Ὁ ἄνθρωπος, λοιπόν, εἶναι δυνατόν νά βρεῖ τή βοήθεια καί τήν παρηγοριά που χρειάζεται στήν ἀνάγνωση καί τή μελέτη κατάλληλων περικοπῶν τῆς Ἁγ. Γραφῆς[1], πού ἀποτελοῦν ἕνα ἀκόμη πιο δραστικό φάρμακο, συνοδό τῆς προσευχῆς. Γιά νά διαλύσετε καί νά ἐξαφανίσετε τη λύπη σας, συμβουλεύει τον Σταγείριο ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «Πρέπει με αυτά [τους λογισμούς] και με προσευχές και ικεσίες να διαλύεται αυτό το σκοτάδι. Διότι και ο μακάριος Δαβίδ […] χρησιμοποίησε αυτά τα φάρμακα συνεχώς, και έτσι απέκρουε τις πολλές οδύνες των θλίψεων, άλλοτε μεν προσευχόμενος και λέγοντας: «Αἱ θλίψεις τῆς καρδίας μου ἐπληθύνθησαν• ἐκ τῶν ἀναγκῶν μου ἐξάγαγέ με», άλλοτε δε κινώντας ευσεβείς λογισμούς: «“Ινατί περίλυπος εἶ, ἡ ψυχή μου, καί ἱνατί συνταράττεις με; Ἔλπισον ἐπί τόν Θεόν, ὅτι ἐξομολογήσομαι αὐτῷ» (Ψαλμ. 24,17· 42,5). Και πάλι, από τους λογισμούς στρεφόμενος στις προσευχές […] και από τις προσευχές στους λογισμούς.»[2].
Σέ ὅλες τίς μορφές της, ή προσευχή συνιστά πραγματικά το κύριο φάρμακο ἐναντίον τῆς λύπης, ὁποιαδήποτε κι ἄν εἶναι ἡ προέλευση του πάθους. Ὁ Ἅγιος Νείλος διδάσκει: «Η προσευχή είναι άμυνα κατά της λύπης και της αθυμίας.[3]».
Ἐάν ἡ ψαλμωδία παρουσιάζεται ὡς ὁ ἰδιαίτερα ἀποτελεσματικός τρόπος προσευχῆς ἐναντίον τῆς λύπης πού προέρχεται άμεσα ἀπό τούς δαίμονες[4], ἡ καρδιακή προσευχή, ὅταν ἀσκεῖται μέ νήψη και προσοχή ἐμφανίζεται ὡς τό κατεξοχήν φάρμακο γιά ὅλες τίς μορφές τῆς λύπης. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης Κασσιανός, παρατηρεῖ ὅτι ἡ λύπη ἀνήκει στα πάθη που γιατρεύονται μέ τή νοερά προσευχή τῆς καρδίας καί τήν ἐκτενή νήψη[5] και προσδιορίζει: Να πώς θα μπορέσουμε ν' ἀπομακρύνουμε καί νά διώξουμε από μᾶς τοῦτο τό ὀλέθριο πάθος: διατηρώντας [...] τό νοῦ μας ἀπασχολημένο μέ τήν πνευματική μελέτη. Πραγματικά, ἔτσι θα μπορέσουμε να νικήσουμε ὅλα τά εἴδη τῆς λύπης: αὐτήν πού προέρχεται ἀπό τήν ὀργή, ἀπό τήν ἀπώλεια κάποιου κέρδους, ἀπό τή ζημιά πού μᾶς προκαλεῖ κάποιος, από μιά προσβολή πού μᾶς πληγώνει αὐτήν πού ἀντιλαμβανόμαστε χωρίς κανένα λογικό ή προφανές αἴτιο ἤ ἐκείνη πού μᾶς παρασύρει σέ μιά θανάσιμη ἀπελπισία[6].
Ὁ ἀγώνας ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς λύπης καί ἡ νίκη ἐπί αὐτοῦ δέν ἐπιτρέπουν στόν ἄνθρωπο ἀμέσως ν' αποκτήσει πρόσβαση στήν ἀντίθετη κατάσταση τῆς λύπης, δηλαδή στη χαρά. Ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει να επιδιώκει τήν ἀπαλλαγή του ἀπό τή λύπη πάθος μόνο για να δημιουργήσει χώρο σε μια ἄλλη μορφή λύπης ἐνάρετης· μόνο ή τελευταία μπορεί να του ἐπιτρέψει να γνωρίσει τήν ἀληθινή χαρά. Γι' αυτή τη συγκεκριμένη τελευταία μορφή καί μόνο ἔχει εἰπωθεῖ: «Ἡ λύπη ὑμῶν εἰς χαράν γενήσεται» (Ἰωάν. 16,20).
Ὑπογραμμίσαμε, ἐξετάζοντας τό πάθος τῆς λύπης ὅτι αὐτό στην πραγματικότητα εἶναι ἡ διαστροφή τῆς ἐνάρετης λύπης. Ἐνῶ ἡ λύπη-πάθος (τήν ὁποία οἱ Πατέρες υποδηλώνουν γενικά μέ τή λέξη λύπη) συνίσταται στη θλίψη που προκαλοῦν ἡ ματαίωση τῶν σαρκικῶν ἐπιθυμιῶν, τῆς ἀπώλειας τῶν ἀγαθῶν καί τῶν αἰσθητῶν ἡδονῶν ἢ οἱ προσβολές πού δέχεται κάποιος, ἡ ἐνάρετη λύπη, πού ὀνομάζεται ἀκόμη πένθος, καί κατάνυξη[7], ἔχει διαφορετικό περιεχόμενο. Σημαίνει πρωτίστως γιά τόν ἄνθρωπο θλίψη γιά τό χωρισμό ἤ τήν ἀπομάκρυνσή του από τό Θεό[8], γιά τή στέρηση τῶν πνευματικῶν ἀγαθῶν[9]· σημαίνει αἴσθημα πόνου, επώδυνης συγκίνησης ἐξαιτίας τοῦ γεγονότος ότι βρίσκεται σε κατάσταση πτώσης γενικά ἢ ἁμαρτιῶν εἰδικότερα, θρήνο γιά τά παρελθόντα και τα παρόντα παραπτώματά του, τα «ἐν γνώσει καί ἀγνοίᾳ»[10]. Από τώρα καί στό ἑξῆς παρουσιάζεται ὡς πνευματική κατάσταση άμεσα συνδεδεμένη μέ τή μετάνοια[11], καί τῆς ὁποίας ἔκφραση ἀποτελοῦν οἱ στεναγμοί καί τά δάκρυα[12].


[1]  Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Αντιρρητικός, Λύπη.

[2] ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Πρός Σταγείριον, 3, 14, PG 47, 494.

[3] ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Νείλος, 3. Πρβλ. ΕΥΑΓΡΙΟΣ, Περί προσευχῆς, 16. ΗΣΥΧΙΟΣ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΙΤΗΣ, Περί νήψεως, 135.

[4] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21.

[5]  ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 6, 3.

[6] ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ, De institutis coenobiorum, 9, 13.

[7] Ἡ διάκριση τοῦ πένθους ἀπό τήν κατάνυξη εἶναι πολύ δύσκολη. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα πού ὁ Ι. HAUSHERR στη μεταπτυχιακή εργασία του μέ ἀντικείμενο τό συγκεκριμένο θέμα (Penthos. La doctrine de la componction dans l' Orient chrétien, Rome 1944), θεωρεῖ τήν κατάνυξη ὡς συνώνυμο, λιγότερο ἤ περισσότερο τοῦ πένθους (σ. 14) καί πρακτικά ὑπάρχει τόσο μεγάλη νοηματική ἐγγύτητα μεταξύ τους, ὥστε ἡ μετωνυμία τίς ἔκανε συνώνυμες (σ. 16). Αὐτή εἶναι καί ἡ αἰτία τῆς διαφοροποίησης στις μεταφράσεις. Ἐνῶ ὁρισμένοι ἀποδίδουν τή γαλλική λέξη affliction ὡς πένθος και τη λέξη componction ὡς κατάνυξη, ἄλλοι πράττουν τό ἀντίθετο. Μποροῦμε ὡστόσο νά ποῦμε ὅτι στην κατάνυξη, σε σύγκριση με το πένθος, το στοιχεῖο τῆς λύπης εἶναι περισσότερο αἰσθητό, γεγονός πού ὁδηγεῖ τή λέξη αὐτή ἐγγύτερα στην ἔννοια τῆς συντριβῆς. Κατάνυξη και συντριβή διαφέρουν ὅμως ὡς πρός τό αἴσθημα τῆς ὀδύνης, του πόνου που χαρακτηρίζει ουσιαστικά την τελευταία (πρβλ. σ. 31).

[8] Πρβλ. ΕΦΡΑΙΜ ΣΥΡΟΣ, Ησαΐας - Ομιλία, 26, 10. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10.

[9] Πρβλ. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10. ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΝΥΣΣΗΣ, Εἰς Μακαρισμούς, 3, 3-5.

[10] Πρβλ. ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΠΑΤΕΡΩΝ, Αλφαβητική συλλογή, Συγκλητική, 21. ΙΩΑΝΝΗΣ ΣΙΝΑΪΤΗΣ, Κλίμαξ, 7, 25. ΙΩΑΝΝΗΣ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ, Περί κατανύξεως, 1, 10. Πρός Σταγείριον, 3, 13. 14· Ομιλία-Μετάνοια, 7, 6· Όμιλία-Μάρτυρες, 3. ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Επιστολή, 237. 394. 683.

[11]  Μεταξύ τῆς ἐνάρετης λύπης καί τῆς μετάνοιας ὑπάρχει σχέση αντιστοιχίας πού ὀφείλεται στο γεγονός ὅτι ἡ μία ἀποτελεῖ κίνητρο καί ἐνίσχυση γιά τήν ἄλλη καί ἀντίστροφα. Γι' αὐτό τό λόγο, μερικές φορές οἱ Πατέρες ὑπογραμμίζουν, ἀκολουθώντας τόν Ἀπόστολο Παῦλο (Β' Κορ. 7,10), ὅτι ἡ κατά Θεόν λύπη γεννά τη μετάνοια (βλ. για παράδειγμα ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ, Ἐπιστο- λή, 242) και μερικές φορές ὅτι ἡ κατά Θεόν λύπη γεννᾶται ἀπό αὐτήν (βλ. για παράδειγμα, Vie de saint Cyrille le Philéote, στο HAUSHERR, Penthos, σ. 26).

[12] Αναφορικά μέ τό τελευταῖο αὐτό σημεῖο, βλ. για παράδειγμα ΙΩΑΝΝΗΣ ΓΑΖΗΣ, Επιστολή, 462 καί ἰδιαίτερα 285. Ο Ι. HAUSHERR, θεωρεῖ πρακτικά «τά δάκρυα» ώς συνώνυμό του «πένθους» καί τῆς «κατάνυξης» (βλ. Penthos, σ. 16). Αυτό ισχύει μόνο γιά ἕνα εἶδος δακρύων. Επειδή οἱ Πατέρες διακρίνουν πολλά τέτοια εἴδη. Ἐδῶ θ ̓ ἀσχοληθοῦμε μόνο μ' ἐκεῖνα πού συνδέονται μέ τήν κατάνυξη. Στο σημεῖο αὐτό δέν θ' ἀσχοληθοῦμε ἰδιαίτερα με ἐκεῖνο πού κατά σύμβαση ονομάζεται «τό χάρισμα τῶν δακρύων»: ἀφενός μέν γιατί όλα τα πνευματικά δάκρυα εἶναι δυνατόν να θεωρηθοῦν ὡς «δώρο» τοῦ Θεοῦ, ἀφετέρου δέ γιατί ή συγκεκριμένη έκφραση δηλώνει μόνο ὅτι τά δάκρυα ὡς δάκρυα γίνονται καθαρά καί ἀκατάπαυστα. Γιά τό συγκεκριμένο θέμα ὁ ἀναγνώστης μπορεί να καταφύγει στην κλασική μελέτη τῶν M. LOT- BORODINE, «Le mystère "du don des larmes" dans l' Orient chrétien», Supplement & La Vie spirituelle, 48, 1936, σσ. 65-110, ανατυπωμένη στο La douloureuse joie, Bellefontaine 1974, σσ. 131-195.

 

 (συνεχίζεται)

Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top