καινοτομούν με την απόρριψη ενός στοιχείου που πάντοτε αποτελούσε μέρος της παραδόσεώς της, δηλαδή της αναγνώρισης διαφορετικής εκκλησιολογικής κατάστασης των αιρετικών πριν και μετά τη συνοδική κρίση. Η διαστρέβλωση αυτή είναι ακόμη πιο εντυπωσιακή και δυσνόητη, αν λάβει κανείς υπόψη ότι το ζήτημα συζητήθηκε και επιλύθηκε οριστικά στο ανώτατο εκκλησιαστικό επίπεδο, δηλαδή στις Οικουμενικές Συνόδους, και ειδικότερα στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο, της οποίας οι τρεις πρώτες συνεδρίες αφιερώθηκαν αποκλειστικά στη διεξοδική εξέταση δύο στενά συνδεδεμένων ζητημάτων. Το πρώτο αφορούσε τον τρόπο υποδοχής εκείνων που προέρχονταν από την αίρεση της Εικονομαχίας και το δεύτερο το καθεστώς των χειροτονιών τους, δηλαδή την εγκυρότητα των Μυστηρίων τους.
Κατ’ αρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι το ζήτημα που εξεταζόταν δεν αφορούσε τους αιρετικούς γενικώς, δηλαδή τόσο τους μη καταδικασμένους όσο και τους καταδικασμένους αιρετικούς. Αντιθέτως, ολόκληρη η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά το κατά πόσον ήταν σκόπιμο, εκείνη τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, να γίνονται δεκτοί οι Εικονομάχοι που δεν είχαν ακόμη καταδικαστεί, καθώς και το ζήτημα των χειροτονιών τους. Η συζήτηση διεξήχθη μεταξύ δύο πλευρών. Από τη μία πλευρά, οι Ιεράρχες υπό του Αγίου Ταρασίου Κωνσταντινουπόλεως, ο οποίος προήδρευε της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, υποστήριζαν την αποδοχή των μετανοούντων Εικονομάχων και την αναγνώριση των χειροτονιών τους. Από την άλλη πλευρά, οι εκπρόσωποι των μοναστικών κοινοτήτων που ίδρυσε ο Σάββα, ο ηγούμενος της Μονής Στουδίου, αντιτίθεντο στην αποδοχή των μετανοούντων Εικονομάχων στις τάξεις της Ιεραρχίας. Ύστερα από μακρά συζήτηση, κατά την οποία παρουσιάστηκαν, εξετάστηκαν προσεκτικά και συζητήθηκαν διεξοδικά διάφοροι κανόνες, αποσπάσματα από τους Αγίους Πατέρες και αποφάσεις προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων, τόσο οι Ιεράρχες όσο και οι μοναχοί κατέληξαν σε κοινό συμπέρασμα, αυτό που ο Άγιος Ταράσιος αποκάλεσε «το φρόνημα των Πατέρων μας», οι οποίοι, όντες του αυτού Πνεύματος, πάντες τα αυτά κηρύττουσι και διδάσκουσι. Η κοινώς αποδεκτή απόφαση ήταν να γίνονται δεκτοί οι μετανοούντες Εικονομάχοι Ιεράρχες, αφού πρώτα αναθεμάτιζαν την αίρεσή τους και ομολογούσαν την Ορθόδοξη Πίστη, και να γίνει δεκτή η εγκυρότητα των χειροτονιών τους, διότι, όπως διακήρυξε η Σύνοδος διά του Προέδρου της, Αγίου Ταρασίου, η χειροτονία τους είναι από τον Θεό.
Οι Πατέρες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου έλαβαν αυτή την απόφαση με πλήρη επίγνωση ότι ακολουθούσαν τα συμπεράσματα των προηγούμενων Οικουμενικών Συνόδων. Κατά την εξέταση των συνοδικών αρχείων και των πράξεων των παλαιότερων Οικουμενικών Συνόδων, αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, στον Άγιο Μελέτιο, ο οποίος χειροτονήθηκε Επίσκοπος Αντιοχείας από Αρειανούς αιρετικούς, αλλά αργότερα έγινε δεκτός σε εκκλησιαστική κοινωνία από τους Ορθοδόξους λόγω της ορθόδοξης ομολογίας του και κατόπιν έγινε Πρόεδρος της Δευτέρας Οικουμενικής Συνόδου. Ο Άγιος Ταράσιος, κατά την διάρκεια των συζητήσεων, ανέφερε επίσης την περίπτωση του Αγίου Ανατολίου, ο οποίος χειροτονήθηκε από τον αιρετικό Διόσκορο μετά τη Ληστρική Σύνοδο και πριν την καταδίκη του Διοσκόρου από την Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδο, και ο οποίος αργότερα, ο Άγιος Ανατόλιος, έγινε συμπρόεδρος της ίδιας Συνόδου. Ο Άγιος Ταράσιος επεσήμανε επίσης το παράδειγμα των Πατέρων της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων είχε χειροτονηθεί από Μονοθελήτες αιρετικούς, τους οποίους οι ίδιοι καταδίκασαν αργότερα στην Έκτη Οικουμενική Σύνοδο.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σκόπιμο να αναφερθεί τι έγραψε ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης σχετικά με την κατάσταση στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο. Στην επιστολή του προς τον αναγνώστη Στέφανο και όσους ήταν μαζί του, όπου εξηγεί τη θέση του σχετικά με τα κριτήρια υποδοχής στην Ορθοδοξία κληρικών που είχαν χειροτονηθεί από αιρετικούς, τονίζει το γεγονός ότι όλοι οι Ιεράρχες που έλαβαν μέρος στην Έβδομη Οικουμενική Σύνοδο είχαν χειροτονηθεί είτε από Εικονομάχους αιρετικούς είτε από Ιεράρχες χειροτονημένους από αυτούς, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου του Αγίου Ταρασίου. Εξηγεί στους ένθερμους, οι οποίοι επιθυμούσαν να βρουν κληρικό του οποίου η χειροτονία να ανάγεται απευθείας στον Άγιο Γερμανό, τον τελευταίο Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως πριν την κατάληψη της εξουσίας από τους Εικονομάχους, ότι αν κανείς απέρριπτε τις αποφάσεις των Πατέρων και αρνιόταν να δεχθεί την εγκυρότητα των χειροτονιών που τελέστηκαν από μη καταδικασμένους αιρετικούς, αυτό θα οδηγούσε, σύμφωνα με τον Άγιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, στην καταστροφή της Εκκλησίας, διότι, σε αυτή την περίπτωση, δεν θα παρέμενε κανένα δώρο της ιερωσύνης λόγω του οποίου έχουμε το δικαίωμα να ονομαζόμαστε χριστιανοί, κάτι που είναι παράλογο.
Πριν ολοκληρωθεί αυτή η ενότητα, είναι αναγκαίο να αντιμετωπιστεί μία πιθανή ένσταση που μπορεί να προκύψει σε κάποιον που μελετά προσεκτικά τις Πράξεις της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου. Ένας τέτοιος αναγνώστης ενδέχεται να θέσει τα εξής ερωτήματα:
Δεν ήταν τρεις συνεδρίες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου αφιερωμένες στο ζήτημα του τρόπου με τον οποίο οι Εικονομάχοι θα έπρεπε να γίνουν δεκτοί στην Εκκλησία; Δεν ζήτησαν οι ίδιοι οι μετανοούντες Ιεράρχες να ενωθούν με την Καθολική Εκκλησία; Δεν διακήρυξε η Ιερά Σύνοδος ότι είναι προφανές η αίρεση αποκόπτει κάθε άνθρωπο από την εκκλησία; Δεν υποδηλώνουν όλα αυτά ότι οι Εικονομάχοι βρίσκονταν εκτός της Εκκλησίας και, για τον λόγο αυτό, ζητούσαν να γίνουν δεκτοί σε αυτήν;
Η απάντηση σε όλα αυτά τα ερωτήματα είναι καταφατική. Ωστόσο, οι δηλώσεις αυτές δεν πρέπει να απομονώνονται από το ορθό τους πλαίσιο ούτε να ερμηνεύονται κατά τρόπο που να έρχεται σε άμεση αντίθεση με άλλες δηλώσεις των ίδιων Πατέρων και με τις ίδιες τις αποφάσεις στις οποίες κατέληξαν.
Προκειμένου να αποφευχθεί οποιαδήποτε σύγχυση σχετικά με το καθεστώς των μη καταδικασμένων αιρετικών σε σχέση με την Εκκλησία, είναι αναγκαίο να υπενθυμίζουμε όσα αναφέρθηκαν νωρίτερα σχετικά με τη διάκριση των δύο πτυχών της Εκκλησίας, της θείας και της διοικητικής. Η αίρεση της Εικονομαχίας, όπως και κάθε άλλο θανάσιμο αμάρτημα, χώριζε τους Εικονομάχους Ιεράρχες ως πρόσωπα από την Εκκλησία, δηλαδή από τη θεία της διάσταση, αφού, όπως διδάσκει ο Απόστολος Παύλος, ποια κοινωνία μπορεί να έχει το φως με το σκότος ή ο Χριστός με τον Βελίαρ; Παρ’ όλα αυτά, μέχρι να εκδοθεί συνοδική απόφαση εναντίον τους, παρέμεναν ενωμένοι με την Εκκλησία ως προς τη διοικητική και θεσμική της διάσταση. Για τον λόγο αυτό, η ιερωσύνη τους δεν είχε ακόμη καταστεί άκυρη. Μόνον μετά την αποκοπή των αιρετικών με συνοδική απόφαση ολοκληρώνεται πλήρως η έκπτωσή τους από την Εκκλησία. Τότε πλέον δεν ανήκουν στην Εκκλησία ούτε ως προς τη θεία ούτε ως προς τη διοικητική της διάσταση και τα Μυστήρια που τελούνται από αυτούς στερούνται της εκκλησιαστικής Χάριτος. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, οι Πατέρες της Έβδομης Οικουμενικής Συνόδου, στον Όρο που εκδόθηκε κατά τη λήξη της, όρισαν ότι οι Εικονομάχοι αιρετικοί που αρνούνταν να μετανοήσουν και να αποδεχθούν τις συνοδικές αποφάσεις, αν είναι επίσκοποι ή κληρικοί πρέπει να καθαιρεθούν, αν είναι μοναχοί ή λαϊκοί να αφορισθούν. 


(συνεχίζεται)

 


 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''


Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top