Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Η ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ (3)

Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι δυνατόν νά βρεῖ τή βοήθεια καί τήν παρηγοριά που χρειάζεται στήν ἀνάγνωση καί τή μελέτη κατάλληλων περικοπῶν τῆς Ἁγ. Γραφῆς[1], πού ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμη πιο δραστικό φάρμακο, συνοδό τῆς προσευχῆς. Γιά νά διαλύσετε καί νά ἐξαφανίσετε τη λύπη σας, συμβουλεύει τον Σταγείριο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «Πρέπει με αυτά [τους λογισμούς] και με προσευχές και ικεσίες να διαλύεται αυτό το σκοτάδι. Διότι και ο μακάριος Δαβίδ […] χρησιμοποίησε αυτά τα φάρμακα συνεχώς, και έτσι απέκρουε τις πολλές οδύνες των θλίψεων, άλλοτε μεν προσευχόμενος και λέγοντας: «Αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν• ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με», άλλοτε δε κινώντας ευσεβείς λογισμούς: «“Ινατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καί ἱνατί συνταράττεις με; Ἔλπισον ἐπί τόν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ» (Ψαλμ. 24,17· 42,5). Και πάλι, από τους λογισμούς στρεφόμενος στις προσευχές […] και από τις προσευχές στους λογισμούς.»[2].
Σέ ὅλες τίς μορφές της, ή προσευχή συνιστά πραγματικά το κύριο φάρμακο ἐναντίον τῆς λύπης, ὁποιαδήποτε κι ἄν εἶναι ἡ προέλευση του πάθους. Ὁ Ἅγιος Νείλος διδάσκει: «Η προσευχή είναι άμυνα κατά της λύπης και της αθυμίας.[3]».
Ἐάν ἡ ψαλμωδία παρουσιάζεται ὡς ὁ ἰδιαίτερα ἀποτελεσματικός τρόπος προσευχῆς ἐναντίον τῆς λύπης πού προέρχεται άμεσα ἀπό τούς δαίμονες[4], ἡ καρδιακή προσευχή, ὅταν ἀσκεῖται μέ νήψη και προσοχή ἐμφανίζεται ὡς τό κατεξοχήν φάρμακο γιά ὅλες τίς μορφές τῆς λύπης. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός, παρατηρεῖ ὅτι ἡ λύπη ἀνήκει στα πάθη που γιατρεύονται μέ τή νοερά προσευχή τῆς καρδίας καί τήν ἐκτενή νήψη[5] και προσδιορίζει: Να πώς θα μπορέσουμε ν' ἀπομακρύνουμε καί νά διώξουμε από μᾶς τοῦτο τό ὀλέθριο πάθος: διατηρώντας [...] τό νοῦ μας ἀπασχολημένο μέ τήν πνευματική μελέτη. Πραγματικά, ἔτσι θα μπορέσουμε να νικήσουμε ὅλα τά εἴδη τῆς λύπης: αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν ὀργή, ἀπό τήν ἀπώλεια κάποιου κέρδους, ἀπό τή ζημιά πού μᾶς προκαλεῖ κάποιος, από μιά προσβολή πού μᾶς πληγώνει αὐτήν πού ἀντιλαμβανόμαστε χωρίς κανένα λογικό ή προφανές αἴτιο ἤ ἐκείνη πού μᾶς παρασύρει σέ μιά θανάσιμη ἀπελπισία[6].
Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς λύπης καί ἡ νίκη ἐπί αὐτοῦ δέν ἐπιτρέπουν στόν ἄνθρωπο ἀμέσως ν' αποκτήσει πρόσβαση στήν ἀντίθετη κατάσταση τῆς λύπης, δηλαδή στη χαρά. Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει να επιδιώκει τήν ἀπαλλαγή του ἀπό τή λύπη πάθος μόνο για να δημιουργήσει χώρο σε μια ἄλλη μορφή λύπης ἐνάρετης· μόνο ή τελευταία μπορεί να του ἐπιτρέψει να γνωρίσει τήν ἀληθινή χαρά. Γι' αυτή τη συγκεκριμένη τελευταία μορφή καί μόνο ἔχει εἰπωθεῖ: «Ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται» (Ἰωάν. 16,20).
Ὑπογραμμίσαμε, ἐξετάζοντας τό πάθος τῆς λύπης ὅτι αὐτό στην πραγματικότητα εἶναι ἡ διαστροφή τῆς ἐνάρετης λύπης. Ἐνῶ ἡ λύπη-πάθος (τήν ὁποία οἱ Πατέρες υποδηλώνουν γενικά μέ τή λέξη λύπη) συνίσταται στη θλίψη που προκαλοῦν ἡ ματαίωση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς ἀπώλειας τῶν ἀγαθῶν καί τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν ἢ οἱ προσβολές πού δέχεται κάποιος, ἡ ἐνάρετη λύπη, πού ὀνομάζεται ἀκόμη πένθος, καί κατάνυξη[7], ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο. Σημαίνει πρωτίστως γιά τόν ἄνθρωπο θλίψη γιά τό χωρισμό ἤ τήν ἀπομάκρυνσή του από τό Θεό[8], γιά τή στέρηση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν[9]· σημαίνει αἴσθημα πόνου, επώδυνης συγκίνησης ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ότι βρίσκεται σε κατάσταση πτώσης γενικά ἢ ἁμαρτιῶν εἰδικότερα, θρήνο γιά τά παρελθόντα και τα παρόντα παραπτώματά του, τα «ἐν γνώσει καί ἀγνοίᾳ»[10]. Από τώρα καί στό ἑξῆς παρουσιάζεται ὡς πνευματική κατάσταση άμεσα συνδεδεμένη μέ τή μετάνοια[11], καί τῆς ὁποίας ἔκφραση ἀποτελοῦν οἱ στεναγμοί καί τά δάκρυα[12].


[1]  Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Αντιρρητικός, Λύπη.

[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 494.

[3] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Νείλος, 3. Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 16. ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 135.

[4] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21.

[5]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 6, 3.

[6] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 13.

[7] Ἡ διάκριση τοῦ πένθους ἀπό τήν κατάνυξη εἶναι πολύ δύσκολη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα πού ὁ Ι. HAUSHERR στη μεταπτυχιακή εργασία του μέ ἀντικείμενο τό συγκεκριμένο θέμα (Penthos. La doctrine de la componction dans l' Orient chrétien, Rome 1944), θεωρεῖ τήν κατάνυξη ὡς συνώνυμο, λιγότερο ἤ περισσότερο τοῦ πένθους (σ. 14) καί πρακτικά ὑπάρχει τόσο μεγάλη νοηματική ἐγγύτητα μεταξύ τους, ὥστε ἡ μετωνυμία τίς ἔκανε συνώνυμες (σ. 16). Αὐτή εἶναι καί ἡ αἰτία τῆς διαφοροποίησης στις μεταφράσεις. Ἐνῶ ὁρισμένοι ἀποδίδουν τή γαλλική λέξη affliction ὡς πένθος και τη λέξη componction ὡς κατάνυξη, ἄλλοι πράττουν τό ἀντίθετο. Μποροῦμε ὡστόσο νά ποῦμε ὅτι στην κατάνυξη, σε σύγκριση με το πένθος, το στοιχεῖο τῆς λύπης εἶναι περισσότερο αἰσθητό, γεγονός πού ὁδηγεῖ τή λέξη αὐτή ἐγγύτερα στην ἔννοια τῆς συντριβῆς. Κατάνυξη και συντριβή διαφέρουν ὅμως ὡς πρός τό αἴσθημα τῆς ὀδύνης, του πόνου που χαρακτηρίζει ουσιαστικά την τελευταία (πρβλ. σ. 31).

[8] Πρβλ. ΕΦΡΑΙΜ ΣΥΡΟΣ, Ησαΐας - Ομιλία, 26, 10. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10.

[9] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς Μακαρισμούς, 3, 3-5.

[10] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 25. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10. Πρός Σταγείριον, 3, 13. 14· Ομιλία-Μετάνοια, 7, 6· Όμιλία-Μάρτυρες, 3. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 237. 394. 683.

[11]  Μεταξύ τῆς ἐνάρετης λύπης καί τῆς μετάνοιας ὑπάρχει σχέση αντιστοιχίας πού ὀφείλεται στο γεγονός ὅτι ἡ μία ἀποτελεῖ κίνητρο καί ἐνίσχυση γιά τήν ἄλλη καί ἀντίστροφα. Γι' αὐτό τό λόγο, μερικές φορές οἱ Πατέρες ὑπογραμμίζουν, ἀκολουθώντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Β' Κορ. 7,10), ὅτι ἡ κατά Θεόν λύπη γεννά τη μετάνοια (βλ. για παράδειγμα ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστο- λή, 242) και μερικές φορές ὅτι ἡ κατά Θεόν λύπη γεννᾶται ἀπό αὐτήν (βλ. για παράδειγμα, Vie de saint Cyrille le Philéote, στο HAUSHERR, Penthos, σ. 26).

[12] Αναφορικά μέ τό τελευταῖο αὐτό σημεῖο, βλ. για παράδειγμα ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 462 καί ἰδιαίτερα 285. Ο Ι. HAUSHERR, θεωρεῖ πρακτικά «τά δάκρυα» ώς συνώνυμό του «πένθους» καί τῆς «κατάνυξης» (βλ. Penthos, σ. 16). Αυτό ισχύει μόνο γιά ἕνα εἶδος δακρύων. Επειδή οἱ Πατέρες διακρίνουν πολλά τέτοια εἴδη. Ἐδῶ θ ̓ ἀσχοληθοῦμε μόνο μ' ἐκεῖνα πού συνδέονται μέ τήν κατάνυξη. Στο σημεῖο αὐτό δέν θ' ἀσχοληθοῦμε ἰδιαίτερα με ἐκεῖνο πού κατά σύμβαση ονομάζεται «τό χάρισμα τῶν δακρύων»: ἀφενός μέν γιατί όλα τα πνευματικά δάκρυα εἶναι δυνατόν να θεωρηθοῦν ὡς «δώρο» τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου δέ γιατί ή συγκεκριμένη έκφραση δηλώνει μόνο ὅτι τά δάκρυα ὡς δάκρυα γίνονται καθαρά καί ἀκατάπαυστα. Γιά τό συγκεκριμένο θέμα ὁ ἀναγνώστης μπορεί να καταφύγει στην κλασική μελέτη τῶν M. LOT- BORODINE, «Le mystère "du don des larmes" dans l' Orient chrétien», Supplement & La Vie spirituelle, 48, 1936, σσ. 65-110, ανατυπωμένη στο La douloureuse joie, Bellefontaine 1974, σσ. 131-195.

 

 (συνεχίζεται)

Ἡ Ἀνάσταση. (1ο μέρος)

Σύμφωνα με το σχετικό άρθρο του Συμβόλου τῆς Πίστεως, ὁ Χριστός θά ἔλθει στα ἔσχατα τῶν χρόνων «μετά δόξης κρῖναι ζῶντας καὶ νεκρούς, οὗ τῆς βασιλείας οὐκ ἔσται τέλος» (Μτθ. 25,31 24,27), βασιλεία κατά τήν ὁποία ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θα ζήσουν αἰωνίως σε μία οριστική πλέον κατάσταση.
Ἡ ἀνάσταση ὅλων τῶν ἀνθρώπων κηρύχτηκε ἀπό τούς Προφῆτες Ἠσαΐα (26,19), Δανιήλ (12,2-3) και κυρίως τόν Ἰεζεκιήλ, τοῦ ὁποίου ἡ ἐντυπωσιακή προφητεία (37,1-14) διαβάζεται κατανυκτικά στούς ὀρθόδοξους ναούς στο τέλος τοῦ Ὄρθρου τοῦ Μ. Σαββάτου[1]. Κηρύχτηκε ἐπίσης ἀπό τόν ἴδιο τόν Χριστό (Μκ. 12,25-26· Ιω. 5,25-29 11,25) καί τούς Ἀποστόλους του (Πρ. 4.2· 17,31-32 23,6 24,14-16 Ρωμ. 6,5. Α' Θεσ. 4,13-18 Ἑβρ. 6,2 11,35). Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ πρώτη πραγμάτωση αὐτῆς, γι' αὐτό ἄλλωστε ὁ Χριστός ἀποκαλεῖται ὁ «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν» (Κολ. 1,18. Αποκ. 1,5), «ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων» (Α ́ Κορ. 15,20- 23), ὄντας συγχρόνως ἡ πηγή, τό θεμέλιο καί ἡ βεβαιότητα τῆς Ἀναστάσεως (Α' Κορ. 15,12-22). Οἱ ἀναστάσεις νεκρῶν πού ἐπιτελέσθηκαν ἀπό τόν Κύριο (Μτθ. 9,23-25 Λκ. 7,11-15· Ιω. 11,17-44), ἀλλά καί ἐξ ὀνόματός Του καί διά τῆς χάρης Του ἀπό τούς Ἀποστόλους (Πρ. 9,36-42) καί τούς Ἁγίους εἶναι οἱ προγεύσεις και προτυπώσεις αὐτῆς[2]. Μολονότι ὅσοι ἀναστήθηκαν ἀπέθαναν ἐκ νέου, ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πού θά ἀναστηθοῦν στά ἔσχατα δέν θά πεθάνουν ξανά, ἀφοῦ ὁ θάνατος θα συντριβεῖ ὁριστικά ἀπό τόν Χριστό (Α' Κορ. 15,26).


Ὁ χρόνος καί οἱ τρόποι τῆς Ἀναστάσεως.


Ἡ Ἀνάσταση θα λάβει χώρα κατά την Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ (Μτθ. 24,29-31 Μκ. 13,24-27 Λκ. 21,25-27), σε χρόνο πού γνωρίζει (Μτθ. 24,36) καί θά ἀποφασίσει γι' αὐτόν μόνο ὁ Θεός. Είναι διά τοῦ Χριστοῦ (Α' Θεσ. 4,14), σύν. Αὐτῷ (Α' Θεσ. 4,14) καί ἐν αὐτῷ (Α' Κορ. 15,22) καί διά τῆς δυνάμεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Ρωμ. 8,11)[3], πού ὁ Θεός θα δώσει ζωή στους τεθνεῶτες (Ρωμ. 8,11).
Δέν γνωρίζουμε τον τρόπο μέ τόν ὁποῖο θά γίνει ἡ Ἀνάσταση, ἀφοῦ, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Γρηγόριος Νύσσης, ὅλα αὐτά εἶναι ἀξιοθαύμαστα καί ἀγνοοῦμε τόν τρόπο πραγματοποιήσεώς τους, ἐνῶ γιά τόν Δημιουργό εἶναι κάτι πολύ εὔκολο καί προφανῶς ἁπλό γιά νά πραγματοποιηθεί[4]. Η διαδικασία της Αναστάσεως περιγράφεται ἀπό τόν προφήτη Ιεζεκιήλ μέ παραστατικό και συμβολικό τρόπο. Αὐτό ὅμως δέν συνεπάγεται ὅτι καί ἡ Ἀνάσταση θά ἔχει συμβολικό χαρακτήρα. Οἱ Ἀπολογητές τῶν πρώτων αἰώνων, ἀντιμετωπίζοντας τις κριτικές πού ἄσκησαν ἐπί τῆς ἐν λόγῳ διδασκαλίας ἄλλες θρησκείες, ὑπογράμμισαν ὅτι γιά τόν Χριστιανισμό ἡ Ἀνάσταση εἶναι πραγματική καί δέν ἔχει συμβολικό χαρακτήρα, ἐνῶ συγχρόνως ὅτι πρόκειται γιά ἀνάσταση τοῦ σώματος καί ὄχι ἐσωτερικῆς καί πνευματικῆς μορφῆς, ἀφορῶσα μόνο τό πνεῦμα τῶν πιστῶν. Πρίν ὅμως ἀπό αὐτούς, ὁ ἴδιος ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶχε ἀναπτύξει μία ἐκτενή ἐπιχειρηματολογία γιά νά ἀποδείξει ὅτι ἐάν δέν ὑπῆρχε ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, τότε ἡ πίστη μας θά ἦταν κενή περιεχομένου (Α' Κορ. 15,1-18). Στα ρεύματα τοῦ σκεπτικισμοῦ πού διαπέρασαν τόν Χριστιανισμό τῆς Δύσεως κατά τον 20ο αι., καί ἰδιαίτερα στην τάση «ἀπομυθοποιήσεως» πού ἐπιχειρήθηκε ἀπό κάποιους Ρωμαιοκαθολικούς και Προτεστάντες θεολόγους, ἰδιαίτερα τόν R. Bultmann, μπορεῖ νά ἀντιπαρατεθεῖ αὐτούσια ἡ ἐπιχειρηματολογία τῶν Πατέρων[5], ἀφοῦ τά κύρια ἐπιχειρήματα τῆς σύγχρονης κριτικῆς εἶναι ταυτόσημα μέ αὐτά πού ἀναπτύχθηκαν κατά τους πρώτους χριστιανικούς αἰῶνες ἀπό τους πολέμιους τοῦ Χριστιανισμοῦ.
Σὲ αὐτούς πού ἰσχυρίζονται ὅτι ἡ ἀποκατάσταση τοῦ σώματος, τα στοιχεῖα τοῦ ὁποίου ὄχι μόνο ἔχουν διαλυθεί, αλλά καί φθαρεῖ καί σχεδόν ἐξαφανισθεῖ εἶναι ἀδύνατη, οἱ Πατέρες ἀντιτείνουν ὅτι γιά τόν παντοδύναμο Θεό ὅλα εἶναι δυνατά. Καί ὅτι εἶναι πιό εὔκολο γι' Αυτόν νά ἀποκαταστήσει κάτι πού ὑπῆρξε καί νά τό μεταμορφώσει, παρά νά τό δημιουργήσει, ὅπως δημιούργησε ὅλη τήν πλάση, ἐκ τοῦ μηδενός[6]. Όπως γράφει ὁ Τερτυλλιανός, εἴτε ὁ Θεός δημιούργησε ὅλα τά πλάσματα ἐκ τοῦ μηδενός, ὁπότε μπορεῖ νά βγάλει ἀπό τό μηδέν τό σῶμα πού εἶχε ἐπιστρέψει σέ αὐτό, εἴτε τά ἔπλασε μέ βάση κάποιο ἄλλο υλικό, ὁπότε μπορεῖ νά ἀνακαλέσει την σάρκα από κάπου ἀλλοῦ, ὁπουδήποτε καί ἄν αὐτή ἐνταφιάσθηκε[7]


(συνεχίζεται)


[1]  Ἡ Ἀνάσταση

[2]  Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XXXVIII.

[3] ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΛΥΩΝΟΣ, Démonstration de la foi apostolique, 42.

[4] ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, 1, 10.

[5] Βλ. εἰδικότερα ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν· ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection.

[6]  Βλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ, Απολογία πρώτη, 19. ΘΕΟΦΙΛΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ, Πρὸς Αὐτόλυκον, Α ́, 8 ́ ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΙ-ΙΧ· ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XI-XII. LVII· Ἀποστολικές Διαταγές, V, 7, 2. ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατηχήσεις, Δ ́, 30· ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, Α', 5. 7· 10· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Π ραμυθία ἐπί θανάτῳ, Β', 2-3 Υπόμνημα εἰς τήν πρώτην πρός Θεσσαλονικεῖς ἐπιστολήν, Ζ ́, 2-3. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Δ ́, 27- ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΣΙΝΑΪΤΟΥ, Ὁδηγός, 92.

[7] De la résurrection, XI.