Προχωράμε στο τρίτο.
Μια βασική ή θεμελιώδης θέση αρχή του Αγίου Χρυσοστόμου είναι η φύση του σχίσματος στο πλαίσιο της Τοπικής Εκκλησίας
. Κάθε Τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία είναι, όπως γράφει ο Άγιος Χρυσόστομος στην «Διασάφηση Ποιμαντορικής Εγκυκλίου», Μία και αδιαίρετη, περιλαμβάνοντας τόσο τον κλήρο όσο και το πλήρωμα των πιστών. Ωστόσο, εντός μίας Τοπικής Εκκλησίας είναι δυνατόν να προκύψουν διαφορές απόψεων, οι οποίες ορισμένες φορές οδηγούν σε ρήξη της εκκλησιαστικής κοινωνίας, όπως συνέβη μεταξύ της πλειοψηφίας των Νεοημερολογιτών και της μειοψηφίας των Παλαιοημερολογιτών. Σε τέτοιες περιστάσεις, ο Άγιος Χρυσόστομος θέτει ένα φυσικό ερώτημα: ποια από τις δύο ομάδες που διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία μεταξύ τους εκπροσωπεί τη Μία και αδιαίρετη Εκκλησία της Ελλάδος, δεδομένου ότι και οι δύο αντλούν από Αυτήν την αγιαστική Χάρη και την εκκλησιαστική εγκυρότητα των Μυστηρίων τους; Στην απάντησή του ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγεί ότι, όσο κι αν φαίνεται, εξαιτίας της χωριστής λατρείας της, των ιδίων ευκτηρίων οίκων και των ιδίων λειτουργών της, πως η Παλαιοημερολογιτική Εκκλησία αποτελεί ένα σώμα διακριτό από εκείνο από το οποίο χωρίσθηκε,παρ΄ όλα αυτά δεν παύει να ανήκει κανονικώς στην αυτήν μίαν και αδιαίρετον Εκκλησίαν, ως άμωμον και αναπόσπαστον μέρος τής, αντλούσα την πνευματικήν αυτής ζωήν και δύναμιν εκ του οργανισμού της Μητρός Εκκλησίας, της οποίας η  ιστορία συνεχίζεται υπό την καθαρά και ανόθευτη έννοια μιάς αμιγούς Ορθοδόξου ταυτότητος. Η κατάσταση αυτή διαρκεί έως ότου η διαφωνία μεταξύ των δύο αυτών διηρημένων μερών της Μίας Τοπικής Εκκλησίας, του ενός που διαφυλάσσει την Ορθοδοξία και του άλλου που αποκλίνει από αυτήν, κριθεί από μία Πανορθόδοξη Σύνοδο. Όταν μία τέτοια Πανορθόδοξη Σύνοδος καταδικάσει τελικώς την καινοτομούσα πλειοψηφία της Τοπικής Εκκλησίας ως φρονούσα και πράττουσα αντικανονικώς και αντορθοδόξως, και δικαιώσει τη μειοψηφία που παρέμεινε σταθερή στην Πίστη, τότε θα καθαιρέσει και θα αποκόψει την πρώτη από το Καθολικό Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, ενώ θα αναγνωρίσει τη δεύτερη, δηλαδή εκείνους που διατηρούν ανόθευτη την Πίστη και τις παραδόσεις, ως τους μόνους κανονικούς εκπροσώπους της μίας και αδιαιρέτου Τοπικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Με βάση αυτό, ο Άγιος Χρυσόστομος διευκρινίζει ότι η απόφασή του να αναλάβει την ηγεσία της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας δεν αποσκοπούσε στην ίδρυση μίας διαφορετικής ή δεύτερης Ορθοδόξου Εκκλησίας στην Ελλάδα, αντιθέτως, ο στόχος του ήταν να θεραπεύσει το Νεοημερολογιτικό σχίσμα και να επανένωσει την διηρημένη Εκκλησία της Ελλάδος στην Ορθόδοξη Πίστη και στον εορτασμό των Εορτών.
Σύμφωνα με τον Άγιο Χρυσόστομο, η ιδέα ότι οι Παλαιοημερολογίτες, αντί να ενεργούν ως φρουροί της Ορθοδοξίας εντός της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος ως το λαμπρό της μέρος, είχαν συμπεριφερθεί ως στασιαστές που, χωρίς εκκλησιαστική ή κανονική δικαιολόγηση, ίδρυσαν ξεχωριστή Εκκλησία, εισήχθη για πρώτη φορά από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Αθηνών και αργότερα αναπτύχθηκε από τον Επίσκοπο Ματθαίο και τους οπαδούς του. Παρόμοιο φαινόμενο παρατηρείται και ως προς την ιδέα της ακυρότητας των Μυστηρίων, η οποία αρχικώς εισήχθη από τους Νεοημερολογίτες και κατόπιν υιοθετήθηκε από ορισμένους Παλαιοημερολογίτες. Ο Άγιος Χρυσόστομος επιμένει ότι κανείς γνώστης του κανονικού δικαίου δεν μπορεί σοβαρά να υποστηρίξει ότι οι Παλαιοημερολογίτες συνιστούν δεύτερη Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα. Αντιθέτως, διαβεβαιώνει ότι η Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών αποτελεί την παραδοσιακήν και μη καινοτομούσαν Αυτοκέφαλον Ορθόδοξον Εκκλησίαν της Ελλάδος. Σε άλλη περίπτωση γράφει ότι η Εκκλησία των Γνησίων Ορθοδόξων Χριστιανών, λόγω της αμετακίνητης πίστης της στα δόγματα και στις παραδόσεις που παρεδόθησαν από τις Αγίες Οικουμενικές Συνόδους, εκφράζει την μη καινοτομούσα πληρότητα της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σύμφωνα με τον Άγιο Χρυσόστομο, δεν υπάρχουν δύο Ορθόδοξες Εκκλησίες στην Ελλάδα, αλλά Μία, στην οποία η μορφή και η διοικητική δομή εκπροσωπούνται από την πλειοψηφία της Νεοημερολογιτικής Ιεραρχίας, ενώ το πνεύμα και η ουσία της Ορθοδοξίας εκπροσωπούνται από τη μειοψηφία της Παλαιοημερολογιτικής Ιεραρχίας και κοινότητας.
Η τέταρτη τελευταία αρχή του Αγίου Χρυσοστόμου είναι ο ρόλος της Πανορθοδόξου ή Οικουμενικής Συνόδου.
Στην εγγενώς ελαττωματική, απλοϊκή και, ακριβώς γι’ αυτό, ελκυστική θεωρία του Επισκόπου Ματθαίου, δεν υπήρχε θέση και καμία ανάγκη για τον θεσμό της Συνόδου. Αντιθέτως, στην ανάλυση του Αγίου Χρυσοστόμου για το Νεοημερολογιτικό σχίσμα, η Πανορθόδοξη ή Μεγάλη Σύνοδος κατέχει κεντρική θέση. Υποστηρίζει ότι, σύμφωνα με τη θεμελιώδη αρχή της Ορθοδόξου εκκλησιολογίας, είναι η Εκκλησία στο σύνολό της, ως Ταμείο της Χάριτος, που συγκροτεί τις Εκκλησίες και τις εφοδιάζει με τα Θεία Μυστήρια και τη Χάρη του Αγίου Πνεύματος. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, είναι και πάλι η Εκκλησία στο σύνολό της, ως Ταμείο της Χάριτος, η οποία, όταν συνέρχεται σε Οικουμενική ή Πανορθόδοξη Σύνοδο και αφού εξαντλήσει όλα τα ειρηνικά μέσα φωτισμού των πλανωμένων, τελικώς τους αποκόπτει από το Σώμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, στερώντας τους τη δυνατότητα τελέσεως έγκυρων εκκλησιαστικών Μυστηρίων. Για τον λόγο αυτό, είναι απολύτως απαράδεκτο και αντίθετο προς την συνοδική και κανονική παράδοση της Ορθοδοξίας να γίνεται δεκτός ο ισχυρισμός του Επισκόπου Ματθαίου ότι το δικαίωμα αυτό ανήκει σε ορθοφρονούντες Ιεράρχες που αποσχίσθηκαν από καινοτόμους. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει ότι ποτέ στην ιστορία της Εκκλησίας, δεν κηρύχθηκαν αιρετικοί ή σχισματικοί και δεν καθαιρέθηκαν Ιεράρχες που ενήργησαν μεμονωμένα, χωρίς δίκη και απολογία. Τέτοιες αποφάσεις λαμβάνονταν πάντοτε μέσω Συνόδων και κανονικώς συγκροτημένων εκκλησιαστικών δικαστηρίων, ενώπιον των οποίων οι κατηγορούμενοι καλούνταν να υπερασπισθούν τον εαυτό τους και εάν αρνούνταν να αποκηρύξουν την αίρεσή τους, τότε μόνο στερούνταν των δικαιωμάτων τους ως Ιεράρχες και της εξουσίας τους να διοικούν μία Εκκλησία και να τελούν τα Μυστήρια. Οι εκκλησιαστικοί κανόνες, συγκεκριμένα ο ΙΕ΄ Κανόνας της Πρωτοδευτέρας Συνόδου, παρέχουν στα άτομα μόνον το δικαίωμα να αποκηρύξουν τον Πρώτο Ιεράρχη όταν αυτός απομακρύνεται από τις παραδόσεις της Εκκλησίας και να διακόψουν την εκκλησιαστική κοινωνία μαζί του ακόμη και πριν από συνοδική απόφαση. Ωστόσο, μόνον η Πανορθόδοξη Σύνοδος έχει την αρμοδιότητα να τον καταδικάσει ως αιρετικό.
Τώρα θα προχωρήσουμε στο τρίτο μέρος της εισηγήσεώς μας.
Αν συγκρίνει κανείς τις εκκλησιολογικές τοποθετήσεις του Αγίου πριν και μετά το ματθαιϊκό σχίσμα, δεν μπορεί παρά να διαπιστώσει μία σαφή μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο παρουσίαζε τον χαρακτήρα και τη σημασία της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας, το κανονικό της καθεστώς και τη σχέση της με τη Νεοημερολογιτική Εκκλησία και τα Μυστήριά της. Το ερώτημα που προκύπτει φυσιολογικά είναι εάν αυτή η μεταβολή συνιστά εγκατάλειψη της αρχικής εκκλησιολογικής θέσης με την οποία εισήλθε στον Ιερό Αγώνα για την αποκατάσταση των εκκλησιαστικών παραδόσεων ή εάν πρόκειται για μία εξέλιξη που παραμένει πιστή στις αρχικές του αρχές. Ο Επίσκοπος Ματθαίος ήταν πεπεισμένος ότι ο Άγιος Χρυσόστομος είχε ανακαλέσει και προδώσει την αρχική του ομολογία και, για τον λόγο αυτό, τον αποκήρυξε. Όπως ήδη αναφέρθηκε, υπήρχαν επίσης και μεταξύ των στενών συνεργατών του Αγίου εκείνοι για τους οποίους ορισμένες διατυπώσεις της Ποιμαντορικής Εγκυκλίου του 1944 προκάλεσαν κρίσιμα ερωτήματα, αμηχανία και ακόμη και αμφιβολίες ως προς το πώς έπρεπε να ερμηνευθούν και πώς μπορούσαν να συμβιβασθούν με τις προηγούμενες εκκλησιολογικές του διακηρύξεις. Η κύρια αλλαγή αφορά τον τρόπο με τον οποίο ο Άγιος Χρυσόστομος εξηγούσε και διατύπωνε την κατανόησή του για την αμοιβαία σχέση μεταξύ της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας και της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας. Μέχρι την αποχώρηση του Επισκόπου Ματθαίου, όπως είδαμε, θεωρούσε τους Παλαιοημερολογίτες ως συγκροτούντες δικαίως μία χωριστή και διακριτή Εκκλησία, ανεξάρτητη από την επίσημη Νεοημερολογιτική Εκκλησία. Ως συνέπεια της ημερολογιακής μεταρρυθμίσεως, υποστήριζε ότι στην Ελλάδα είχαν προκύψει δύο διαφορετικές Σύνοδοι. Η μία εκείνη των Νεοημερολογιτών, την οποία θεωρούσε σχισματική, και την άλλη που ταύτιζε με τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος που παρέμενε πιστή στις πατροπαράδοτες παραδόσεις. Κατά τα πρώτα αυτά έτη, τόνιζε επανειλημμένως ότι οι ιεροί Κανόνες παρείχαν στους Παλαιοημερολογίτες το δικαίωμα να αποκηρύξουν την καινοτομούσα Ιεραρχία και να συγκροτήσουν τη δική τους Εκκλησία.
Κατά τα έτη που ακολούθησαν το ματθαιϊκό σχίσμα, όμως, αναδύεται μία διαφορετική προοπτική. Ο Άγιος Χρυσόστομος θεωρεί πλέον τους Παλαιοημερολογίτες, υπό μία ιδιαίτερη έννοια, ως εξακολουθούντες να ανήκουν στη Μία και αδιαίρετη Εκκλησία της Ελλάδος, την οποία αποκαλεί Μητέρα Εκκλησία. Απορρίπτει ρητώς την ιδέα μίας δεύτερης, χωριστής Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας και αντ’ αυτού μιλά για Μία και την αυτή Εκκλησία της Ελλάδος, εντός της οποίας οι Παλαιοημερολογίτες αποτελούν την λαμπράν και ακαινοτόμητον πλευράν και την ανύστακτον φρουράν, την αγρύπνως φρυκτωρούσα επί των αδαμαντίνων επάλξεων της Μίας Ορθοδόξου Ελληνικής Εκκλησίας. Κατά συνέπεια, οι Παλαιοημερολογίτες δεν συνιστούν Εκκλησία ξεχωριστή από εκείνη με την οποία διέκοψαν την εκκλησιαστική κοινωνία, αλλά αντίθετα είναι εκείνοι που συνεχίζουν την ιστορία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος στο πνεύμα της αρχικής και ανόθευτης Ορθοδοξίας. Η μεταβολή αυτή στην ερμηνεία του Αγίου Χρυσοστόμου ως προς το εκκλησιαστικό καθεστώς της Παλαιοημερολογιτικής Εκκλησίας προκάλεσε πλήθος ερωτημάτων. Σ’ αυτά απάντησε στο δεκαπεντασέλιδο κείμενο το οποίο ονόμασε ''Επεξήγησις Ποιμαντορικής Εγκυκλίου''. Εκεί απορρίπτει ρητώς τον ισχυρισμό ότι υπάρχει οποιαδήποτε αντίφαση ή ασυμφωνία μεταξύ των προγενέστερων και των μεταγενέστερων εκκλησιολογικών του διατυπώσεων. Ο Άγιος Χρυσόστομος γράφει: «Αντιφάσκει και αναιρεί εκείνος που απορρίπτει ρητώς ό,τι προηγουμένως εβεβαίωνε», κάτι το οποίο, όπως επιμένει, δεν συμβαίνει στην περίπτωσή του. Εκείνο που ορισμένοι από τους συνεργάτες του αντιλήφθηκαν ως προβληματικό, ο Άγιος Χρυσόστομος το ερμήνευσε ως αποτέλεσμα βαθύτερης, σοβαρότερης και ωριμότερης μελέτης των εκκλησιολογικών ζητημάτων. Η εμφάνιση της ματθαιϊκής εκκλησιολογίας τον υποχρέωσε, να τροποποιήσει την προτέραν του γνώμην προς το καλύτερο, δίνοντας της μια ευρύτερη ερμηνεία και διατυπώνοντάς την με καλύτερη σαφήνεια και ακρίβεια. Μία τέτοια τροποποίηση και λεπτομερέστερη διατύπωση, υποστηρίζει, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ανάκληση, αλλά ως πιο ολοκληρωμένη διευκρίνηση μίας συμπυκνωμένης και συνοπτικής ιδέας, ώστε να μπορεί να γίνεται ευκολότερα κατανοητή από ένα άλλο άτομο.
Μία προσεκτική μελέτη της εξέλιξης της εκκλησιολογικής σκέψης του Αγίου επιβεβαιώνει πλήρως αυτήν την εκτίμηση. Ο Άγιος Χρυσόστομος ουδέποτε εγκατέλειψε την αρχική του θέση ως προς το Νεοημερολογιτικό σχίσμα· αντιθέτως, η πρόκληση που συνιστούσε η ματθαιϊκή τοποθέτηση κατέστησε αναγκαία μία πληρέστερη και ισορροπημένη παρουσίαση του εκκλησιολογικού καθεστώτος τόσο της Παλαιοημερολογιτικής όσο και της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας. Για να γίνει κατανοητή αυτή η εξέλιξη, πρέπει να ανακληθούν όσα έχουν ήδη λεχθεί σχετικά με τη διάκριση μεταξύ δυνάμει σχισματικών και ενεργεία σχισματικών, καθώς και ο ρόλος του συνοδικού θεσμού στη διαδικασία με την οποία μία Τοπική Εκκλησία αποκόπτεται από το Σώμα της Εκκλησίας. Ως αντίδραση στη ημερολογιακή μεταρρύθμιση, εκείνοι που αρνήθηκαν να μοιραστούν την ευθύνη με τους καινοτομούντες Νεοημερολογίτες χωρίσθηκαν κανονικώς και συγκρότησαν το δικό τους ανεξάρτητο διοικητικό σώμα, τη Σύνοδο των Παλαιοημερολογιτών. Σε αυτό το αρχικό στάδιο, ήταν αναγκαίο να υποστηριχθεί η κανονικότητα του χωρισμού αυτού μέσω της έντονης υπογράμμισης του σχισματικού χαρακτήρα της Νεοημερολογιτικής Εκκλησίας. Αργότερα, όμως, όταν ήρθε αντιμέτωπος με τη ματθαιϊκή διαστρέβλωση της ανάλυσής του για το εκκλησιολογικό καθεστώς της επίσημης Εκκλησίας, ο Άγιος Χρυσόστομος έκρινε αναγκαίο να διευκρινίσει ότι, ως δυνάμει ή μη καταδικασμένοι σχισματικοί, η Νεοημερολογιτική Ιεραρχία εξακολουθούσε να ανήκει τυπικώς και θεσμικώς στην Αυτοκέφαλη Εκκλησία της Ελλάδος. Η αποκοπή της από αυτήν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνον από μία Πανορθόδοξη Σύνοδο, εφόσον δεν μετανοούσε και επέμενε στην αντικανονική απόρριψη του εκκλησιαστικού ημερολογίου.



(συνεχίζεται)

 


 

ΠΗΓΗ:  https://www.youtube.com/watch?v=J36mNGswq9w





ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΣΗ ΑΡΧΕΙΟΥ, ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ, ΠΛΗΚΤΡΟΛΟΓΗΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

''ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΕΝ ΤΟΥΤΩ ΝΙΚΑ''



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Η “μερίς” του Αγίου Γρηγορίου Θεολόγου και το ορθό νόημα της εκκλησιολογίας του Αγίου πρώην Φλωρίνης.

Ἡ Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἁγίου Φλωρίνης Χρυσοστόμου καὶ ἡ ἀπόκλιση της.

Ο μοναχικός δρόμος του Αγίου Προέδρου

Μια εξαιρετική άγνωστη επιστολή του Αγίου πρώην Φλωρίνης Χρυσοστόμου και περί εκκλησιολογικών σύγχρονων θέσεων....

''ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΛΕΓΟΜΕΝΩΝ ΤΟΥ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΤΑΛΑΝΤΙΟΥ Κ. ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΠΡ. ΦΛΩΡΙΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ''

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top