Στις 5 Απριλίου 2026, Κυριακή των Βαΐων, δημοσιεύθηκε άρθρο (εδώαπό αρθρογράφο που ακολουθεί το νέο ημερολόγιο, στο οποίο γίνεται αναφορά στους ακολουθούντες το παλαιό, οπότε το περιεχόμενό του μας αφορά άμεσα, και γι’ αυτό οφείλουμε να εξετάσουμε με προσοχή όχι μόνο τα λεγόμενα, αλλά και το πνεύμα που τα διαπνέει κυρίως τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται βασικές εκκλησιολογικές έννοιες, όπως η ενότητα, η αγάπη και η συγχώρηση.
Όσο προχωρεί κανείς στην ανάγνωση, τόσο γίνεται φανερό ότι οι όροι «αγάπη» και «ενότητα» χρησιμοποιούνται περισσότερο ως συνθήματα παρά ως εκκλησιολογικές πραγματικότητες. Το άρθρο, ενώ εμφανίζεται να προβάλλει την «αγάπη» και την «ενότητα», περιέχει εκφράσεις που δημιουργούν αντίφαση. Ναι μεν επίκληση της «αγάπης» και της «ενότητας», αλλά ταυτόχρονα βαρείς και απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί για όσους διαφωνούν. Με λίγα λόγια η «αγάπη» δεν εμφανίζεται ως πράγματι είναι, αλλά ως ένα εργαλείο που αγκαλιάζει τους συμφωνούντες και στιγματίζει τους αντιλέγοντες.
Η περιγραφή της συναντήσεως των ιεραρχών ως «ηχηρού μηνύματος» και ταυτόχρονα ως «ραπίσματος» είναι αποκαλυπτική διότι αποκαλύπτει ότι η συγκεκριμένη πράξη δεν προβάλλεται απλώς ως ένδειξη ευγένειας, αλλά ως συμβολική επικράτηση επί κάποιων «άλλων»…
Κεντρικός άξονας του άρθρου είναι η επίκληση της «ενότητας εν Χριστώ». Όμως η ενότητα αυτή παρουσιάζεται με τρόπο αόριστο και αφηρημένο. Yπάρχει εκκλησιαστική ενότητα μεταξύ των δύο πλευρών ή όχι; Αν δεν υπάρχει, τότε η επίκληση μιας γενικής «ενότητας» λειτουργεί περισσότερο ως ρητορικό σχήμα παρά ως θεολογική πραγματικότητα διότι η πατερική παράδοση δεν γνωρίζει τέτοια αόριστη ενότητα.
O όρος «ενότητα εν Χριστώ» δεν είναι αφηρημένος ούτε συναισθηματικός. Στην εκκλησιολογία των Πατέρων, η ενότητα ταυτίζεται με την ενότητα της Εκκλησίας ως σώματος, το οποίο είναι ένα και αδιαίρετο. Δεν πρόκειται για μια γενική διάθεση καλών σχέσεων, αλλά για πραγματική κοινωνία πίστεως και μυστηρίων. Επομένως, όταν δεν υπάρχει εκκλησιαστική κοινωνία, η επίκληση μιας γενικής «ενότητας» δημιουργεί σύγχυση και αλλοιώνει το περιεχόμενο του όρου.
Στο ίδιο πνεύμα κινείται και η φράση ότι «αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν». Πρόκειται για διατύπωση που, χωρίς να ορίζει το περιεχόμενο των «ενωτικών» και μη «ενωτικών» στοιχείων, αποσιωπά τις διαφορές και παρουσιάζονται ως δευτερεύοντες, σχεδόν αμελητέες. Η ενότητα, όμως, δεν οικοδομείται με συμβολικές κινήσεις, αλλά με κοινή ομολογία.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί και η αναφορά σε «αρρωστημένες αντιδράσεις» και σε έναν «εντεταλμένο λασπολόγο». Εδώ αποκαλύπτεται καθαρά το πραγματικό ύφος του άρθρου. Όποιος διαφωνεί δεν αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο με άποψη, αλλά ως φορέας κακίας, φανατισμού ή ακόμη και ως όργανο σκοτεινών δυνάμεων. Αυτή η τακτική δεν αποτελεί θεολογική απάντηση. Όσοι εξέφρασαν αντίρρηση χαρακτηρίζονται ως «φανατικοί», «εμπαθείς» ή ακόμη και «καθοδηγούμενοι». και δεν κρίνονται για τα επιχειρήματά τους, αλλά για τα υποτιθέμενα κίνητρά τους. Πρόκειται για ρητορική που δεν απαντά σε επιχειρήματα, αλλά αποδίδει προθέσεις. Στην πατερική παράδοση, η πλάνη δεν αντιμετωπίζεται με χαρακτηρισμούς, αλλά με διάκριση και λόγο αληθείας.
Ακόμη πιο προβληματική είναι η αναφορά σε πρόσωπο που, όπως λέγεται, «μετανόησε» και «ζήτησε συγγνώμη». Το άρθρο επαινεί τη συγχώρηση, αλλά ταυτόχρονα επαναφέρει το παρελθόν του συγχωρηθέντος συνοδεύοντάς το με μειωτικούς χαρακτηρισμούς. Αυτό, όμως, αντιφάσκει προς την ίδια την έννοια της συγχώρησης. Κατά τον Άγιο Ισαάκ τον Σύρο, όποιος συγχωρεί, «ουκέτι μνημονεύει το κακόν». Η διαρκής υπενθύμιση της πτώσεως του άλλου φανερώνει ότι η συγχώρηση παραμένει εξωτερική και όχι εσωτερική. Αν πράγματι υπήρξε μετάνοια, τότε η συνεχής υπενθύμιση των προηγουμένων δεν αποτελεί έκφραση συγχωρητικότητας.
Το άρθρο φαίνεται να προωθεί μια αντίληψη κατά την οποία η ενότητα ταυτίζεται με την απουσία εντάσεων και η αγάπη με την αποδοχή κάθε καταστάσεως χωρίς διάκριση. Όμως η αληθινή ενότητα δεν είναι απλή ειρηνική συνύπαρξη χωρίς αλήθεια, αλλά κοινωνία με την αλήθεια και δεν είναι  απλό συναισθηματικό σύνθημα. Είναι καρπός κοινής πίστεως, κοινής εκκλησιαστικής ζωής και κοινής αποδοχής της αλήθειας. Όταν αυτά απουσιάζουν, τότε η επίκληση της ενότητας, όσο καλοπροαίρετη κι αν φαίνεται, παραμένει κενή περιεχομένου. Πίσω από την επιφανειακή γλώσσα της «ενότητας» διαφαίνεται μια βαθύτερη εκκλησιολογική μετατόπιση: από την ενότητα ως καρπό κοινής πίστεως, σε μια ενότητα ως απλό μήνυμα συνύπαρξης.
Τέλος, λυπηρό είναι το γεγονός ότι το ίδιο σκηνικό επαναλήφθηκε, ενώ είχε ήδη προκαλέσει εντάσεις προ διετίας. Η επανάληψη αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία ούτε αθώα. Όταν ένα γεγονός έχει ήδη δημιουργήσει σύγχυση και σκανδαλισμό σε μερίδα πιστών, η επανάληψή του, σχεδόν με τον ίδιο τρόπο, δείχνει είτε αδιαφορία για τις συνειδήσεις είτε συνειδητή επιλογή επιβολής ενός συγκεκριμένου μηνύματος. Το ζήτημα δεν είναι απλώς τι έγινε, αλλά τι σημαίνει αυτό που έγινε.



Υ.Γ. Είναι φανερόν ότι ο αρθρογράφος δεν έχει ιδέα περί της εκκλησιολογίας των Γ.Ο.Χ. κάτι που δεν ισχύει για τον Μητροπολίτη Αττικής κ. Χρυσόστομο. Το εκκλησιολογικό κείμενο των Γ.Ο.Χ. (για να μην επανερχόμαστε, έχουμε αναφερθεί σε αυτό κατά καιρούς) αφήνει περιθώρια για «αόριστες» ενότητες και συμβολικές υπερβάσεις ή είναι σαφέστατο ως προς το περιεχόμενο και την έννοια; Είτε το θέλουμε είτε όχι, μεταφέρεται ένα μήνυμα και όταν αυτό το μήνυμα δεν είναι ξεκάθαρο, όπως συμβαίνει επίσης και με το εκκλησιολογικό κείμενο, τότε γεννά την σύγχυση.

 



ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ








Next
This is the most recent post.
Previous
Παλαιότερη Ανάρτηση

0 Σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Top