Ἡ ἀνάσταση ἀφορᾶ ὅλους τούς ἀνθρώπους
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θά ἀναστηθοῦν, ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως καί τῆς πνευματικῆς τους μοίρας[1]. Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Χριστός διαβεβαίωσε: «μή θαυμάζετε τοῦτο· ὅτι ἔρχεται ὥρα ἐν ᾗ πάντες οἱ ἐν τοῖς μνημείοις ἀκούσονται τῆς φωνῆς αὐτοῦ (Χριστοῦ), καί ἐκπορεύσονται οἱ τά ἀγαθά ποιήσαντες εἰς ἀνάστασιν ζωῆς, οἱ δέ τά φαῦλα πράξαντες εἰς ἀνάστασιν κρίσεως» (Ιω. 5,28-29). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος τό ἐπιβεβαιώνει ἐκ νέου: «ἀνάστασιν μέλλειν ἔσεσθαι νεκρῶν, δικαίων τε καί ἀδίκων» (Πρ. 24.15). Ἀλλά καί ἡ Ἐκκλησία ψάλλει: «Πᾶς ἄνθρωπος, ὃς κατετέθη εἰς τήν γῆν, τήν μητέρα αὐτοῦ, ἀναστήσεται πάλιν, ἵνα κομίσηται κόλασιν ἤ μισθόν καθά ἔζησεν»[2]. Αναφορικά μέ τούς ζῶντες κατά τη Δευτέρα Παρουσία τοῦ Χριστοῦ, αὐτοί θά ἑνωθοῦν μέ τούς ἀναστημένους τεθνεῶτες, τα σώματά τους δε θα μεταμορφωθοῦν ὥστε νά εἶναι παρόμοια μέ τά ἀναστημένα σώματα αὐτῶν ὡς πρός τόν τρόπο ὑπάρξεώς τους. «Εἰ γάρ πιστεύομεν ὅτι Ἰησοῦς ἀπέθανε καί ἀνέστη, οὕτω καὶ ὁ Θεός τούς κοιμηθέντας διά τοῦ Ἰησοῦ ἄξει σύν αὐτῷ. τοῦτο γάρ ὑμῖν λέγομεν ἐν λόγῳ Κυρίου, ὅτι ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι εἰς τήν παρουσίαν τοῦ Κυρίου οὐ μή φθάσωμεν τούς κοιμηθέντας· ὅτι αὐτός ὁ Κύριος ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καί ἐν σάλπιγγι Θεοῦ καταβήσεται ἀπ ̓ οὐρανοῦ, καί οἱ νεκροί ἐν Χριστῷ ἀναστήσονται πρῶτον, ἔπειτα ἡμεῖς οἱ ζῶντες οἱ περιλειπόμενοι ἅμα σύν αὐτοῖς ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις εἰς ἀπάντησιν τοῦ Κυρίου εἰς ἀέρα, καί οὕτω πάντοτε σύν Κυρίῳ ἐσόμεθα» (Α' Θεσ. 4,14-17). Ἄλλωστε, ὁ ἀπόστολος Παῦλος ἐξηγεῖ σέ ἄλλο σημεῖο: «πάντες μέν οὐ κοιμηθησόμεθα, πάντες δέ ἀλλαγησόμεθα» (Α' Κορ. 15,21).
Κάθε ἄνθρωπος θά βρεῖ ἐκ νέου το δικό του σῶμα
Κατά τήν Ἀνάσταση, κάθε
πρόσωπο θά βρεῖ τό σῶμα πού εἶχε κατά τόν ἐπίγειο βίο του[3], ἀφοῦ θά ἀναστηθεῖ
τό ἴδιο τό σῶμα του[4].
Ὅπως παρατηρεῖ ὁ Τερτυλλιανός, εἶναι γενικά ἀποδεκτό ὅτι δὲν θὰ ἔλθει ἐν ζωῇ
κάποιο άλλο σῶμα ἀπό αὐτό που πέθανε[5].
Ὁ Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος θεωρεῖ ὅτι ἐὰν αὐτό δεν ίσχυε, όχι μόνο δεν θα υπήρχε
νίκη ἐπί τοῦ θανάτου και τῆς φθορᾶς, ἀλλὰ θὰ ἐσήμαινε τόν θρίαμβο αὐτῶν[6].
Ἄλλωστε, ὅπως τονίζει, θά ἦταν ἄδικο καί ἀκατανόητο να αναστηθεί κάποιο ἄλλο σῶμα,
ἀπό αὐτό πού ὑπέστη καί ὑπέφερε τις δοκιμασίες στὸν ἐπίγειο βίο, καί νά ἀπολάμβανε
τη δόξα της βασιλείας τῶν οὐρανῶν[7].
Συνεπῶς, τό ἀναστημένο σώμα θα έχει τήν ἴδια φύση ἤ ουσία, θά εἶναι δηλ. ἀνθρώπινο
σώμα[8],
διατηρώντας συγχρόνως την προσωπική του ταυτότητα[9]. Θά εἶναι δηλ.
τό σῶμα κάποιου συγκεκριμένου προσώπου, τό ὁποῖο θα μπορεί να ταυτοποιηθεῖ ὡς
τέτοιο[10]
καί ὄχι τό σῶμα κάποιου ἄλλου[11].
Ἡ ὅλη ὕπαρξη, η ψυχή δηλ. καί τό σῶμα τοῦ καθενός θα παραμείνει ταυτόσημο μέ τή
φύση καί τό πρόσωπο στο ὁποῖο ἀνήκουν. Ὁ Πέτρος θά παραμείνει Πέτρος, ὁ Παῦλος
θά παραμείνει Παῦλος καί ὁ Φίλιππος θα παραμείνει Φίλιππος, ἀναφέρει ὁ Μακάριος
Αἰγύπτου[12].
Υπό τό πνεῦμα αὐτό, οἱ Πατέρες ὑπογραμμίζουν ὅτι δέν πρόκειται οὔτε για
μετεμψύχωση, οὔτε γιά μετενσάρκωση[13]. Ὁ Ἀθηναγόρας
σημειώνει ὅτι ἡ μέλλουσα Ανάσταση συνεπάγεται την μοναδικότητα τοῦ προσώπου καί
τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ἡ ὁποία διερράγη ἀπό τόν κατακερματισμό καί τήν ἀσυνέχεια
πού προκλήθηκε διά τοῦ θανάτου[14].
Θεωρεῖ μάλιστα ὅτι ἡ Ἀνάσταση εἶναι ὁ μόνος τρόπος για να εὕρει ἡ ψυχή το σώμα
της καί νά ἐξασφαλισθεῖ ἡ προσωπική ταυτότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου: «Το να
συσταθούν πάλι οι ίδιοι άνθρωποι είναι αδύνατο, αν δεν αποδοθούν στις ίδιες
ψυχές τα ίδια σώματα. Και το ίδιο σώμα να ξαναλάβει την ίδια ψυχή είναι μεν
αδύνατο με άλλον τρόπο, δυνατό όμως μόνο κατά την ανάσταση.»[15].
[1] Βλ. ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ, Ἀπολογία πρώτη, 52. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, XLII, 3-4 ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΙΕΡΟΣΟΛΥΜΩΝ, Κατηχήσεις, Δ', 30· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλία περί τῆς τῶν νεκρῶν ἀναστάσεως, 8.
[2] Αναβαθμός τοῦ Δ' ἤχου.
[3] Βλ. ἐπί παραδείγματι ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΛΥΏΝΟΣ, Κατά αἱρέσεων, V, 31, 2.
[4] Βλ. ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Λόγος εἰς τό Ἅγιον Πάσχα, Α', 8· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Ὁμιλίαι εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους, ΜΑ'.
[5] ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LII.
[6] Υπόμνημα εἰς τήν πρώτην πρός Κορινθίους ἐπιστολήν. Ι ́, 3.
[7] Υπομνήματα εἰς τόν μακάριον Ἰώβ, PG 64, 620D.
[8] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LII. ΜΑΚΑΡΙΟΥ ΑΙΓΥΠΤΙΟΥ, Ὁμιλίαι (coll. II), XV, 10. ΜΕΘΟΔΙΟΥ ΟΛΥΜΠΟΥ, Περί τῆς Ἀναστάσεως· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Υπόμνημα εἰς τήν πρός Κορινθίους Α' ἐπιστολήν, ΜΑ',2.
[9] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΕ', 3.
[10] Βλ. ΤΕΡΤΥΛΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LV.
[11] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, Β', 3· ΙΕ', 3.
[12] Ὁμιλίαι (coll. II), XV, 10.
[13] Βλ. ΕΙΡΗΝΑΙΟΥ ΛΥΩΝΟΣ, Κατά αἱρέσεων, Ε', 2, 3· ΤΕΡΤΥΛΙΑΝΟΥ, De la resurrection, LII LIII. LV. LX. LXII ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ, Περί κατασκευῆς ἀνθρώπου, ΚΖ'· ΚΗ'· ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ, Υπόμνημα εἰς τήν πρώτην προς Κορινθίους ἐπιστολήν, ΜΑ', 1· ΜΒ', 2.
[14] Βλ. ΑΘΗΝΑΓΟΡΑ, Περί ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ΙΣΤ ́, 6.
[15] Bλ. ενθ΄ αν., KE', 3. PG 6, 1021C.

0 Σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου